του Πάνου Δαμέλου

Τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο, τεράστια πλήθη στις ΗΠΑ αλλά και στον υπόλοιπο πλανήτη βρίσκονται στους δρόμους και διαδηλώνουν ενάντια στις ανισότητες, την αστυνομική βία και τον ρατσισμό με αφορμή τη δολοφονία του George Floyd από αστυνομικούς στις 25 Μαΐου – έξι χρόνια μετά το “I can’t breathe” του (επίσης) μαύρου Eric Garner που (επίσης) δολοφονήθηκε από αστυνομικό (επί προεδρίας Obama – κρατήστε το για τη συνέχεια), 28 χρόνια μετά τις ταραχές στο Los Angeles και περισσότερο από μισό αιώνα από τη δολοφονία του Martin Luther King. Γιατί όμως χρειάζεται να ξεσηκωνόμαστε για τα ίδια πράγματα, ξανά και ξανά;

Έχουν περάσει 155 χρόνια από την κατάργηση της δουλείας στις ΗΠΑ. Οι περισσότεροι σήμερα τη βλέπουν ως μία σκοτεινή σελίδα του παρελθόντος, που την έχουμε αφήσει πίσω ως ανθρωπότητα. Κι όμως, ενώ πλέον η δουλεία έχει κηρυχθεί παράνομη σχεδόν σε όλες τις χώρες, αυτή τη στιγμή υπάρχουν περισσότεροι σκλάβοι στον κόσμο από όσους σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας – ο ΟΗΕ τους υπολογίζει σε πάνω από 40 εκατομμύρια, περίπου όσο τέσσερις φορές ο πληθυσμός της Ελλάδας. Ας αναρωτηθούμε, ωστόσο: Ακόμα κι αν τυπικά καταργήθηκε η δουλεία και θεωρείται καθολικά καταδικαστέα, μήπως η ουσία της παραμένει και είναι κοινωνικά αποδεκτή;

Αν στη δουλεία ο “ιδιοκτήτης” ενός ανθρώπου έπρεπε να του παρέχει τα βασικά για να ζει και είχε δικαίωμα να τον βάζει να εργάζεται για αυτόν, στη μισθωτή εργασία ο εργοδότης “νοικιάζει” τον εργαζόμενο για όσες ώρες τον χρειάζεται και του παρέχει μισθό ώστε να επιβιώνει τις υπόλοιπες. Για τις ώρες της ζωής του κατά τις οποίες εργάζεται, ο εργαζόμενος ακολουθεί τις εντολές του εργοδότη. Ούτε έχει τον έλεγχο στο τι και πώς θα παράγει, ούτε του ανήκει ο πλούτος που παράγει. Χωρίς να λέμε ότι η μισθωτή εργασία δεν έχει καμία διαφορά με τη δουλεία, όμως, όσο καλός και αν είναι ο μισθός ή όσα δικαιώματα κι αν έχουν κερδηθεί μέσω των εργατικών αγώνων, παραμένει στην ουσία της μία πιο εξευγενισμένη μορφή του ίδιου μηχανισμού εκμετάλλευσης, της ιδέας ότι ένας άνθρωπος μπορεί να ανήκει σε έναν άλλο, έστω και για κάποιες ώρες.

