“Θα πάρουμε πίσω τον ανδρισμό μας. Θα τον πάρουμε πίσω, ή αλλιώς θα ισοπεδώσουμε τον κόσμο στην προσπάθεια μας να τον αποκτήσουμε”.[i]

Eldridge Cleaver, Soul on Ice

 

“Δεν έχω τη δύναμη να είμαι ρατσιστής”.

Αυτή τη φράση ξεστόμισε ένας μαύρος διαδηλωτής για να απαντήσει στον θρασύτατο λευκό μπάτσο που τον παρενοχλούσε απλώς και μόνο επειδή στεκόταν πολύ κοντά στην περίφραξη του αστυνομικού τμήματος της περιοχής του.[ii] Με αυτή τη σύντομη και περιεκτική φράση ο ανώνυμος διαδηλωτής εξήγησε στον τραμπούκο αστυνομικό, αλλά και σε όλους εμάς που παρακολουθούσαμε τη βιντεοσκοπημένη σκηνή, τι πραγματικά είναι ο ρατσισμός με τρόπο πολύ πιο εύγλωττο και διαυγή από πολλές πραγματείες που έχουν γραφτεί γύρω από το θέμα. Κυρίως, η φράση “δεν έχω τη δύναμη να είμαι ρατσιστής” παραπέμπει στη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε μια ερμηνεία του ρατσισμού ως ατομικής στενομυαλιάς και προκατάληψης και τον ρατσισμό ως κυρίαρχη κοινωνικό παράδειγμα και σύστημα εξουσίας που κατοχυρώνει την θεσμική υπεροχή μιας φυλετικής-κοινωνικής ομάδας απέναντι σε μια άλλη. Ο μπάτσος που τον πλησιάζει απειλητικά και τον κατηγορεί ότι κατά βάθος είναι ρατσιστής επειδή “κρίνει τους άλλους από το χρώμα του δέρματος τους”, κάνει επίδειξη της κουτοπονηριάς του προσπαθώντας να παρουσιάσει τον διαδηλωτή ως “μισαλλόδοξο” και προκατειλημμένο απέναντι στους λευκούς μπάτσους. Από την άλλη, ο διαδηλωτής μας ανακαλεί τα βιώματα που έχει ως καταπιεσμένος μαύρος προλετάριος στη σύγχρονη Αμερική για να διακηρύξει το συμπέρασμα που βγαίνει αβίαστα από τη συσσωρευμένη ταξική εμπειρία του. Ότι ο ρατσισμός νοείται πρωτίστως σαν αξίωση μιας φαντασιακής συλλογικής ανωτερότητας πάνω στο καταπιεσμένο Άλλο και σαν υλική δομή που μετουσιώνει αυτή την αξίωση ανωτερότητας σε απτή ταξική κυριαρχία. Αυτό που λέει δηλαδή ο φιλόσοφος του δρόμου είναι οτι ο ρατσισμός αφορά πρώτα και κύρια τον ιεραρχικό τρόπο με τον οποίο διαρθρώνονται οι κοινωνικές σχέσεις, την άνιση κατανομή όλων των μορφών δύναμης ανάμεσα στις τάξεις και τις κοινωνικές ομάδες. Είναι το κοινωνικό φαντασιακό που φυσικοποιεί τις διαφορές που έχουν τις ρίζες τους στην κοινωνική ανισότητα η οποία είναι ενδημική στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς.

Ένας μαυρος μπορεί να είναι πραγματικά “ρατσιστής” μοναχά ενάντια στο ίδιο το άτομο του. Μόνο αν μισεί τον εαυτό του, αν έχει εσωτερικεύσει την απεχθή συλλογική αναπαράσταση που έχει πλάσει για εκείνον το οριενταλιστικό κοινωνικό φαντασιακό των ελίτ και πιστεύει ότι αυτός / αυτή είναι πραγματικά.[iii] Όταν αντιλαμβάνεται τον εαυτό του/της όχι σαν μέλος μιας ταξικά καταπιεσμένης μειονότητας, αλλά σαν κομμάτι μιας κατώτερης φυλής, τα πολιτισμικά και γενετικά ελαττώματα της οποίας αντικατοπτρίζονται ανάγλυφα στην υποτελή θέση που κατέχει στην κοινωνική ιεραρχία. Από την άλλη, όταν ένας νέγρος προλετάριος δηλώνει απερίφραστα την αντιπάθεια του για τους λευκούς μπάτσους, ή την αστυνομία γενικά, σε μια κοινωνία όπου η αστυνομική βία είναι μια από τις συχνότερες αιτίες θανάτου για τους μαύρους νεαρούς άνδρες της μητρόπολης, δεν φαντάζει σαν προκατάληψη ή ρατσισμός, αλλά μάλλον σαν συνετη σκέψη. Είναι τόσο προκατειλημμένος όσο είναι κι ένας άνθρωπος που αρνείται να βάλει το δάχτυλο του στην πρίζα επειδή είναι σε θέση να γνωρίζει εκ πείρας ότι εφόσον το πράξει έχει πολύ καλή πιθανόττηα να πέσει λιπόθυμος από την ισχύ του ηλεκτρικού ρεύματος που θα τον διαπεράσει.

