Το παρακάτω κείμενο της Cinzia Arruzza και του Felice Mometti δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Viewpoint. Η μετάφραση στα ελληνικά κι η αναδημοσίευση γίνεται από το Alerta Comunista.

Απεργώντας υπέρ της ζωής

Τη Δευτέρα 29 Μαρτίου, οι εργάτες ενός εργοστασίου της General Electric πραγματοποίησαν μια παράσταση διαμαρτυρίας ενάντια στις χιλιάδες απολύσεις που ανακοίνωσε η διοίκηση της εταιρείας, διεκδικώντας την μεταστροφή της παραγωγής θέτοντας ένα απλό ερώτημα: «Αν η General Electric μας εμπιστεύεται να κατασκευάζουμε, να συντηρούμε και να ελέγχουμε μηχανές για ένα εύρος αεροσκαφών στα οποία διακυβεύονται οι ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, γιατί δεν μας εμπιστεύεται να κατασκευάσουμε αναπνευστήρες;»

Αυτή υπήρξε μία εκ των πολλών απεργιών ποικίλων αποχρώσεων νομιμότητας που πραγματοποίησαν παγκοσμίως εργάτες ποικίλων τομέων της οικονομίας. Ένα κύμα απεργιών τον Μάρτιο ανάγκασε την ιταλική κυβέρνηση να σταματήσει την μη-αναγκαία παραγωγή, αν κι η μάχη απέχει ακόμη πολύ απ’ το να κερδηθεί πλήρως. Οι εργάτες της Amazon καθώς κι άλλων εταιρειών του τομέα της εφοδιαστικής αλυσίδας έχουν πραγματοποιήσει διαμαρτυρίες κι απεργίες στη Γαλλία, την Ιταλία, τις ΗΠΑ κι άλλες χώρες, διαμαρτυρόμενοι για τις ανθυγιεινές συνθήκες στους χώρους εργασίας και την έλλειψη εξοπλισμού ατομικής προστασίας, ενώ εργάτες της μη-αναγκαίας παραγωγής αποχωρήσαν απ’ τους χώρους εργασίας, δηλώσαν ασθένεια ή απλώς δεν εμφανίστηκαν ποτέ στη δουλειά, αρνούμενοι να ρισκάρουν τη ζωή τους για την αύξηση των κερδών των εταιρειών. Όπως το έθεσε ο Chris Smalls, ένας εκ των διοργανωτών της διαμαρτυρίας στην Amazon στο Στάτεν Άιλαντ, ο οποίος αργότερα απολύθηκε απ’ την εταιρεία σε αντίποινα, σε μια ανοικτή επιστολή στον Τζεφ Μπέζος: «λόγω του Covid-19, μας λένε ότι οι εργάτες της Amazon είμαστε “ο νέος Ερυθρός Σταυρός”. Όμως, οι εργάτες δεν θέλουμε να είμαστε ήρωες. Είμαστε απλοί άνθρωποι. Δεν έχω πτυχίο ιατρικής. Δεν εκπαιδεύτηκα ως διασώστης. Δεν θα έπρεπε να διακινδυνεύουμε τις ζωές μας για να έρθουμε στη δουλειά. Όμως τις διακινδυνεύουμε. Και κάποιος πρέπει ν’ αναλάβει την ευθύνη γι’ αυτό, κι αυτός ο κάποιος είστε εσείς». Οι εργάτες των τομέων της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, των τροφίμων, της καθαριότητας, του λιανικού εμπορίου και των δημόσιων συγκοινωνιών αντιστέκονται όλο και περισσότερο το να σταλθούν σαν πρόβατα σε σφαγή, και πραγματοποιούν διάφορες διαμαρτυρίες για να υπενθυμίσουν στον υπόλοιπο κόσμο ότι το πλέξιμο του εγκώμιου των νέων ηρώων της εργατικής τάξης δεν αρκεί: δεν είναι μάρτυρες που πρέπει ν’ αγιοποιηθούν, θέλουν προστασία, καλύτερες συνθήκες εργασίας και καλύτερους μισθούς.

