Το κείμενο “Βιωματικές σημειώσεις για το κίνημα της εργατικής αυτονομίας στην Ιταλία της δεκαετίας του 1970” μας το απέστειλε ο σύντροφος Μιχάλης Μαυρόπουλος. Τον ευχαριστούμε θερμά για τη σημαντική πολιτική συμβολή του στους προλεταριακούς αγώνες και στη διάσωση της ιστορικής ταξικής μνήμης.

Μπορείτε ανά πάσα στιγμή να ανατρέξετε στο blog που διατηρεί ο σύντροφος, στο οποίο υπάρχει πληθώρα άρθρων σχετικά με το ταξικό κίνημα της Ιταλίας, καθώς και μεταφράσεις και άρθρα πολιτικού σχολιασμού της επικαιρότητας.

Το link του blog είναι: aenaikinisi.wordpress.com


“Βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην πρόκληση, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει.”

Αγαπητοί σύντροφοι. Είχα την τύχη να βρεθώ στην Ιταλία τον Σεπτέμβρη του 1973, για να σπουδάσω. Νεαρό παλικάρι τότε, όχι ακόμη 18 χρονών, δεν μπορώ να πω πως ήμουν πολιτικοποιημένος, με την ευρεία έννοια του όρου. Είχα δεχτεί στη ζωή μου, όμως, πολλές επιρροές από γεγονότα κυρίως πολιτιστικού περιεχομένου, οι οποίες κοντράρονταν ανοικτά με τα προτάγματα της καθεστηκυίας τάξης. Όπως, πολύ σωστά είπε κάποιος φίλος σε ανύποπτο χρόνο, ”την πρώτη μας επανάσταση την κάναμε με τη μουσική και τις ενδυματολογικές μας επιλογές”! Έτσι, μόλις αντιλήφθηκα αυτό που συνέβαινε γύρω μου, βούτηξα με τα μούτρα, ολόκληρος, μέσα σε κείνη την παλίρροια που φούσκωνε απειλώντας να παρασύρει τα πάντα στο διάβα της.

Το κίνημα της Αυτονομίας διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στα πολιτικά και πολιτιστικά σενάρια της Ιταλίας των χρόνων του 70’. Πραγματικά, εκείνα τα χρόνια οι αυτόνομοι έπλεξαν σχέσεις με όποιον αντιμετώπιζε τους τεχνολογικούς μετασχηματισμούς που εφαρμόζονταν στις παραγωγικές διαδικασίες, με τις εκδόσεις, τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, τη ραδιοφωνία, τα καρτούνς, τη μουσική, ακόμη και το μάρκετινγκ και τη διαφήμιση. Οι αυτόνομοι, πέρασαν στην ιστορία σαν «εξτρεμιστές», «βίαιοι», «προβοκάτορες», «τρομοκράτες», «κακοποιοί», παρήγαγαν εκατοντάδες ντοκουμέντα, εφημερίδες, περιοδικά, φυλλάδια, δοκίμια, έστησαν εκδοτικούς οίκους, βιβλιοπωλεία, κατασκεύασαν ραδιοφωνικούς σταθμούς και άλλα πολλά.

Κατά σύμβαση η γέννηση του χώρου της εργατικής Αυτονομίας έχει σαν ημερομηνία τον Μάρτιο του 1973 στη Μπολόνια, με ευκαιρία το πρώτο εθνικό συνέδριο των αυτόνομων συνελεύσεων και των αυτόνομων οργανισμών εργοστασίων και συνοικιών. Στην πραγματικότητα μερικές απ’ τις πιο σταθερές ρίζες του κατάγονται από την ιστορία του “ιταλικού εργατισμού”, μιας αυθεντικής συνιστώσας της νεομαρξιστικής πολιτικής σκέψης που ξεκινά το 1962 με τη δημοσίευση του περιοδικού “Quaderni Rossi” (“Κόκκινα Τετράδια”), με πρωτοβουλία μιας ομάδας διανοούμενων, μεταξύ των οποίων ξεχώριζαν τα ονόματα των Raniero Panzieri, Mario Tronti, Alberto Asor Rosa, και Toni Negri. Εσωτερικές θεωρητικές διαμάχες στη συντακτική ομάδα έφεραν ρήξη, η οποία ενθάρρυνε το 1964 τη γέννηση ενός άλλου περιοδικού – που είχε ρόλο καταλυτικό στην ιστορία του εργατισμού, δηλαδή το “Classe Operaia” (“Εργατική Τάξη”) που έζησε μέχρι το 1967. Σε συνέχεια των φοιτητικών αγώνων του 1968, και των εργατικών αγώνων του επόμενου χρόνου, ένα μέρος αυτών που διέσχισαν εκείνες τις εμπειρίες συνέβαλαν στη δημιουργία της εξωκοινοβουλευτικής ομάδας Potere Operaio (Εργατική Εξουσία), που θα διαλυθεί το 1973 ακριβώς τη στιγμή της γέννησης του χώρου της Autonomia Operaia.

Εκτός από το χώρο εργατικής καταγωγής, στη σύνθεση της περιοχής συνέτρεξαν και άλλες πραγματικότητες από αγωνιστικές συλλογικότητες που προέρχονταν από τάσεις του μαρξισμού-λενινισμού, ελευθεριακές, αναρχοσυνδικαλιστικές, ουλτραριζοσπαστικές. Τα επόμενα χρόνια ο χώρος της αυτονομίας εμπλουτίστηκε με άλλες διακλαδώσεις που προέρχονταν από κυκλώματα της αντικουλτούρας, του φεμινισμού, από τη λανθάνουσα μέχρι εκείνη τη στιγμή οικολογία. Πήρε τροφή από τις κρίσεις όλο και περισσότερο μη αναστρέψιμες στη μορφή-κόμμα που είχαν αναλάβει και ασκούσαν οι εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις, γεννημένες τη διετία ’68,’69, κυρίως από τη Lotta Continua, αξιοποιώντας προς όφελός του τις αγωνιστικές λιποταξίες που προέκυψαν. Παρά την επιμονή κάποιων συνιστωσών του, δεν κατάφερε εκείνα τα χρόνια να επιτύχει μια ολοκληρωμένη οργανωτική διαδικασία.

Η πολιτική «τύχη» που η απόλαυσε η Αυτονομία ήταν αποτέλεσμα της ιδιαίτερης θεωρητικής ανάγνωσης των αποτελεσμάτων της κρίσης στην κοινωνία που προήλθαν από τον δεκαετή κύκλο εργατικών και προλεταριακών αγώνων. Οικονομική κρίση, πολιτική, πολιτιστική, συνολική κοινωνική κρίση τέλος πάντων. Ανάγνωση τόσο ιδιαίτερη, ώστε να απελευθερώσει στο εσωτερικό του τότε κομουνιστικού κόμματος και των οργανώσεων του επίσημου συνδικαλιστικού εργατικού κινήματος ολοκληρωτική αποδοκιμασία και αντίθεση. Διότι περί τούτου επρόκειτο: για την εκ διαμέτρου αντίθετη ερμηνεία της κρίσης και των πιθανών πολιτικών εξόδων. Και ήταν σύγκρουση.

Το 1973 αποδείχθηκε έτος κρίσιμο. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή, που το Σεπτέμβρη έπνιξε στο αίμα την εμπειρία της Unidad Popular, έπαιξε υποστηρικτικό ρόλο στη θεωρητικοποίηση του “ιστορικού συμβιβασμού” από μέρους του Enrico Berlinguer, γραμματέα του Partito Comunista Italiano. Ενάντια στον κίνδυνο αυταρχικής στροφής, σημάδι της οποίας ήταν η «στρατηγική της έντασης» (strategia della tensione) που σημαδευόταν από σφαγές που εκτελούσαν κομμάτια των μυστικών υπηρεσιών που εκτρέπονταν και οι νεοφασιστικές ομάδες, η πρόταση Μπερλινγκουέρ ήταν η αναζήτηση μιας συμφωνίας ανάμεσα στις πολιτικές αντιπροσωπεύσεις των λαϊκών καθολικών δυνάμεων, σοσιαλιστικών, κομουνιστικών, λαϊκών και προοδευτικών για μια κυβέρνηση ικανή να εξασφαλίσει τις δημοκρατικές θεσμικές δομές και να βγάλει τη χώρα απ’ την οικονομική κρίση. Κρίση η οποία επιτείνεται εξαιτίας της απόφασης των χωρών-παραγωγών πετρελαίου, στο πλαίσιο του πολέμου στη Μέση Ανατολή, να αυξήσουν την τιμή στο ακατέργαστο και να μειώσουν τις προμήθειες στις δυτικές χώρες, κυρίως στις ευρωπαϊκές.

Ειδικά στο πεδίο οικονομικής πολιτικής η κομουνιστική πρόταση μεταφράστηκε, στην περίπτωση των συνδικάτων που ήταν πιο δεμένα στο κόμμα, σε ένα σχέδιο αποκατάστασης στους χώρους δουλειάς των απαραίτητων συμβατοτήτων για την ανάκτηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, συμβατότητες που είχαν σοβαρά ραγίσει από τα νικηφόρα αποτελέσματα των αυτόνομων εργατικών αγώνων που επικεντρώθηκαν στο στοιχειώδες, αλλά πολύ αποτελεσματικό σύνθημα: “μεγαλύτερος μισθός, μικρότερο ωράριο”. Επρόκειτο για την αρχή της χρήσης του μισθού σαν “μεταβλητή ανεξάρτητη από την παραγωγικότητα”, που είχε τεθεί υπό συζήτηση από την πλευρά των επίσημων συνδικάτων, τα οποία επωφελήθηκαν από την ανάκτηση της πρωτοβουλίας που εν μέρει κατάφεραν να έχουν στον έλεγχο των αυτόνομων αγώνων στις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις εργατών.

Η αποκατάσταση της συμβατότητας του καπιταλιστικού μοντέλου με αντάλλαγμα «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» και νομιμοποίηση της υποψηφιότητας στην κυβέρνηση της χώρας από μέρους του κομουνιστικού κόμματος βρήκε έντονο ενδιαφέρον στην πλευρά των συνομιλητών του, καταφέρνοντας να καταλάβει άμεσα την κεντρικότητα στη πολιτική και πολιτιστική συζήτηση, καθώς και στα μέσα ενημέρωσης. Φάνηκε πως βρέθηκε μια λύση στο μακροχρόνιο και ανώμαλο κομουνιστικό πρόβλημα της χώρας μας, “ο παράγοντας Κ” (il fattore K), στο πλαίσιο των ευαίσθητων διεθνών ισορροπιών που προέρχονταν από τις διεθνείς μεταπολεμικές συμβάσεις της Γιάλτας.

Εκείνη η μοναδική στρατηγική του «ιταλικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό» προκάλεσε το ενδιαφέρον και τόνωσε τη θεωρητική γνώση και σε εκείνους που πέρασαν με τιμές και αξία από την «εργατική» εμπειρία των ετών Εξήντα, αρνούμενοι τη μειοψηφική υπόθεση της θεμελίωσης των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, προσγειώνονται ή εγκρίνουν εκ νέου στις ακτές των ιστορικών κομμάτων της αριστεράς. Σε αυτούς, από εκείνη την ευαίσθητη στιγμή και την τόσο ντελικάτη δίοδο, δεν έλειψε με τίποτα η εξυπνάδα να κρατήσουν σε κύρια αναφορά της ανάλυσης εκείνο που τεκμηρίωνε υλιστικά την αντίληψη περί του ρόλου, της λειτουργίας, της δύναμης και της αποφασιστικότητας της αυτονομίας της εργατικής τάξης.

Για όλα αυτά η δική τους ανάγνωση αποκάλυπτε πως οι αυτόνομοι εργατικοί αγώνες, βγαίνοντας έξω από την περιοχή του εργοστασίου, είχαν εντυπώσει μεγάλο δυναμισμό στις κοινωνικές σχέσεις και μια πλατιά διαδικασία εκδημοκρατισμού. Όμως, ακριβώς η αυτονομία από τις κομματικές οργανώσεις προκαλούσε τώρα την αποσύνθεση της μεταρρυθμιστικής τους δύναμης. Η αυτονομία της εργατικής τάξης, δηλαδή, ακριβώς τη στιγμή της μεγαλύτερης ανάπτυξης, στην κοινωνικοποίησή της έξω απ’ τα σύνορα του εργοστασίου, από μόνη της δεν έφτανε πλέον για να εκτελέσει το ρόλο πολιτικών ρήξεων με επαναστατικό σθένος. Σε εκείνο το σημείο ωρίμανσης της μάχης ήταν η πολιτική που αξιώνει τον αυτόνομο ιστορικό της ρόλο από τη δυναμική των αγώνων, που τους διαβάζει αυθόρμητους. Ήταν, δηλαδή, η εξωτερική λειτουργία του κόμματος να αναλαμβάνει τώρα απόλυτη στρατηγική σημασία.

Εδώ λοιπόν αναβιώνει, κλασικά, η θεωρία της «αυτονομίας της πολιτικής», για να επιβεβαιώσει τη διάσπαση που συνέβη το 67’ στο εσωτερικό του κυκλώματος του περιοδικού “Classe Operaia”, γύρω από την εκτίμηση της πιθανότητας ή όχι αυτοδιαχείρισης των αυτόνομων αγώνων. Διότι από εκείνη την εκτίμηση προερχόταν η υπόθεση της ανακάλυψης μιας νέας θεωρίας και πρακτικής της επαναστατικής πράξης που ξεπερνούσε την ύπαρξη των κομματικών και συνδικαλιστικών επίσημων δομών. Για τους εργατιστές που είχανε συγκλίνει στο ΚΚΙ η θεωρητικοποίηση της νέας εργατικής φιγούρας που είχε παράξει εκείνη η κρίση, εκείνος που είχε ονομαστεί «κοινωνικός εργάτης», ήταν το αποτέλεσμα της απομόνωσης, της περικύκλωσης της αληθινής αυτονομίας του εργάτη. Γι αυτό το λόγο, το «κόμμα του κοινωνικού εργάτη» δεν μπορούσε παρά να είναι το κόμμα του γκέτο και της περιθωριοποίησης.

Τέτοιες θεματικές υποστηρίχθηκαν καλύτερα στη συνέχεια στο συζητημένο βιβλίο του Asor Rosa, “Le due società” (Οι δύο κοινωνίες). Αντίστροφα, για τους θεωρητικούς της εργατικής Αυτονομίας τα υποκείμενα της ‘δεύτερης κοινωνίας’, αυτοί οι ονομάστηκαν ‘μη εγγυημένοι’, δηλαδή οι επισφαλείς όλων των δεσμίδων, ήταν σαφώς περισσότερο εκμεταλλευόμενοι από τους εργάτες με εγγύηση. Υπήρχε, από την οπτική τους γωνία, μια αντικειμενική υποτίμηση της εργατικής τους αξιολόγησης σε σχέση με αυτή των εγγυημένων εργατών [αυτών που είχαν σταθερή, εγγυημένη εργασία]. Το ΚΚΙ και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις του εργατικού Κινήματος, κατηγορούντο όχι μόνο διότι αποδέχονταν εκείνο το διαχωρισμό, αλλά μάλιστα πως γίνονταν υποστηρικτές ενός ανταγωνισμού ανάμεσα σε εργατικές μάζες διαφορετικά τοποθετημένες στην αγορά εργασίας. Προφανώς αυτές, και όχι μόνο αυτές οι διαφοροποιήσεις στην ανάλυση και τη θεωρία δεν ήταν μικρό θέμα, τόσο που σε εκείνη την ιστορική συγκυρία σχημάτισαν το φόντο, πάντα, σε μια σκληρή διαμάχη πολιτική, πολιτιστική, υπαρξιακή.

Από το τέλος του 1974, δε διάφορες ιταλικές πόλεις, μικρότερες ή μεγαλύτερες, μέσα στα σενάρια στις πλατείες, με αφορμή πορείες που ήδη γίνονταν τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, οι ομάδες της αυτονομίας σχηματίζουν τμήματα που, ξεκινώντας από πίσω όπου είναι τοποθετημένα, βήμα-βήμα ανεβαίνουν προς τα εμπρός έχοντας συχνά μάχες πρόσωπο με πρόσωπο με τις ομάδες περιφρούρησης των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων καταφέρνοντας μέσα στο γύρο δύο περίπου χρόνων να πάρουνε κεφάλι.