Αντίστοιχα είναι κοινωνικά αποδεκτή η ιδέα ότι κάποιοι άνθρωποι και πολιτικά κόμματα έχουν το δικαίωμα να κυβερνούν επί του συνόλου, αντί να αποφασίζει η κοινωνία για τον εαυτό της, με άμεσες και οριζόντιες διαδικασίες. Ακόμα και όπου δεν υπάρχουν πια βασιλιάδες, η “αντιπροσωπευτική δημοκρατία” λίγη σχέση έχει στην πραγματικότητα με δημοκρατία. Καλούμαστε να ψηφίσουμε κάθε 4-5 χρόνια, με βάση πολιτικά προγράμματα που σχεδόν πάντα καταλήγουν στο καλάθι των αχρήστων, κάτω από την προπαγάνδα των ΜΜΕ που ανήκουν στους πλούσιους, καταλήγοντας στο να αποφασίζουν άλλοι για εμάς. Και, αν διαφωνούμε με όσα κάνουν (που άλλωστε δεν μπορούν να κριθούν συνολικά, αφού με άλλα μπορεί κανείς να διαφωνεί και με άλλα να συμφωνεί), καλούμαστε είτε να ασκήσουμε πιέσεις (συνήθως για να αντιμετωπίσουμε καταστολή, ξύλο, χημικά και πλαστικές σφαίρες – ήδη η αστυνομία στις ΗΠΑ έχει σκοτώσει πάνω από τρεις ακόμα πολίτες στις διαδηλώσεις για τη δολοφονία του Floyd), είτε να “ψηφίσουμε σοφότερα” την επόμενη φορά. Στο κάτω κάτω, τι είναι το κράτος πέρα από τη θεσμική επιβολή της καταπίεσης, τη θέσπιση κανόνων για την εκμετάλλευση των φτωχών από τους πλούσιους; Ο Λένιν ορθώς συμφωνούσε με τον Φ. Ένγκελς ότι κράτος και ελευθερία είναι έννοιες ασυμβίβαστες – κι ας έφτιαξαν εν τέλει και οι μπολσεβίκοι κράτος. Πρέπει να προβληματίσει τη λενινιστική αριστερά το γεγονός ότι το μακροχρόνιο βίωμα των κατοίκων της ΕΣΣΔ δεν ήταν αυτό της ελευθερίας, του σοσιαλισμού όπως τον θέτει ο Μαρξ δηλαδή – η υπεράσπιση του “υπαρκτού” περιορίζεται συνήθως στο αν επί ΕΣΣΔ οι πολίτες είχαν καλύτερες παροχές.

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι, ενώ οι περισσότεροι θεωρητικά μπορεί να συμφωνήσουν πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, άσχετα από φύλο, καταγωγή, σεξουαλικές προτιμήσεις, αναπηρίες κλπ (“θεωρητικά” γιατί στην πράξη δύσκολα αποβάλλουμε πλήρως τις ρατσιστικές, σεξιστικές κλπ αντιλήψεις με τις οποίες έχουμε διαποτιστεί από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας), δεν θεωρείται καθόλου αυτονόητη η ίδια παραδοχή όταν η συζήτηση περνάει στον χώρο της εργασίας και της πολιτικής. Ναι, όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, αλλά κάποιοι είναι εργοδότες και κάποιοι εργαζόμενοι (ή άνεργοι, αν δεν τους χρειάζονται οι εργοδότες). Κάποιοι κυβερνούν και κάποιοι κυβερνώνται. Γιατί είναι τόσο δύσκολο να δούμε την αντίφαση, να κάνουμε τη σύνδεση; Τι περιμένουμε για να απαιτήσουμε την ισότητα και σε αυτούς τους τομείς;

Ενώ γενικώς θεωρείται “ανήθικη” η δουλεία, ενώ θεωρείται αποτρόπαια η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να “κατέχει” κάποιον άλλο, την ίδια στιγμή θεωρείται λίγο-πολύ απόλυτα φυσιολογικό το να τον “νοικιάζει” – συνήθως διεκδικούμε απλά καλύτερες συνθήκες για αυτή την εκμεταλλευτική σχέση. Ενώ θεωρείται ύψιστο αγαθό η ελευθερία, θεωρείται φυσιολογικό κάποιοι να κυβερνούν την κοινωνία – συνήθως κρίνονται από το πρόγραμμά τους, και όχι από το ίδιο το γεγονός ότι κυβερνούν ή ότι θέλουν να κυβερνήσουν. Συχνά κάνουμε καλέσματα για μποϊκοτάζ σε εταιρείες που εφαρμόζουν χειρότερες εργασιακές ή περιβαλλοντικές πρακτικές από άλλες, ή ξεσηκωνόμαστε ενάντια σε κυβερνήσεις που παίρνουν αντιλαϊκά μέτρα, και καλά κάνουμε, όμως αυτό παράλληλα δείχνει, αντικειμενικά, μια κάποια αποδοχή ή έστω ανοχή προς πιο “ηθικές” εταιρείες ή κυβερνήσεις. Αν θέλουμε όμως να τελειώσουμε με την εκμετάλλευση και την αδικία -και φυσικά και μπορούμε να το κάνουμε, όταν μιλάμε για θεσμική-δομική εκμετάλλευση, δεν πρόκειται περί φυσικών φαινομένων αλλά περί κοινωνικών συνθηκών- θα πρέπει να αρχίσουμε να το βλέπουμε συνολικά. Να βρούμε το νήμα που συνδέει τις μορφές καταπίεσης και εκμετάλλευσης, να μην κυνηγάμε τις ουρές μας σε μονοθεματικά κινήματα, να κάνουμε “ανήθικη” την καταπίεση συνολικά, όχι μόνο στο εκάστοτε ζήτημα.

Τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε δει κι άλλες εξεγέρσεις οι οποίες είχαν πρωτόλεια αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά και στόχους (κράτος και κεφάλαιο), με συνθήματα μεταξύ άλλων και κατά του καπιταλισμού – για να μην πηγαίνουμε μακριά, ας θυμηθούμε και την Ελλάδα τον Δεκέμβρη του 2008 μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό Επ. Κορκονέα. Ακόμα και τα πλιάτσικα στα πολυκαταστήματα, που τόσο έχουν λοιδορηθεί, αμφισβητούν στην πράξη το “ιερό” δικαίωμα στην ιδιοκτησία και θέτουν το ζήτημα της αναδιανομής του πλούτου, έστω ατελώς και υπό το ατομικό πρίσμα. Το οικολογικό κίνημα επίσης αντιλαμβάνεται σε μεγάλο βαθμό ότι είναι ο καπιταλισμός και το κυνήγι του κέρδους που καταστρέφει τον πλανήτη, συχνά βλέπουμε αντικαπιταλιστικά συνθήματα στις αντίστοιχες διαδηλώσεις. Όμως ακόμα δεν έχουμε καταφέρει να περάσουμε από τη διαμαρτυρία και την εξέγερση, στην πρακτική διεκδίκηση του ξεπεράσματος του καπιταλισμού και των ανισοτήτων. Και με την ηλεκτρονική παρακολούθηση, τις τεχνολογίες αναγνώρισης προσώπου κλπ να κάνουν όλο και πιο ασφυκτικό τον έλεγχο των κρατών και των εταιρειών επί των πολιτών, δεν είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσουμε για πολύ να έχουμε τέτοιας μορφής εξεγέρσεις – δεν θα μας έκανε εντύπωση αν, αφού καταλαγιάσει το κίνημα στις ΗΠΑ, ακολουθήσουν μαζικές διώξεις κατά διαδηλωτών ατομικά, για εκφοβισμό και για την αποτροπή παρόμοιων εξεγέρσεων στο μέλλον. Χρειαζόμαστε άμεσα ένα πολύμορφο κίνημα που θα έχει την ευελιξία να αντιμετωπίσει την καταστολή, ενώ παράλληλα δεν θα εξεγείρεται απλώς ενάντια στις επί μέρους αδικίες και καταπιέσεις -την αστυνομική βία, τον ρατσισμό, τον σεξισμό, τον πόλεμο, την περιβαλλοντική καταστροφή κλπ- αλλά θα καταφέρει να τα δει ως κομμάτια του παζλ που σχηματίζουν μια δομικά άρρωστη κοινωνία – άρα να αναζητήσει και συνολικότερες λύσεις. Εδώ οι οργανωμένες δυνάμεις του κινήματος μπορούν (και πρέπει) να παίξουν καταλυτικό ρόλο.