Οι χώροι εργασίας δεν αποτελούν την μόνη σκηνή της πάλης στους καιρούς της πανδημίας. Ενοικιαστές, πολλοί εκ των οποίων έχουν χάσει το εισόδημα και τη δουλειά τους και ζουν σε περιοχές όπου υπάρχουν διάφορα είδη προσταγών τύπου «μένουμε σπίτι», οργανώνονται για να διακόψουν την καταβολή των ενοικίων και ν’ αντισταθούν στις εξώσεις. Φυλακισμένοι εξεγείρονται και διαμαρτύρονται, απ’ το Ιράν στην Ιταλία ως τις ΗΠΑ, υπό τον φόβο ότι οι φυλακές γρήγορα θα μετατραπούν σε στρατόπεδα εξόντωσης λόγω του ιού. Πρωτοβουλίες κι οργανώσεις αλληλοβοήθειας ξεπηδούν σαν μανιτάρια, χρησιμοποιώντας εντατικά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να συντονίσουν τις προσπάθειές τους και να βοηθήσουν ανθρώπους που βρίσκονται σε άμεση ανάγκη. Ενώ μερικοί απ’ αυτούς τους αγώνες και τις απεργίες έχουν πραγματοποιηθεί ή συντονιστεί μέσω των προϋπάρχοντων πολιτικών και κοινωνικών οργανώσεων, πολλοί εκπίπτουν της πρότερης οργανωτικής υποδομής κι έχουν αντ’ αυτού τις ρίζες τους σε αυθόρμητες συμπεριφορές άρνησης, αντίστασης κι αλληλεγγύης, και στην ανάδυση της αυτοοργάνωσης από τα κάτω ως μια απάντηση σε μια πρωτόγνωρη κρίση.

Στη σουρρεαλιστική, μετέωρη ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει τη τρέχουσα δύσκολη θέση μας, θα ήταν πολύ εύκολο να εστιάσουμε την προσοχή μας μόνο στην καταστροφή που ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας, την αδιάκοπη κραυγή των σειρήνων που σπάνε τη σιωπή των άδειων μας πόλεων, την καταμέτρηση των νεκρών και των κρουσμάτων και την επικείμενη οικονομική ύφεση. Όμως, αυτή η παράξενη, αγχώδης περίοδος που βιώνουμε είναι επίσης γεμάτη με αγώνες, πράξεις αλληλεγγύης και διαδικασίες ταξικής σύνθεσης κι αυτοοργάνωσης.

Το κοινό που μοιράζονται όλοι αυτοί οι αγώνες είναι η απλή άρνηση ν’ αφήσει κανείς τον εαυτό του ή άλλους να πεθάνουν για τον καπιταλισμό, μια άρνηση που αποκαλύπτει αυτό που η Μαρξιστική Φεμινιστική Συλλογικότητα σε μια ανακοίνωσή της για την πανδημία ονόμασε την αντίφαση μεταξύ της παραγωγής κέρδους και της παραγωγής της ζωής ή κοινωνικής αναπαραγωγής στον ίδιο τον πυρήνα του καπιταλισμού.

Αρνούμενοι να βάλουν τα κέρδη πάνω απ’ τις ζωές τους, οι αγώνες αυτοί ανοίγουν τουλάχιστον δύο κύρια μέτωπα αντιπαράθεσης. Το πρώτο περιλαμβάνει την άμεση διαχείριση της πανδημίας και τη ταξική, φυλετική κι έμφυλη διάστασή της· η δεύτερη τους μακροπρόθεσμους κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Την παρούσα στιγμή, όταν μια σειρά χωρών εφαρμόζουν τη τάδε ή δείνα εκδοχή νεοκεϋνσιανών μέτρων για την αποφυγή της οικονομικής κατάρρευσης και της κοινωνικής αναταραχής, το φλέγον ερώτημα που αντιμετωπίζουμε είναι εάν τα μέτρα αυτά θα σημαδέψουν το οριστικό τέλος της νεοφιλελεύθερης εποχής και της λιτότητας ή όχι: ένα αποτέλεσμα που θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική και κοινωνική πάλη.