Αρχίζουν να εμφανίζονται, πέρα από τις συνηθισμένες μποτίλιες μολότοφ, τα πρώτα όπλα : πιστόλια και ρεβόλβερς, καμιά φορά και λουπάρες, lupare, [τουφέκια πριονισμένα] και winchester. «Qual è la via? L’autonomia!»; «Carabiniere, sbirro maledetto, te l’accendiamo noi la fiamma sul berretto»; «E se un caramba spara, lupara lupara, se spara un poliziotto P38», που πάει να πει : ‘Ποιός είναι ο δρόμος ; Η αυτονομία’. ‘Καραμπινιέρε, καταραμένε μπάτσε, θα σου ανάψουμε εμείς τη φλόγα στο μπερέ σου’, ‘Και εάν ένας καράμπα πυροβολεί, λουπάρα λουπάρα, εάν πυροβολήσει ο αστυνομικός Ρ38’, φωνάζουν πίσω από τους σκούφους τους, φουλάρια, κασκόλ – αγριεμένοι, ζοφεροί και απειλητικοί – οι αυτόνομοι, κουνώντας στον αέρα επίσης λαβές από φτυάρια, παγοθραύστες, σιδερόβεργες, αγγλικά κλειδιά και τα πασίγνωστα τρία δάκτυλα να σχηματίζουνε πιστόλι.

Ήδη από το ξεκίνημα του 1976, και τουλάχιστον για τα επόμενα δύο χρόνια ευνοημένη από μια συνεχιζόμενη και αυξανόμενη συμμετοχή αγωνιστών, όλο και περισσότερων, κυρίως στις μεγάλες πόλεις αλλά και σε περιφερειακές μικρότερες, η Αυτονομία δύναται πλέον να διοργανώνει μόνη της πορείες και διαδηλώσεις κατά τη διάρκεια των οποίων γίνονται όλο και συχνότερα επιθέσεις – με φωτιές, λεηλασίες, καταστροφές και ανταλλαγή πυροβολισμών – σε θεσμικούς στόχους και όχι μόνο [κομματικά γραφεία, κυρίως των φασιστών και της χριστιανοδημοκρατίας, νομαρχίες, αστυνομικά τμήματα και στρατόπεδα καραμπινιέρων, γραφεία βιομηχανιών και εταιρειών και των ενώσεών τους, εφημερίδων, ‘γιάφκες μαύρης εργασίας’, μπαράκια όπου σύχναζαν αγωνιστές ή συμπαθούντες της δεξιάς κλπ]. Επιπλέον, αλληλοδιαδέχονται οι απαλλοτριώσεις σε σούπερ μάρκετς και πολυτελή καταστήματα, αφοπλισμοί ιδιωτικών αστυνομικών και φυλάκων, επιθέσεις και λεηλασίες οπλοπωλείων.

Εκείνο που θα περάσει στην ιστορία σαν ‘κίνημα του ’77’ ωριμάζει με ταχύτητα μέσα στους προηγούμενους μήνες ανάμεσα σε πόλη και επαρχία, βορρά και νότο, κέντρο και περιφέρεια, με τη συμμετοχή δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων με αποκορύφωμα τις ταραχές κα τις συγκρούσεις με εξεγερσιακά χαρακτηριστικά των οποίων η μέγιστη συμπύκνωση θα σημειωθεί το 1977, τις μέρες 11 και 12 Μαρτίου στη Μπολόνια και στις 12 Μαρτίου στη Ρώμη.

Εκείνου του κινήματος οι οργανωμένες συστάσεις της εργατικής Αυτονομίας, αργά αλλά αδυσώπητα, κατακτούν την ηγεμονία, για να τη χάσουν στη συνέχεια οριστικά την άνοιξη του 1978 με την απαγωγή και την εκτέλεση από μέρους των Ερυθρών Ταξιαρχιών του προέδρου της Χριστιανικής Δημοκρατίας Aldo Moro. Μια εντυπωσιακή εμφάνιση που εγκαινιάζει μια φάση που θα διαρκέσει μέχρι και ολόκληρο το 1982, που κυριαρχείται από τις ενέργειες των ένοπλων ομάδων, οργανωμένων και διάσπαρτων.

Αυτό είναι που συνέβαινε στις πλατείες και στους δρόμους της Ιταλίας εκείνα τα χρόνια. Μα η χρήση της βίας στην πολιτική επαναστατική σύγκρουση ,η θεωρία, μα πάνω απ’ όλα η πρακτική της, δεν ήταν με τίποτα απόλυτο προνόμιο των τόσο δαιμονοποιημένων αυτόνομων. Οι τότε εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις, μηδεμιάς εξαιρουμένης, είχαν θεωρητικοποιήσει και δρούσαν βίαια τόσο στο δρόμο όσο και στη καθημερινή πολιτική δραστηριότητα σε κάθε μορφή του κοινωνικού. Όλες οι οργανώσεις είχαν την ‘ομάδα περιφρούρησης’, μια μικρή, λιγότερο ή περισσότερο, δομή συχνά σκληρή που ακολουθούσε στρατιωτικές συμπεριφορές χρησιμοποιώντας μπαστούνια, σιδερόβεργες, αγγλικά κλειδιά, σφεντόνες και μποτίλιες μολότοφ.

Μα εάν από την πλευρά των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων η πρακτική της βίας ήταν συνήθης, δεν είχε επιτευχθεί κάποια θεωρία και σε σχέση με αυτό συνήθιζαν να παραπέμπουν, με ασάφεια και αμηχανία, σε κλασικά κείμενα του λενινισμού, τροτσκισμού, μαοϊσμού, γκεβαρισμού κλπ. Το ζήτημα του ένοπλου αγώνα στο πλαίσιο της ιταλικής πολιτικής κατάστασης εκείνων των χρόνων είχε αντιθέτως με σοβαρότητα αντιμετωπιστεί, θεωρητικά και πρακτικά, από εξωτερικούς παράγοντες και σε πολεμική με τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις. Πρώτα απ’ όλα από τις Gruppi di azione partigiana [που διαλύονται το 1972 με το θάνατο του εκδότη Τζιαν Τζιάκομο Φελτρινέλλι, αρχηγού και ιδρυτή τους] στη συνέχεια από τις Brigate rosse και τα Nuclei armati proletari. Είναι με αυτές τις πραγματικότητες που η Αυτονομία στις διάφορες μορφές της ,από τη γέννησή τους, ξεκινούν διαλεκτική αντιπαράθεση που θα γίνει όλο εντονότερη, μέχρι τη σαφή ρήξη που προήλθε από την επιχείρηση Moro. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η Αυτονομία, στις διάφορες συνιστώσες της, υπογραμμίζοντας τις επιφυλάξεις της, ανέκαθεν εξέφραζε την δίχως όρους αλληλεγγύη της προς τις ένοπλες οργανώσεις. Είναι λοιπόν σωστό να πούμε πως μέχρι τη στιγμή της απαγωγής Μόρο το ζήτημα του ένοπλου αγώνα διατηρεί οξύ χαρακτήρα, πολιτικής τομής, ανάμεσα στους χώρους των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων από τη μια πλευρά και εκείνους της εργατικής Αυτονομίας και των ένοπλων οργανώσεων από την άλλη.

ένα απόσπασμα από το συντακτικό κείμενο περιοδικού της Αυτονομίας στη μέση του κινήματος του ’77 :

‘Είναι γι αυτό που οι αυτόνομοι κερδίζουν : όχι επειδή έχουν το Ρ38 αλλά διότι είναι πιο έξυπνοι και προετοιμασμένοι, ιστορικά περισσότερο ριζωμένοι, ξένοι σε όλη τη σοσιαλδημοκρατική σαπίλα. Όχι, δεν είναι περιθωριοποιημένοι, οι αυτόνομοι νικούν, διότι είναι η αναδυόμενη κορυφή της νέας σύνθεσης της εργατικής προλεταριακής τάξης, οι αντιπρόσωποι, σε πρώτο πρόσωπο, όλης της εκμεταλλευόμενης κοινωνικής εργασίας, όχι, όπως το κομουνιστικό Κόμμα, αντιπρόσωποι εργατικών αριστοκρατιών, κλαδικών γραφείου, μαφίες καταστηματαρχών. Οι αυτόνομοι είναι η αντιπροσώπευση του κομουνισμού του παγκόσμιου προλεταριάτου. Γι αυτό είναι αλαζόνες και βίαιοι : διότι εκφράζουν, είναι, ερμηνεύουν την πραγματικότητα του ταξικού αγώνα στον αιώνα μας. Γι αυτό επιτρέπουν στον εαυτό τους να αγωνίζονται με σκληρότητα αυξανόμενη : γιατί είναι ανίκητοι, όπως ήταν πάντα οι εκπρόσωποι μιας νέας παραγωγικής βάσης.

Συνθέτουμε : οι αυτόνομοι είναι αλαζόνες και βίαιοι διότι είναι εξυπνότεροι και πιο προετοιμασμένοι. Αυτό έλεγαν για τους εαυτούς τους οι αυτόνομοι το 1977. Κάτι διαφορετικό λέει ένας από αυτούς, από τους κυριότερους θεωρητικούς, είκοσι χρόνια αργότερα : ‘Ίσως να μην είμαστε καλοί πολιτικοί, πράγματι ηττηθήκαμε, είμαστε όμως καλοί επιστήμονες, κάτι είναι κι αυτό’. Και επίσης : ‘Κάναμε λάθος να σκεφτούμε πως η πολιτική ωρίμανση του νέου υποκείμενου θα έρχονταν τόσο γρήγορα, και σε κάθε περίπτωση με μια δυναμική τέτοια ώστε να εξουδετερώσει, να αντισταθεί και να ξεπεράσει τη κατασταλτική αντεπίθεση που η καπιταλιστική τάξη και οι προδότες του επίσημου εργατικού κινήματος είχαν εξαπολύσει. Για να το πούμε όπως το λέγαμε και τότε : »υπερεκτιμήσαμε τις δυνάμεις μας». […] Συχνά τονίσαμε αυτό το λάθος μας, γενόμενοι πιο εξτρεμιστές όσο περισσότερο κουφή και αποφασισμένη γίνονταν η δράση της εξουσίας εναντίον μας. Μετά από ένα τέτοιο κρεσέντο δεν γινόταν παρά να ενισχυθεί η Κρατική βία. Έτσι έγινε. Και ηττηθήκαμε’.

Ας δούμε πως φθάσαμε ως εδώ με τα λόγια ενός γνωστού μου συντρόφου. Εγώ έχω μιλήσει και γράψει αρκετές φορές για τις δικές μου εμπειρίες, γεγονός είναι πως μπήκα στα πράγματα από το ’74, οπότε, ας ακούσουμε έναν Ιταλό ο οποίος γεννήθηκε στη χώρα και μιλά για πράγματα που εγώ γνώρισα μονάχα επειδή άκουσα να διηγούνται γι αυτά. Κι ακόμη σημαντικότερο, βρισκόταν στη χώρα και μετά την δική μου αναχώρηση, τέλος ’79, οπότε έζησε και το ψυχοράγημα του κινήματος, και ίσως ακόμη σημαντικότερο, το γεγονός πως ήταν στρατευμένος στο βορά, σε φάση σημαντικότερη της δικής μας: 

”Στις 12 Δεκεμβρίου του 1969 δεν ήταν αμέσως όλα ξεκάθαρα. Ήταν σαν να είχαμε ξεκινήσει προπόνηση στην κατηγορία των ελαφρών βαρών του πρωταθλήματος της πυγμαχίας και να βρισκόμασταν απέναντι στον Μάϊκ Τάϊσον. Βλέπαμε τα άστρα και για λίγο έγινε νύχτα βαθιά. Στην πρώτη διαδήλωση για τον Πίνο Πινέλλι δεν ήμασταν ούτε χίλιοι, τίποτα μπροστά σε αυτές κάποιας βδομάδας νωρίτερα. Το σοκ ήταν τεράστιο, για όλους. Στις σκιές τριγυρνούσε ένας δράκος. Η αλήθεια άρχισε να ξεδιπλώνεται σιγά-σιγά, χάρη στις εκστρατείες αντιπληροφόρησης, όπως αυτή του Συνεχή Αγώνα : η εκστρατεία δεν ήταν μοναχά μανία ενάντια στον κομισάριο Καλαμπρέζι, αποκάλυψε επίσης ικανότητα και πείσμα στην αναζήτηση των αιτιών και της καταγωγής της σφαγής.

Εκείνες οι σχέσεις, περισσότερο από μαύρες, έμοιαζαν άσπρες, οπότε περισσότερο επικίνδυνες. ‘Μη δίνεις τη δυνατότητα στους Ιταλούς να γνωρίζουν πόσο άσπρες είναι οι μαύρες διαπλοκές’, ήταν ένα σύνθημα που επινοήθηκε από τους ίδιους τους φασίστες. Δίχως να είναι πολύ αβάσιμο.

Ή ήθελαν να κάνουν πραξικόπημα ή ήθελαν να μας βγάλουν στην παρανομία, το οποίο, από πολλές απόψεις, ήταν το ίδιο πράγμα.

Τις επόμενες μέρες της σφαγής στην Πλατεία Φοντάνα κλήθηκα από τα υψηλά κλιμάκια της Εργατικής Εξουσίας-Potere Operaio. Μιλούσαν για την πιθανότητα να μεταφέρουμε στην Ελβετία την έδρα της εφημερίδας και το τυπογραφείο : γνωρίζοντας τις επαφές και τις γνωριμίες μου στον κόσμο των λαθρεμπόρων, δεν ήθελαν να πιαστούν απροετοίμαστοι μπροστά στην πιθανότητα και την ανάγκη εκπατρισμού. Αυτό ήταν το κλίμα, καθόλου παρανοϊκό. Μια μοναδική μαύρη παλίρροια άστραφτε στις ακτές της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Ελλάδας, η Γκωλική στροφή στην Γαλλία παρουσιάζονταν απολυταρχική, στην Τουρκία υπήρχε στρατιωτικό καθεστώς. Στην Μεσογειακή σκακιέρα μόνο η Ιταλία δεν είχε συμμαχήσει ακόμη με αυτή την βαριά ατμόσφαιρα. Φαίνονταν όμως πως ήταν μοναχά θέμα χρόνου.

Οι έρευνες πάνω στα γεγονότα της Πλατείας στράφηκαν απευθείας προς τους αναρχικούς, προσπαθώντας συγχρόνως να συμπεριλάβουν και άλλους κύκλους από το περιβάλλον της επαναστατικής αριστεράς. Ειδικότερα ένα πρόσωπο το οποίο με την παραγωγή σε βιβλία και φυλλάδια αντιιμπεριαλιστικά και φιλικά προς τον ανταρτοπόλεμο, ενοχλούσε ιδιαίτερα : Τζιαν Τζιάκομο Φελτρινέλλι. Τον ήθελαν με οποιοδήποτε αντίτιμο, αν και δεν υπήρχε τίποτα εναντίον του, καθόλου ενδείξεις εναντίον του. Η φωτογραφία του κατασκήνωνε πονηρά υπαινικτική στις εφημερίδες.

Στις 30 Σεπτεμβρίου με φώναξαν: υπήρχε ένας σύντροφος που έπρεπε να μεταφέρω στην Ελβετία, δεν μπορούσα με τίποτα να φανταστώ ποιος μπορεί να είναι. Το κάναμε το απόγευμα, την πρώτη του Γενάρη. Έφτασαν στο κοιμητήριο του Μουρονίκο, το πρώτο χωριουδάκι στην κοιλάδα Ιντέλβι, κάποια στελέχη της Εργατικής Εξουσίας με ένα τύπο ντυμένο με ρούχα του σκι εκείνων των καιρών και τον σκούφο κατεβασμένο στο μέτωπο. Ήταν όλοι νευρικοί. Εμείς ήμασταν τρεις: εγώ, ο Τσίντο, ένας αρχιλαθρέμπορος φίλος μου που γνώριζε όλα τα περάσματα για Ελβετία πολύ καλά, κι ένας ακόμη σύντροφος. Τις προηγούμενες μέρες είχαμε αποφασίσει μια διαδρομή σχετικά εύκολη, μα το χιόνι που έπεσε μόλις τις προηγούμενες ώρες μας ανάγκαζε ν’ αλλάξουμε πορεία. Θα περνούσαμε από Lanzo, παρακάμπτοντας τον τελωνειακό σταθμό κατεβαίνοντας στην κοιλάδα Mara. Εκεί θα βρίσκαμε τους άλλους, που θα εισέρχονταν από το Κιάσσο χωρίς προβλήματα. Στην Κοιλάδα Μάρα, εκτός του τελωνείου, υπήρχε μοναχά ένα βενζινάδικο και μια ταβέρνα. Μες το μαγαζί, τώρα πια στη σιγουριά, μπροστά σε μια γκράπα από το Τιτσίνο, το πρόσωπο που συνοδέψαμε έβγαλε τον σκούφο.
Ήταν ο Τζιαν Τζιάκομο Φελτρινέλλι.