Συχνά στα κινήματα βλέπουμε να επικρατεί η λογική “κανένας δεν περισσεύει”. Και αυτό είναι λογικό όταν εστιάζουμε μόνο σε έναν στόχο, χάνοντας τη συνολική εικόνα. Όμως το “όλοι μαζί μπορούμε” δεν είναι καθόλου αθώο – δεν είναι τυχαίο ότι αυτήν ακριβώς τη λογική καλλιεργεί πχ από τη σκοπιά του και ο ΣΚΑΙ. Όταν παλεύουμε ενάντια στον ρατσισμό μαζί με υπερασπιστές των ταξικών διαφορών, ενάντια στις εργοδοτικές αυθαιρεσίες μαζί με σεξιστές, ενάντια στην καταστροφή του περιβάλλοντος με όσους επιδιώκουν να μας αντιπροσωπεύσουν και να μας κυβερνήσουν, στην ουσία παλεύουμε ενάντια σε μία μορφή καταπίεσης αποδεχόμενοι ταυτόχρονα μία άλλη. Και έτσι οι αγώνες μας για ελευθερία και ισότητα καταλήγουν συχνά να γίνονται πετσοκομμένες διεκδικήσεις σε κυβερνητικά προγράμματα, προωθείται ο συμβιβασμός, καταλήγουμε στην καλύτερη με μία πιο “προοδευτική” κυβέρνηση – πάντα όμως κυβέρνηση, πάντα καπιταλισμό, πάντα ιεραρχία και καταπίεση: γι’αυτό και δεν είναι “νίκη του κινήματος” το να μας κυβερνούν, να διαχειρίζονται δηλαδή την καταπίεσή μας αριστεροί, μαύροι ή γυναίκες. Υπό αυτή την οπτική έχουν δίκιο πχ όσοι και όσες λένε ότι στο Pride δεν χωράνε αστυνομικοί ή η Αμερικανική Πρεσβεία – αυτό ακριβώς είναι η διαθεματικότητα στην πράξη. Γιατί αλλιώς στο τέλος βλέπουμε ότι παρά τους αγώνες μας, αγώνες δεκαετιών και αιώνων που έχουν πληρωθεί με αίμα, πολλές φορές γυρνάμε στα ίδια και πειθόμαστε ότι ίσως τελικά η κοινωνία στην ουσία να μην αλλάζει, ότι είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε σε έναν σάπιο κόσμο όπου παιδιά εξακολουθούν -ακόμα και στον 21ο αιώνα με την υπερπαραγωγή πλούτου- να πεθαίνουν από την πείνα, ότι ίσως έχει νόημα να αγωνιζόμαστε για λιγότερη καταπίεση αλλά ότι είναι μάταιο να ελπίζουμε πως μπορούμε να καταργήσουμε συνολικά τις ανισότητες του συστήματος. Πόσο παραπλανημένοι είμαστε!

Από τους επί μέρους αγώνες, χρειάζεται να αναδυθεί ένα συνεκτικό (αντικαπιταλιστικό; ελευθεριακό; ας το πούμε όπως θέλουμε) κίνημα που θα αγωνίζεται και για τα επί μέρους αλλά και για το συνολικό. Χρειάζεται να μπει επιτακτικά στη δημόσια συζήτηση το ότι τόσο η σχέση εργοδότη-εργαζομένου, όσο και η σχέση κυβερνήτη-υπηκόου είναι δομικά άδικες και πρέπει να ξεπεραστούν. Τα ανθρώπινα δικαιώματα ποτέ δεν χαρίστηκαν ούτε ήταν δεδομένα, εξαρτώνται από το κατά πόσο είμαστε διατεθειμένοι να τα διεκδικήσουμε και να παλέψουμε για αυτά. Και, με κίνδυνο να κατηγορηθώ για διαταξικές λογικές, θα πω ότι αν αρχίσουμε να το θέτουμε έτσι, μπορεί να βρούμε συμμάχους και πέραν της εργατικής τάξης, με τον ίδιο τρόπο που συμμετέχουν και λευκοί στις διαδηλώσεις κατά του ρατσισμού ή straight άντρες συμμετέχουν στο φεμινιστικό και το LGBTQ κίνημα. Αξίζει να ξαναδιαβάσουμε την πρόσφατη δήλωση του Marc Jacobs αφού διαδηλωτές κατέστρεψαν ένα κατάστημά του στο Los Angeles: “ΠΟΤΕ μην τους αφήσετε να σας πείσουν ότι οι σπασμένες βιτρίνες και ιδιοκτησία είναι βία. Η ΠΕΙΝΑ είναι ΒΙΑ. Ο ΠΟΛΕΜΟΣ είναι ΒΙΑ. Το ΝΑ ΡΙΧΝΕΙΣ ΒΟΜΒΕΣ σε ανθρώπους είναι ΒΙΑ. Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ είναι ΒΙΑ. Η ΛΕΥΚΗ ΑΝΩΤΕΡΟΤΗΤΑ είναι ΒΙΑ. Η ΦΤΩΧΕΙΑ είναι ΒΙΑ. ΤΟ ΝΑ ΜΟΛΥΝΕΙΣ ΠΗΓΕΣ ΝΕΡΟΥ ΓΙΑ ΚΕΡΔΟΣ είναι ΒΙΑ. Η ιδιοκτησία μπορεί να αντικατασταθεί, οι ανθρώπινες ζωές ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ”. Το να ζούμε σε μία ανελεύθερη, ιεραρχική κοινωνία είναι πληγή για όλους. Η πατριαρχία μολύνει και τα μυαλά των ανδρών, ο ρατσισμός κάνει και τους λευκούς να σκέφτονται με αρρωστημένο τρόπο. Δεν μας αξίζει μόνο κάτι καλύτερο σαν εργατική τάξη: Μας αξίζει κάτι καλύτερο σαν κοινωνία. Αν ένας ή μία από εμάς δεν είναι ελεύθερος, κανείς μας δεν είναι. Αν μία ή ένας από εμάς δεν μπορεί να αναπνεύσει, κανείς μας δεν μπορεί.

