του Σωτήρη Λυκουργιώτη[1]

Έτσι αποξενωθήκαμε από τον πόνο

—αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση…—

κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο

Βύρων Λεοντάρης, Έτσι που τραύλιζα, περιοδικό Σημειώσεις, 1992

 

Λίγες μέρες πριν, αποκάλυψα σε έναν φίλο πως ετοιμαζόμασταν για τη σημερινή εκδήλωση. Με κοίταξε με ύφος μπλαζέ. «Τι νόημα έχει μια εκδήλωση για την ποίηση σήμερα; Η ποίηση έχει εδώ και καιρό πεθάνει!» μου είπε εμφατικά. Δεν απάντησα. Σκέφτηκα μόνο για λίγο: η ποίηση έχει όντως πεθάνει ή μήπως ήταν πάντα νεκρή; Ως προς το πρώτο ερώτημα, τα στοιχεία θα απαντούσαν μάλλον καταφατικά. Τις τελευταίες δεκαετίες οι αναγνώστες της ποίησης έχουν μειωθεί δραματικά ενώ οι πωλήσεις ποιητικών βιβλίων στην αγορά (παρά τον εκδοτικό πληθωρισμό) έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Η ποίηση, όμως, δεν ξεβράζεται μόνο εκτός αγοράς αλλά και από τα σαλόνια της επίσημης λογοτεχνικής νομενκλατούρας. Τα τελευταία 20 χρόνια, από το 1997 και μετά, τα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας έχουν απονείμει το νόμπελ λογοτεχνίας μόνο σε έναν ποιητή, και αυτό στον συμπατριώτη τους Τούμας Τράνστρεμερ. Μήπως λοιπόν η ποίηση εξαφανίστηκε οριστικά;

Έχω την αίσθηση πως εξωθήθηκε σε εξαφάνιση. Επιτρέψτε μου ένα παράδειγμα. Πρόσφατα, σε νεανική σατιρική εκπομπή μεγάλης τηλεθέασης προβάλλεται βίντεο στο οποίο ο αντιπρόεδρος της βουλής απαγγέλει ποίησή του. Οι παρουσιαστές κατακλύζουν το βίντεο με καταιγισμούς αυθόρμητου γέλιου και περιπαικτικών σχολίων που όλα συντείνουν στην άποψη πως τόσο το περιεχόμενο της ποίησης όσο και το ύφος του ποιητή είναι σαχλά. Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με την ποιότητα του εν λόγω ποιήματος αλλά με την κοινή διαπίστωση πως στις μέρες μας κάθε δημόσια απαγγελία ποιημάτων θεωρείται γελοία, αφού, σύμφωνα με την επικρατούσα αισθητική ηθική, η ποίηση είναι μια «αυστηρώς προσωπική υπόθεση» και άρα πρέπει κανείς να την διαβάζει …από μέσα του.[2] Στον κόσμο της κοινωνίας του θεάματος, που εδώ και τουλάχιστον πέντε δεκαετίες είμαστε όλοι επιβάτες του, η ποίηση, εξαιτίας της ιδιάζουσας μορφής της, έμεινε εν πολλοίς έξω από την μετατροπή της σε προϊόν μαζικής κατανάλωσης —αν και πολλοί ποιητές θα το επιθυμούσαν διακαώς— και το τίμημα που πλήρωσε ήταν η παράδοση των ποιητών στην δημόσια χλεύη. Ο ποιητής αποφεύγει το γιουχάρισμα μόνο όταν κρατάει την ποίηση αυστηρά για τον εαυτό του, όταν διατηρεί το ποίημά του νεκρό στο χαρτί, όταν η ποίηση δεν δονεί το στόμα. Η μόνη μορφή «ποίησης» που γίνεται αποδεκτή είναι η αλλόκοτη περσόνα ενός σαλτιμπάγκου που, προσποιούμενος τον ποιητή, απαγγέλει «ποίηση»· όχι όμως ποίηση σαν αυτή που γράφουν οι ποιητές αλλά μια στιχουργία γεμάτη από τα κλισέ και τις ανόητες τυπολογίες που η κοινή αντίληψη αποδίδει στην ποίηση. Έτσι, η θεωρία πως η ποίηση είναι μια διαστροφή ορισμένων «μη κανονικών» επιβεβαιώνεται από τους ίδιους τους «ποιητές», δηλαδή τους διασκεδαστές που τους προσποιούνται.