Στην πραγματικότητα το πρώτο ραντεβού με αυτό τον αγωνιστή των GΑΡ στην παρανομία, ήταν λίγο μετά το καλοκαίρι του ’70. Από τότε η παρέα, η παρουσία του έγινε έντονη.

Για ολόκληρο το αρχικό 1970 συνεχίστηκε η πολιτική μου εκπαίδευση στα κάγκελα των εργοστασίων, στη συμμετοχή μου στα σεμινάρια για τον Μαρξ από τοn  Ferruccio Gambino και Giairo Daghini στο Σπίτι του φοιτητή, ακόμη και με τις εξετάσεις στη Φιλοσοφική σχολή, όπου το πρόγραμμα, λίγο έξω απ’ τα συνηθισμένα, πήγαινε από τα Χειρόγραφα του 1844 μέχρι τα Θεμελιώδη χαρακτηριστικά της κριτικής στην πολιτική οικονομία. Κατά μήκος της τροχιάς ανάπτυξης της αίρεσης του εργατισμού. Ξεκίνησα όμως ταυτόχρονα ν’ ασχολούμαι σε σταθερή βάση με την ομάδα περιφρούρησης στις διαδηλώσεις, της οποίας ο πιο δυνατός και έμπιστος πυρήνας, ο περισσότερο συνεπής αποτελείτο από τους συντρόφους του Κόμο. Το καλοκαίρι ήρθε στο Μιλάνο o Valerio Morucci, να μας δώσει ένα σύντομο και εντατικό μάθημα για να κατασκευάζουμε μπουκάλια μολότoφ με χημικό ενεργοποιητή. Έγινα καλός μαθητής. Ο Βαλέριο, ήταν ήδη εκ των πραγμάτων, ο στρατιωτικός ηγέτης της Εργατικής Εξουσίας, αν και δεν είχε ακόμη επισημοποιηθεί η δημιουργία του Παράνομου Μηχανισμού, της παράνομης δουλειάς.

Το 1970 υπήρξε επίσης μια φρενήρης προσπάθεια ενοποίησης με το Μανιφέστο στη διάρκεια ενός συνεδρίου που διεξήχθη όχι κατά λάθος σ’ ένα τσίρκο. Δεν κατάλαβα ποτέ τι σχέση είχαμε εμείς με εκείνους τους καθαρολόγους σνομπ κομμουνιστές, που δεν επρόκειτο ποτέ να λερώσουν τα χέρια τους, μα δεν θα λέκιαζαν ούτε τα άσπρα ρούχα τους. Εκείνος ο αφύσικος γάμος κράτησε το διάστημα ενός πρωινού, ίσως και λιγότερο.

Κατά τη διάρκεια του χειμώνα εντατικοποιήθηκαν οι σχέσεις με τις GAP [ Ομάδες Παρτιζάνικης Δράσης], και η κούρσα στους εξοπλισμούς : ο Τζιαν Τζιάκομο έρχονταν συχνά στο σπίτι που κατοικούσα, στην οδό Μπούσκι. Το ίδιο διαμέρισμα στο οποίο, χρόνια μετά, βρέθηκε το τυπογραφείο του Μιλάνο των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Το διαμέρισμα ήταν κάποιου συντρόφου ο οποίος θεωρείτο απ’ όλους έμπιστος, προετοιμασμένος πνευματικά, αν και αρκετά ατζαμής στα πρακτικά: Κάρλο Φιορόνι. Κάποιες παραξενιές του, όπως το να πηγαίνει στην δουλειά με ένα παλιό Glisenti άδειο στην τσάντα, μας φαίνονταν μονάχα ένας αγχώδης τρόπος να νιώθει αγωνιστής. Αργότερα, με τα χρόνια μας είπαν πως δεν στέκονταν καλά στα μυαλά του. Και ρουφιάνος. Για την ευθύνη του στην απαγωγή και στο θάνατο ενός φίλου, Κάρλο Σαρόνιο, πριν ακόμη από την ‘μετάνοια’ του, την μεταμέλεια που έστειλε στη φυλακή δεκάδες ανθρώπους. Συχνά αθώους, δεν ήταν όμως αυτή η δική μου περίπτωση.

Ο Κάρλο Σαρόνιο ήταν ένα αγόρι μιας γλύκας και ντροπαλότητας ανήκουστης. Ψηλός και λεπτός, τον αποκαλούσαν με τρυφερότητα ‘κλαίουσα ιτιά’, για την τάση να καμπουριάζει και τη θλίψη που διέσχιζε το χαμόγελό του. Μηχανικός, ερευνητής που όλοι εκτιμούσαν στο Ινστιτούτο Μάριο Νέγκρι, ανήκε σε μια από τις πλουσιότερες οικογένειες του Μιλάνο. Ήρθε στην οργάνωση διαμέσου ενός παλιού συντρόφου, έφτιαξε αμέσως φιλική σχέση με αρκετούς από εμάς. Η αγνότητά του ήταν αφοπλιστική και καταπληκτική. Η μοναδική αστική του συνήθεια σε μια ζωή με σπαρτιατική απλότητα ήταν τα αυτοκίνητα. Είχε μια Πόρσε και μια σούπερ Τζούλια 1600. Μια φορά έπρεπε να πάω βιαστικά στο Τορίνο να μεταφέρω φυλλάδια για μια διαδήλωση με το πεντακοσαράκι μου. Έμεινα στα κρύα του λουτρού. Τον κάλεσα να μου δανείσει αυτοκίνητο. Μου λέει : ‘Αν βιάζεσαι, πρέπει να πάρεις την Πόρσε, τρέχει πολύ γρήγορα’. Τον ρώτησα αν καταλάβαινε πως έπρεπε να πάω σε μια διαδήλωση τσαντισμένων κομμουνιστών και δεν θα μπορούσα να εμφανιστώ με τέτοιο αυτοκίνητο: ένα άσχημο τέλος γι αυτό και για τον οδηγό θα μας περίμενε. Πήγα λοιπόν με την Τζούλια, που φυσικά και αυτή δεν ήταν ότι το καλύτερο, ζώντας τη μέθη μιας τρελής ταχύτητας με τη δικαιολογία πως έπρεπε να φτάσω στην ώρα μου. Στην επιστροφή γύρισα από έναν επαρχιακό δρόμο: αλλάζοντας ταχύτητα, κάποια στιγμή, ντεραπάρισα στα χαλίκια, στην άκρη, καταλήγοντας ανάμεσα στα τραπέζια μιας ταβέρνας στολισμένης για γάμο.

Τυχερός, δίχως ζημιές για κανένα.

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, με τον Oreste, επισκεφτήκαμε πρώτα τον Gian Giacomo και μετά τον Carlo Saronio. Μόλις τέλειωσαν οι δυο συσκέψεις έπρεπε να πάρουμε το τελευταίο τραμ. Το εισιτήριο κόστιζε 75 λιρέτες. Ψάχνοντας στις τσέπες μας καταφέραμε να βάλουμε μαζί 120 λιρέτες: δεν είχαμε τα απαραίτητα χρήματα για ν’ ανεβούμε. Με κοίταξε ο Ορέστε και μου λέει: ‘το αντιλαμβάνεσαι; μέχρι τώρα ήμασταν με δυο από τους πλουσιότερους ανθρώπους του Μιλάνο, αν όχι της Ιταλίας, και πρέπει να ζητήσουμε χρήματα από τους γύρω για τα εισιτήρια μας. Δεν θα ήθελα όμως με τίποτα να ήμουν στη θέση τους. Είναι πολύ λυπημένοι’. Ναι, η δυστυχία μιας πλούσιας ζωής βαριάς σαν ογκόλιθο να την κουβαλάς στις πλάτες. Ένα πολύ βαρύ αντίτιμο να ξεπληρώσεις, μ’ ένα δραματικό θάνατο. Τόσο διαφορετικοί, τόσο όμοιοι.

Με τους GAP η σχέση γίνονταν ολοένα εντονότερη, πάρα πολύ. Φέραμε από την Ελβετία τον απαραίτητο εξοπλισμό που θα μας έδινε τη δυνατότητα μεταδόσεων από το Ράδιο GAP, μια καινούρια, τεράστια έμπνευση του Feltrinelli. Έξι χρόνια νωρίτερα από τα ελεύθερα ραδιόφωνα. Δέκα χρόνια πριν τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, για την επανάσταση, όχι για τις τσέπες και τα λεφτά. Αναμεταδίδαμε από τα φυλλάδια των επιθέσεων στα εργοτάξια της μαύρης εργασίας. Στη συνέχεια ο Τζιαν Τζιάκομο μου ζήτησε να φέρω δύο οπλοπολυβόλα. Σε αυτό το επίπεδο δεν μπορούσα πλέον να σκεφτώ τον Τσίριο. Σίγουρα φίλος, δεν μπορούσα όμως να τον αναμείξω σε τέτοιες ιστορίες.

Εκείνο το διάστημα είχα γνωρίσει ένα παλικάρι με μεγάλο ενδιαφέρον, τον Σιλβάνο: σύχναζε στο PSIUP [Σοσιαλιστικό Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας], και δεν έχανε όμως ευκαιρία να μου ζητά να δραστηριοποιηθεί. Εκείνο το διάστημα υπήρχε μια σιωπή που μιλούσε.

Στη ζωή του είχε κάνει, με τρόπο πολύ ιδιωτικό και προσεκτικό, τον λαθρέμπορο. Στη συνέχεια άνοιξε ένα εργαστήρι σχεδιασμού για υφάσματα. Ο Σιλβάνο, που από τότε θα γίνει Σίρο, είχε μια μανιακή ακρίβεια. Απέκτησε, και έκανε και άλλους συντρόφους ν’ αποκτήσουν ένα NSU Prinz [μ’ εμένα δεν τα κατάφερε, ήταν κακάσχημο], που ήτανε ότι πρέπει για τη δουλειά μας, αποσυναρμολογώντας τα μπροστινά φανάρια χωρούσε ένα τουφέκι.

Όχι όμως ένα Μ16. Ήταν τα οπλοπολυβόλα που χρησιμοποιούσαν οι αμερικανοί στον πόλεμο του Βιετνάμ: πολύ μακριά και δεν καταφέρναμε να τα διαλύσουμε. Στο τέλος κάναμε το μοναδικό που δεν γίνονταν. Να βγούμε με τα δύο Μ16 κάτω απ’ τα καθίσματα. Μας πήγε καλά. Δεν μπορούσαμε ν’ απογοητεύσουμε τον Τζιαν Τζιάκομο, που μας περίμενε στην λεωφόρο Σάρκα, στο Μιλάνο. Φτάσαμε άνετοι: τον ιδρώτα του περάσματος τον είχαμε χύσει στη διαδρομή.

Το καλοκαίρι του 71 πήγαμε στο Σεν Βινσέντ: πρώτα μια ομάδα από τη Ρώμη, μετά εμείς οι Μιλανέζοι. Ο Τζιαν Τζιάκομο μας είχε εμπιστευτεί μια έρευνα για να μελετήσουμε τη δυνατότητα κλοπής του καζίνο. Στους Ρωμάνους φυσικά έλαχε να κάνουν την εσωτερική αυτοψία, με συνδεδεμένη τη διασκέδαση. Εμάς η εξωτερική, με άγρια ξυπνήματα από το χάραμα και ατέλειωτη παρατήρηση με τα κιάλια από ένα λόφο για να γνωρίζουμε τις στιγμές με το πέρασμα του χρήματος. Καταλάβαμε τους χρόνους και τους τρόπους των κινήσεων, ετοίμασα μια λεπτομερή έκθεση. Στο γυρισμό στο Μιλάνο μετά το καλοκαίρι, συνάντησα ξανά τον Τζιαν Τζιάκομο. Ήρθε στο ραντεβού με δυο βιβλία για τους Τουπαμάρος, το αντάρτικο γκρουπ από την Ουρουγουάη, και ένα μπουκάλι εξαιρετικό κουβανέζικο ρούμι. Εκτίμησε την σχολαστικότητα της έκθεσης [συμπεριλαμβανομένης αυτής με τα έξοδα παράστασης], δείχνοντας σκεπτικισμό στην πιθανότητα επιτυχίας της ενέργειας.

Αυτό όμως το γνωρίζαμε από πριν: η κοιλάδα της Αόστα έχει μοναχά μια είσοδο και μια έξοδο. Σε αυτές τις περιπτώσεις λοιπόν το πρόβλημα είναι το πώς θα το σκάσεις. Μου ήρθε ξεκάθαρη η ιδέα πως ήθελε μοναχά να μας δοκιμάσει.

Εκείνο το βράδυ καθίσαμε μέχρι αργά να συζητούμε και να πίνουμε ρούμι. Ο Τζιαν Τζιάκομο μου μίλησε για τη ζωή του, για τις επιθυμίες του, τις συμπάθειες, τις ελπίδες του. Είναι η πιο όμορφη ανάμνηση που έχω από αυτόν.

Το φθινόπωρο έγινε και το εθνικό συνέδριο της Εργατικής Εξουσίας στη Ρώμη, που όρισε με τρόπο υπερβολικό και περιττό το θέμα της εξέγερσης. Ήταν μια μάχη ενάντια στη δεξιά της οργάνωσης, τους κλασσικούς εργατιστές που τέθηκαν σε καθαρή μειοψηφία. Προφητικοί όμως, ακόμη και οι αποχωρήσαντες: ο Φράνκο Πίρο είπε πως θα γινόμασταν παράνομοι για τις μάζες και γνωστοί στην αστυνομία, όπως και αυτός που δεν αποχώρησε: Αλμπέρτο Μανιάγκι μας προέβλεψε μέλλον στη φυλακή. Κάτι που θα το γεύονταν κι ο ίδιος, κι ας ήταν ο περισσότερο αθώος από όλους, πάντα δεσμευμένος να πολεμά κάθε μορφή στρατιωτικοποίησης της πολιτικής. Δύναμη για τους μετανοημένους και τις μαριονέτες τους.

Όταν τον συνάντησα στη φυλακή μου ήρθε αυθόρμητο ν’ αστειευτώ: ‘μα τι κάνεις εσύ εδώ πέρα ;’.
Το 1971 ήμασταν ήδη φευγάτοι. Κάθε παρέμβαση της μειοψηφίας πνίγονταν στη κραυγή: ’Τούπα, Τούπα, Τούπα, Τουπαμάρος’. Πέρα απ’ το φολκλόρ, στα υπόγεια του συνεδρίου, πήρε μορφή η γέννηση της Παράνομης Εργασίας. Γενικός Γραμματέας της Εργατικής Εξουσίας εκλέχτηκε [δεν εκλέχτηκε, διακηρύχτηκε] ο Φράνκο Πιπέρνο. Υπεύθυνος της παράνομης εργασίας τοποθετήθηκε φυσικά ο Βαλέριο Μορούτσι. Οι Ρωμάνοι λοιπόν είχαν στο χέρι ολόκληρη την οργάνωση. Και αυτό στον Τόνι και στους Βένετους δεν άρεσε και πολύ. Ειδικότερα, ξεκίνησε σχεδόν αμέσως η διαμάχη στη Μιλανέζικη έδρα όπου ήταν παρόντες ο Ορέστε και η ομάδα μας ευθυγραμμισμένη με την εθνική γραμματεία από τη μια πλευρά, και ο Τόνι Νέγκρι με ένα δίκτυο εργατών και Παντοβάνων αγωνιστών από την άλλη.

Στον Σίρο και σ’ εμένα ανατέθηκε το καθήκον να φτιάξουμε τη παράνομη εργασία στον άξονα Μιλάνο-Κόμο-Ελβετία. Το δίκτυο των Ελβετών συντρόφων, μέχρι στιγμής τουλάχιστον οπαδών των αγώνων στην Ιταλία, απέκτησε μεγάλη σπουδαιότητα, στην απόκτηση και τη μεταφορά των όπλων όπως και στην υποδοχή των καταζητούμενων.

Στην αρχή όμως τα κάναμε όλα μόνοι.

Στο πριγκιπάτο του Λίχτνεσταϊν όπλα όλων των ειδών ήταν σε ελεύθερη αγορά, και επίσης, μοναδικό μέρος σε όλη την Ευρώπη, αυτόματα πιστόλια και ρεβόλβερ. Στην είσοδο του Βαντούζ, μια ταμπέλα με γραμμένο :’Waffen und munizionen’ και ένα οπλοπωλείο καλωσόριζαν παράξενους τουρίστες, έφταναν όλες οι παλιόφατσες της Ευρώπης, κυρίως το Σάββατο. Εμείς φυσικά πηγαίναμε άλλες μέρες. Την πρώτη φορά, πάνω σε δύο NSU Prinz. Ήταν και ο Βαλέριο, αγοράσαμε Walther Ppk. H πώληση ήταν ελεύθερη, μοναχά όμως ένα όπλο το κεφάλι, παρουσιάζοντας ταυτότητα. Φυσικά ψευδή.