Για τη διακυβέρνηση της πανδημίας

Η πανδημία δημιουργεί μια παγκόσμια συγκυρία σε απάντηση της οποίας διάφορες μορφές πάλης αναδύονται κι εξαπλώνονται. Την ίδια στιγμή, η διαχείρισή της απέχει πολύ απ’ το να είναι ομοιογενής μεταξύ διαφορετικών εθνικών πλαισίων: οι εθνικές πολιτικές δυναμικές έχουν τις δικές τους ιδιαιτερότητες και παράγουν σημαντικώς διαφορετικά πλαίσια για διαδικασίες πάλης και υποκειμενοποίησης, μολονότι πάντα υπό το φόντο μιας παγκόσμιας συγκυρίας που μας συνδέει όλους.

Απ’ αυτή την οπτική, ένα απ’ τα κύρια όρια της ρητορικής περί «κατάστασης εξαίρεσης», η οποία εστιάζει στους κινδύνους των αυταρχικών πολιτικών στροφών που συνδέονται με την αναστολή των ελευθεριών που συνεπάγονται τα lockdown, είναι ότι απλοποιεί τη τεράστια πολυπλοκότητα της τρέχουσας κατάστασης σε μια νύχτα στην οποία όλες οι αγελάδες είναι γκρι. Επίσης, δεν αναγνωρίζει σωστά το σημερινό πραγματικό πεδίο της πάλης σε πολλές χώρες.

Πρώτα απ’ όλα, η πραγματικότητα δεν είναι ότι οι κυβερνήσεις έτρεξαν να υιοθετήσουν σκληρά έκτακτα μέτρα και ν’ αναστείλουν τις ελευθερίες. Αντ’ αυτού, η αλήθεια είναι το αντίθετο: σε πολλές περιπτώσεις, οι κυβερνήσεις διστάζαν, αρχικά ακόμη κι αρνούνταν, ν’ αναστείλλουν αυτό που περνιέται για καπιταλιστική ομαλότητα. Αυτή η καθυστέρηση έχει άμεσες συνέπειες, μεταξύ άλλων, στην Ιταλία, την Ισπανία, τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Σουηδία. Όταν οι κυβερνήσεις τελικά αποφασίσαν να εφαρμόσουν lockdown, το έκαναν επειδή πιέζονταν από τους ειδικούς της υγειονομικής περίθαλψης, λόγω φόβου για τον κίνδυνο μιας κατάρρευσης των συστημάτων υγείας (κυρίως λόγω της σμίκρυνσης του τομέα της υγείας ύστερα από δεκαετίες λιτότητας, περικοπών κι ιδιωτικοποιήσεων) και λόγω διαμαρτυριών από τα κάτω, ειδικά απ’ τους εργάτες που αρνούνταν να πάνε στη δουλειά τους. Στην πραγματικότητα, η ιδέα ότι τα καπιταλιστικά κράτη έχουν ένα πρωταρχικό συμφέρον στο να κρατήσουν τον κόσμο σπίτι του είναι μάλλον αλλόκοτη κι έρχεται σ’ αντίφαση με τα γεγονότα, τα οποία είναι οι πολυάριθμες προσπάθειες να προγραμματιστεί μια γρήγορη επιστροφή σε κάποια μορφή «κανονικότητας» που θα επέτρεπε στους ανθρώπους να επιστρέψουν στη δουλειά (και την κατανάλωση).

Εντός αυτού του πλαισίου, η πανδημία έχει πράγματι υπάρξει αφορμή για μερικές κυβερνήσεις που τείνουν προς την αυταρχικότητα να συγκεντρώσουν περαιτέρω εξουσίες στην εκτελεστική εξουσία, όπως συμβαίνει σε χώρες όπως το Ισραήλ, η Ουγγαρία ή η Ινδία. Όμως, ακόμη κι αυτό δεν πρόκειται για μια γραμμική κι αυτόματη διαδικασία που ισχύει για όλες τις χώρες που κυβερνούνται από μια αυταρχική ακροδεξιά. Στη Βραζιλία, ο Μπολσονάρο εμμένει σε θέσεις άρνησης της σοβαρότητας του Covid-19, μολονότι αυτό τον οδηγεί σε μια αυξανόμενη πολιτική απομόνωση κι έχεις ως αποτέλεσμα την ιδιοποίηση έκτακτων εξουσιών από τις περιφέρειες. Στις ΗΠΑ, ο Τραμπ αρνήθηκε να κηρύξει μια ομοσπονδιακή εντολή τύπου «μένουμε σπίτι» κι επιμένει να παραχωρεί αυτονομία κι ευελιξία στις κυβερνήσεις των πολιτείων ώστε ν’ αποφανθούν αυτές για το ποια μέτρα θα παρθούν. Η Κίνα αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση, καθώς η διαχείριση της πανδημίας βασίστηκε στην κινητοποίηση ενός ήδη υπάρχοντος αυταρχικού μηχανισμού εξουσίας.