Τι συμβαίνει λοιπόν με την ποίηση σήμερα; Έχουν περάσει αισίως επτά δεκαετίες από τη μνημειώδη ρήση του Αντόρνο· «Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση» και η μεταπολεμική βαρβαρότητα είθε να δικαιώσει κάπως περίεργα αυτή τη φράση. Η ποίηση, που απέτυχε κάποτε να αποτρέψει τα κρεματόρια, σταδιακά εξορίστηκε από την μεταπολεμική κοινωνία της αφθονίας και του θεάματος, επειδή ούτε εκεί μπορούσε να βρει τον τόπο της. Για να επιστρέψουν σήμερα, ξανά, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σε μια Ευρώπη χωρίς ποιητές. Απέτυχε, λοιπόν, η ποίηση; Αναμφισβήτητα ναι· μόνο που αυτή της η αποτυχία να προσαρμοστεί στο παρόν ήταν και η μοναδική της δυνατότητα να σώσει την ψυχή της· χωρίς να παραδοθεί στην μετα-ποίηση των διαφημιστικών σποτ, της καθημερινής αποχαυνωτικής αυτο-βελτίωσης και της μεταμοντέρνας κακογουστίας· χωρίς να γίνει ένα ακόμα αντικαταθλιπτικό χαπάκι σε φύλλο καθημερινού ημερολογίου. Εντάξει, θα πεις, η ποίηση «ανήκει στο μέλλον», γράφεται για τους πόθους «αυτών που περιμένουν την άνοιξη». Κι όμως, αν η ποίηση ανήκε στο μέλλον, θα είχε ίσως κάποτε καταφέρει να ενωθεί με την πραγματικότητα, να δικαιωθεί ιστορικά. Κι όμως ούτε αυτό κατάφερε. Παρέμεινε απελπιστικά ξένη με κάθε πραγματικότητα που επιβλήθηκε στο όνομα της. Ο Μαγιακόσφκι αυτοκτόνησε και αυτή η χειρονομία δεν μπορεί να κατανοηθεί παρά ως μια αυτοκτονία της ίδιας της ποίησης. Γιατί η ποίηση, όσο φουτουριστική και επαναστατική κι αν δείχνει, ανήκει πάντα στο παρελθόν· στη μνήμη ενός (ου)τόπου που ακόμα και αν έχει την λαμπερή ταμπέλα του μέλλοντος δεν είναι τίποτα παραπέρα από ένα μεταμφιεσμένο παρελθόν, εκεί που «ο τάφος ονειρεύεται το λίκνο».[3] Βλέπεις, οι ποιητές ακόμα και όταν μιλούν για το μέλλον, μιλάνε κατά βάθος «για τα γηρατειά του μέλλοντος».

Η ποίηση δεν έρχεται από το μέλλον, ούτε τρέφεται από το παρόν. Ακριβέστερα μιλάει πάντα για μια (πανταχού παρούσα) απουσία, μια πρωταρχική έλλειψη που είναι η πηγή, η αδιόρατη μούσα κάθε ποιητικής αγωνίας. Εξ ου και οι μομφές που δέχεται διαχρονικά η ποίηση από τους ζηλωτές του καινούργιου και τους εμφατικά ακτιβιστές της ζωής, αφού όπως συχνά την κατηγορούν «εξιδανικεύει το παρελθόν, μη μπορώντας να προσαρμοστεί στο παρόν». Όμως αυτή η κατηγόρια, δεν είναι τίποτα άλλο από την επιβεβαίωση πως η ποίηση αρνείται να πεθάνει· αρνείται να αφήσει το πεπρωμένο της σε άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες ξένες προς στους σκοπούς της· αρνείται να γίνει τσιτάτο του μέλλοντος ή σύνθημα ενός παρόντος ξένου. Γιατί ο σκοπός της ποίησης είναι ακριβώς αυτή η απουσία σκοπιμότητας —σκοπιμότητας που ενέχουν πάντα οι ενέργειες των ανθρώπων σε χρόνο ενεστώτα. Και αυτόν τον ενεστώτα, τον ταυτόχρονα παρόντα και ταυτόχρονα μελλοντικό, είναι που αρνείται η ποίηση, για να διαφυλάξει τη ζωντανή μνήμη ενός παρελθόντος, όχι με τον νεκρό τρόπο της ιστορίας (αυτό που έγινε), αλλά με το ζωντανό τρόπο της ποιητικής δυνατότητας (αυτό που μπορούσε να γίνει), για να την παραδώσει ανέπαφη στις γενιές που έρχονται.

Η ιστορία, έγραψε πρόσφατα ο Κώστας Δεσποινιάδης ερμηνεύοντας τον Άρη Αλεξάνδου, είναι μια συνεχής μάχη ανάμεσα στους ποιητές και τους χωροφύλακες.[4] Η φράση αυτή συμπυκνώνει τον «ιστορικό ρόλο» της ποίησης, ως μιας ενοχλητικής, αντικαθεστωτικής μειοψηφίας που επισημαίνει διαρκώς πως «κάτι πάει στραβά». Γιατί αν κάποιοι, κάποτε, οραματίστηκαν έναν κόσμο όπου η ποίηση δεν θα είχε πια λόγο ύπαρξης, αφού θα είχε υπερβαθεί από ένα κοινωνικό σχέδιο στο οποίο όλες οι αγωνίες της θα είχαν δήθεν εκπληρωθεί, όχι μόνο απέτυχαν παταγωδώς αλλά άφησαν πίσω τους μια τραυματισμένη κοινωνική έρημο χωρίς ποιητές.