Στην πράξη λοιπόν, πώς προωθούμε μια τέτοια διαθεματική προσέγγιση; Πιστεύω πως πρέπει να δουλέψουμε για ένα άκεντρο αντικαπιταλιστικό κίνημα. Ένα κίνημα δηλαδή που δεν θα εξαρτάται από κάποια οργάνωση (όπως πχ το ΠΑΜΕ που ελέγχεται από το ΚΚΕ) αλλά από συγκεκριμένες αρχές – χειροπιαστές, συνεκτικές, μη ενσωματώσιμες στο σύστημα. Αρχές που μπορούν να αποτυπωθούν σε κάποιο κείμενο, το οποίο, όπως όλες οι ιδέες, θα μπορεί να επιβιώσει και να ξαναβγάλει καρπούς ακόμα κι αν κυνηγηθούν οι συλλογικότητες που θα το υιοθετούν. Και το οποίο πρέπει να προέρχεται και να απευθύνεται σε κινηματικές συλλογικότητες, σωματεία και πολιτικές οργανώσεις. Τι θα μπορούσε να λέει ένα τέτοιο κείμενο, που φυσικά πρέπει να είναι προϊόν συνδιαμόρφωσης και συνειδητής κίνησης; Σε γενικές γραμμές, ότι δεν θέλουμε να “κυβερνήσουμε”, ούτε θέλουμε μεταξύ μας επίδοξους αντιπροσώπους και “κυβερνητικά προγράμματα”, ότι η κοινωνία έχει δικαίωμα και μπορεί να αυτοκυβερνηθεί και να εξαλείψει κάθε μορφή ανισότητας. Ότι στεκόμαστε ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης, ότι οι άνθρωποι δικαιούνται να ζήσουν εδώ και τώρα ως ίσοι, και ότι αυτό αφορά όλες τις μορφές ανισότητας και διακρίσεων. Ότι πρέπει να βάλουμε σαν κοινωνία μπροστά τον άνθρωπο, σε αρμονική σχέση με το περιβάλλον, ότι πρώτη προτεραιότητά μας πρέπει να είναι κανείς να μην είναι χωρίς σπίτι, χωρίς φαγητό, χωρίς ηλεκτρισμό, χωρίς περίθαλψη, χωρίς πρόσβαση στη γνώση, και από εκεί και πέρα θα δούμε συλλογικά τις ανάγκες της κοινωνίας, όταν πάψει το κυνήγι του κέρδους και σταματήσει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ότι η εργασία μας ανήκει σε εμάς, συλλογικά θα την οργανώσουμε και συλλογικά θα μοιραζόμαστε τον πλούτο που παράγουμε, ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός. Ότι μπορούμε να αναλάβουμε τις υπηρεσίες και τις επιχειρήσεις, να αναδιατάξουμε την οικονομία με βάση τις ανάγκες μας, να ενισχύσουμε τους τομείς που υστερούν (πχ τα νοσοκομεία) και να τους κάνουμε διαθέσιμους σε όλους. Και αυτό δεν είναι αίτημα για κάποια μελλοντική ουτοπική κοινωνία, είναι ρεαλιστικό αίτημα και ανάγκη για το ΤΩΡΑ, πριν ο καπιταλισμός σκοτώσει κι άλλους, πριν καταστρέψει τον πλανήτη. Ας σκεφτούμε πχ την πανδημία που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα τους τελευταίους μήνες. Γιατί να μας πιέζουν να επιστρέψουμε στις δουλειές μας, ώστε να συνεχίσει το κεφάλαιο να κερδίζει; Γιατί να υπάρχουν πάνω από 70 διαφορετικές επιστημονικές ομάδες που δουλεύουν για τη δημιουργία εμβολίου, ώστε κάποια εταιρεία