Αντί να εφαρμόζουμε αφηρημένες φόρμουλες επί μιας σύνθετης πραγματικότητας, είναι χρησιμότερο να δώσουμε προσοχή στον πειραματισμό με ποικίλες μορφές διακυβέρνησης, τόσο νέες όσο και παλιές, στη διαχείριση της πανδημίας. Για παράδειγμα, η τρέχουσα αδιαμφισβήτητη συγκέντρωση εξουσιών στην εκτελεστική εξουσία στην Ιταλία ή τη Γερμανία προκαλεί εντάσεις με τους διοικούντες των περιφερειών και των κρατιδίων, και βρίσκονται κι οι δύο σε μια τεταμένη σχέση με τους ευρωπαϊκούς διαεθνικούς οργανισμούς. Στις ΗΠΑ, όχι μόνο δεν υπάρχει κανένας σημαντικός μετασχηματισμός στην κατανομή των εξουσιών μεταξύ των ομοσπονδιακών θεσμών, μα οι πολιτικές των κυβερνήσεων της κάθε πολιτείας διαφέρουν αναμεταξύ τους και μερικές φορές βρίσκονται σε ένταση με την μη-συνεκτική προσέγγιση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα είναι οι πολυάριθμες συγκρούσεις μεταξύ του Τραμπ και του Άντριου Κουόμο, κυβερνήτη της πολιτείας της Νέας Υόρκης, ο οποίος έχει ανέλθει στο στάτους του κεντρικού αντίπαλου του Τραμπ, παρότι δεν αποτελεί τον υποψήφιο των Δημοκρατικών για την προεδρία. Αρκετά ευρωπαϊκά κράτη κι οι ΗΠΑ υιοθετούν μορφές διακυβέρνησης που περιλαμβάνουν ειδικά ενδιαφερόμενα μέρη στις διαδικασίες λήψεις αποφάσεων: τομείς της εθνικής επιστημονικής κοινότητας, μεγάλες εταιρείες, χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς κι εθνικά επιχειρηματικά συμβούλια. Η πανδημία έχει επίσης παρουσιάσει την ευκαιρία για τις ΗΠΑ και την Κίνα ν’ ακολουθήσουν και να επαναπροσδιορίσουν τις γεωπολιτικές τους στρατηγικές. Έχει γίνει μια αφορμή για την κυβέρνηση Τραμπ να ωθήσει μια αλλαγή καθεστώτος στη Βενεζουέλα και να κλιμακώσει τις ήδη απεχθείς κυρώσεις στο Ιράν. Εν τω μεταξύ, η Κίνα υιοθετεί μια στρατηγική μαλακής ισχύος που αποσκοπεί στην επέκταση της διεθνούς της ηγεμονίας, στέλνοντας πολύτιμες ιατροφαρμακευτικές προμήθειες κι ειδικούς σε δεκάδες χώρες, μια πρωτοβουλία που οι ΗΠΑ λαχταρούν να μιμηθούν: ο Τραμπ καυχιέται ότι θα στείλει στην Ιταλία ιατροφαρμακευτικές προμήθειες αξίας 100 εκατομμυρίων δολλαρίων, την ίδια στιγμή που οι ΗΠΑ παλεύουν να βρουν απλές μάσκες προσώπου για τους υγειονομικούς εργαζομένους της πρώτης γραμμής.