Οι ταυτότητες που είχαμε ήταν δύο ειδών: κλεμμένες ή αγορασμένες στην Μπερσαλιέρα, μια ταβέρνα στην πλατεία Τιράνα στο Μιλάνο, στο Τζιαμπελλίνο. Στη ταβέρνα σύχναζαν σύντροφοι του Ιούλη ’60, μια μεγάλη και συνεπή ομάδα συντρόφων που έφυγαν από το ΚΚ με αρχές αποφασιστικά αριστερές, αλλά και από άλλες προσωπικότητες μ’ ενδιαφέρον. Μια Μιλάνο εγκάρσια όπου συζούσαν και βρίσκονταν χωρίς προβλήματα σύντροφοι, γέροι συνταξιούχοι, νεαροί εξτρεμιστές, παίχτες με μπότσε [bocce], αυτοί που έπαιζαν τα ζάρια, λαϊκός υπόκοσμος. Σαν τον Τσερούττι Τζίνο του Τζιόρτζιο Γκάμπερ. Ένας που στάθμευε πάντα εκεί, όταν δεν βρίσκονταν στη Σαν Βιττόρε [τη φυλακή του Μιλάνο], και τον φωνάζαμε ‘Μπούμπα’, πουλούσε τα πάντα, με σταθερό τιμολόγιο, και με τον τρόπο του, τίμιο. Πενήντα χιλιάρικα για μια ταυτότητα [όμως διακόσιες χιλιάδες για δέκα], ένα εκατομμύριο για διαβατήριο, εκατό χιλιάρικα για μηχανάκι χωρίς χαρτιά, εκατό πενήντα για μηχανάκι με χαρτιά. Όλα αυτά τα πράγματα που μας ενδιέφεραν. Χρειάζονταν όμως χρήματα. Και ήταν άλλο να κάνεις επανάσταση και άλλο να καταντήσουμε κλέφτες. Αυτή ήταν η πρώτη διαχωριστική γραμμή για όλους αυτούς που μπορούσαν να ξεπεράσουν το υπερεγώ και αυτών που σταματούσαν στο κατώφλι. Πολλοί σύντροφοι από τις ομάδες περιφρούρησης τους συνέλαβαν εκεί, πριν περάσουν στην Παράνομη Δουλειά. Μετά, για να ξεπλύνουν τη συνείδηση, είπαμε πολλοί από εμάς πως από ένα σημείο και μετά ο ένοπλος αγώνας ήταν μια αναγκαία επιλογή.

Όχι, ήταν πράγματι, από την αρχή, μια ελεύθερη επιλογή; απλούστατα, κάποιος σταμάτησε μετά το ρίξιμο μιας μολότοφ, και κάποιος ούτε ακόμη κι όταν έπιασε στα χέρια το μπαζούκας.

Βρήκαμε τους καινούριους συντρόφους για την παράνομη δουλειά: μερικούς πρώην φοιτητές ενός τεχνικού βιομηχανικού λυκείου του Κόμο, μερικούς τσαντισμένους εργάτες, τρεις συντρόφισσες και έναν κλέφτη αναρχικό. Που μας δίδαξε τα μυστικά της δουλειάς, ξεκινώντας από τον τρόπο να μπαίνουμε στις άδειες βίλες. Βρισκόμασταν σε πλήρη κατάσταση εκπαίδευσης. Για να πυροβολούμε πηγαίναμε σ’ ένα εγκαταλειμμένο ορυχείο στην κοιλάδα Σκάλβε, στην περιοχή Μπεργκαμάσκα, στην Βαλσασσίνα, σε μία σπηλιά πάνω απ’ το Τρεμέτζο.

Για να καταλάβετε πως είχαν τα πράγματα, όταν σε ινδιάνικη γραμμή ανεβαίναμε σ’ εκείνη τη σπηλιά, οι νεαροί ντόπιοι που συναντούσαμε μας έκλειναν το μάτι συνωμοτικά. Με το κέντρο τις σχέσεις τις κρατούσε ο Σίρο κι εγώ. Ειδικότερα, εγώ χειριζόμουν το θέμα με τις ταυτότητες και τα διπλώματα: τα επόμενα χρόνια, θα μετανάστευαν επίσης προς ΕΤΑ και RAF.

Εκείνη την περίοδο μπλέξαμε και σε δύο πολιτικές περιπέτειες, μια ενοχλητική και μια αρκετά σοβαρή. Η ενοχλητική αφορούσε την έδρα του Κόμο. Με πάνω από εκατό αγωνιστές, ήταν μια έδρα μεγάλη για τα μέτρα της πόλης. Είχε λοιπόν δικαίωμα να εκλέξει γραμματέα. Κάποιοι σύντροφοι της ιστορικής ‘δεξιάς’ πρότειναν ένα δικό τους, με το σκεπτικό να μας έχουν υπό τον έλεγχό τους: δεν τους άρεσαν οι παράξενες κινήσεις μας και δεν γνώριζαν πως είχαμε την άνωθεν υποστήριξη. Σ’ εκείνο το σημείο, γνωρίζοντας πως έχουμε έτσι κι αλλιώς την πλειοψηφία, πρότεινα για υποψήφιο ένα σύντροφο που προέρχονταν από το παλιό γκρουπ του εργατισμού, που μας έβλεπε όμως με συμπάθεια. Εκλέχτηκε λοιπόν ο Τσέζαρε, και δεν μας ζήτησε ποτέ τίποτα. Κυρίως να μάθει από που προέρχονταν τα χρήματα με τα οποία πληρώναμε τα γραφεία. Όμως, μιας και ήταν περπατημένος, διασκέδαζε μαζί μας, την έβρισκε.

Η δεύτερη φάση ήταν αποφασιστικά πιο ύπουλη. Η σχέση μας με τις GAP, και ειδικότερα με τον Τζιαν Τζιάκομο, καθίσταται ολοένα στενότερη και πιο έντονη, σε σημείο να μη καταλαβαίνουμε και πολύ αν είμαστε αγωνιστές των GAP ή της Παράνομης Δουλειάς, ή ακόμη καλύτερα, μιας ομοσπονδίας αυτών των δύο δομών. Στη ζώνη της Πλατείας Ρομάνα του Μιλάνο δοκιμάσαμε μια εκπομπή του ράδιο GAP, την οποία είδαν μόνο σε λίγα τετράγωνα, εξαιτίας ενός προβλήματος στην κεραία που είχαμε στήσει σ’ ένα αυτοκίνητο που τριγυρνούσε τη γειτονιά. Η εκπομπή των ειδήσεων στην τηλεόραση διακόπηκε από την ήχο της διεθνούς και στη συνέχεια από τη φωνή μιας συντρόφισσας μας που μιλούσε για πράξεις σαμποτάζ από μέρους μας ενάντια στην μαύρη εργασία που έφερε σε πέρας η ταξιαρχία Βαλεντίνο Κανόσσι, εργάτη που σκοτώθηκε δουλεύοντας σε ένα εργοτάξιο.

Σε σχέση με τις πρώτες, ντροπαλές ενέργειες απαλλοτρίωσης, ο Τζιαν Τζιάκομο φάνηκε κριτικός, προτιμώντας να δίνει ένα μικρό μισθό σε μερικούς από εμάς, αυτό συν φιλοξενία σε κάποιες βάσεις, κατέληγε στο να μας θεωρεί αγωνιστές των GAP.

Μια μέρα αποφάσισε να στείλει τον Σίρο στην Πράγα. Έπρεπε να παρουσιαστεί στο προξενείο της Τσεχοσλοβακίας στη Ζυρίχη, με ψεύτικο διαβατήριο για να πάρει θεώρηση, μετά θα πήγαινε με το αεροπλάνο στην πρωτεύουσα της Τσεχοσλοβακίας, όπου θα περίμενε ένας σύντροφος να τον μαζέψει για να συζητήσουν περί της προμήθειας όπλων. Ο Σίρο, εκτός από σχολαστικός, ήταν και πολύ καχύποπτος. Είχε εξετάσει το διαβατήριο για πολύ ώρα, δίχως να παρατηρήσει κάτι παράξενο, όχι μόνο, περνώντας τα σύνορα, το έδειξε στους Ελβετούς τελωνειακούς : ούτε αυτοί πρόσεξαν κάτι. Το διαβατήριο φαίνονταν δίχως κανένα απολύτως ελάττωμα. Φαινόταν. Γιατί στο τσέχικο προξενείο του έδειξαν πως το διαβατήριο ήταν ψεύτικο. Δεν πρόσθεσαν τίποτα άλλο και τον άφησαν να φύγει δίχως όμως να το σφραγίσουν. Αυτό για να πούμε πως οι σχέσεις με τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης ήταν πολύ πιο αδύναμες και εύθραυστες απ’ ότι σήμερα, με όλ’ αυτά που κτίστηκαν εκεί πάνω. Πιθανότατα με τρόπο ανεπίσημο. Με την επιστροφή του Σίρο ο Τζιαν Τζιάκομο μας είπε πως η δράση θα καθυστερήσει λιγάκι. Δεν έγινε όμως ποτέ τίποτα.

Αυτά, και άλλα επεισόδια, ανάγκασαν τον σύντροφο Σαέττα ν’ απαντήσει με ένα σκληρό γράμμα όπου ξεκαθάριζε πάνω στο ποιος και τίνος αγωνιστής ήταν ο καθένας στον Τζιαν Τζιάκομο, που του είχε γράψει προτείνοντας ενότητα σε όλα τα μέτωπα ανάμεσα στις δύο οργανώσεις.
Τα πράγματα συνέχισαν όπως πρώτα.

Η 12η Δεκεμβρίου του 1971 έπρεπε να είναι μια σκληρή μέρα στο Μιλάνο. Η έδρα της ΕΕ του Μιλάνο είχε σκοπό να ριζοσπαστικοποιήσει τους τρόπους του αγώνα στην μητρόπολη, σε συμφωνία με άλλες ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Ανταρτοπόλεμος εκείνο τον καιρό σήμαινε τη χρήση εμπρηστικών μπουκαλιών, πολλές μολότοφ : η διαταγή ήταν να ετοιμάσουμε 250, συν ένα συγκεκριμένο νούμερο Λίλλυ, οι μολότοφ με χρονικό περιθώριο για να τις σκορπίσουμε κάτω από τα αυτοκίνητα του εχθρού. Οι πυρήνες της παράνομης δουλειάς θα έμεναν απ’ έξω, προστατευμένοι, παράνομο κίνημα και μαζικό κίνημα έχουν αρχίσει να διαχωρίζονται. Έφυγα λοιπόν για κάποιες μέρες στη λίμνη. Μα στις 10 με κάλεσαν να επιστρέψω. Στο Μιλάνο δεν υπήρχε άλλος να κατασκευάσει τις μολότοφ με χημικό ενεργοποιητή. Αυτή ήταν η επίσημη εξήγηση. Ποτέ δεν κατάλαβα εάν ήταν αληθινή ή άποψη καμουφλαρισμένη εξ αιτίας διαφωνίας εσωτερικής που ξεκινούσε να υφίσταται : η γραμμή του Τόνι και των παντοβάνων που κινούνταν στην κατεύθυνση της εξάπλωσης, του διαδεδομένου μαζικού ανταρτοπόλεμου χαμηλής κλίμακας, ενάντια στη γραμμή Σκαλτσόνε-Πιπέρνο και των ρωμάνων που διατυπώνονταν και επισημοποιούνταν στο διπλό οργανωτικό επίπεδο, το πολιτικό και το στρατιωτικό. Εγώ ήμουν πλέον σταθερά μέσα στο στρατιωτικό επίπεδο, εκείνη όμως την φορά μπήκα στη μέση. Και ο Φράνκο, μετά, θύμωσε άγρια.

Κατέβηκα στο Μιλάνο με τέσσερις συντρόφους της ομάδας περιφρούρησης. Σταματήσαμε σε ένα βιομηχανικό φαρμακείο για να αγοράσουμε μια νταμιτζάνα θειϊκό οξύ, δέκα δοχεία βενζίνη σε ένα πρατήριο, καμιά δεκαριά κιλά ζάχαρη και ένα ολόκληρο ράφι κουτιά ζιζανιοκτόνου σε ένα αγροτικό συνεταιρισμό. Το φορτηγάκι με το οποίο ταξιδεύαμε μετατράπηκε σε ένα είδος αυτοβόμβας, ευτυχώς δίχως ενεργοποιητή, πυροκροτητή. Πριν ανεβούμε στο διαμέρισμα που μας είχαν παραχωρήσει στην οδό Γκαλιλλέι, έπρεπε να κάνουμε την τελευταία στάση για την λιγότερο ευχάριστη αγορά. Προφυλακτικά.

Νιώθαμε όλη μια καταραμένη ντροπή, γιατί μάλιστα είχαμε αποφασίσει ν’ αγοράσουμε μια μεγάλη ποσότητα, που θα χρησιμοποιούσαμε και σε μελλοντικές ενέργειες. Μια ανόητη εικόνα, μια και καλή, ήταν σίγουρα πιο επιθυμητή από δέκα, για μικρότερες ποσότητες τη φορά.

Ο ενεργοποιητής των χημικών μολότοφ βρίσκεται στην ένωση, στη συνάντηση του χλωρικού μίγματος [που περιέχονταν στο ζηζανιοκτόνο] και στη ζάχαρη από τη μία πλευρά, και στο οξύ από την άλλη, που δίνει φωτιά στη βενζίνη, όμως, στην περίπτωση των Λίλλυ, είναι απαραίτητο το θειικό οξύ, κλεισμένο στο προφυλακτικό, να χρειαστεί λίγα λεπτά για να το διαβρώσει πριν συναντηθεί με το χλωρικό και τη ζάχαρη.

Μετά από μια μακρά συζήτηση κατά την οποία ο καθένας από εμάς αρίθμησε έγκυρους λόγους για να αποφύγει το καθήκον, έλαχε σε μένα να μπω σε ένα φαρμακείο του κεντρικού Μιλάνο. ‘Εσύ είσαι ο επικεφαλής’, ήταν η απαίσια αιτιολόγηση. Το φαρμακείο ήταν γεμάτο κόσμο, άφησα ευγενέστατα να με προσπεράσει ακόμη και αυτός που ήρθε μετά από μένα. Θα είχα πιθανότατα παραμείνει μέχρι το κλείσιμο : ήταν ο φαρμακοποιός, μάλλον ανήσυχος, που με ρώτησε τι επιθυμούσα. Με χαμηλό τόνο στη φωνή μου, και κάποια μουγκρίσματα, μου βγήκε ένα μπερδεμένο : ‘θα ήθελα εκατό προφυλακτικά’. ‘Τι’; είπε ο φαρμακοποιός ανάμεσα στο κουφό και στο δύσπιστο. Στο οποίο, σαν επηρεασμένος από αντανακλαστικό προβληματισμό, απάντησα γρήγορα και δυνατά : ‘Ναι, εκατό προφυλακτικά’. ‘Παναγιά μου, θέλει να γαμήσει όλη την πόλη’, ήταν το αναπόφευκτο αστείο του φαρμακοποιού. Ο κόσμος έβαλε δίκαια τα γέλια. Τελείως μπερδεμένος, δυσκόλεψα την κατάσταση με ένα τελείως παρανοϊκό : ‘σιγά να μην τα θέλω για να γαμήσω’ . ‘Συγνώμη, τι θα τα κάνεις δηλαδή, μπαλόνια ;’ ‘Ναι, τα χρειάζομαι να τα φουσκώσω’, απάντησα διαολεμένος. Πλήρωσα και βγήκα.

Άσκοπο να σας πω πως από τότε δεν αγόρασα ξανά προφυλακτικό, και όχι γιατί περίσσεψε κάποιο από εκείνα.

