Γίνεται έτσι δυνατό να κατηγορηθεί ξανά για αντισημιτισμό οποιοσδήποτε επιτίθεται στις ΗΠΑ ή στο Ισραήλ λόγω της καταστροφής του παλαιστινιακού λαού. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για τη διατήρηση της μνήμης της γενοκτονίας αλλά για την παγίωση μιας νέας ιδεολογίας αποκλεισμού. Από εδώ κι εμπρός, εμείς οι Εβραίοι βρισκόμαστε ‘μέσα’. Ευχαριστούμε τη χριστιανική Δύση που μας υποδέχτηκε. Αυτό που θα της ζητούσαμε δεν ήταν τα ανθρώπινα δικαιώματα αλλά το δικαίωμα να ανήκουμε στην ελίτ. Μπορούμε από δω κι εμπρός να συμμετέχουμε κι εμείς στην παραβίαση των δικαιωμάτων των άλλων”.

Y. Laor, Ο Μύθος του Φιλελεύθερου Σιωνισμού

Ο μετασιωνισμός είναι ένα πολιτισμικό ρεύμα που γεννήθηκε στο εσωτερικό του Ισραήλ, μέσα από τις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν ιστορικά το ίδιο το σιωνιστικό κίνημα, σαν οργανωμένη πολιτική κίνηση για τη δημιουργια ενός “καθαρού” Εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη. Εκείνο που είναι περισσότερο ενδιαφέρον αναφορικά με τον μετασιωνισμό είναι ότι εκδηλώθηκε σαν ένα ρεύμα κριτικής σκέψης μέσα στα παν/κα ιδρύματα του Ισραήλ, ακριβώς τη στιγμή που το εβραϊκό κράτος βρέθηκε ιστορικά σε μια γεωπολιτική θέση ισχύος. Μια κυρίαρχη θέση που του επιτρέπει να αισθάνεται “υπαρξιακά διασφαλισμένο”, σύμφωνα με τα πάγια επιχειρήματα της ισραηλινής προπαγάνδας, εξαιτίας τόσο της συντριπτικής υπεριπλίας έναντι των αράβων γειτόνων του, αλλά και χάρη στην μεθοδική εκστρατεία καταστροφής που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ κι έχει μεταμορφώσει τα κάποτε ισχυρά κράτη που ανήκουν στη στρατηγική περιφέρεια του Ισραήλ σε μια χαοτική ζώνη κοινωνικής αποσύνθεσης και ατελείωτων πολεμικών συγκρούσεων. Σε όλη τη διάρκεια της σύντομης ιστορίας του, το σιωνιστικό μόρφωμα κοίταζε έξω από τα σύνορα του έτσι ώστε να ειναι έτοιμο να αποκρούσει την επόμενη αραβική επίθεση που θα προσπαθούσε να πετάξει τους Εβραίους στη θάλασσα. Είναι λοιπόν σχεδόν ειρωνικό ότι ο επόμενος υπολογίσιμος αντίπαλος για το σιωνιστικό κατεστημένο έμελλε να κάνει την εμφάνιση του μέσα στο περιβάλλον των ακαδημαϊκών θεσμών του Ισραήλ, σαν μια ριζοσπαστική κριτική ενάντια στην απολυταρχική κατεύθυνση προς την οποία κινείται ιστορικά το ίδιο το σιωνιστικό εγχείρημα. Ο διαπρεπής ισραηλινός διανοούμενος Γ. Λίμποβιτς, δημοκράτης, ανθρωπιστής, αλλά παρ’ όλα αυτά, αμετανόητος οπαδός της ιδέας της εβραϊκής “παλιννόστησης” στα Παλαιστινιακά εδάφη, συνήθιζε να λέει ότι ο σιωνισμός δεν φιλοδοξούσε να προτείνει τίποτα για τους Εβραίους, απλά τους δεχόταν όπως ήταν.i