Όμως, ακόμη κι αυτοί οι πειραματισμοί στη διακυβέρνηση δεν βαίνουν ομαλώς, καθώς αμφισβητούνται απ’ τη συνεχή αντινομία μεταξύ κανονικότητας κι εξαίρεσης: η κανονικότητα της λειτουργίας ενός τρόπου κοινωνικής παραγωγής και την εξαίρεση που επιβάλλεται απ’ την πανδημία επί της κοινωνικής αναπαραγωγής της ζωής, ή την κανονικότητα της κυκλοφορίας σε δημόσιους χώρους -η οποία δεν μπορεί να εξαληφθεί πλήρως- και της εξαίρεσης της ακινησίας εντός ιδιωτιωκών χώρων. Αυτοί οι πειραματισμοί στη διακυβέρνηση μεταβάλλονται διαρκώς, έχοντας ν’ αντιμετωπίσουν τα όρια των υπάρχοντων συστημάτων πρόνοιας, πρώτα απ’ όλα του συστήματος υγείας, κι έχοντας να βρουν τον δρόμο τους εντός της άρθρωσης μεταξύ τοπικών, εθνικών και διαεθνικών δυνάμεων. Ένα παράδειγμα αυτού είναι ο τρόπος με τον οποίο η αυτονομία των κυβερνητών των πολιτειών των ΗΠΑ ισοδυναμεί με το να υποβάλλουν προσφορές για την αγορά αναπνευστήρων, με την μια πολιτεία ν’ ανταγωνίζεται την άλλη. Ανταγωνισμοί για την πρόσβαση σε πόρους λαμβάνουν χώρα επίσης και στην Ιταλία μεταξύ των κυβερνητών των περιφερειών. Είναι αδύνατον να προβλέψουμε τώρα το πως θα εξελιχθούν αυτοί οι πειραματισμοί, επειδή οι μεταβλητές που δρουν εδώ είναι πολυάριθμες, απ’ τη σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών κρατικών θεσμών ως το επίπεδο της έντασης και της έκτασης της κοινωνικής σύγκρουσης από τα κάτω.

Η συγκλονιστική άνοδος της ανεργίας, η διατάραξη και διάρρηξη των παγκόσμιων αξιακών αλυσίδων κι η αναγκαιότητα για την αναδιοργάνωση της κοινωνικής αναπαραγωγής ανάγκασε τους θεσμούς των ΗΠΑ και της ΕΕ να λάβουν τεράστια οικονομικά μέτρα έτσι ώστε ν’ αποφύγουν όχι μόνο την οικονομική κατάρρευση, μα επίσης και την έκρηξη μιας κοινωνικής αναταραχής σε απάντηση της επικείμενης ύφεσης. Τα κοινά χαρακτηριστικά αυτών των μέτρων θα μπορούσαν να οριστούν ως ένα είδος προσωρινού και πολύ μερικού κεϋνσιανισμού ή «κεϋνσιανισμού με ημερομηνία λήξης». Όπως έγραψε ο Bue Rübner Hansen: «Οι πολιτικές αυτές είναι ad hoc και σχεδιασμένες ως βραχυπρόθεσμα μέτρα, όπως ο γιατρός της ιπποκράτειας ιατρικής η απόφαση του οποίου ενεργούσε στο σημείο καμπής (κρίση) της υγείας του ασθενή. Ωστόσο, κατά πάσα πιθανότητα, ο Covid-19 δεν αποτελεί ένα προσωρινό εξωγενές σοκ».

Για παράδειγμα, ο Τραμπ, στο ημερήσιό του διάγγελμα την Παρασκευή 3 Απριλίου, ανακοίνωσε ότι η κυβέρνηση σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει χρήματα απ’ το πακέτο οικονομικής τόνωσης για να πληρώσει το κόστος της νοσηλείας των ασθενών με Covid-19 που δεν καλύπτονται από ασφάλιση αντί να επεκτείνει την ιατροφαρμακευτική κάλυψη ή ν’ ανοίξει εκ νέου την εγγραφή στις αγορές του Obamacare. Εν τω μεταξύ, η μεγάλη πλειοψηφία του κατεστημένου των Δημοκρατικών, συμπεριλαμβανομένου του κεντρικού υποψήφιου Τζο Μπάιντεν, συνεχίζουν ν’ απορρίπτουν την Ιατροφαρμακευτική Περίθαλψη για Όλους ακόμη κι ενώπιον της επιδημίας. Τα 2 τρισ. δολλάρια του αμερικανικού πακέτου οικονομικής τόνωσης και τα 750 δισ. ευρώ που διένειμε η ΕΕ, κι η επακόλουθη παροχή ακόμη 100 δισ. δολλαριών για τη στήριξη του εισοδήματος των εργατών, είναι μέτρα τα οποία, παρά το εκπληκτικό τους μέγεθος, δεν αμφισβητούν το νεοφιλελευθέρο πλαίσιο. Επιπροσθέτως, δεν δίνεται καμία σημαντική παροχή για τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας για τα οποία το «μένουμε σπίτι» δεν είναι συνώνυμο της ασφάλειας· ούτε αντιμετωπίζεται με κάποιον τρόπο το αυξημένο βάρος της οικειακής εργασίας των γυναικών. Επιπλέον, οι παρεμβάσεις αυτές συχνά βασίζονται στις αντιμεταναστευτικές πολιτικές και τις πολιτικές των κλειστών συνόρων, και δεν γίνεται τίποτα για την απελευθέρωση των κρατούμενων στα κέντρα κράτησης μεταναστών και τα στρατόπεδα προσφύγων όπου η πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη είναι σχεδόν μηδενική κι ο ιός θα μπορούσε να θερίσει χιλιάδες ζωές.