Κάτι άλλο που μπορεί να συναχθεί από αυτήν τη στιγμίαια αντιπαράθεση ανάμεσα σε μαύρο διαδηλωτή και λευκό μπάτσο είναι ο αντικειμενικά αντιδραστικός ρόλος που επιτελεί όλος αυτός ο μεταμοντέρνος λόγος περί ατομικής προκατάληψης που πρέπει να εξαλειφθεί, περί γλωσσικών ιδιωμάτων και κανόνων που νοηματοδοτούν την πραγματικότητα και καθορίζουν, σε τελική ανάλυση, τον υποκειμενικό τρόπο που ερμηνεύουμε τον κόσμο γύρω μας. Όταν ο διαδηλωτής μας στρέφεται προς έναν από τους μαύρους μπάτσους που τον περικυκλώνουν και τον ρωτάει αν στη δική του γειτονιά “δεν έχουν πυροβοληθεί άνθρωποι από την αστυνομία”, ο λευκός τραμπούκος βρίσκει ξανά την ευκαιρία να επιτεθεί και αποφαίνεται ότι ο προλετάριος του βίντεο κρίνει με βάση στερεοτυπικά φαντασιακά σχήματα αυτούς που έχει απέναντι του. Με άλλα λόγια, αν κανείς υποθέσει εύλογα ότι κάποιος που είναι μαύρος στις ΗΠΑ είναι πιθανό να προέρχεται από τις υποβαθμισμένες μητροπολιτικές περιοχές όπου συγκεντρώνεται η μεγάλη μάζα των μαύρων προλετάριων της χώρας, αυτό δεν δείχνει ατομική οξυδέρκεια και μια αυξημένη επίγνωση της κοινωνικής ανισότητας στις ΗΠΑ, των συνεπειών της και των μερίδων του πληθυσμού που επηρεάζονται από αυτήν. Αντίθετα, παραπέμπει στην ετοιμότητα του υποκειμένου να καταφύγει σε στερεοτυπικές αντιλήψεις για να μπορέσει να εξορκίσει τον φόβο που αισθάνεται για τον συνομιλητή του, να τον καταστήσει με κάποιον τρόπο γνώριμο και οικείο. Το στερεότυπο ωστόσο είναι επιλήψιμο μόνο όταν δεν αποτελεί την τυποποιημένη εκδοχή μιας προϋπάρχουσας κοινωνικής πραγματικότητας. Η έννοια της προκατάληψης είναι χρήσιμη όταν αποκαλύπτει τον ζωτικό ρόλο που επιτελούν οι φαντασιακές σημασίες στη διαδικασία της αναπαραγωγής μιας κοινωνικής πραγματικότητας που υποτίθεται ότι μόνο την “περιγράφουν”. Αλλά, λειτουργούν ως καθαρή ιδεολογία όταν ανάγουν το σύνολο της οργάνωσης της κοινωνικής ζωής στη δύναμη της γλώσσας και των κανόνων της και αρνούνται το υλικό υπόβαθρο, τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που υποβόσκουν πίσω από την παραγωγή αυτών των αντιλήψεων. Είναι άλλωστε το χαρακτηριστικό της ταξικής δομής ότι μπορεί και αψηφά τις γλωσσικές αναπαραστάσεις της και ότι έχει την ικανότητα να αναπαράγεται ανεξάρτητα από τη βούληση των κοινωνικών υποκειμένων που υπάγονται στην κυριαρχία της. Ένας απολυταρχικός πολιτικός θεσμός δεν καθίσταται λιγότερο απολυταρχικός αν τον περιγράψουμε σαν την τελειότερη μορφή δημοκρατίας.