Δουλεύαμε τρελαμένοι όλη μέρα, αναπνέοντας βενζίνη με όλα μας τα πνευμόνια. Να βοηθήσει είχε έρθει και ένας σύντροφος από Ρώμη. Γύρω στις έξη το απόγευμα, ήταν 11 Σεπτέμβρη, όλα θα έπρεπε να είναι έτοιμα για να φορτωθούν στα αυτοκίνητα των συντρόφων που έφταναν από άλλα μέρη. Η διαδήλωση όντως ήταν εθνική. Μέχρι οκτώ το βράδυ δεν είχε ακόμη φανεί κανένας. Συντονισμένοι στις συχνότητες της αστυνομίας, γνωρίζαμε πως οι έλεγχοι στις εξόδους του αυτοκινητόδρομου ήταν σχολαστικοί και διαρκούσαν σε μάκρος. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο η φόρτωση καταντούσε παράτολμη κι εμείς νευρικοί ; αν κάποιος μας έβλεπε νυχτιάτικα να μεταφέρουμε κούτες δεν θα σκέφτονταν μετακόμιση, θα νόμιζε κλοπή. Κάποια στιγμή μου πέρασε απ’ το μυαλό να αναβάλλουμε τα πάντα για το πρωί, η περιοχή όμως γύρω από το πιατσάλε Λορέτο, απ’ όπου θα ξεκινούσε η διαδήλωση, θα ήταν γεμάτη καραμπινιέρους και αστυνομικούς. Περίμεναν επεισόδια.

Οι σύντροφοι έφτασαν τα μεσάνυχτα. Μόλις τέλειωσε ο εφοδιασμός, βγήκα τελευταίος με έναν απ’ την ομάδα του Κόμο για να μετακινήσουμε ένα αυτοκίνητο γεμάτο μπουκάλια. Καθώς κατεβαίναμε τις σκάλες, ένα σύννεφο αστυνομικοί, ανεβαίνοντας τρέχοντας, σχεδόν μας έριξαν κάτω. Και απίστευτο, δεν μας σταμάτησαν. Εντάξει, είχαμε κι οι δυο τον αέρα παιδιών καθώς πρέπει και προσπαθήσαμε να μείνουμε ήρεμοι. Μόλις φτάσαμε στον δρόμο είδαμε τους συντρόφους που το έσκαγαν. Μετακίνησα το αυτοκίνητο και μετά, με το άλλο παλικάρι πήγαμε στα γραφεία. Το βράδυ κάναμε μια συνάντηση μάλλον θυελλώδη. Οι δικηγόροι υποστήριζαν πως οι συλληφθέντες ρίσκαραν είκοσι χρόνια φυλάκισης. Στο διαμέρισμα, εκτός απ’ τους δικούς μας, υπήρχαν και δυο τρία άτομα που η μόνη τους ευθύνη ήταν η φιλία τους με τον ιδιοκτήτη. Όλοι έδιναν για σίγουρο πως θα ‘τραγουδούσαν’, οπότε δεν είχαμε άλλη λύση από το να βγούμε στην παρανομία. Αντιθέτως, εκείνα τα παλικάρια συμπεριφέρθηκαν με τρόπο παραδειγματικό: δεν είπανε κουβέντα, κανείς. Και δύο μήνες μετά, βγήκαν όλοι.

Κάποια ίχνη μου όμως παρέμειναν. Βρήκαν το αυτοκίνητό μου κοντά στο σπίτι; δεν μπορούσα να μετακινήσω δύο, το έκανα με το πιο επικίνδυνο. Στο δικό μου δεν υπήρχε τίποτα, εκτός από μερικά αθώα φυλλάδια του Ποτέρε Οπεράιο. Γι αυτό διερευνήθηκα. Και αθωώθηκα. Ήμουν όμως λιγάκι καμένος. Εμείς, της παράνομης δουλειάς έπρεπε να προφυλαγόμαστε, να αποφεύγουμε την έκθεση.

‘Την έκανα’ στην Ελβετία για καμιά εβδομάδα. Ήρθαν οι σύντροφοι να με βρουν. Μια μέρα ήρθε ο Τζιαν Τζιάκομο. Δεν ήταν θυμωμένος, μα ούτε κι ευχαριστημένος. Μου έφερε, σαν χριστουγεννιάτικο δώρο, το Εγχειρίδιο του μικρού χημικού. ‘Έτσι θα έχεις τη δυνατότητα να εξασκηθείς’. Σαφώς με κορόιδευε. Συναινετικά αποφασίσαμε, με την επιστροφή μου στην Ιταλία να συνεχίσω για κανένα μήνα να ασχολούμαι με την ομάδα περιφρούρησης, για να δω μάλιστα στην πράξη τις δυνατότητες κάποιων συντρόφων υποψήφιων να περάσουν στην παράνομη δουλειά, δραστηριοποιούμενος όμως σε μια έρευνα που θα μπορούσε να μας φέρει στην απαγωγή ενός διευθυντικού στελέχους του εργοστασίου. Επέστρεψα και άρχισα αμέσως δουλειά. Αν και για προφύλαξη, κοιμόμουν από δω κι από εκεί, εκτός από το βράδυ της εβδομαδιαίας συνάντησης με τον Τζιαν Τζιάκομο: τότε επέστρεφα στην οδό Μπούσκι.

Ο τύπος που θα απαγάγαμε ήταν ένας υψηλόβαθμος της Αουτομπιάνκι του Ντέσιο, εργοστάσιο του οποίου ένα μεγάλο μέρος από τους εργάτες, εκείνα τα χρόνια, έκαναν απεργίες αγριόγατας ενάντια στις αναδιαρθρώσεις σε εξέλιξη και όπου είχαμε ανοιχτή παρέμβαση. Ξεκινήσαμε επίσης να σχεδιάζουμε δράσεις σαμποτάζ στις εγκαταστάσεις της Άλφα Ρομέο, όπου επίσης ήταν σε εξέλιξη αυτόνομοι αγώνες. Πραγματοποιήσαμε δύο σαμποτάζ στην Άλφα, με το σφράγισμα των γραμμών για τα τραίνα που έβγαιναν απ’ το εργοστάσιο, και το κάψιμο κάποιων από τ’ αυτοκίνητα που έβγαιναν στην αγορά. Η λογική έμοιαζε άμεμπτη στην απλότητά της : εάν υπάρχει πρόβλημα υπερπαραγωγής, φτάνει να καταστρέψεις το παραχθέν προϊόν.

Ο φετιχισμός του εμπορεύματος, όπως θα έλεγε εκείνος ο γερο-νεολουδίστας Τζιανφράνκο Φαίνα.
Αντιθέτως, η απαγωγή χρειάζονταν οργάνωση περισσότερο σύνθετη. Ο Τζιαν Τζιάκομο αγόρασε ένα πουλμανάκι Βόλκσβάγκεν και το μετατρέψαμε σε μικρό μετακινούμενο σπίτι: δεν υπήρχαν ακόμη τα κάμπερ. Θα έπρεπε όμως να έχει και διπλό πάτο που θα επέτρεπε να μεταφερθεί άνθρωπος διπλωμένος στον εαυτό του. Με τον Σίρο μεταφέραμε το βανάκι σε ένα συνεργείο κοντά στο Κόμο που μετασχημάτιζε τα αυτοκίνητα των λαθρέμπορων, έκαναν καλή δουλειά. Καμιά μετατροπή ορατή, μια λεπτή δουλειά που είχε σαν μοναδικό αποτέλεσμα να ελλαττωθεί σημαντικά ο χώρος της δεξαμενής της βενζίνης; χρειάζονταν να σταματάμε διαρκώς για να γεμίζουμε. Παράξενο που κανείς, στη συνέχεια, δεν το αντιλήφθηκε. Ήταν το βανάκι που βρέθηκε εγκαταλειμμένο στη Σεγκράτε μετά το θάνατο του Τζιαν Τζιάκομο. Οι δυο σύντροφοι που τον συνόδευαν άφησαν εκεί όχι μόνο το πουλμίνο αλλά και κάθε ιδέα συνέχισης του ένοπλου αγώνα, η έκρηξη ήταν καταστροφική και γι αυτούς.

Τα χαρτιά που βρέθηκαν έκαναν δυνατή την ταυτοποίηση μέρους της δομής. Απίστευτο, ο Κάρλο Φιορόνι είχε συνάψει το ασφαλιστικό συμβόλαιο διαμέσου ενός συναδέλφου στη δουλειά. Είχε όμως πληρωθεί στο ταχυδρομείο του Κόμο. Οι εργασίες μετατροπής της καροτσερίας πήραν λίγο χρόνο παραπάνω από το αναμενόμενο, με αποτέλεσμα, όταν κυκλοφόρησε η ασφάλεια είχε λήξει. Αυτός όμως που είχε υπογράψει τα έντυπα το είχε κάνει με ψεύτικο όνομα. Έτσι οι έρευνες σταμάτησαν εκεί.

Στο τέλος του χειμώνα του ’72 υπήρχε πολύ κινητικότητα. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες έκαναν την πρώτη αστραπιαία απαγωγή τους, εκείνη του διευθυντή της Σιτ Ζήμενς Ιντάλγκο Μακκιαρίνι. Στις 11 Μαρτίου έγινε η διαδήλωση για την οποία καταδικάστηκα δέκα χρόνια μετά στη δίκη 7 Απριλίου, [εναντίον του αυτόνομου χώρου που κρίθηκε ως το ηγετικό κομμάτι των ΕΤ.] Εκείνη τη μέρα ο Τζιόρτζιο Αλμιράντε, [ηγέτης του φασιστικού κόμματος], ήρθε να μιλήσει στο Μιλάνο, στο λάργκο Καϊρόλι, και για όλη τη εξωκοινοβουλευτική αριστερά ήταν προβοκατόριο. Ήταν πλέον πολύ ξεκάθαρη η ανάμιξη των νεοφασιστών στη σφαγή της Πλατείας Φοντάνα, ίσως όχι επίσημα προς το MSI.

Γι αυτό αποφασίσαμε να επιτεθούμε στη συγκέντρωση. Όμως, καθότι για μας ο αντιφασισμός στην πράξη ήταν μια απαραίτητη μάχη αλλά οπισθοφυλακής, βάλαμε στα σχέδιά μας και επίθεση στα γραφεία της εφημερίδας Κορριέρε ντέλλα Σέρα με μολότοφ, η οποία, κάτω από τις οδηγίες του Σπαντολίνι, είχε πάρει θέση ιδιαίτερα ευνοϊκή στην καταστολή των αγώνων, όπως σε μία αντιπροσωπεία της Ρενώ, εκεί όπου οι εργάτες διαμαρτύρονταν για το θάνατο συναδέλφου τους, Πιέρ Οβερνάυ, δολοφονημένου από φύλακα του εργοστασίου. Για να αποφύγουμε την επανάληψη της 11 Δεκεμβρίου, κάθε σύντροφος της ομάδας περιφρούρησης [ μια πενηνταριά], έφτασε στη διαδήλωση με δυο μπουκάλια μαζί του: σαν υπεύθυνος και υπερβολικός, είχα τέσσερα. Δυο σύντροφοι ντυμένοι κομψά, κινούμενοι στην πόλη με ταξί, θα μας έφερναν άλλες δυο τσάντες στη διαδρομή, δεν τα κατάφεραν όμως. Στην οδό Κουζάνι καθυστερήσαμε στις συγκρούσεις με την αστυνομία, ο Ορέστε, που παρασύρθηκε από την κατάσταση, ήθελε να μείνουμε εκεί. Εγώ, φοβούμενος κίνηση τανάλιας της αστυνομίας, ήθελα να τελειώσουμε σύμφωνα με τον σχεδιασμό μας. Αναγκάστηκα να τον χαστουκίσω, και επιτέλους υπάκουσε. Ήταν ο πολιτικός μου ηγέτης, μα εκείνη τη μέρα η ευθύνη ήταν δική μου. Πήγαμε προς την οδό Σολφερίνο, μας ακολουθούσε η ομάδα περιφρούρησης της Λόττα Κοντίνουα. Μας είχαν μείνει λίγα μπουκάλια. Τα πετάξαμε όλα, εκτός από ένα, εναντίον της Κορριέρε, όπου οι αστυνομικοί φύλακες το είχαν σκάσει. Την άλλη μέρα, όταν είδα τις εντυπωσιακές φωτογραφίες της εισόδου της εφημερίδας στις φωτιές, με διαπέρασε ένα αίσθημα αμφίθυμο, υπερηφάνεια και αηδία. Θέλαμε περισσότερη ελευθερία, συγχρόνως όμως θέλαμε να καταστρέψουμε κι εκείνη των άλλων. Αίσθηση μιας στιγμής, διότι τότε δεν είχαμε χρόνο για συλλογισμούς που μπορούσαν να φανούν σαν κουβεντούλες ανάμεσα σε σοφιστές. Πήγαμε λοιπόν στην Ρενώ όπου, δεν ξέρω για πιο λόγο, ήταν σε έκθεση μια Φερράρι. Με τον Μίμμο μαλώσαμε για την τελευταία μολότοφ.

Εκείνη τη στιγμή, μαζί με τους υπεύθυνους του Συνεχή Αγώνα, πήραμε απόφαση ριψοκίνδυνη, να ξαναγυρίσουμε προς Λάργκο Καϊρόλι, για να συνεχίσουμε να παίρνουμε μέρος στις συγκρούσεις. Φτάνοντας στην οδό Σιμπλιτσιάνο, βρεθήκαμε εγκλωβισμένοι.

Υπήρχε μόνο μια πιθανότητα για να βγούμε από την δαγκάνα: να σπάσουμε με μία αντεπίθεση τον κλοιό των μπάτσων που είχαν καταλάβει την πλατεία από την πλευρά του κόρσο Γκαριμπάλντι. Δεν είχαμε όμως ιδέα του πόσοι ήταν. Μεγάλο μέρος αυτών της Λόττα Κοντίνουα άρχισε να ελπίζει στον Θεό. Μεταφορικά μιλώντας. Μπήκαν στην εκκλησία, σίγουροι πως υπήρχε το άβατο, όπως στα χρόνια του Μεσαίωνα. Τους συνέλαβαν όλους.

Εμείς, κινούμενοι από τη δύναμη της απελπισίας, ορμήσαμε στο κορδόνι της αστυνομίας που πιάστηκαν στον ύπνο και άνοιξαν ένα χάσμα. Στο κόρσο Γκαριμπάλντι υπήρχε το εργοτάξιο του Θεάτρου Φοσσάτι σε αργή αναπαλαίωση, το διασχίσαμε, φτάνοντας στην οδό Λενιάνο. Έρημη τελείως.

Κανείς απ’ τους δικούς μας δεν πιάστηκε.

Πριν διαλυθούμε, βρεθήκαμε σ’ ένα κήπο, κοντά στη Φίατ του Κόρσο Σεμπιόνε. Μας βρήκαν και οι δύο σύντροφοι που είχαν προσπαθήσει να μας προσεγγίσουν όλο το απόγευμα, με μια τσάντα γεμάτη μπουκάλια. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος, η Φίατ ήταν εκεί, δύο βήματα απόσταση. Η μέρα όμως είχε τελειώσει. Με ένα νεκρό, Τζιουζέππε Ταβέκκιο, ένα συνταξιούχο χτυπημένο από δακρυγόνο της αστυνομίας, δεκάδες τραυματίες, εκατοντάδες συλληφθέντες. Για μας, έτσι κι αλλιώς, ήταν μια μεγάλη ημέρα αγώνα.

Πήρα την τσάντα, και με κάποιους συντρόφους γυρίσαμε στο Κόμο. Στη διαδρομή αδειάσαμε το περιεχόμενο των μπουκαλιών σε ένα κανάλι. Έτσι κι αλλιώς δεν θα αυξάναμε τη ρύπανση: ψάρια δεν υπήρχαν πλέον εδώ και καιρό. Με το που φτάσαμε στην πόλη, πήγαμε στην ταβέρνα, στον Τζέρμπετ, επιτέλους χαλαροί. Όλα έμοιαζαν εντάξει, είχαμε φέρει εις πέρας το αγωνιστικό πρόγραμμα της ημέρας, κανείς μας δεν είχε συλληφθεί, οι σύντροφοι με τους οποίους είχα έρθει σ’ επαφή για την παράνομη δουλειά είχαν κινηθεί αποφασιστικά εντάξει, με απόλυτο συντονισμό.

Μου είχε μείνει η απορία για το τέλος της δεύτερης τσάντας, μα το παλικάρι που την κουβαλούσε γύρο-γύρο στην πόλη όλο το απόγευμα με διαβεβαίωσε πως είχε αδειάσει το περιεχόμενο σε κανάλι. Όμως όχι.

Αντιθέτως την είχε μεταφέρει στο σπίτι δύο συντρόφων που δεν γνώριζαν τίποτα για το περιεχόμενο. Ήθελε, με άλλους, να χρησιμοποιήσει τα μπουκάλια την άλλη μέρα εναντίον γραφείων του φασιστικού κόμματος, MSI. Με απόλυτη και ριψοκίνδυνη αυτονομία.