Ωστόσο, η συγκρότηση της κρατικής μορφής είναι μια πολιτική διαδικασία που έχει σαν αναγκαία συνθήκη τη θεσμοποίηση μιας πολιτισμικής ιεραρχίας, ενός ηγεμονικού κοινωνικού φαντασιακού που παρέχει συμβολική νομιμοποίηση στις σχέσεις ανισοκατανομής της δύναμης ανάμεσα στα άτομα και τις κοινωνικές ομάδες. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι ο σιωνισμός “δέχεται τους Εβραίους όπως είναι”, με την έννοια ότι η μετανάστευση της εβραϊκής διασποράς στην Παλαιστίνη απ’ όπου κι αν προέρχεται αυτή, συνιστά αδιαπραγμάτευτο και διαρκή στόχο τόσο του διεθνούς σιωνιστικού κινήματος , όσο και του ίδιου του κράτους του Ισραήλ, αλλά οι προϋποθέσεις με τις οποίες εγκαθίστανται οι εβραίοι μετανάστες στην σιωνιστική “πατρίδα” είναι μια άλλη ιστορία. Το να φέρει κάποιος τον τίτλο του Εβραίου στο Ισραήλ, όπως άλλωστε το να είναι κανείς Έλληνας στη σύγχρονη Ελλάδα, μέχρι και σήμερα σημαίνει πολύ συγκεκριμένα πράγματα. Η σιωνιστική πολιτική ελίτ είχε πλάσει τον φαντασιακό μύθο του Ισραήλ ως ενός προκεχωρημένου φυλακίου της αποικιοκρατίας. Ενός κράτους-προπύργιου των αξιών του Διαφωτισμού και των ευγενέστερων στοιχείων του ευρωπαϊκού πολιτισμού, που διεξήγαγε μιαν άνιση μάχη στην πρώτη γραμμή του πολέμου ενάντια στην απολίτιστη μουσουλμανική πλημμυρίδα. Συνακόλουθα, ο ιδεότυπος του σύγχρονου ισραηλινού έπρεπε να φέρει τα κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά των Εβραίων ασκεναζίμ που προέρχονταν από τις καπιταλιστικές χώρες της δυτικής Ευρώπης. Ανοιχτόχρωμοι, ξανθοί, ενδεδυμένοι με αξεσουάρ που αποτελούσαν την τελευταία λέξη της ευρωπαϊκής μόδας, διαπαιδαγωγημένοι με την αντίληψη περί της αδιαμφισβήτητης “ανωτερότητας” του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αστοί στους τρόπους, καπιταλιστές στην οικονομική κοσμοθεωρία.ii Φυσικά, δεν ήταν μονάχα οι Άραβες που δεν ταίριαζαν με αυτή την πολύ συγκεκριμένη περιγραφή του ιδανικού ισραηλινού υπηκόου και που, γι’ αυτόν τον λόγο, υποβιβάστηκαν κακήν κακώς στις κατώτερες βαθμίδες του προλεταριάτου της ισραηλινής κοινωνίας. Όσοι Εβραίοι μετανάστες προέρχονταν από τις μουσουλμανικές χώρες του αφρικανικού Μαγκρέμπ είχαν περισσότερα κοινά με τον μισητό εσωτερικό εχθρό στην κουλτούρα και στην όψη, απ’ ότι είχαν με τους “αδελφούς” τους από τη δυτική Ευρώπη. Αλλά και οι μάζες των Εβραίων της ανατολικής Ευρώπης ήταν στο μεγαλύτερο μέρος τους χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, προσκολλημένοι στη θρησκεία, ή απλώς “αναξιόπιστοι”, ταγμένοι σε κολλεκτιβιστικά πολιτικά προτάγματα που πρέσβευαν την εκ θεμελίων ανατροπή του καπιταλισμού.

Η εμπειρία της ενσωμάτωσης στην ταξική κοινωνία των ασκεναζίμ, δυτικοθρεμμένων Εβραίων υπήρξε χωρίς αμφιβολία τραυματική για αυτά τα μεταναστευτικά στρώματα που υποχρεώθηκαν από την κυρίαρχη κουλτούρα να απαρνηθούν βασικά στοιχεία της πολιτισμικής και κοινωνικής ταυτότητας τους, προκειμένου να γίνουν περισσότερο αποδεκτοί στα μάτια της ισραηλινής άρχουσας τάξης. Έχοντας πλέον αναρριχηθεί στις κοινωνικές ιεραρχίες, κι έχοντας καταλάβει καίριες θέσεις στους θεσμούς κοινωνικής αναπαραγωγής του επίσημου κράτους, οι πρώην απόκληροι ισραηλινοί διεκδικούν τώρα την όψιμη αναγνώριση της δοκιμασίας στην οποία υποβλήθηκαν, ξεσκεπάζοντας με την ακαδημαϊκή εργασία τους και την πολιτική τους δράση τον έμφυτο ρατσισμό που διέπει τη σιωνιστική ορθοδοξία. Κατά παράδοξο τρόπο, η αναθεώρηση της καθιερωμένης ιστοριογραφίας του Σιωνισμού από τους Νέους Ιστορικούς και η αναγνώριση των εγκλημάτων που διέπραξε σε βάρος των γηγενών Αράβων η εβραϊκή αποικιοκρατία, δεν υπαγορεύτηκε μονάχα από μια αφηρημένη αίσθηση δικαίου ή αλληλεγγύης των μεταμαρξιστών διανοουμένων, που έχουν τον πρώτο λόγο στο κίνημα του μετασιωνισμού, αλλά και από μια κοινότητα ταξικών συμφερόντων ανάμεσα στους φυλετικά “κατώτερους” Παλαιστίνιους και τους φυλετικά ανεπιθύμητους, μιζραχί Εβραίους.