Ο ρατσισμός βρίσκεται παντού σε άνοδο εφόσον η υποτιθέμενη “αχρωματοψία” της κυρίαρχης κουλτούρας υπονομεύεται από τα πολύ χειροπιαστά αποτελέσματα της ανισοκατανομής της οικονομικής δύναμης στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Οι πολιτικές ταυτότητας έχουν κηρύξει ιερό πόλεμο ενάντια σε κάθε μορφή κοινωνικού αποκλεισμού με θύμα τις γυναίκες, τους μαύρους, τους ισπανόφωνους, τα ΛΟΑΤ άτομα, τους μετανάστες, τους ΑΜΕΑ, αλλά δεν έχουν και πολλά να συνεισφέρουν στην πολιτική συζήτηση για την εξάλειψη της πολυαριθμότερης υποτελούς κοινωνικής κατηγορίας που παράγεται δομικά από τη λειυτουργία του καπιταλιστικού συστήματος και στην πραγματικότητα περιλαμβανει στις τάξεις της όλες τις ομάδες που αναφέραμε προηγουμένως. Την αυξανόμενη με γεωμετρικούς ρυθμούς μάζα των φτωχών προλετάριων χωρίς ρόλο.[iv] Πράγματι, σύσσωμοι οι  μηχανισμοί κοινωνικοποίησης του συστήματος δεν παύουν να επαναλαμβάνουν ότι ο καθένας από εμάς φέρει ακέραια την ευθύνη για ότι του συμβαίνει, ότι η έκβαση της προσπάθειας μας να “πετύχουμε” δεν είναι παρά το αποτέλεσμα του αθροίσματος των σωρευτικών ατομικών μας επιλογών.[v] Έτσι, αν τα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα  βρίσκονται σήμερα σε δυσμενή θέση, δεν υπάρχει κανένας που να μπορόυν να του επιμερίσουν μέρος της ευθύνης, καμία κοινωνία που έχει ηθική υποχρέωση να τους συνδράμει και καμία άρχουσα τάξη που τους εκμεταλλεύεται και συσσωρεύει πλούτο σε βάρος τους. Τα έμφυτα μειονεκτήματα του χαρακτήρα τους, ή η έλλειψη τους σε φυσικές δεξιότητες τους οδήγησαν τελικά σε  υποδεέστερη θέση, σε σύγκριση με τους “άριστους”, εκείνους που διέπρεψαν με τις επιδόσεις τους και τωρα απολαμβάνουν δίκαια το μερίδιο της κοινωνικής, πολιτικής ή οικονομικής  εξουσίας που τους αναλογεί. Ο ρατσισμός με αυτόν τον τρόπο επιστρέφει από την πίσω πόρτα που άφησαν μισάνοιχτη γι’ αυτόν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές της ταυτότητας. Γιατί αν ο κάθε φτωχός μαύρος είναι ο ίδιος αποκλειστικά υπόλογος για την φτώχεια του, κι αν η μεγάλη πλειοψήφία των μαύρων στις ΗΠΑ ανήκουν στις τάξεις του φτωχού κι εξαθλιωμένου προλεταριάτου των πόλεων, τότε είναι απλώς λογικό να υποθέσει κανείς ότι οι μαύροι της Αμερικής είναι συλλογικά υπεύθυνοι για την δύσκολη κατάσταση τους. Ότι είναι φτωχοί επειδή είναι μαύροι, ότι έχουν φυσική ροπή προς την τεμπελιά, την τσαπατσουλιά, την “αποτυχία”. Να λοιπόν που ο ρατσισμός, ο συλλογικός χαρακτηρισμός ενός ολόκληρου λαού με ιδιότητες που μπορούν να αποδοθούν μόνο σε άτομα, γίνεται ξανά ο αγαπημένος τρόπος με τον οποιο οι ελίτ ερμηνεύουν την αντιφατική και συγκρουσιακή κοινωνική πραγματικότητα που οι ίδιες δημιούργησαν.

Θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι η σύγκρουση που βλέπουμε να εκτυλίσσεται αυτές τις μέρες μπροστά στα μάτια μας στις ΗΠΑ είναι ανάμεσα σε δύο απολύτως διαχωρισμένα, ανταγωνιστικά μεταξύ τους, φυλετικά στρατόπεδα. Η χώρα φαίνεται ότι ξαναζεί στο επίπεδο του συμβολισμού και των πολιτικών αναπαρατάσεων που χρησιμοποιεί το κίνημα για να αποδώσει το πολιτικό περιεχόμενο του, τις θερμές μέρες της δεκαετίας του 60, όταν βρισκόταν σε πλήρη ανάπτυξη το κίνημα των μαύρων για τα πολιτικά δικαιώματα. Ωστόσο, το στοιχείο που διαφοροποιεί αποφασιστικά το τότε από το σήμερα, είναι ότι στις γραμμές της εξεγερμένης μαύρης μειονότητας συμμετέχουν μαζικά και λευκοί προλετάριοι που αναγνωρίζουν στην κτηνώδη βία των σωμάτων καταστολής έναν κοινό εχθρό και μια στρατηγική διάχυτου ταξικού εκφοβισμού που στρέφεται όχι ενάντια στους μαύρους γενικά, αλλά ενάντια στους φτωχούς μαύρους. Από την άλλη, ανάμεσα στα νομοταγή κοινωνικά στρώματα που αποδοκιμάζουν τις βιαιοπραγίες και θεωρούν πως οι ταραχές “αμαυρώνουν” την μνήμη του δολοφονημένου Floyd, συγκαταλέγεται και η μικρή στο μέγεθος, αλλά ιδεολογικά φανατισμένη, μαύρη μεσαία τάξη, που δεν αναγνωρίζει κανένα ελαφρυντικό σε εκείνους τους αφροαμερικανούς που άφησε πίσω της να φυτοζωούν στο γκέτο. Οπωσδήποτε, δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν σταθερά οι δημοσκοπήσεις που δείχνουν ότι όσοι μαύροι είχαν την ευκαιρία να αναρριχηθούν στις βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας, τείνουν όλο και περισσότερο να ευθυγραμμίζονται με τις συντηρητικές κοινωνικές απόψεις των λευκών ομοίων τους στα μεσαία στρώματα. Συντάσσονται με τα αιτήματα για καταπολέμηση του εγκλήματος, ζητούν συρρίκνωση της κρατικής παρέμβασης και υποστηρίζουν τη σταδιακή κατάργηση των κρατικών πολιτικών που σχετίζονται με τη συντεταγμένη θετική δράση υπέρ της κοινωνικής κινητικότητας και της ανύψωσης του βιοτικού επιπέδου των μειονοτήτων.[vi]

Έχοντας πλέον περιφράξει το δικό τους ατομικό μερίδιο από τον κοινωνικά παραγόμενο πλούτο, οι μαύροι μπουρζουάδες βλέπουν τα πρώην αδέλφια τους από το γκέτο σαν πλιατσικολόγους και επικίνδυνους επιδρομείς που απειλούν να καταστρέψουν αυτά για τα οποία οι ίδιοι μόχθησαν μια ζωή για να αποκτήσουν. Τώρα που μπόρεσε επιτέλους να έχει πρόσβαση σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο ζωής, είναι ώρα για την μαύρη μεσαία τάξη να αρνηθεί με τη σειρά της ότι η μαύρη Αμερική είναι ένα κοινωνικό υποκείμενο που υφίσταται ταξική καταπίεση, ότι η καπιταλιστική κοινωνία φέρει με κάποιο τρόπο ένα μεγάλο μερίδιο της ευθύνης για την εξαθλίωση της. Ποιος μπορεί άραγε να ξεχάσει την κυνική δήλωση του Μπαράκ Ομπάμα στον οποίο τόσες πολλές ελπίδες είχαν εναποθέσει οι μαύροι συμπατριώτες του για μια αλλαγή στις δομές του συλλογικού ετεροκαθορισμού τους, για την άρση της αστυνομικής κατοχής στις κοινότητες τους και τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους; Όταν ο Ομπάμα ρωτήθηκε τι προτίθεται να κάνει για τους μαύρους συμπατριώτες του εκείνος έσπευσε να διευκρινίσει ότι “δεν είμαι πρόεδρος της μαύρης Αμερικής, αλλά της Αμερικής”.[vii] Κάπου στον δρόμο για το κορυφαίο πολιτικό αξίωμα της χώρας, ο πρώτος μαύρος πρόεδρος υποχρεώθηκε να λησμονήσει ότι είναι μαύρος.