Έμοιαζε παράξενο αλλά εκείνο το διάστημα υπήρχε μια κούρσα στο ποιος θα εισέλθει στις δομές της παράνομης δουλειάς. Οι συμμετέχοντες έμοιαζαν στα μάτια των υπόλοιπων νεαρών αγωνιστών σαν ελίτ. Και αυτό εξαπέλυσε προσπάθειες άμιλλας. Αυτή η ανήσυχη, πολλές φορές διαταραγμένη, δυναμική έφερε το δράμα της οικογένειας Ματτέι στη Ρώμη, με δυο αδέλφια να καίγονται στην πυρκαγιά που ξέσπασε στο διαμέρισμά τους από ένα μικρό γκρουπ μαθητευόμενων μάγων. Στο Μιλάνο δεν είχαμε τραγωδία, τινάχτηκε στον αέρα ένα διαμέρισμα, εξ αιτίας της ρωγμής σ’ ένα μπουκάλι. Και δυο πρόσωπα δίχως καμία ανάμιξη κατέληξαν στη φυλακή. Βέβαια, οι ακατάλληλοι μαθητευόμενοι είχαν βάλει το χεράκι τους, από άποψη χαζομάρας και τυχοδιωκτισμού, αυτοί όμως ήταν οι ναρκομανείς. Κι εμείς οι έμποροι. Διότι ήμασταν ευχαριστημένοι με το άνοιγμα της ζήτησης.

Τις μέρες αμέσως μετά τις 11 Μαρτίου κυκλοφόρησε η φήμη πως βγήκαν πολλά εντάλματα σύλληψης μελών των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων. Για το Ποτέρε Οπεράιο μιλούσαν με χαμηλή φωνή για τον Ορέστε και για μένα.

Βγήκαμε, ο λόγος που λέει, στην παρανομία.

Μέναμε σ’ ένα σπίτι στην οδό Σολφερίνο, εκατό μέτρα απ’ το σπίτι του Ορέστε. Το πρωινό της 16ης Μαρτίου βγήκαμε ν’ αγοράσουμε εφημερίδα. Η Κορριέρε ντέλλα Σέρα έγραφε για ένα τρομοκράτη που βρέθηκε νεκρός δίπλα σε ένα πυλώνα. Δίπλα, μια ξεθωριασμένη φωτογραφία ταυτότητας με το όνομα Βιντσέντσο Ματζιόνι.

Γυρίσαμε, στρίψαμε τη γωνία δίχως να πούμε κουβέντα. Μόλις μπήκαμε στο σπίτι ξεσπάσαμε στα κλάματα. Ένα κλάμα ανάμικτο πόνο και αποπροσανατολισμό. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία : Ήταν ο Τζιαν Τζιάκομο.

Δίχως αυτόν, τίποτα δεν θα ήταν πλέον το ίδιο.

Μα σχεδόν αμέσως έπρεπε να κινηθούμε. Πρώτα απ’ όλα για να καταλάβουμε τι είχε συμβεί πραγματικά, αν και γνωρίζαμε πως ήταν σε ενέργεια. Για να αποσοβήσουμε και το κτύπημα. Για να διεκδικήσουμε και την επαναστατική ταυτότητα του συντρόφου Οσβάλντο. Επίσης, για να αντιμετωπίσουμε τα συνήθη κοράκια που ήδη ουρλιάζανε για συνωμοσία. Τέλος για να εκτιμήσουμε τις συνέπειες που πιθανόν να είχαμε εμείς. Αυτό όμως ήταν η τελευταία από τις σκέψεις μας.

Τα κάναμε όλα με ταχύτητα πυρετώδη. Βρήκαμε αμέσως κάποιους συντρόφους των GAP και των BR, που επιβεβαίωσαν το συμβάν με τους όρους που το είχαμε σκεφτεί. Ένα καταραμένο τάιμερ ελαττωματικό. Οι δυο σύντροφοι που ήταν μαζί του την ώρα της πράξης τραυματίστηκαν ο ένας και κουφάθηκε ο άλλος από την έκρηξη : κατάφεραν στη συνέχεια, παίρνοντας ένα μέσο δημόσιο, να καταφύγουν σε μια βάση όπου τους παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες.

Το τραύμα τους ήταν μη αναστρέψιμο : ήταν η πρώτη και τελευταία τους ενέργεια. Απόλυτα κατανοητό.
Το ότι δεν αναγνωρίστηκαν έκανε πολλά να λέγονται τα επόμενα χρόνια για την ταυτότητά τους. Κάποια υπόθεση από αυτές που συλλέχθηκαν από τους ανακριτές με τον καιρό, έφθασε να αποδίδει σ’ εμένα και τον Έντσο Φοντάνα την παρουσία κάτω από τον πυλώνα στις Σεγκράτε. Όταν,μετά από σχεδόν οκτώ χρόνια με συνέλαβαν, με ρώτησαν εάν είχα μια ουλή στον μηρό μου : δεν ευχαριστήθηκαν από την απάντησή μου και μου ζήτησαν να τους δείξω τις γάμπες μου.

Με τους συντρόφους μας αποφασίσαμε να παραμείνουμε ενωμένοι και να πάρουμε μέρος στην κηδεία. Παρουσιαστήκαμε καμιά πενηνταριά μπροστά στο κοιμητήριο Μονουμεντάλε, με τις σημαίες του Ποτέρε Οπεράιο. Ο υποδιευθυντής της αστυνομίας Βιττόρια μας κάλεσε ονομαστικά, λέγοντάς μας ότι δεν ήταν δυνατό να μπούμε στο κοιμητήριο με τις σημαίες. Δεν είχαμε ποτέ διαπραγματευτεί μαζί του, διαφορετικά από ότι είχαν κάνει άλλες εξωκοινοβουλευτικές ομάδες. Μας γνώριζε όμως όλους. Η αστυνομία εκείνο τον καιρό γνώριζε την ίδια στιγμή περισσότερα και λιγότερα απ’ ότι εμείς φανταζόμασταν. Αφήσαμε τις σημαίες έξω από το κοιμητήριο, σκίσαμε όμως κάποιες για να φτιάξουμε ταινίες κόκκινες που βάλαμε στα μπράτσα μας σε ένδειξη πένθους: μια φορά μέσα, τις τοποθετήσαμε στο φέρετρο και φτιάξαμε έτσι ξανά μια κόκκινη σημαία. Μετά, η πολιτική απόφαση. Πέταξα στη Ρώμη, στον Φράνκο Πιπέρνο, και η εφημερίδα ‘Ποτέρε Οπεράιο’, όχι δίχως κάποιες εσωτερικές αντιθέσεις, βγήκε με τίτλο ‘ένας επαναστάτης έπεσε’, για να αξιώσει, να τιμήσει την φιγούρα και τον ρόλο του Τζιαν Τζιάκομο. Για τη τιμή του. Για τη στράτευση μας.Για την αλήθεια. Και ενάντια σε κείνη την καθώς πρέπει αριστερά την βαρεμένη, που ακόμη και σήμερα ζει και βλασταίνει, που πάντα αλιεύει σε ταραγμένα νερά.

Οι επιπτώσεις ήρθαν σχεδόν αμέσως, αν και περιορισμένες.

Εξαιτίας της ασφάλειας του πουλμίνο προσδιόρισαν τον Κάρλο Φιορόνι. Σταμάτησαν όμως εκεί. Αν και επαληθεύτηκε ένα παράξενο επεισόδιο. Για παράδειγμα, δημοσιεύτηκε η φωτογραφία του Ορέστε Σκαλτσόνε στην Κορριέρε παρουσιάζοντάς τον σαν Κάρλο Φιορόνι. Λάθος; Προειδοποίηση; Σίγουρα στην Κορριέρε δούλευε εκείνο το διάστημα ένας γνωστός πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών, Τζιόρτζιο Τζίκαρι. Ενάντια στον Φιορόνι, μετά από ανακρίσεις που αυτός αξιολόγησε θετικά εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Καταφέραμε την τελευταία στιγμή να τον στείλουμε στο εξωτερικό, στέλνοντάς τον στη Λοζάνη, όπου έμεινε για κάποιους μήνες. Έτσι τουλάχιστον εκείνο το διάστημα δεν έκανε άλλες χαζομάρες.

Έπρεπε όμως ν’ αντιμετωπίσουμε την καθημερινότητα. Ο Τζιαν Τζιάκομο δεν ήταν μοναχά μια συναρπαστική προσωπικότητα, ήταν ένας άνθρωπος που σου μετέδιδε σιγουριά, απ’ όλες τις απόψεις. Όταν χρειάζονταν κάτι, δεν υπήρχε οικονομικό πρόβλημα. Τώρα είχαμε και αυτό το πρόβλημα. Και η επανάσταση, όπως και η πολιτική τα χρειάζεται τόσο πολύ τα χρήματα.

Είχαμε ακόμη λίγα, που βγάλαμε από την πώληση κάποιων κλεμμένων έργων τέχνης μικρής αξίας. Λίγα ακόμη προήλθαν από την ανάκτηση μέρους ενός ποσού που είχαμε δώσει με την υπογραφή του Φιορόνι για την αγορά ενός άλλου πουλμίνο. Τα χρησιμοποιήσαμε για ν’ αγοράσουμε όπλα από την Ελβετία. Ήρθε ο Βαλέριο, και φυσικά πήρε στη Ρώμη το μεγαλύτερο μέρος.

Εκείνη τη στιγμή βρισκόμασταν με ένα φυγόδικο να συντηρούμε, άλλους δύο των GAP που καταζητούνταν και που δεν ήθελαν να ομαδοποιηθούν στις Ταξιαρχίες, και κάποια νοίκια να πληρώνουμε. Έπρεπε να κινηθούμε.

Ο Σίρο, που είχε επαφές με κάποιους εμπόρους έργων τέχνης σχεδίασε ένα χτύπημα στην βίλλα του Γκουτούζο στις Βελάτε, στους λόφους του Βαρέζε. Για τη διεξαγωγή της έρευνας στείλαμε μια συντρόφισσα, γλυκιά και άνετη, που ζήτησε από τον φύλακα να δει τα έργα του καλλιτέχνη, του οποίου ήταν μεγάλη θαυμάστρια. Μετά από λίγη αντίσταση, ο φύλακας την έβαλε στη βίλα, στο εσωτερικό, όπου στους τοίχους βρίσκονταν πολλοί πίνακες. Ο μαέστρος εκείνο το διάστημα έλειπε, οπότε θεωρητικά η βίλα ήταν άδεια, μιας και ο φύλακας ζούσε με την οικογένειά του στην υποδοχή της εισόδου. Χρειάζονταν απλά να μη μπούμε από εκείνη την πλευρά. Όμως, για να προσεγγίσουμε από την πίσω πλευρά έπρεπε να διασχίσουμε τους κήπους άλλων σπιτιών. Για να κατέβουμε τον τοίχο που ήταν αρκετά ψηλός, χρησιμοποιήσαμε σκάλα ορειβατική. Έξω μας περίμεναν ο Σίρο και μια άλλη σύντροφος.

Ήμασταν τρεις, μόνο εγώ οπλισμένος με ένα Walther Ppk. Οι δύο σύντροφοι μπήκαν μ’ ευκολία, πλέον είχαμε σχετική ευκολία στο ν’ ανοίγουμε παράθυρα ή να σπάμε τζάμια δίχως θόρυβο. Εγώ θα πρόσεχα το εξωτερικό. Η δουλειά θα διαρκούσε μια ωρίτσα, διότι τους πίνακες τους ξεχωρίζαμε απ’ τις κορνίζες και τους τυλίξαμε με προσοχή. Από ένα μικρό φινιστρίνι έβλεπα κάθε τόσο τις σκιές και τους φακούς τους. Ξαφνικά άναψαν τα φώτα. Σκέφτηκα πως οι σύντροφοι καταλήφθηκαν από ένα είδος υπερβολικής εμπιστοσύνης : αντίθετα, είδα αμέσως σχεδόν ένα άνδρα με τουφέκι γυρισμένο προς τα πάνω, εκεί όπου εργάζονταν οι σύντροφοι. Τους άκουσα να πηδούν από τον πρώτο όροφο. Ευτυχώς δεν τα έχασαν, ήταν πολύ σβέλτοι. Έπρεπε να καλύψω την υποχώρησή τους, γι αυτό και έκανα λίγο πίσω προς την σκάλα, απ’ όπου αυτοί ανέβαιναν ξανά με ταχύτητα. Ο άνδρας εν τω μεταξύ είχε βγει έξω οπλισμένος και βρέθηκε μπροστά μου. Σήκωσα το πιστόλι μου και του φώναξα να πετάξει μακριά το όπλο του. Το έκανε κι έτσι μπόρεσα ν’ ανέβω κι εγώ τις σκάλες. Φύγαμε τρέχοντας. Γι αυτό το επεισόδιο δεν γράφτηκε ούτε λέξη στις εφημερίδες της εποχής. Ίσως από εμπιστευτικότητα, σεβασμό για τον μαέστρο, ίσως διότι το τουφέκι ήταν παράνομο.

Βρισκόμασταν λοιπόν σε πολύ δύσκολη θέση. Με τα τελευταία μας χρήματα είχαμε αγοράσει λουλούδια που η κοπελιά μας η θαυμάστρια είχε φέρει στον δάσκαλο. Στο διάστημα που είχαμε να ζήσουμε τρεις κυνηγημένους. Μετά από συζητήσεις που κράτησαν κάποιες μέρες, αποφασίσαμε να επιτεθούμε σε τράπεζα. Η ληστεία τράπεζας περιέχει κάτι πολιτικό μέσα της. Αλλά πολύ μέσα της. Πρώτα πρέπει να νικήσουμε άλλα ταμπού, μικροαστικά θα έλεγε κάποιος, καλής θέλησης κάποιοι άλλοι, κοινού νου. Μας βοηθούσε η σκέψη πως δεν θα κρατούσαμε τίποτα για μας.

Δυο βδομάδες αργότερα ήμασταν στην τράπεζα. Με ένα σχέδιο άριστα προετοιμασμένο, ειδικά για την αποχώρηση. Πήραμε σχεδόν είκοσι εκατομμύρια, πολύ καλό νούμερο για την εποχή.Μα ούτε αυτή τη φορά όλα πήγαν κατ’ ευχή. Μας πυροβόλησαν, απέτυχαν. Ευτυχώς, η Μπερέττα 34 που χρησιμοποιούσε η αστυνομία δεν ήταν πολύ ακριβής.

Μπορούσαμε πλέον ν’ αναπνεύσουμε, το βράδυ, μπροστά στα συγκεντρωμένα χρήματα, νιώθαμε σαν παιδάκια μπροστά στο παιχνίδι της Μονόπολης. Δεν κράτησαν όμως για πολύ, τα νοίκια, οι φυγάδες, καινούρια όπλα, μια μικρή βάση που αποκτήσαμε όπως και χρηματοδότηση στην εφημερίδα, δίχως βέβαια πολλές εξηγήσεις, αφιέρωμα από φίλους. Σ’ ένα μήνα λοιπόν ήμασταν ξανά στην τράπεζα. Κάποια στιγμή οι ληστείες γίνονται η πρωτεύουσα πολιτική πράξη, την ξανά έζησα αυτή τη στιγμή σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, όταν, έχοντας δυστυχώς μπει στις Κόκκινες Ταξιαρχίες του Μιλάνο, χρειάστηκε να διατηρούμε μια τριανταριά φυγάδες που δεν είχαν την παραμικρή ιδέα του πως να μπουν σε μία τράπεζα, ούτε για να πληρώσουν μια επιταγή.

Το 1973 ήταν μια χρονιά πολύ όμορφη, σε προσωπικό επίπεδο, αναμφισβήτητα άσχημη σε επίπεδο πολιτικό.

Μου συνέβη, το προηγούμενο έτος να αισθανθώ πολύ ερωτευμένος, για πρώτη φορά στη ζωή μου. Κάποιοι σύντροφοι το θεωρούσαν αδύνατο, μια και θεωρούσαν πως αγαπούσα πάρα πολύ τον διπλανό, μα όχι τα άτομα με κρέας και κόκαλα. Για το αόριστο και όχι το συγκεκριμένο. Κι όμως, μου συνέβη ν’ αγαπώ κάποια άτομα. Παντρευτήκαμε και τον Μάιο γεννήθηκε η Κιάρα. Η καινούρια ζωή, λιγότερο τσιγγάνος πλέον, μου άρεσε. Όμως, εκτός απ’ τα άλλα καθήκοντα, έπρεπε να δουλεύω και οκτώ ώρες στο εργοστάσιο. Οι ρυθμοί στη ζωή μου συνέχισαν να είναι φρενήρεις.