Στο ερώτημα, λοιπόν, που επικρέμεται (και της σημερινής εκδήλωσης αλλά και κάθε συζήτησης για την ποίηση): τι ρόλο μπορεί να έχει η ποίηση στις μέρες μας η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη. Αφενός γιατί η θεαματική εποχή μας έχει σχετικοποιήσει —σε μέγιστο βαθμό— τις έννοιες, με αποτέλεσμα η εικόνα του ποιητή να είναι αυτή του περφόρμερ τσαρλατάνου που προσποιείται καρικατουρίστικα πως «ζει την ποίηση» (ενώ, στην πραγματικότητα, ζει εγκλωβισμένος μέσα στην στολή του κλόουν) και αφετέρου γιατί η θεμελιώδης σχέση της ποίησης με το «αρνητικό» (αυτό το στοιχείο της έλλειψης που αναλύσαμε προηγούμενα) σχέση η οποία χαρακτηρίζει κάθε ποίηση άξια του ονόματός της, την καθιστά αυτομάτως ανοίκεια ενός κόσμου τόσο μονόπλευρα προσανατολισμένου στην «θετικότητα». Γιατί η ποίηση, όπως και κάθε αυθεντική τέχνη, συλλαμβάνει το παρόν αρνητικά. Χωρίς καμία υποχώρηση προς της εξωραϊστική, γύψινη θετικότητα, μας λέει τη μόνη αλήθεια που αξίζουν τα πράγματα —γι’ αυτό πληρώνει το τίμημα.

Μοιραία λοιπόν πρέπει να ψάξει κανείς πολύ για να βρει μια ποίηση, άξια του ονόματός της, σήμερα. Καθώς ένα επιπλέον σύμπτωμα του αφανισμού των ποιητών στην εποχή μας είναι η υπερπαραγωγή «ποίησης»· μιας, δήθεν, βέβαια ποίησης, σχεδόν μηχανιστικά παραγόμενης σε μανιακούς ρυθμούς που επιδιώκει να καλύψει τις μπότοξ ανησυχίες μιας διαβρωμένης, ημι-μορφωμένης και αυτοαναφορικής μικροαστικότητας. Μέσα όμως στους ίδιους διαύλους, εκεί ανάμεσα στα ξερά αγριόχορτα, ζει και η χλωρή, ζωντανή ποίηση. Πόσο δύσκολο είναι άραγε να την εντοπίσεις; Και πόσο δυσκολότερο είναι να ασκηθείς σε αυτήν; Σε μια εποχή υπερ-προβολής μιας εγωπαθούς, αυτάρεσκης και τυφλής υποκειμενικότητας, πόσο δύσκολο είναι να μιλήσεις για την χαμένη κοινότητα, τον υπερβατολογικό όρο δηλαδή, την αναλλοίωτη προϋπόθεση, για κάθε τέχνη; Σε μια εποχή φαμφάρας και τυμπανοκρουσίας πόσο δύσκολο είναι να μιλήσεις για το απλό, μικρό και ουσιώδες;

«Χρειάζεται τόλμη / Για ν’ αγαπήσεις / Και την ύστατη / Σταγόνα δάκρυ» γράφει ο Δημήτρης Τρωαδίτης.

Η ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη στέκεται στον αντίποδα της ποιητικής δημιουργίας της εποχής μας. Λιτή και ουσιώδης, χωρίς ηλεκτρικούς ενισχυτές, ανόητους βερμπαλισμούς και φιλολογικά φτιασιδώματα, με γλώσσα καθημερινή, μας θυμίζει πως η τέχνη δεν είναι ζήτημα των ειδικών της, αλλά αυτών που έχουν κάτι να πουν. Εκείνων που νιώθουν αυτήν την ουσιώδη εσωτερική έλλειψη και δονούνται από μια ασυμβίβαστη θέληση να την εκφράσουν.