Ο σαφής στόχος αυτών των μέτρων είναι η ανασυγκρότηση των όρων για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, και σίγουρα όχι για τον ριζικό τους μετασχηματισμό. Μια συνέντευξη του Μάριο Ντράγκι, πρώην προέδρου της ΕΚΤ, στους Financial Times μπορεί να ιδωθεί ως μια περιγραφή της λογικής πίσω απ’ τη τεράστια παροχή ρευστότητας στις ΗΠΑ και την ΕΕ. Σύμφωνα με τον Ντράγκι, η τρέχουσα κρίση δεν είναι κυκλική αλλά αντ’ αυτού οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες. Οπότε, η συνταγή που προτείνει είναι η αύξηση του εθνικού χρέους έτσι ώστε να επιτραπεί στις μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες ν’ ανταπεξέλθουν στην έκτακτη ανάγκη κι ύστερα να επιστρέψουν στην κανονικότητα. Και, στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερο μέρος των κονδυλίων θα δωθεί σε ιδιωτικές εταιρείες, χωρίς όμως την εφαρμογή κάποιας σοβαρής πολιτικής για τη διάσωση των θέσεων εργασίας και την αποφυγή των απολύσεων, επειδή γίνεται η λαθεμένη θεώρηση ότι τόσο οι εταιρείες θ’ αποφύγουν τις απολύσεις αν λάβουν ρευστότητα κι ότι θ’ αναδημιουργήσουν τις χαμμένες θέσεις εργασίας μόλις λήξει η έκτακτη ανάγκη. Αυτή είναι επίσης η λογική της προσωρινής αναστολής του Ευρωπαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας, μια αναστολή που η γερμανική κυβέρνηση, μεταξύ άλλων, δεν θέλει ν’ αποτελέσει ένα προηγούμενο για έναν δομικό μετασχηματισμό των οικονομικών πολιτικών της ευρωζώνης προς την εγκατάλλειψη της νεοφιλελεύθερης λιτότητας. Το αν θα επιτευχθεί ή όχι ο στόχος της ανασυγκρότησης των όρων της αναπαραγωγής του κεφαλαίου θα εξαρτηθεί από μια σειρά παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών δυναμικών και των κοινωνικών σχέσεων ισχύος.

Υποκειμενοποίηση κι αυτοοργάνωση σε καιρούς εξάρθρωσης

Η παρούσα συγκυρία βρίθει εντάσεων κι αντιφάσεων. Ο χρόνος έχει εξαρθρωθεί, έχοντας απ’ την μία μεγάλη πυκνότητα γεγονότων κι έχοντας απ’ την άλλη ανασταλλεί. Αντιφάσεις κι αμφισημίες χαρακτηρίζουν επίσης τις μορφές κοινωνικότητας, συνδυάζοντας την κοινωνική απομάκρυνση μ’ ένα πλεόνασμα συνδεσιμότητας κι επικοινωνίας μέσω μια σειράς μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε το πως θα μετασχηματιστεί η κοινωνική ζωή ως αποτέλεσμα της πανδημίας, όμως είναι απολύτως δυνατόν ότι μορφές αυτού που ο Φουκώ θα ονόμαζε «τεχνολογίες του εαυτού», υποκειμενοποίησης κι επικοινωνίας, θα γίνουν ακόμη περισσότερο υβριδικές απ’ ότι μέχρι προσφάτως, στην κατεύθυνση μιας μεγαλύτερης σύγκλισης των «πραγματικών» συναντήσεων και γλωσσών με τις «εικονικές».