Σε πολιτικό επίπεδο είχαμε τους πρώτους τραυματισμούς. Μετά το θάνατο του Τζιαν Τζιάκομο μεγαλώσαμε, απ’ όλες τις πλευρές. Στην παράνομη δουλειά μετά-GAP εποχή ήμασταν πια καμιά εικοσαριά στη περιοχή Κόμο-Μιλάνο, με ένα φιλικό δίκτυο μιας εκατοντάδας προσώπων. Τι εννοώ λέγοντας φιλικό δίκτυο; για παράδειγμα, το ότι κάναμε συγκεντρώσεις με τους ερυθροταξιαρχίτες σε βίλα του Κόμο – έρχονταν ο Μορέττι και ο Φραντσεσκίνι – πάνω στη λίμνη. Τ’ αφεντικά έλειπαν πάντα, όμως ο φύλακας ήταν σύντροφός μας.

Γύρισε στην Ιταλία και ο Κάρλο Φιορόνι, την έκανε όμως κι αυτός: τον χρηματοδοτούσαμε μήνες για να διατηρηθεί, και μόλις επέστρεψε, αποφάσισε να μας αφήσει για την ομάδα του Νέγκρι. Σταθήκαμε τυχεροί, άτυχοι εκείνοι. Παραδόξως, μαζί του έφυγε και ο Κάρλο Σαρόνιο, αυτό μας στενοχώρησε πολύ.

Οι αγωνιστές διαιρέθηκαν σε τρία κύτταρα: ένα που διοικούσα εγώ, ένα άλλο από τον Μίμμο, και το τρίτο, μεγαλύτερο και κεντρικό, ο Σίρο. Τους πρώτους μήνες του ’73 ήμασταν όλοι σε λειτουργία. Το δικό μου κύτταρο έπρεπε να φέρει σε πέρας κάποιες επιθέσεις σημαντικές εναντίον φασιστικών γραφείων στο Μιλάνο, το κύτταρο του Σίρο είχε προγραμματίσει ληστεία οπλοπωλείου στην Ελβετία, αυτό του Μίμμο σε τράπεζα.

Θα ξεκινούσαμε εμείς. Πήγαν όλα καλά, κατά λάθος ή από τύχη. Καθώς κατεβαίναμε από το πεντακοσαράκι μου για ν’ ανεβούμε στο αυτοκίνητο της δράσης, ο σύντροφος που κάθονταν πίσω, αντίθετα απ’ τον οδηγό, όπλισε το πιστόλι του. Μα καθώς συνόδευε τον σκύλο του έφυγε ένα χτύπημα. Το βλήμα τρύπησε την καροτσερία και σφηνώθηκε στο κάθισμα, είκοσι εκατοστά από την πλάτη μου: μισό εκατοστό διαφορά στη γωνία βολής θα με είχε πετύχει, διαπερνώντας με. Ένας πυροβολισμός μέσα σε πεντακοσαράκι κάνει τρομερό θόρυβο. Κουφαθήκαμε για κάποια δευτερόλεπτα, αμέσως όμως αποφασίσαμε να συνεχίσουμε την δράση μας.

Η ομάδα του Σίρο έπεσε πάνω στην υπερβολική σχολαστικότητα και στο αστικό πνεύμα ενός ελβετού πολίτη: οι ελβετοί, αν εξαιρέσεις λίγους και γενναίους ανατρεπτικούς, είναι όλοι αστυνομικοί δίχως στολή. Μια φορά πήγα σ’ ένα δάσος στο Μεντρίσιο για να ανακτήσω ένα πακέτο πυρομαχικά, που είχαμε θάψει περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή να τα περάσουμε στην Ιταλία. Δούλευα με το φτυάρι όταν ένιωσα ένα κρύο μούδιασμα στη πλάτη. Το τουφέκι ενός επιμελή κυνηγού με ρωτούσε τι έκανα. ‘Τσιγάρα’ απάντησα γνωρίζοντας πως το πακέτο ήταν τυλιγμένο με χαρτί από τσιγάρα Μάρλμπορο. Πείστηκε βλέποντας το περιτύλιγμα και δίχως να πει τίποτα έφυγε. Οι ελβετοί είναι έτσι φτιαγμένοι: φτάνει να τους διώξεις τις αμφιβολίες. Όταν είναι δυνατό.

Εκείνη τη φορά αντιθέτως οι σύντροφοι άλλαζαν τις ιταλικές πινακίδες σε ένα κλεμμένο αυτοκίνητο με επίσης κλεμμένες ελβετικές. Μια υπερβολική ανησυχία; οι ελβετικές πινακίδες τραβούσαν λιγότερο την προσοχή. Τους είδε ο συνήθης κάτοικος του δάσους και κάλεσε την αστυνομία. Οι τέσσερις σύντροφοι, μεταξύ των οποίων και ο Τζιόρτζιο, συνελήφθησαν. Την γλίτωσαν με κάποιο μήνα, προς στιγμήν όμως ήταν καμένοι. Ο Σίρο άρχισε να κλονίζεται: τους έκαψε εκείνη η παραπανίσια προφύλαξη που ζήτησε ο ίδιος.

Μετά συνέβη η φάση με τον Μίμμο. Στην τράπεζα, περικυκλωμένος, πέταξε χειροβομβίδα για να ξεφύγει. Χοροπήδησε και έσκασε παίρνοντάς του το πόδι. Ήταν ένα αληθινό δράμα για τους δύο συντρόφους που συνελήφθησαν και ένα ψυχολογικό για όλους εμάς, συλλογικό. Στο Κόμο, στα γραφεία ανέπνεες αέρα βαρύτατο. Πολλοί μας κοιτούσαν σαν να χουμε πανούκλα. Επί πλέον, η οργάνωση μας έλεγε τα δικά της. Γνωρίζαμε πως ο χωρισμός ανάμεσα σε στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο απαιτούσε από αυτόν που θα συλλαμβάνονταν από εμάς να μη επικαλεστεί πολιτική ταυτότητα. Και οι δύο σύντροφοι το έκαναν χωρίς κανένα πρόβλημα, παρόλο που οι εφημερίδες έγραφαν για αγωνιστές της Εργατικής Εξουσίας. Τους είχαμε όλους από πάνω μας, τους ρουφιάνους, τα κόμματα, τις εφημερίδες, τους συντρόφους που δεν καταλάβαιναν. Περιμέναμε από τον Πιπέρνο, με την απαραίτητη διάκριση φυσικά, να αναγνωρίσει τη συμμετοχή τους στην οργάνωση. Αντίθετα, με μια πνευματώδη κοινωνιολογική πιστολιά, τους χαρακτήρισε ληστές.

Θυμώσαμε πολύ, κρεμάσανε τα μπράτσα μας. Έγινε ένα ξεκαθάρισμα με σκληρότητα, όπου ο Φράνκο παραδέχτηκε πως υπερέβαλε για να προστατέψει την οργάνωση, όμως το κακό είχε γίνει, η τηγανιά ήταν έτοιμη.

Στο βάθος υπήρχε ήδη η Ροζολίνα, το συνέδριο όπου θα ξεκαθάριζαν οι λογαριασμοί. Ήρθε ο Πιπέρνο στο Κόμο για τις εργασίες του τμήματός μας. Ανεξάρτητα από τις ρήξεις και τις πληγές, νικήσαμε δυνατά, άγρια. Η οργάνωση με δύο επίπεδα έμοιαζε ακόμη γερή και βλαστάνουσα. Κόντρα στην δράση του Τόνι Νέγκρι, ο οποίος με τη δυνατή οξύνοια του και την αξιοσημείωτη δυνατότητά του να δρα με τρόπο πολιτικά λανθασμένο, δούλευε σκληρά για τη διάλυση του Ποτέρε Οπεράιο στο Κίνημα της Αυτονομίας που γεννιόταν εκείνη την περίοδο, χρειάζονταν λοιπόν μια τεράστια θέληση για ανάκτηση της πρωτοβουλίας, για ένα καινούριο ξεκίνημα. Το οποίο όμως, έτσι κι αλλιώς, θα ήταν σύντομης διάρκειας γιατί αυτή η ίδια η λογική του διπλού επιπέδου ήταν πλέον ξεπερασμένη εκ των πραγμάτων: από την μια πλευρά πηγαίναμε προς το ένοπλο κόμμα, τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, από την άλλη προς το κίνημα της ταξικής Αυτονομίας και της διάχυτης βίας, το οποίο από τις τάξεις του θα γεννούσε στη συνέχεια άλλες ένοπλες οργανώσεις.

Ήταν όμως για τέσσερα έντονα και μακρά χρόνια η ζωή μας η ίδια, δεν ήταν εύκολο να τα αρνηθούμε. Γι αυτό και ο θυμός προς το πρόσωπο του Νέγκρι, εκείνο το διάστημα ήταν μεγάλος.

Είχα ξεκάθαρη την αίσθηση πως ο Πιπέρνο ήταν κουρασμένος, παραιτημένος ήδη έχανε τη μάχη. Γι αυτό, όταν μου ζήτησε με κάποιους συντρόφους της παράνομης δουλειάς να πάρω μέρος στη Ροζολίνα είπα όχι. Δεν ήθελα να παρακολουθήσω το θάνατο του Ποτέρε Οπεράιο.

Προχωρήσαμε λιγάκι ακόμη με τον Ορέστε και την προσπάθειά του να δέσει, να συνδυάσει το παρελθόν με το παρόν της καινούριας πραγματικότητας που κινούνταν στη σκηνή, ξεκινώντας από τους συντρόφους που έφευγαν από την Λόττα Κοντίνουα.

Γίναμε μια ομάδα αυτόνομη απ’ όλους. Με ισχυρότερους δεσμούς με αυτούς που έβγαζαν την εφημερίδα ‘Χωρίς Ανακωχή’ – Senza Tregua. Μας πίεζαν για κάποιο διάστημα αυτοί των ΕΤ, νιώθαμε όμως μακριά από εκείνους, γι αυτό και κρατήσαμε επαφή μονάχα για ανταλλαγές. Με τη σύλληψη του Κούρτσιο και του Φραντσεσκίνι χάσαμε κάθε επαφή.

Εκείνη την περίοδο ήρθε να με βρει ο Κάρλο Φιορόνι: ήθελε να μου πει πως ο Κάρλο Σαρόνιο είχε απαχθεί από τις μυστικές υπηρεσίες. Υποστήριζε αυτή τη θεωρία του από το γεγονός πως στη βάση των ταξιαρχιτών στη Ρομπιάνο ντι Μεντίλια βρέθηκαν αναφορές που θα μπορούσαν να τον συσχετίσουν. Οι ταξιαρχίτες είχαν μια παράξενη και κυνική συνήθεια: τα ονόματα των αγωνιστών τους τα έγραφαν με κωδικό, αυτά των άλλων με το όνομα, και καμιά φορά και το επίθετο, το αληθινό. Για τύχη μου, το όνομα Τσέκο αντιστοιχούσε και σε ένα σύντροφο από το Λόντιτζε προς τον οποίο κατευθύνθηκαν οι υποψίες. Το όνομα Κάρλο Σαρόνιο όμως οδηγούσε σε μια ακριβή διεύθυνση, το σπίτι του στο Μπολιάσκο, όπου γίνονταν συναντήσεις. Όμως αυτό του Φιορόνι ήταν μια φτωχή προσπάθεια να θολώσει τα νερά. Λίγο μετά τον συνέλαβαν στην Ελβετία όπου προσπαθούσε ν’ ανταλλάξει χρήματα από τα λύτρα.

Άλλοι σύντροφοι έφυγαν προς μονοπάτια λιγότερο επικίνδυνα. Ο Σίρο ψάχτηκε με μορφές αναζήτησης new age. Παρέμενε ο σκληρός πυρήνας, του οποίου ήμουν υπεύθυνος για κάποιο διάστημα. Μετά, προς τα τέλη του ’75, όπως πολύ συχνά συμβαίνει σε μικρές ομάδες που διέρχονται κρίση, αμφισβητήθηκα.

Έφυγα κι εγώ. Για να σκεφτώ, να δω κόσμο, να κάνω πράγματα. Να χαρώ, τουλάχιστον για λίγο, την κόρη μου.

Σε πολιτικό επίπεδο περιοριζόμουν στο να παραβρίσκομαι στην ομάδα της Αυτονομίας που είχε δημιουργηθεί στο Κόμο, όπου κατοικούσα πλέον οριστικά, και να δραστηριοποιούμαι σε συνδικαλισμό βάσης στο σχολείο [έχω εν τω μεταξύ αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο και ξεκίνησα να διδάσκω], και να διατηρώ λίγες, προνομιακές, φιλικές σχέσεις.

Είχα προφανώς ανάγκη αποτοξίνωσης. Όμως η νορμάλ ήσυχη ζωή νεαρού της αριστεράς δεν μου ταίριαζε.

Με μερικούς απ’ τους καινούριους μου συντρόφους στήσαμε μια καινούρια ομάδα, πήραμε επαφές κυρίως με συντρόφους της Πρώτης Γραμμής – Prima Linea – [όπου βρίσκονταν ένας φίλος, σ’ εμένα πολύ αγαπητός, ο Σέρτζιο Σέτζιο, της οποίας γίναμε μια υλικοτεχνική δομή -εφοδιασμού, ειδικά σε όπλα από την Ελβετία. Επίσης και για κάποιες ενέργειες.

Μετά τον επίλογο της απαγωγής Μόρο, υπήρξε ξανά μια τάση φυγής και επιστροφή στην ιδιώτευση. Ήμουν πεπεισμένος, όπως πολλοί πλέον, πως δεν υπήρχε πια προοπτική, όμως ακριβώς εξ αιτίας αυτού έπρεπε να πάμε μέχρι τέλους, μέχρι τον πάτο. Έστησα ξανά τις σχέσεις με τους παλιούς συντρόφους που παρέμειναν: δεν υπήρχε πια χρόνος για ρωγμές και διασπάσεις. Με τον Giorgio περιμέναμε την έξοδο από τις γαλλικές φυλακές των Μαριέττο και Βιντσέντσο [είχαν συλληφθεί στο Παρίσι με ένα μέλος του ΟLP, Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, για κατοχή όπλων], για να αποφασίσουμε ξανά μαζί τι θα κάνουμε, με ποιον δηλαδή θα ρίξουμε μαζί εκείνα που ξέραμε πως θα είναι τα τελευταία μας φυσίγγια.

Εν τω μεταξύ με συνέλαβαν για τη δίκη της 7ης Απριλίου, [η δίκη της Αυτονομίας] στις 24 Ιανουαρίου του 1980. Πολλές οι ενδείξεις εναντίον μου, σύμφωνα με τον δημόσιο κατήγορο, για τις πρόσφατες ενέργειες, στην πράξη όμως δεν είχαν τίποτα. Η μοναδική συγκεκριμένη κατηγορία ήταν οριστικά παλιά, ένα πέρασμα από τη μνήμη του Φιορόνι Κάρλο, που έλεγε πως εγώ οδήγησα τις συγκρούσεις της 11ης Μαρτίου του ’72 στο Μιλάνο. Περίεργη η επιλογή του Φιορόνι: είχε πετάξει όλη του τη ζήλια εναντίον των φίλων του Νέγκρι, ενώ στάθηκε πολύ ήπιος εναντίον των φίλων του Σκαλτσόνε. Τέλος πάντων, έκανα χρήση της δυνατότητας να μην απαντήσω. Με κράτησαν περίπου ένα μήνα στη φυλακή στην Μπρέσια, απομονωμένο, μετά με μετέφεραν στις ειδικές: Κούνεο, Τράνι, G 7 Ρεμπίμπια στη Ρώμη. Ασφαλώς η απομόνωση είχε ένα αρνητικό αποτέλεσμα. Συνέχιζαν όμως να μην έχουν τίποτα στα χέρια. Τον Δεκέμβρη ανακρίνομαι από τον Φραντσέσκο Αμάτο, ο οποίος, με βάση της ασημαντότητας των στοιχείων που είχαν μαζέψει, υποχρεώθηκε να αποχαρακτηρίσει την κατηγορία ανάμιξής μου σε ένοπλη οργάνωση. Στη φυλακή πλέον από ένα χρόνο, με την καινούρια διατύπωση του κατηγορητηρίου, μπορούσα να αφεθώ προσωρινά ελεύθερος.
Μπήκα αμέσως στην παρανομία.