Παρ’ όλα αυτά, η εξέγερση των μετασιωνιστών ενάντια στο καταπιεστικό σιωνιστικό κατεστημένο έχει ξεκάθαρα ταξικά όρια και αποφεύγει να έρθει σε οριστική ρήξη με το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα μέσα στο Ισραήλ. Για να μην παρεξηγηθούμε, η δύναμη του χαρακτήρα, το θάρρος και η ηθική ακεραιότητα που έχουν επιδείξει οι επιφανέστεροι εκπρόσωποι αυτού του προτάγματος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αμφισβητηθεί. Για παράδειγμα, ο ιστορικός Ιλάν Πάπε υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει κακήν κακώς το Ισραήλ και να εγκατασταθεί στην Αγγλία μαζί με την οικογένεια του, έπειτα από τη δημόσια δήλωση του ότι τάσσεται υπέρ του διεθνούς κινήματος μποϋκοτάζ (BDS) που έχει κηρυχτεί ενάντια στο σιωνιστικό μόρφωμα με σκοπό τον τερματισμό της συνεχιζόμενης κατοχής των παλαιστινιακών εδαφών.iii Αυτή η επίδειξη ψυχικού σθένους όμως δεν αλλάζει το γεγονός ότι οι ριζοσπαστικές θέσεις των μετασιωνιστών πιο πολύ αποβλέπουν στον περιορισμένο πολιτικό στόχο της απελευθέρωσης της Δυτικής Όχθης από τα ισραηλινά στρατεύματα και λιγότερο στην παροχή εγγυήσεων για την κατοχύρωση του δικαιώματος των προσφύγων της παλαιστινιακής διασποράς να επιστρέψουν μαζικά στο Ισραήλ. Ακόμη και τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία μέσα στον χώρο του πολιτικού μετασιωνισμού, όπως ο αναρχικός θεωρητικός Γιούρι Γκόρντον, ή η ομάδα “Αναρχικοί Ενάντια στο Τείχος”, η οποία οργανώνει θαρραλέες ενέργειες άμεσης συλλογικής δράσης ενάντια στην βάναυση στρατιωτική κατοχή, δεν δείχνουν καμία διάθεση να διευρύνουν την εμβέλεια της εκστρατείας τους προκειμένου να συμπεριλάβει πιο προωθημένα αιτήματα όπως η λύση του ενός κράτους για τις δύο κοινότητες, που θα θέσει σε κίνδυνο τη συνέχιση της ύπαρξης μιας εβραϊκής πατρίδας στην Παλαιστίνη, με την μορφή που αυτή έχει σήμερα.

Αυτή η απροθυμία βέβαια δεν είναι τίποτε το καινούριο, ακόμα και για εκείνους τους κύκλους που ανήκουν στον χώρο της αναρχίας και του ελευθεριακού σοσιαλισμού. Ήδη το 1938, η Έμα Γκόλντμαν έγραφε ότι η μαζική μετανάστευση των Εβραίων στην Παλαιστίνη δεν ήταν αποτέλεσμα της απήχησης που είχε η σιωνιστική ιδέα στις εβραϊκές κοινότητες της διασποράς, αλλά απλώς έδειχνε την επιθυμία τους “να τους αφήσουν ήσυχους να ριζώσουν στην Παλαιστίνη και να ζήσουν τις ζωές τους” όπως εκείνοι νόμιζαν καλύτερο. Τι κι αν κάτι τέτοιο σήμαινε ότι ένας άλλος λαός θα έπρεπε να σφαγιαστεί, να ξεριζωθεί και να εκτοπιστεί από τις πατρογονικές εστίες του; Η Γκόλντμαν παρακάμπτει αυτή την ένσταση επαναλαμβάνοντας μια από τις πιο θεμελιακές ιδέες της σιωνιστικής μυθολογίας. Ότι προτού οι Εβραίοι καταφτάσουν στην Παλαιστίνη, η περιοχή δεν ήταν παρά μια ακατέργαστη έρημος, την οποία οι Εβραίοι έποικοι μεταμόρφωσαν σε παραγωγική γη μέσα από τη σκληρή και καινοτόμα εργασία τους. Κι όπως σπεύδει να διευκρινίσει η Γκόλντμαν, “η γη ανήκει σε εκείνους που την καλλιεργούν”.iv