Αυτές οι μορφές κοινωνικότητας εντός του πλαισίου των μακροδυναμικών που περιγράφτηκαν παραπάνω θα μπορούσαν επίσης να επιδράσουν μια δυνητική νέα ταξική σύνθεση. Για να αναφέρουμε μερικούς βασικούς παράγοντες: μαζική αύξηση της ανεργίας· φόβος μετάδοσης του ιού στους χώρους εργασίας κι αυθόρμητες συμπεριφορές άρνησης· αυξανόμενη ορατότητα και κοινωνική αναγνώριση των χαμηλόμισθων, φυλετικοποιημένων κι εμφυλοποιημένων εργατών στον τομέα των υπηρεσιών· κοινωνική απομάκρυνση· και θόλωμα των γραμμών μεταξύ παραγωγής κι αναπαραγωγής για εκείνους που εργάζονται απ’ το σπίτι και πρέπει να στριμωχτούν μεταξύ αυξημένου οικειακού φόρτου εργασίας, περιορισμένων χώρων διαβίωσης και τους χρόνους και τους περιορισμούς της μισθωτής εργασίας.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, αρχίζουν να λαμβάνουν χώρα ποικιλόμορφες διαδικασίες πάλης και πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης. Όμως, δεν υπάρχουν έτοιμες κι εύκολες συνταγές για το πως να εκμεταλλευτούμε αυτές τις ενδεχομενικότητες που ανοίγονται απ’ τη νέα συγκυρία. Τα ίδια τα μέτρα των lockdown θέτουν νέες προκλήσεις στις οργανωτικές διαδικασίες κι απαιτούν την ικανότητα να επανεφεύρουμε τρόπους οργάνωσης, διαμαρτυρίας κι αποτελεσματικότητας: πως μπορούμε να κάνουμε τις κοινωνικές διαμαρτυρίες ορατές σε μια περίοδο στην οποία οι παραδοσιακές μέθοδοι -μαζικές διαδηλώσεις, συγκεντρώσεις, κλπ- βρίσκονται εκτός συζήτησης; Πως μπορούμε να συνδέσουμε το νέο κύμα νόμιμων κι άγριων απεργιών με τις άλλες μορφές αντίστασης και σύγκρουσης, όπως οι απεργίες ενοικίου κι η οργάνωση αλληλοβοήθειας κι εναλλακτικών μορφών κοινωνικής αναπαραγωγής; Πως μπορούν αυτοί οι κοινωνικοί αγώνες να πολιτικοποιηθούν, ν’ ανταποκριθούν στο επίπεδο της τρέχουσας πρόκλησης, το οποίο σημαίνει να έρθουμε αντιμέτωποι με την εξουσία του κράτους και των διαεθνικών οργανισμών;

Η έρευνα νέων δυνητικών διαδικασιών υποκειμενοποίησης και πάλης θα ήταν ένα πρώτο βήμα για να προσπαθήσουμε να δώσουμε μια απάντηση σ’ αυτά τα καυτά ερωτήματα και ν’ αποφύγουμε την μηχανική επαναπρόταση των παλιών οργανωτικών μοντέλων και πολιτικών στρατηγικών που δεν λαμβάνει υπόψη τις ιστορικές ασυνέχειες και μεταβλητές. Η έρευνα εδώ θα πρέπει να κατανοηθεί όχι ως απλώς μια κοινωνιολογική μελέτη, μα ως μια διαδικασία αυτογνωσίας, αυτοοργάνωσης, πολιτικοποίησης και κοινής δημιουργίας μιας νέας κοινής κατανόησης του ποιοι είμαστε και γιατί και πως αντιμαχόμαστε.