Άλλωστε, όπως ήδη έχουμε πει οι ίδιοι οι μαύροι είναι υπαίτιοι για την υποβάθμιση των περιοχών τους. Και είναι ακόμα περισσότερο άξιοι περιφρόνησης όταν ξεσηκώνονται. Όταν παρουσιάζουν εαυτούς ως θύματα και αναιδώς απαιτούν από τα “υγιή” στοιχεία της κοινωνίας, τους επιτυχημένους που εργάζονται σκληρά, να πληρώσουν τον λογ/σμο για τη δική τους τεμπελιά, ατιμία και ανευθυνότητα. Μήπως δεν βλέπουμε, ξεσπαθώνουν οι μπουρζουάδες, πώς καταστρέφουν κάθε τόσο και πυρπολούν τις ίδιες τις γειτονιές “τους”; Δεν αποτυπώνει αυτή η ισοπεδωτική μανία ενάντια στο ίδιο τους το περιβάλλον, την απόλυτη έλλειψη υγιών κοινωνικών ενστίκτων που διακατέχει τούτες τις κατώτερες ράτσες. Δεν αποτελεί αυτή η έλλειψη την απώτατη αιτία της ζοφερής συλλογικής κατάληξης τους; Δεν μπορούν οι βολεμένοι μπουρζουάδες να κατανοήσουν ότι, όπως έγινε και με την εξέγερση των γαλλικών προαστίων το 2005, οι μαύροι προλετάριοι δεν πυρπολούν την πόλη “τους”, αλλά, αντίθετα, ξεθεμελιώνουν τη φυλακή τους. Την αχανή μητροπολιτική έρημο στην οποία έχουν αφεθεί από τις αρχές να περιπλανιούνται χωρις προορισμό, αλλά από την οποία απαγορεύεται να εξέλθουν, παρά μόνο εφόσον ανήκουν στους λίγους και στους διαλεχτούς (αθλητές, καλλιτέχνες, εξέχουσες προσωπικότητες της κοινότητας, κλπ.).[viii] Το σχολείο όπου οι μαθητές κινδυνεύουν να πέσουν νεκροί από πυροβολισμούς στο διάλειμμα, το γραφείο ευρέσεως εργασίας (όπου υπάρχει) όπου στρατολογεί κόσμο μονάχα για τις πιο επίπονες και κακοπληρωμένες δουλειές, τα καταστήματα των πολυεθνικών που επιδεικνύουν περήφανα μια πλειάδα από εμπορεύματα τα οποία οι προλετάριοι δεν μπορούν να αγοράσουν, το αστυνομικό τμήμα που λειτουργεί σαν  στρατηγείο του αστυνομικού στρατού κατοχής που λυμαίνεται τις μαύρες γειτονιές, όλα αυτά είναι τείχη που πρικυκλώνουν τους κατοίκους, τους κρατούν δεμένους και δεν συνθέτουν την κοινότητα τους. Αντίθετα, η πραγματική κοινότητα των μαύρων προλετάριων μάλλον συγκροτείται μέσα στις ρευστές συνθήκες της εξέγερσης, ζυμώνεται μέσα στην πολιτική πράξη της βίας, της ανυπακοής και του ξεσηκωμού, της δημιουργικής πολιτικής πράξης (με την έννοια που αναφερόταν σε αυτή ο Καστοριάδης) που κατεδαφίζει τα υλικά σύμβολα της καταπίεσης τους.

