«Με βαρύ περίεργο περπάτημα», έτσι περιέγραψε κάποιος αυτόπτης μάρτυρας την είσοδο του Μπακούνιν στην αίθουσα των συνεδριάσεων, «ανέβηκε τα σκαλιά που οδηγούσαν στην εξέδρα όπου καθόταν το προεδρείο, ντυμένος αφρόντιστα όσο ποτέ, φορούσε μια γκρίζα μπλούζα και από κάτω δεν φαινόταν πουκάμισο, αλλά ένα φανελένιο εσώρουχο∙ αμέσως από στόμα σε στόμα διαδόθηκε ο ψίθυρος «Μπακούνιν». Ο Γαριβάλδης σηκώθηκε, προχώρησε λίγο μπροστά και τον αγκάλιασε. Αυτή η σοβαρή συνάντηση δύο μεγάλων και δοκιμασμένων πολεμιστών της επανάστασης δημιούργησε εκπληκτική εντύπωση… Όλοι σηκώθηκαν όρθιοι και ακούστηκε ένα παρατεταμένο και ενθουσιαστικό χειροκρότημα».

Ελβετία, Σεπτέμβριος του 1867, συγκέντρωση με τη συμμετοχή αρκετών μελών της Διεθνούς, του Βίκτωρος Ουγκό και του Τζον Στιούαρτ Μιλ, του Συνδέσμου για την Ειρήνη και την Ελευθερία στον οποίο πρωταγωνιστούσε ο Γαριβάλδης (Πηγή: Τζέημς Τζος, οι Αναρχικοί).

Το έθνος ξεκίνησε, σύμφωνα με τον Μπένεντικτ Άντερσον, σαν το αυθόρμητο απόσταγμα των αμερικανικών επαναστάσεων και της Γαλλικής και αρχικά συνιστούσε μια μορφή που δε είχε σχεδιαστεί ή προγραμματιστεί. Για το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα το έθνος-κράτος αποτέλεσε την τυπική μορφή που πήρε το ολοκληρωμένο ή βιοπολιτικό  κράτος, δηλαδή το καπιταλιστικό κράτος. Ήδη από τα τέλη του περασμένου αιώνα, το καπιταλιστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα από πολλές απόψεις περνάει σε μια μετα-εθνική περίοδο, αν και η στρατιωτική/πολιτική εξουσία εξακολουθεί πάντα να ασκείται κυρίως μέσα από του μηχανισμούς των υφιστάμενων εθνικών κρατών. Πάνω στο έδαφος αυτού του μετασχηματισμού (της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης»), ο φιλελευθερισμός – η  διαχρονική μορφή της αστικής ιδεολογίας, κυρίαρχη πλέον στην αριστερά αλλά και σε μεγάλη μερίδα των αναρχικών –  εμφανίζεται μαχητικά αντιεθνικιστικός. Το ζητούμενο του συνεδρίου οφείλει να είναι μια κριτική του εθνικού κράτους πολεμικά διαχωρισμένη από αυτού του είδους τον «αντιεθνικισμό». Με άλλα λόγια μια κριτική του έθνους από την σκοπιά της επανάστασης που θέλει να δρομολογήσει τη διαδικασία χειραφέτησης της κοινωνίας από το κράτος και το κεφάλαιο.

Πρέπει κατά συνέπεια να εξετάσουμε τόσο τα γενικότερα ιστορικά χαρακτηριστικά του έθνους-κράτους όσο και τον ιδιαίτερο ρόλο που καλείται να παίξει το εθνικό κράτος στην καινούρια περίοδο του καπιταλισμού. Και όλα αυτά από την σκοπιά όσων σχηματίζουν στο άνοιγμα μιας νέας σειράς επαναστάσεων στο μέλλον.

Εμβαθύνοντας στην ιστορική ιδιαιτερότητα του έθνους-κράτους μπορούμε να συζητήσουμε:

  • Για τη σχέση έθνους/εθνότητας. Το έθνος-κράτος είναι πρόσφατο, η ηλικία του μόλις ξεπερνάει τους δυο αιώνες. Οι εθνότητες όμως μπορεί να είναι πολύ παλαιότερες. Μερικές από αυτές αποτέλεσαν εξαιρετικά μακρόβια εθνοτικά κράτη (π.χ. το αυτοκρατορικό Βιετνάμ). Άλλες δεν απέκτησαν ποτέ πολιτική ενότητα αλλά συγκροτούσαν ρυθμισμένα πολυκρατικά συστήματα (Σουμέριοι, Αρχαίοι Έλληνες, οι Ιταλικές πόλεις του Μεσαίωνα κ.α.). Να σημειώσουμε ότι οι εθνοτικές ρίζες πολλών ευρωπαϊκών κρατών φτάνουν στον ύστερο Μεσαίωνα, ενώ εκείνες των εθνών του Καυκάσου (π.χ. Γεωργιανοί, Αρμένιοι) είναι ακόμα παλαιότερες. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα σύγχρονα εθνικά κράτη έχουν πίσω τους μια σκοτεινή προϊστορία και μια εξίσου σκοτεινή ιστορία, εθνοκτονιών, ξεριζώματος των πιο αδύνατων εθνοτήτων. Αυτό το ξερίζωμα επαναλαμβάνεται σήμερα σε μια ανώτερη κλίμακα με την παγκοσμιοποίηση.
  • Για την αντίθεση ανάμεσα στον εθνικισμό και εκείνο τον διάχυτο μετέωρο πατριωτισμό του προνεωτερικού ανθρώπου, ο οποίος – όπως λέει η Σιμόν Βέιλ – αντιστοιχούσε σε μια πολλαπλότητα ριζών, περιοριζόταν ή διευρυνόταν ανάλογα με τις ιδιαίτερες σχέσεις και τους κινδύνους και το αντικείμενο του μπορούσε να είναι ένα χωριό, μια πόλη, μια χώρα, η χριστιανοσύνη ή το Ισλάμ, το ανθρώπινο γένος κλπ. Αυτή η αντίθεση έχει μια ιδιαίτερη σημασία εφόσον το τέλος του κράτους κάθε άλλο παρά συνεπάγεται και το τέλος της πολιτικής και επομένως, επίσης και στις πολιτείες των ελεύθερων χωρίς κράτος ανθρώπων θα τίθεται ένα ζήτημα συνοχής του πολιτικού σώματος και άρα και κάποιας μορφής πατριωτισμού.
  • Για μια σειρά σχέσεις όπως ανάμεσα στο έθνος-κράτος και τη δημοκρατική επανάσταση, το έθνος-κράτος και το κράτος πρόνοιας (μόνο με το κράτος πρόνοιας το κράτος-έθνος γίνεται πραγματικά εθνικό), το εθνικό κράτος και την γκραμσιανή έννοια της ηγεμονίας, το έθνος-κράτος και την ταξική πάλη (μόνο στα πλαίσια του έθνους-κράτους και της πόλης-κράτους η ταξική πάλη παίρνει τη σύγχρονη μορφή της) κλπ.

Μιλώντας για το έθνος-κράτος την εποχή της παγκοσμιοποίησης, πρέπει  κατ’ αρχήν να έχουμε υπόψη μας ότι, το έθνος-κράτος δεν υπήρξε ποτέ από μόνο του ούτε απλώς δίπλα σε άλλα παρόμοια εθνικά κράτη, αλλά μόνο στα πλαίσια ενός παγκόσμιου συστήματος διεθνών σχέσεων, το οποίο και πρέπει να πάρουμε υπόψη μας για να κατανοήσουμε τον κάθε εθνικό κοινωνικό σχηματισμό χωριστά. Το έθνος-κράτος δεν υπάρχει παρά μόνο στον πληθυντικό, σαν έθνη-κράτη που σχηματίζουν ένα παγκόσμιο σύστημα πολλαπλών εξουσιαστικών δρώντων με ανταγωνιστικές σχέσεις, βαθιές αντιθέσεις, ιεραρχικές δομές κτλ. Ο καπιταλισμός υπήρξε εξαρχής ένα διεθνές σύστημα για την κριτική προσέγγιση του οποίου στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκαν έννοιες όπως αποικιοκρατία, ιμπεριαλισμός, σχέση κέντρου/περιφέρειας κτλ. Σχετικά, οι Χαρντ και Νέγκρι εισήγαγαν την πολύ προβληματική έννοια της «Αυτοκρατορίας», ενώ ο Μπαντιού την πολύ δόκιμη και επιδεκτική περεταίρω αξιοποίησης έννοια του zonage (κατάτμηση σε ζώνες). Είναι φανερό ότι μας λείπουν τα θεωρητικά εργαλεία, αλλά έστω περιγραφικά είμαστε υποχρεωμένοι να συζητήσουμε για μια σειρά θέματα όπως:

  • Για την κατάτμηση σε ζώνες των εθνικών κρατών, όπως και των μητροπόλεων, με τις ζώνες εξαίρεσης ή ανομίας στο ένα άκρο και τις περιφραγμένες πόλεις, τα διοικητικά κέντρα των επιχειρήσεων και τις ακριβές αγορές στο άλλο. Κάθε χώρα πλέον είναι συγχρόνως μια Ευρώπη και μια Αφρική.
  • Για την επιστροφή του γεωπολιτικού κέντρου βάρους του πλανήτη από τον Ατλαντικό πίσω στον Ειρηνικό. Πρόκειται για αλλαγή που μετριέται με κλίμακα την χιλιετία. Η προηγούμενη μετατόπιση, από τον Ειρηνικό στον Ατλαντικό, έγινε πριν 400-500 χρόνια και τη συνόδεψε η παρακμή της Μεσογείου και των δρόμων του Ισλάμ και προπάντων η άνοδος της Ευρώπης. Σήμερα ζούμε την πολιτισμική, οικονομική και δημογραφική παρακμή της Ευρώπης. Δεν έχουμε κανένα λόγο να επιμείνουμε ανεξαρτήτως τιμήματος σε μια ευρωπαϊκή ταυτότητα, την οποία στο κάτω-κάτω – και ίσως και σωστά – δεν μας αναγνωρίζουν. Ο μεσογειακός κόσμος έχει κι αυτός ένα μεγάλο ενδιαφέρον, που ίσως στους καιρούς που θα ‘ρθουν γίνει ακόμα μεγαλύτερο. Για «εμάς» πάντως, το πιο κρίσιμο είναι η σχέση με τους λαούς της Τουρκίας, της Βαλκανικής και παραπέρα με τους Άραβες, τους Πέρσες, τους λαούς του Καυκάσου κτλ. Αυτοί μαζί με τους Ιταλούς, ίσως και τους Ισπανούς και τους Γάλλους, ήταν από πάντα η γειτονιά μας. Παρεμπιπτόντως θα είναι ντροπή να μην εξασφαλίσουμε στο συνέδριο μια σημαντική παρουσία Τούρκων αγωνιστών ή στοχαστών.
  • Ο κύκλος των μεγάλων αντιαποικιακών αγώνων έχει κλείσει εδώ και σχεδόν μισό αιώνα. Εκκρεμεί όμως η κριτική αφομοίωση της κληρονομιάς τους, αλλά και η πολεμική στη λεγόμενη μετααποικιακή θεωρία – τουλάχιστον σε κάποιες από τις εκφάνσεις της. Να διεκδικήσουμε τον Μαριάτεγκι και τον Φανόν. Τα αντιαποικιακά κινήματα δεν ήταν μόνο οι αυταρχικοί γραφειοκράτες ή οι διεφθαρμένες ελίτ που επικράτησαν τελικά. Τα διαπερνούσε επίσης ένα πυκνό δίχτυ από νήματα, τα οποία ξεκίνησαν από τον ύστερο Μαρξ και τους Ρώσους λαϊκιστές και έχουν καταλήξει σήμερα στα κοινωνικά κινήματα που έδωσαν τους αγώνες εναντίον της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης στο Σιάτλ και στη Πράγα, στους Ζαπατίστας, στο MST, τα κινήματα των Ινδών χωρικών κ.α. Όλα αυτά είναι και δική μας ιστορία.

Τέλος, θα πρέπει να επιμείνουμε πολεμικά στο ότι η αποψίλωση του εθνικού κράτους από πολλές από τους εξουσίες του, οι οποίες περνάν στο υπερεθνικό και το υποεθνικό επίπεδο, κάθε άλλο παρά συνεπάγεται και τη εξασθένιση του κράτους γενικά, όπως κατεργάρικα ισχυρίζονται οι φιλελεύθεροι (περιλαμβανομένων πολλών μετα-μαρξιστών και μετά-αναρχικών).

Καθώς δεν μπορούμε να φανταστούμε την κατάργηση του κράτους με τη μία και μάλιστα αυτό σε παγκόσμια κλίμακα και καθώς επίσης δεν μπορούμε να πάρουμε στα σοβαρά την ιδέα του σοσιαλισμού (και πολύ περισσότερο της αναρχίας) σε μία μόνο χώρα, νομίζουμε ότι για καιρό η πιο ανεπτυγμένη πολιτικοκοινωνική μορφή οργάνωσης των από κάτω θα αποτελεί ένα υβρίδιο πολιτείας και διεθνικού μη κρατικού δρώντα. Κάτι τέτοιο συνιστούν σήμερα οι Ζαπατίστας, οι YPG στη Συρία, αλλά και από την άλλη η Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος. Μέσα από μια τέτοια οπτική είμαστε υποχρεωμένοι να δούμε τον συνδυασμό του τοπικού ή του εθνικού με το διεθνές και το παγκόσμιο.