Αυτό αποτελεί ένα επιτακτικό καθήκον για να μπορέσουμε να θέσουμε επί τάπητος και τις δύο αιχμές των προαναφερθέντων αγώνων, ονομαστικά την άμεση διαχείριση της πανδημίας και τον μακροπρόθεσμο μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Όπως ισχυρίζεται ο Rob Wallace και άλλοι, τα μοντέλα του ιού κι οι προβλέψεις αναφορικά με τη διάρκεια των μέτρων περιορισμού του, όπως η έκθεση του Αυτοκρατορικού Κολεγίου του Λονδίνου -η οποία έχει γίνει το σημείο αναφοράς για τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο- βασίζονται στην υπόρρητη θεώρηση ότι δεν δύναται ν’ αμφισβητηθεί το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο. Όπως γράφουν: «Μοντέλα όπως αυτά της έκθεσης του Αυτοκρατορικού Κολεγίου του Λονδίνου περιορίζουν κατηγορηματικά τη σκοπιά της ανάλυσης σ’ ερωτήματα στενά κομμένα και ραμμένα εντός της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Εξ ορισμού, αποτυγχάνουν να συλλάβουν τις ευρύτερες δυναμικές της αγοράς που οδηγούν στα ξεσπάσματα των επιδημιών και τις πολιτικές αποφάσεις που υπόκεινται των παρεμβάσεων. Συνειδητά ή οχι, οι απορρέουσες προβολές θέτουν τη διασφάλιση της υγείας για όλους σε δεύτερο πλάνο, συμπεριλαμβανομένων των πολλών χιλιάδων εκ των πιο ευάλωτων που θα πεθάνουν αν μια χώρα ταλαντεύεται μεταξύ του ελέγχου της νόσου και της οικονομίας». Όμως, είναι ακριβώς αυτό το πλαίσιο που πρέπει να ξεπεραστεί, με δύο στόχους: περιορίζοντας όσο το δυνατόν περισσότερο τον αριθμό των ζωών που θα θερίσει ο ιός, και αντιπαλεύοντας τη στρατηγική του «κεϋνσιανισμού με ημερομηνία λήξης», μαχόμενοι αντ’ αυτού για το τέλος της νεοφιλελεύθερης λιτότητας και για τον συνολικό μετασχηματισμό της καπιταλιστικής σχέσης μεταξύ παραγωγής κι αναπαραγωγής, η οποία καθυποτάσσει τις ζωές των ανθρώπων στη συσσώρευση κερδών.

Ένα από τα meme που κυκλοφόρησαν στα ιταλικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατά τις μακρές εβδομάδες του lockdown έγραφε: «Όλα θα πάνε καλά». Ενώ αυτό πρόκειται για μια κατανοήσιμη ευχή, δεν είναι τίποτα παραπάνω απ’ αυτό: μια ευχή. Επιπλέον, θεωρεί υπόρρητα το στάτους κβο προ της πανδημίας ως την κανονικότητα στην οποία πρέπει να φιλοδοξούμε να επιστρέψουμε. Ας είμαστε ειλικρινείς: δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ότι τα πράγματα θα πάνε καλά, κι ο τρόπος που ζούσαμε πριν την πανδημία δεν ήταν ούτε καλός ούτε «κανονικός», επειδή η τρέχουσα κρίση αποτελεί μια συνέπεια του καπιταλισμού ως μορφή κοινωνικής οργάνωσης και ζωής.

Όμως, ίσως καταλήξουμε στο να πάνε όλα καλά. Όμως, αυτό θα εξαρτηθεί από εμάς, την ικανότητά μας ν’ αποτρέψουμε μια επιστροφή στην κανονικότητα. Αν το καθήκον αυτό ακούγεται δύσκολο, και πράγματι είναι, μπορούμε να θυμίσουμε στους εαυτούς μας ότι δεν είμαστε πλήρως ανίσχυροι. Όπως είπε ο Chris Smalls με πλήρη διαύγεια: «Και, προς τον κύριο Τζεφ Μπέζος, το μήνυμά μου είναι απλό. Δεν δίνω δεκάρα τσακιστή για την εξουσία σας. Νομίζετε πως είστε πανίσχυρος; Εμείς είμαστε αυτοί που έχουμε την εξουσία. Χωρίς εμάς να δουλεύουμε, εσείς τι θα κάνετε; Δεν θα έχετε χρήματα. Εμείς έχουμε τη δύναμη. Εμείς παράγουμε το χρήμα σας. Να το θυμάστε αυτό».