Δεν είναι καθόλου περιέργο λοιπόν που ένας άλλος Εβραίος αναρχικός, ο Γ. Γκόρντον, εκτοξεύει μύδρους ενάντια στον Wayne Price, έναν αναρχικό διανοούμενο που με τα γραπτά του έχει ταχθεί δημόσια υπέρ της δημιουργίας ενός ενιαίου πολυπολιτισμικού κράτους στην Παλαιστίνη.v Λίγο, πολύ ο Γκόρντον ισχυρίζεται ότι κάθε νύξη για κατάργηση του εβραϊκού κράτους με την μορφή που αυτό έχει σήμερα, δεν είναι παρά μια ακόμα παραλλαγή αυτού που οι απολογητές του σιωνισμού αποκαλούν “αριστερό αντισημιτισμό”. Σε αυτή την παρά φύση ιδεολογική ταύτιση τους με το σιωνιστικό κράτος, οι ριζοσπάστες μετασιωνιστές βρίσκουν έναν ανέλπιστο σύμμαχο στο πρόσωπο των παλαιστινιακών πολιτικών οργανώσεων, οι οποίες αδυνατούν να συλλάβουν και να χαράξουν μια πολιτική που θα υπερβαίνει τον ιδεολογικό ορίζοντα της πάλης για εθνική απελευθέρωση και για τη δημιουργία ανεξάρτητου Παλαιστινιακού κράτους. Ως οργανωμένα κινήματα με κρατικιστικό υπόβαθρο και ιδεολογία, οι ένοπλες οργανώσεις της παλαιστινιακής αντίστασης, αλλά και οι ξεπουλημένοι γραφειοκράτες της παλαιστινιακής διοίκησης που πρόσκεινται στην Φατάχ, δεν μπορούν παρά να έχουν σαν στοχο την διατήρηση και αναπαραγωγή των ταξικών προνομίων τους μέσα από την ανάδειξη τους σε επίσημη κυβέρνηση ενός, έστω και κατ’ όνομα, ανεξάρτητου κράτους. Ακόμα κι αν στην πράξη είναι δύσκολο ακόμα και να φανταστούμε με ποιον τρόπο θα μπορούσε να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα του ένα Παλαιστινιακό κράτος, όπως έχουν διαμορφωθεί σήμερα οι συσχετισμοί δύναμης στην κατεχόμενη Παλαιστίνη.