Σύμφωνα με αναφορές, κάποια καταστήματα έγραψαν σε εμφανές σημείο “Minority Owned”, ότι δηλαδή ανήκαν σε μαύρους, για να προστατευτούν από τις λεηλασίες και τη γενικευμένη καταστροφή. Οι διαδηλωτες ως επί το πλείστον σεβάστηκαν αυτόν τον διαχωρισμο ανάμεσα στα “μαύρα” μαγαζιά και στα καταστήματα που δεν ανήκουν σε μαύρους. Ο ρομαντισμός αυτός απέναντι στην μικρή ιδιοκτησία είναι κατάλοιπο της πολιτικής κουλτούρας της δεκαετίας του 50 και μέχρι το 1965-66, όταν η μεγάλη ελπίδα για την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου των μαύρων κοινοτήτων ταυτιζόταν με έναν “προοδευτικό” μαύρο καπιταλισμό, με κοινωνικό χαρακτήρα και ανθρωπιστικές ευαισθησίες. Είναι επίσης το τελευταίο οχυρό του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος στο ετερόνομο κοινωνικό φαντασιακό των μαύρων προλετάριων, παρά τη θαυμαστή δουλειά που έκαναν οι Μαύροι Πάνθηρες για να εξοικειώσουν τις μάζες των μαύρου προλεταριάτου με τις αντιλήψεις και τις αξίες του σοσιαλισμού. Ωστόσο, τίποτα δεν θα άλλαζε αν οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες ήταν στα χέρια αφροαμερικανών, ή στο γκέτο υπήρχαν μόνο μαύρα αφεντικά. Το μεγαλύτερο δίδαγμα που μπορεί κανείς να αντλήσει από την ανατροπή του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική, είναι ότι ο φυλετικός ρατσισμός, αν δεν συνοδεύεται από μια εκ βάθρων αναμόρφωση των οικονομικών σχέσεων, στα πρότυπα της αλληλεξάρτησης και της αμοιβαιότητας απλώς μετατρέπεται σε ταξικό ρατσισμό που εξυφαίνει μια εξίσου αποκρουστικές και δολοφονικές μορφές κοινωνικής καταπίεσης.

[i]Εδώ οπωσδήποτε δεν έχουμε να κάνουμε με μια σεξιστική αναφορά του Cleaver, αλλά με μια υπόμνηση του ακρωτηριασμένου ανδρισμού του μαύρου άνδρα, την απώλεια της αξιοπρέπειας του και την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα που του είχε εμφυσήσει η κυρίαρχη κουλτούρα και δεν του επέτρεπε να αγαπήσει τον ευατό του, ή την μαύρη γυναίκα που είχε δίπλα του.

[ii]Εδώ το συμβάν βιντεοσκοπημένο: https://www.facebook.com/inthenow/videos/bully-cops-hassle-black-pedestrian/2326468790992478/?__so__=permalink&__rv__=related_videos.

[iii]Για μια συγκλονιστική μαρτυρία αναφορικά με την αλλοτριωμένη υποκειμενικότητα των μαύρων σε μια βαθύτατα ρατσιτική κοινωνία, όπως αυτή των ΗΠΑ, δεν υπάρχει, κατά την ταπεινή άποψη μου, καλύτερο ανάγνωσμα από το Soul on Ice, του πρώην Πάνθηρα Eldridge Cleaver.

[iv]Για τους “φτωχούς χωρίς ρόλο”, Ζ. Μπάουμαν, Η Εργασια, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι (Μεταίχμιο), σελ. 239-251.

[v]Με μια δόση πικρού χιούμορ, ο πολιτικός φιλόσοφος Mark Fisher είχε γράψει κάποτε οτι επιρρίπτοντας το σύνολο της ευθύνης στο άτομο, ο καπιταλισμός πρώτα μας έκανε να αισθανόμαστε άσχημα (για τις ενδεχόμενες αποτυχίες μας) και ύστερα μας έκανε να αισθανόμαστε άσχημα που αισθανόμαστε άσχημα (εμμένοντας με τρόπο εμμονικό στην ανάγκη μιας σχεδόν υστερικής, διαρκούς καταναλωτικής ευφορίας).

[vi]J. Fobanjong, Understanding the Backlash Against Affirmative Action (Nova), σελ. 61.

[vii]Obama: I’m not the President of black America, https://www.politico.com/blogs/politico44/2012/08/obama-im-not-the-president-of-black-america-131351.

[viii]Είναι χαρακτηριστικό της επιβολής αυτού του αστικού καθεστώτος απαρτχάιντ ότι κάποια από τα προάστια στη Γαλλία δεν διέθεταν καν μια λειτουργική συγκοινωνιακή σύνδεση με το κέντρο της πόλης. Περισσότερα στην πολύ ενδιαφέρουσα εργασία των Paul Silverstein και Chantal Tetreault, Postcolonial Urban Apartheid, https://items.ssrc.org/from-our-archives/postcolonial-urban-apartheid/.