Έπρεπε αμέσως να ολοκληρώσουμε τη δέσμευση που είχαμε πάρει δώδεκα μήνες πριν. Στο τραπέζι υπήρχαν δύο προοπτικές: να μπούμε στις ΕΤ [ φάλαγγα Walter Alasia του Μιλάνο], ή να φτιάξουμε μια πειραματική ομάδα με τους πυρήνες του Σέρτζιο Σέτζιο, ο οποίος ήταν προσανατολισμένος κυρίως στο να κάνει δυνατή την απόδραση των συντρόφων από τη φυλακή. Μια επανέκδοση του ‘Mucchio Selvaggio’, [ η ταινία του Σαμ Πέκινπα, »Άγρια Συμμορία»]. Η μοναδική υποχρέωση ήταν πως, οποιαδήποτε επιλογή κέρδιζε, οι υπόλοιποι θα έπρεπε να παραμείνουν: μαζί είχαμε ξεκινήσει, μαζί έπρεπε να τελειώσουμε. Ο Μάριο και ο Βιντσέντσο είχαν εν τω μεταξύ βγει από τις γαλλικές φυλακές: αποφασίσαμε εννέα. Ή μάλλον, αποφάσισαν οκτώ. Μια επιλογή άθλια, καταστροφική.

Εγώ δεν πήρα μέρος στην συνάντηση: με δεδομένη τη σχέση μου με τον Σέρτζιο, ήταν σε όλους ξεκάθαρο πως θα προτιμούσα τη δεύτερη λύση. Τέλειωσαν λοιπόν στο τέσσερα-τέσσερα, με ένα σύντροφο που για να μη σπάσει μια ισορροπία δίχως διέξοδο ψήφισε την επιλογή ταξιαρχίες. Ειδικά ήταν ο Μαριέττο που έσπρωξε προς αυτή την κατεύθυνση : στα σχεδόν τρία χρόνια που είχε κάτσει στις γαλλικές φυλακές, δεν άκουγε τίποτα άλλο παρά για τις κόκκινες ταξιαρχίες.

Σήμερα ο Μαριέττο επικρίνει τον εαυτό του για κείνη την επιλογή, και τα βάζει μαζί μου γιατί δεν πήρα μέρος στη συνάντηση και την ψηφοφορία: εάν είχα εκφραστεί, θα είχε κερδίσει η άλλη επιλογή. Που όλοι σήμερα αναγνωρίζουμε πως θα είχε σταθεί η πιο σωστή και συνεπής με την ιστορία μας. Δεν είχαμε τίποτα κοινό με τους λενινιστές-σταλινιστές.

Στις ταξιαρχίες βρήκαμε περιβάλλον δύσκολο. Μας είχαν υποσχεθεί πως θα μας αφήσουν όλους μαζί, τουλάχιστον τον ενεργητικό πυρήνα, μα μας διασκόρπισαν στις διάφορες φάλαγγες. Η εξουσία έχει πάντα τη δική της λογική: ήμασταν μια ομάδα ενωμένη, με συνοχή και αποτελεσματικότητα, άρα επικίνδυνη. Στη μιλανέζικη φάλαγγα, πλέουν ένα σωρό φυγάδες: πρόσωπα που στη μεγαλύτερη πλευρά είχαν καταφύγει στην παρανομία από ανάγκη και όχι από επιλογή. Δεν είχαν καμία στρατιωτική εμπειρία. Έπρεπε όμως να μάθουν. Και κανείς απ’ τους συντρόφους, ούτε από τους υπεύθυνους, ούτε από την ίδια ομάδα της φωτιάς, δεν είχαν κάνει ποτέ ληστεία. Είχαν μέχρι εκείνη τη στιγμή επιζήσει με εκείνη την ποσότητα χρημάτων που αναλογούσε στη μιλανέζικη φάλαγγα από τα λύτρα της απαγωγής του εφοπλιστή Κόστα.

Έτσι βρεθήκαμε σε μια κατάσταση σχιζοφρενική: χαμένοι στις ταξιαρχίες, αλλά ενωμένοι για να ληστεύουμε τράπεζες. Δίχως να μπορούμε να μιλάμε για τη ζωή μας στις καταστάσεις όπου είχαμε στεγαστεί. Φυσικά δεν πήγαινε έτσι. Εγώ είχα και κάποια απαγόρευση επιπλέον: να μη συναναστρέφομαι τον Σέτζιο, να μη βλέπω τη γυναίκα και την κόρη μου, να μη πηγαίνω στα παιχνίδια της Ίντερ. Φυσικά και τα έκανα και τα τρία. Με μεγάλη προσοχή το δεύτερο και το τρίτο, με τρόπο ξεκάθαρο το πρώτο.

Στις ΕΤ πάντως γνώρισα κάποια πολύ όμορφα πρόσωπα. Ιδιαίτερα ένα, αποφασιστικά πιο πάνω από τον μέσο όρο σε εύρος ανθρωπιάς και πολιτικό: Αουρόρα, η διοικητής της φάλαγγας. Κοίτα περίπτωση. Προέρχονταν από το Ποτέρε Οπεράιο. Τυχαίο;

Όταν το 1982 με έπιασαν ξανά, ήμουν πολύ κουρασμένος. Δήλωσα πολιτικός κρατούμενος, με πήγαν στο Φοσσομπρόνε. Χάρηκα διότι γνώριζα πως ο Σέτζιο δούλευε την περίπτωση-υπόθεση απελευθέρωσης κρατουμένων από εκείνη τη φυλακή και η άφιξή μου σίγουρα θα επιτάχυνε την απόφασή του. Πράγματι, έτσι έγινε. Μόνο που το πράγμα αποκαλύφθηκε με την καταγγελία του συνήθη ταξιαρχίτη που συνελήφθη. Με μετέφεραν στο Νουόρο. Εκεί, όλοι μου φάνηκαν τρελοί: φύλακες και φυλακισμένοι. Προσπάθησα να επιβιώσω με το μοναδικό όπλο που απέμενε: ειρωνεία. Ευτυχώς που οι φύλακες δεν καταλάβαιναν, το οποίο δεν μου έκανε εντύπωση, ούτε όμως και οι κρατούμενοι. Με κοίταζαν σαν να βρίσκονταν μπροστά στα σουρεαλιστικά αστεία και ανέκδοτα του Κόκι και Ρενάτο [δημοφιλείς κωμικοί της εποχής].

Από εκεί, μετά από ένα μήνα, με μετέφεραν στη Ρώμη για τη δίκη της 7ης Απριλίου. Μ’ έβαλαν ξανά στη G7 πτέρυγα, σε κλουβί με τον Ροσσάνο Κόκις, από την συμμορία του Βαλαντσάσκα, που βρέθηκε κατά τύχη σ’ εκείνη τη δίκη, και τη Σιλβάνα Μαρέλλι, μια συντρόφισσα που γνώριζα από τα πρώτα χρόνια του Ποτέρε Οπεράιο, ικανή για σαρκασμό γλυκό και καταστροφικό. Θεωρούμασταν αμετανόητοι, έτσι μας κρατούσαν ξεχωριστά από τους υπόλοιπους. Ναι, προσπαθούσα να φέρομαι αμετακίνητα, αλλά στη βλακεία. Με τους άλλους συγκατηγορούμενούς μου, ακόμη και μ’ αυτούς που δεν βλεπόμασταν πλέον από καμιά δεκαριά χρόνια, οι σχέσεις ήταν καλές. Είχαμε πάρει μέρος στην ίδια οικογένεια, κι ας βρεθήκαμε με θέσεις διαφορετικές. Ιδιαίτερα αισθανόμουν άριστα με τους Ετζίντιο Μονφερντίν, Λάουζο Τζαγκάτο και Ορέστε Στράνο, με τους οποίους είχα πολλές ομοιότητες, συγγένεια. Και πρόσωπα που έβρισκα πολύ συμπαθητικά όπως Πάολο Βίρνο και Φράνκο Τομμέι. Όπως επίσης και με τον Τόνι, με τον οποίο οι σχέσεις είχαν βελτιωθεί αισθητά, τα ξαναβρήκαμε που λένε.

Μια μέρα έφτασε στα χέρια μου μια πόρπη, στην ορολογία της φυλακής διαταγή να σκοτώσω κάποιον. Σύμφωνα με τους τρελούς, και οι τρελοί στην περίπτωσή μας και μέσα σε εισαγωγικά ήταν αυτοί του κόμματος ανταρτοπόλεμου που, σε συμμαχία με τη Νέα Καμόρρα, είχαν δημιουργήσει κλίμα τρομοκρατίας στις ειδικές φυλακές, έπρεπε να κάνω τη τεράστια επαναστατική χειρονομία και να σκοτώσω τον Τόνι Νέγκρι, ηγέτη των αντεπαναστατών του διαχωρισμού. Έστειλα πίσω στον αποστολέα την πόρπη, και από εκείνη τη μέρα δεν ήθελα να ξέρω και να ξανακούσω τίποτα. Παρέμεινα στην ειδική πτέρυγα, αλλά ζήτησα να με βάλουν σε κελί με τον Ροσσάνο και άλλους κοινούς κρατούμενους, με τους οποίους τουλάχιστον έπαιζα χαρτιά και ποδόσφαιρο, αντί να περνώ τον καιρό μου καταστρέφοντας το μυαλό μου.

Με ενδιέφερε να ετοιμάσω τη δίκη του Μιλάνο στην Βάλτερ Αλάζια. Είχα συχνή αλληλογραφία με κάποιους συντρόφους, ειδικά με την Αουρόρα. Αποφασίσαμε τη στρατηγική: δεν ήμασταν αμετανόητοι με το στανιό αλλά ούτε διαχωρίζαμε τη θέση μας, στη προσπάθεια να προωθήσουμε μια τρίτη οδό πολιτικής λύσης, δια μέσου της θέσης της αμνηστίας, ακόμη και για τους πιο ταραχώδεις αγωνιστές. Σε πρώτο βαθμό η δίκη πήρε αυτό το δρόμο, με τρόπο, μοναδικό. Η Αουρόρα όμως, μετά από λίγο, αποσύρθηκε. Στο δρόμο που διαλέξαμε χώθηκαν ανάμεσα κάποιοι σύντροφοι που την αδιαλλαξία την έκαναν ταυτότητα, τρόπο ζωής. Ήταν όμως τα παιδιά της και αυτή δεν δέχονταν να τα αφήσει ορφανά. Θαύμασα πολύ και θαυμάζω αυτή τη τόσο ακριβή για τη ζωή της στάση. Κάποια χρόνια μετά, μερικοί από τους ιστορικούς ηγέτες των Ερυθρών Ταξιαρχιών, μεταξύ των οποίων και ο Ρενάτο Κούρτσιο, ξαναπήραν στα χέρια τις σημαίες της αμνηστίας.
Ήταν όμως πλέον αργά.

Παραμένει όμως το γεγονός πως η κατηγορούμενοι της δίκης της 7ης Απριλίου και αυτοί της Πρώτης Γραμμής έκαναν μια επιλογή, αυτή του διαχωρισμού, συλλογική, που είχε θετική ανταπόκριση και στη δική μου περίπτωση, όπως και σε άλλους που δεν διαχώρισαν τη θέση τους. Οι στρατηγοί αυτής της εκλογής, ο Νέγκρι και ο Σέτζιο, συγκεκριμένα και πραγματικά, ήταν οι τελευταίοι που αφέθησαν ελεύθεροι, Ενώ στην υποκειμενική θέση των ερυθροταξιαρχιτών, συνέβη πολλοί στρατηγοί να βγουν νωρίτερα από πολλούς στρατιώτες, κάποιοι από τους οποίους είναι ακόμη στη φυλακή.

Στην πρώτη στροφή άρπαξα είκοσι χρόνια, στην έφεση, με το μηχανισμό της συσσώρευσης, κατέβηκα στα δωδεκάμιση. Κάθισα μέσα δέκα χρόνια, για ένοπλη ομάδα και ληστείες. Ο καλός υπουργός δημόσιας τάξης Αρμάντο Σπατάρο, σήμερα εικόνα αυτών που γυροφέρνουν, είχε ζητήσει για μένα ισόβια για μια δολοφονία : αθωώθηκα.

Βγήκα οριστικά από τη φυλακή το 1990, μιας και επωφελήθηκα της εισόδου του καινούριου ποινικού κώδικα, ξεκίνησα να δουλεύω με άτομα εξαρτημένα από ναρκωτικά και αρρώστους από AIDS. Άρχισα να δουλεύω στις κοινότητες κατά τύχη, παρέμεινα διότι μου άρεσε. Με τα άτομα που δουλεύω στην Ένωση κοινότητα του Γκαμπιάνο, προσπαθήσαμε να ακολουθήσουμε μια μικρή ουτοπία μπαζαλιάνα, σύμφωνα με την οποία η ελευθερία και όχι η στένωση, η απαγόρευση, το ζόρι, ακόμη και στις εξαρτήσεις και τους εθισμούς, είναι θεραπευτική”.

Αυτά. Καταλαβαίνω πως είναι μακρύ. Μα αν κάποιος θέλει να καταλάβει ακριβώς τι συνέβη εκείνα τα χρόνια, θα πρέπει να μάθει την υπομονή, να διαβάσει λιγάκι λοιπόν, κι όχι να απομνημονεύει τσιτάτα. Τι καλύτερο από το βίωμα κι όχι τις θεωρίες!; Αν δεν μπορούμε να κάνουμε υπομονή διαβάζοντας για το παρελθόν μας, τι αγωνιστές είμαστε; Άποψη μου είναι πως κάποιος παραδειγματίζεται από τις πράξεις κι όχι από τις θεωρίες, αυτές τον εμπλουτίζουν, η πράξη όμως τον παρακινεί!

Το χθες και το σήμερα συνδέονται άμεσα. Είναι η καθημερινή μάχη ανάμεσα σε καταπιεστές και καταπιεζόμενους που συνεχίζεται αμείλικτη. Ο καθένας έχει την ιερή υποχρέωση να ταχτεί με την μια ή την άλλη πλευρά, να διαλέξει τα ”όπλα”  ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του, τίποτα δεν είναι πολυτιμότερο από το άλλο, να οργανωθεί εκεί που νιώθει καλύτερα, εκεί που νιώθει στο σπίτι του, και να τραβήξει τον δρόμο που αυτόνομα, μαζί με τους συντρόφους του θα χαράξουν.  Και κακά τα ψέμματα, αυτονομία σημαίνει συνειδητή πορεία έξω από τις συμβάσεις και την αστική νομιμότητα!

Αυτά λοιπόν. Ευχαριστώ για την υπομονή σας, τελειώνοντας με τους στίχους ενός τραγουδιού της εποχής που συμπυκνώνει κυριολεκτικά τον αέρα που ένιωσα και ανέπνευσα μόλις πάτησα το πόδι μου στην Ιταλία το μακρινό ’73: 

‘Ολόκληρος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη. Η Λατινική Αμερική μάχεται με τον ένοπλο αγώνα κερδίζει στην Ινδοκίνα σε όλο τον κόσμο οι λαοί αποκτούν συνείδηση και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη δίκαιη βία και έτσι Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε για να καταλάβεις ότι ήχησε η ώρα του τουφεκιού; Η Αμερική των Νixon των Agnew και MacNamara στις ζούγκλες του Βιετνάμ παίρνει ένα μάθημα ο πολιτισμός των ναπάλμ δεν αρέσει στους λαούς όσο υπάρχουν αφεντικά δεν θα υπάρξει ποτέ ειρήνη η ειρήνη των αφεντικών βολεύει τα αφεντικά η συνύπαρξη είναι απάτη για να μας κάνουν να στεκόμαστε φρόνιμα οπότε Τι άλλο θέλεις σύντροφε …Στην Ισπανία και την Πολωνία οι εργάτες μας διδάσκουν ότι ο αγώνας δεν σταμάτησε ποτέ ενάντια στα αφεντικά ενωμένοι εναντίον του καπιταλισμού ακόμη και αν είναι καμουφλαρισμένος σε έναν ψεύτικο σοσιαλισμό οι Πολωνοί εργάτες που βγήκαν σε απεργία φώναζαν στην πορεία αστυνομία-γκεστάπο φώναζαν Gomulka θα τελειώσεις άσχημα προχωρούσαν τραγουδώντας τη Διεθνή συνεπώς Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …Οι μάζες και στην Ευρώπη δεν στέκονται πλέον να κοιτούν ο αγώνας εκρήγνυται παντού και δεν μπορούν να τον σταματήσουν παντού οδοφράγματα από το Burgos στο Stettino και επίσης εδώ ανάμεσα μας από την Avola στο Τορίνο από το Orgosolo στη Marghera από την Battipaglia έως το Reggio η σκληρή πάλη προχωρά τα αφεντικά την έχουν άσχημα και ως εκ τούτου Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …’

«Η ώρα του τουφεκιού» (Pino Masi και Piero Nissim). 1969