Αν λοιπόν κάποιοι αναρχικοί, όπως ο Price, εμμένουν στην αναγκαιότητα της λύσης του ενός κράτους, είναι επειδή οι συνθήκες που επικρατούν στην δεδομένη ιστορική στιγμή στην Παλαιστίνη, με την αδιάλειπτη επέκταση του καρκίνου των εποικισμών και τον συνεχιζόμενο ακρωτηριασμό των εδαφών που κάποτε προορίζονταν να αποτελέσουν την εδαφική μάζα του κράτους των Παλαιστινίων, δεν επιτρέπουν πια τον ρεαλιστικό σχεδιασμό σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο της μορφής που θα μπορούσε να έχει μια μελλοντική παλαιστινιακή πατρίδα. Οι ισραηλινοί Εβραίοι μπορεί να διερωτώνται γύρω απ’ τους λόγους για τους οποίους η ριζοσπαστική αριστερά και οι αναρχικοί επιχειρούν να ξεθεμελιώσουν το κράτους “τους” και να καταστρέψουν το μοναδικό μέρος στον κόσμο όπου μπορούν να ζουν “ήσυχοι” και χωρίς φόβο γι’ αυτό που είναι, δηλαδή Εβραίοι. Μπορεί ακόμα και να διαβλέπουν σκοτεινά κίνητρα, ένα μυστικό αντισημιτικό πρόγραμμα πίσω από τις δηλωμένες αξίες του ανθρωπισμού και της ριζικής αντίθεσης στον εθνικισμό και τον ιμπεριαλισμό που οι αναρχικοί υπερηφανεύονται ότι υπηρετούν. Ωστόσο, το πρόβλημα εδώ δεν είναι ότι όλοι είμαστε κατά βάθος αθεράπευτα αντισημίτες και διά τούτο νιώθουμε μια ασυνείδητη εχθρότητα απέναντι σε κάθε τι το “εβραϊκό”, αλλά ακριβώς η ριζικά εσωστρεφής αντίληψη που δίνεται στην έννοια της “εβραϊκότητας” από το κράτος του Ισραήλ, με τη συνακόλουθη παρανοϊκή ροπή της επίσημης ισραηλινής προπαγάνδας να ανακαλύπτει παντού εχθρούς και γιαλαντζί αντισημίτες. Ένα κράτος που ορίζει με τόσο αυστηρούς φυλετικούς και ελιτίστικους όρους την φαντασιακή αίσθηση του συλλογικού ανήκειν, έχει ανάγκη τέτοιους εχθρούς και δεν μπορεί παρά να βρίσκεται σε έναν διαρκή πόλεμο με εκείνα τα τμήματα του πληθυσμού που τα έχει στιγματίσει σαν ανεπιθύμητα και πλεονασματικά. Όσο πιο ελιτίστικα είναι τα κριτήρια του εθνικιστικού φαντασιακού, τόσο πιο απολυταρχικές θα είναι οι εξουσιαστικές δομές που θα υποχρεωθεί να υιοθετήσει η κρατική μορφή. Έτσι, για την αποστροφή που αισθάνονται οι κοινωνικοί αγωνιστές απέναντι στο Ισραήλ δεν φταίει ο ενδόμυχος και ανομολόγητος αντισημιτισμός τους, αλλά το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό απαρτχάιντ που έχει επιβληθεί σε βάρος των Παλαιστίνιων και των ισραηλινών αράβων, που δεν είναι παρά η υλική διάσταση της απολυταρχικότητας του σιωνιστικού εθνικιστικού φαντασιακού. Και φυσικά, όπως είχε πει κάποτε ο ισραηλινός καλλιτέχνης και διανοούμενος Εντγκάρ Κερέτ, δεν μπορεί κάποιος να έχει επιβάλλει μια βάναυση στρατιωτική κατοχή σε έναν ολόκληρο λαό και την ίδια στιγμή να διεκδικεί το δικαίωμα του να αφεθεί ανενόχλητος για να ζήσει τη ζωή του οπως εκείνος/η θέλει.

Σίγουρα, η ιδιαιτερότητα αυτή του ισραηλινού εθνικισμού, η τραχύτητα του και η ροπή που εμφανίζει ιστορικά προς τον φυλετισμό, δεν μπορεί να εξηγηθεί με μια επίκληση στην έμφυτη συλλογική μοχθηρότητα των ισραηλινών Εβραίων, όπως θα ήθελαν πιστέψουμε εκείνοι που συγχέουν τον αντισιωνισμό με τον αντισημιτισμό. Όλα τα κράτη έχουν στην γενεαλογία τους ένα προπατορικό αμάρτημα, μια αρχέγονη και πρωταρχική βία, εφόσον η ίδια η ιστορική διαδικασία της συγκρότησης της κρατικής μορφής είναι μια ακολουθία από συγκρούσεις, ανταγωνισμούς και κυριαρχικές πράξεις βίαιης επιβολής, με κατάληξη την εδραίωση μίας και μόνο κεντρικής εξουσίας. Μια βία που στρέφεται τόσο προς τα έξω, με την συντριβή του εξωτερικού επικυρίαρχου, όσο και προς τα μέσα, με τον παραμερισμό και την καθυπόταξη κάθε ανταγωνιστικού κέντρου ισχύος μέσα στους κόλπους της νεοπαγούς κοινωνικής ολότητας. Όλα τα κράτη έχουν στην καταγωγή τους αυτή την πρωτογενή βία και γι’ αυτό ο αστός φιλόσοφος, Ε. Ρενάν είχε το θάρρος να παραδεχτεί ότι η λήθη αποτελεί τον “βασικό παράγοντα για τη δημιουργία ενός έθνους”. Η ιστορική έρευνα είχε την ενοχλητική συνήθεια να “ξαναφέρνει στο φως τα φαινόμενα βίας που είχαν συμβεί στην αρχική φάση όλων των πολιτικών μορφωμάτων”.vi Ας αναλογιστούμε, για παράδειγμα, ποια θα ήταν η αντίδραση που θα προκαλούσε στους κύκλους της ελληνικής δεξιάς, ένα αίτημα για την αποκατάσταση της πολυπολιτισμικής πληθυσμιακής σύνθεσης της Θεσ/νικης. Ή ας αναρωτηθούμε πόσο ευνοϊκά θα αντιμετώπιζε η πολιτική ελίτ, χωρίς να εξαιρούμε την αριστερά, μια απαίτηση για επιστροφή των τουρκοκρητικών στα εγκαταλελειμμένα χωριά τους. Το ελλαδικό κράτος μπορεί εφησυχασμένο να διαλαλεί προς πάσα κατεύθυνση τον υποτιθέμενο “δημοκρατικό” χαρακτήρα του, διότι τα εγκλήματα του έχουν πια βυθιστεί στην ιστορική λήθη και τα θύματα έχουν πάψει να διεκδικούν την ηθική, υλική η πολιτική ικανοποίηση τους.