να επωφεληθεί; Γιατί είναι τόσο δύσκολο να σκεφτούμε -και να απαιτήσουμε- μια κοινωνία με άλλες προτεραιότητες; Όπου η παραγωγή θα πάγωνε όσο διαρκεί ο κίνδυνος, θα λειτουργούσαν μόνο οι απαραίτητες υπηρεσίες, με όλα τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης, και οι επιστήμονες θα δούλευαν από κοινού, μέχρι να βρεθεί το εμβόλιο και να είναι διαθέσιμο σε όλους; Τι διάολο σημαίνει αυτό το συνεχές κυνήγι για την “ανάπτυξη”; Γιατί να αυξάνεται η ανεργία και να καταστρέφεται η οικονομία επειδή για μερικούς μήνες οι άνθρωποι ξόδευαν μόνο για όσα τους ήταν απαραίτητα; Τι άλλο χρειάζεται να δούμε για να καταλάβουμε ότι αυτό το σύστημα οργάνωσης της κοινωνίας και της παραγωγής είναι εντελώς παράλογο και αντικοινωνικό, και οφείλουμε να το αφήσουμε πίσω μας – χτες; Με την τεχνολογική πρόοδο και την αυτοματοποίηση που υπάρχει πλέον στην παραγωγή, αν δεν υπήρχε το κυνήγι του κέρδους θα μπορούσαμε να δουλεύουμε ελάχιστα και να μη στερούμαστε τίποτα. Είναι εγκληματικό το να υπάρχουν άδεια σπίτια και να πεθαίνουν άνθρωποι στους δρόμους, τα σούπερ μάρκετ να πετούν το απούλητο φαγητό την ίδια ώρα που καθημερινά άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα. Το “σωστά είναι όλα αυτά αλλά δεν γίνεται και να αλλάξουν τα πράγματα αυτόματα” είναι αυταπάτη, και εν τέλει είναι αυτή ακριβώς η αποδοχή της αδικίας που της επιτρέπει να διαιωνίζεται.

Η πρόταση λοιπόν είναι αυτή: Κινήματα, συνδικάτα και οργανώσεις να δουλέψουν από κοινού για μια “διακήρυξη της διαθεματικότητας των κινημάτων” ή ένα “μανιφέστο του αντικαπιταλιστικού κινήματος” που θα λειτουργεί ως οδηγός για το τι επιδιώκουμε και το πώς κινούμαστε. Που θα πει πραγματικά “ως εδώ” με την εκμετάλλευση και την καταπίεση κάθε μορφής. Ότι δεν θα συμμετέχουμε άλλο στο πολιτικό σύστημα και στις εκλογές – πολιτική απεργία μέχρι τη ανατροπή, αν πραγματικά βλέπουμε το ξεπέρασμα του καπιταλισμού ως άμεση αναγκαιότητα. Και επειδή ξέρω ότι αυτή η προσέγγιση θα λοιδορηθεί από την πλειοψηφία της αριστεράς ως “μικροαστική ανυπομονησία”, ας θυμηθούμε ότι κάποτε για τους μπολσεβίκους δεν ήταν δεδομένη η συμμετοχή στις εκλογές. Έναν αιώνα μετά, η αριστερά κατά κανόνα δεν διανοείται καν να μη συμμετέχει στις εκλογές, ή έστω να μη στηρίξει κάποιο ψηφοδέλτιο. Αυτή η λογική όμως δεν είναι αντίβαρο σε κάποια μικροαστική ανυπομονησία, πλέον θα έπρεπε να είναι σαφές ότι ουσιαστικά καλλιεργεί μια “προλεταριακή υπομονετικότητα” και τη λογική της ανάθεσης στους καταπιεσμένους, θρέφοντας προσδοκίες για τα εκλογικά αποτελέσματα. Αν πιστεύουμε πραγματικά ότι ο κόσμος δεν αλλάζει με εκλογές, ας πάψουμε να τροφοδοτούμε αυτή την αυταπάτη. Οι αντικαπιταλιστικές οργανώσεις (είτε προέρχονται από τις παραδόσεις της αριστεράς, της αναρχίας ή της αυτονομίας) θα έπρεπε να θέσουν το ζήτημα μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης ως απαίτηση για το σήμερα, και αυτό δεν μπορεί παρά να μπει αντιπαραθετικά με σχεδιασμούς που γίνονται με βάση τις επόμενες εκλογές. Αντίστοιχα, οι κινηματικές συλλογικότητες θα έπρεπε να ξεπεράσουν τη μονοθεματικότητα και να σταθούν έμπρακτα αλληλέγγυες στους αγώνες ενάντια και στις υπόλοιπες μορφές καταπίεσης. Και χρειαζόμαστε σωματεία που να μην περιορίζονται στη στενά κλαδική πάλη για καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας, αλλά που θα συνδέουν τον αγώνα τους με τη συνολική απελευθέρωση από την εκμεταλλευτική σχέση εργοδότη-εργαζομένου, για μία κοινωνία χωρίς διακρίσεις και ανισότητες.

Μια τέτοια γραμμή λοιπόν πρέπει να παλευτεί αρχικά στις υπάρχουσες συλλογικότητες, οργανώσεις και συνδικάτα. Στο βαθμό που σε αυτές επικρατεί η προσκόλληση στη μονοθεματικότητα, η σχετική αδιαφορία για τις υπόλοιπες μορφές καταπίεσης ή η αμφιβολία για το ότι το δίκαιο μπορεί και πρέπει να απαιτηθεί σήμερα και μέχρι τέλους, ίσως είναι μονόδρομος το να φτιαχτούν νέες αντίστοιχες ομαδοποιήσεις υπό αυτό το πρίσμα. Μπορεί κάτι τέτοιο να φανεί σε πρώτο επίπεδο διασπαστικό, αλλά είναι προϋπόθεση για μια ανωτέρου επιπέδου ενότητα – και ούτως ή άλλως κάτι τέτοιο γίνεται ήδη στο κίνημα και στον δρόμο, δεν συμμετέχουν όλοι σε όλα, υπάρχουν ατομικά και συλλογικά κριτήρια συμμετοχής σε κάποια κινηματική πρωτοβουλία ή όχι. Θα μπορούσε λοιπόν κάτι τέτοιο να γίνεται πιο συντονισμένα, με πιο καθολικά κριτήρια και όχι κατά περίπτωση. Στο βαθμό που μια τέτοια διαθεματική λογική υιοθετείται από περισσότερες συλλογικότητες, θα μπορεί να χτιστεί ένας βαθύτερος οριζόντιος συντονισμός μεταξύ τους, δίνοντας πάντα προτεραιότητα στο κίνημα αντί για τους επί μέρους σχεδιασμούς της κάθε οργάνωσης. Και όσο ένα συνειδητό αντικαπιταλιστικό κίνημα μεγαλώνει, τόσο οι ενωμένες φωνές μας θα μπορούν να αλλάζουν συνειδήσεις, να δώσουν προοπτική και ώθηση στις εξεγέρσεις για να πάνε παραπέρα, να αλλάξουν πραγματικά τον κόσμο. Όχι ως όνειρο για το μέλλον. Τώρα, όσο ζούμε τις μοναδικές ζωές μας. Για να νικήσουμε όχι μόνο τον συστημικό ρατσισμό, αλλά τη συστημική καταπίεση σε κάθε μορφή της. Πριν ο καπιταλισμός σκοτώσει κι άλλους, πριν καταστρέψει κι άλλες ζωές και περιοχές. Να πάρουμε, επιτέλους, ανάσα ελευθερίας.