Από την άλλη, η ύπαρξη του παλαιστινιακού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, καθώς και του κινήματος για την επιστροφή των προσφύγων, είναι για το Ισραήλ μια διαρκής και αμείλικτη υπόμνηση του πρωταρχικού εγκλήματος της εθνοκάθαρσης που διέπραξε προκειμένου να φέρει σε πέρας την ίδρυση του. Η ναζιστικού τύπου βία που χρησιμοποιούν οι ισραηλινές δυνάμεις κατοχής σε βάρος των Αράβων, αλλά και η διάχυση του ρατσισμού σε όλες τις βαθμίδες της ισραηλινής κρατικής διοίκησης με τη δημιουργία υπηκόων δεύτερης κατηγορίας μέσα στην επικράτεια του σιωνιστικού κράτους, φαντάζουν σαν τις υλικές εκφράσεις μιας αδιαφιλονίκητης εβραϊκής ισχύος. Στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της αδυναμίας του σιωνιστικού προτάγματος να φέρει σε πέρας την “εθνική ολοκλήρωση” στο Ισραήλ. Παρά τη φαινομενική παντοδυναμία του, το Ισραήλ είναι υποχρεωμένο με κάθε μέρα που περνάει να αναπαραγάγει τους υλικούς όρους της ύπαρξης του, να συγκροτεί από την αρχή τις κοινωνικές συνθήκες της φαντασιακής του θέσμισης. Τηρουμένων των αναλογιών, κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στον ελλαδικό χώρο από τότε που ξεκίνησε η μαζική εισροή των προσφύγων από τον παγκόσμιο Νότο. Η άφιξη των μεταναστών την ίδια στιγμή και σε μεγάλο αριθμό, κατά κάποιον τρόπο επαναφέρει το ελληνικό κράτος στην περίοδο της πρώτης νεότητας του, στις υλικές συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή που η “εθνική ολοκλήρωση”, με την έννοια της ομοιογένειας, ήταν ένα ζητούμενο, το οποίο οι νέες εθνικές ελίτ επιδίωκαν εναγωνίως να υλοποιήσουν. Από εδώ προέρχεται και η βιαιότητα της αντίδρασης του συστημικού κατεστημένου μπροστά στο φάσμα της μαζικής μετανάστευσης. Μπροστά στην “εισβολή” των μεταναστών, το εθνικιστικό φαντασιακό αναδιπλώνεται κι εκφράζεται ξανά με πολεμικούς όρους.

iΟ Λίμποβιτς εκφέρει αυτόν τον ισχυρισμό στις αρχές του ντοκυμαντέρ του Emile Weiss, Ουδείς προφήτης στον τόπο του. Το σχετικό βίντεο υπάρχει στο διαδίκτυο, στο 4:57: https://www.youtube.com/watch?v=buQ1C5RJ2Vk.

iiY. Laor, Ο Μύθος του Φιλελεύθερου Σιωνισμού (Εκδόσεις Άγρα), σελ. 125-153.

viE. Traverso, Δια Πυρός και Σιδήρου (Εκδόσεις 21ου), σελ. 202.