Θα γράψει στη συλλογή Η μοναξιά του χρόνου:

«οι νεκροί στις κοιλάδες δεν ξεχνιούνται […] τα κατάλευκα πρόσωπα / δεν φεύγουν εύκολα από τη μνήμη»

Η ποίηση για τον Τρωαδίτη είναι μια καταβύθιση στο παρελθόν, από την συλλογή Ωδή στο ανικανοποίητο θα μπορούσαμε να αποκόψουμε και έναν σύντομο ορισμό της:

(Η ποίηση είναι) «να κάνεις επισκέψεις / σε μισοφωτισμένα υπόγεια / όπου οι πρόγονοι επανέρχονται»

Το παρελθόν, η μνήμη για τον ποιητή είναι το μόνο υλικό αλλά και ταυτόχρονα το αβάσταχτο βάρος του. Θα γράψει στην συλλογή Απόπειρες Ονείρων:

«κάθε απόπειρα σκέψης / περιέχει όλες τις απόπειρες μαζί / κάθε κίνηση στο άπειρο / περιέχει όλες τις κινήσεις μαζί / κάθε έμπνευση στα κενά διαστήματα / περιέχει όλες τις γητειές του κόσμου»

Ο ποιητής είναι ένας νοσταλγός που δεν συμβιβάζεται με την υπάρχουσα βαρβαρότητα, ένας νοσταλγός που αν τύχει και είναι ταυτόχρονα κοινωνός ενός οράματος για έναν κόσμο πιο ζεστό, μετατρέπεται σε πρόσωπο σχεδόν τραγικό. Θα γράψει στην συλλογή Η μοναξιά του χρόνου:

«Όσοι ήταν χτες επαναστάτες / σίγουρα είναι δυο φορές γεροντότεροι»

Και στην Ωδή στο ανικανοποίητο ο τόνος θα γίνει ακόμα πιο σπαρακτικός αλλά και ταυτόχρονα επικριτικός. Θα πει:

«πασχίζεις να επιστρέψεις στις μνήμες των παιδικών σου χρόνων / το μάνα εξ ουρανού δεν ήρθε και οι ιεροτελεστίες εφιάλτες // όσοι αγωνιούν να πιάσουν ακίνδυνες χίμαιρες / όσοι επιδίδονται στο κυνήγι χρωματιστών αλεπούδων / είναι ήδη γεροντότεροι απ’ το χθες της ύπαρξή μου»

Ενώ στη συλλογή με τίτλο Για μια κόκκινη ανάσταση θα μιλήσει για την α-μνησία της εποχής και των τόπων της:

«Οι τόποι μου / μετέωροι μέσα στην ολική κατάρρευση του χρόνου / μουλιασμένοι μέσα στην κίτρινη βροχή που τους σκεπάζει / ως άλλο νεκροσάβανο / κι οι κάτοικοί τους έμειναν χωρίς μνήμη»

Ο τόνος του ποιητή ενάντια στην εποχή, στον α-νοήτο τρόπο ζωής της και στην περιρρέουσα απουσία νοήματος, γίνεται αλλού πολύ επικριτικός. Διαβάζω δυο αποσπάσματα από τις Απόπειρες Ονείρων:

«φοράς ατάραχος τ’ όνομά σου / περιφέροντάς το με ευτελή κοσμήματα / κειμήλιο σε φωτιές που τρεμοκαίνε / ασήμαντο στολίδι προς εξαφάνιση // κι ας διατείνονται οι μετεωρολόγοι / ότι χρειάζεται τόλμη ν’ αγαπήσεις ακόμα / και την ύστατη σταγόνα δάκρυ»

«στις καταποντισμένες  αυτές στιγμές / κάθε ευχή μοιάζει επαναστατικό μανιφέστο / κάθε αύρα ανοίγει το δρόμο… / άλλωστε δεν πεθαίνει κανείς από ασάφεια / αλλά από κρύο και μοναξιά»

Στο βιβλίο του Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης ο τόνος, που χρωματίζει την εποχή μας, θα γίνει ακόμα πιο σκοτεινός:

«ο ήλιος δεν ανέτειλε / ο τελευταίος υπάλληλος αναχώρησε / κι ήμουν αυτό που / έκλεισα την πόρτα πίσω του / για τελευταία φορά»

Μέσα σε αυτό το ζοφερό παρόν, υπάρχει άραγε κάποιο μέλλον άξιο του ονόματος του, υπάρχει κάποιο καθήκον για εμάς στο παρόν; Υπάρχει, θα απαντήσει ο Τρωαδίτης, μόνο που το καθήκον αυτό χρειάζεται θάρρος για να το ακολουθήσεις καθώς βρίσκεται στον αντίποδα του πάνδημου πραγματισμού. Θα πει, πάλι στο Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης:

«το μεγάλο στοίχημα / είναι να διατηρήσουμε / αναμμένη τη μικρή / σταγόνα της βροχής»

Και για το μέλλον; Υπάρχει κάτι που να προδικάζει αυτό το ζοφερό παρόν; Ο Τρωαδίτης, χωρίς περιστροφές, μας προειδοποιεί πως είμαστε αναγκασμένοι να ζήσουμε στο εδώ και τώρα, αφού, όπως γράφει στο Απόπειρες Ονείρων:

«όλα συνεχίζονται… / όλα μυρίζουν θειάφι και σπέρμα / εκκωφαντική απομόνωση η ζωή του καθενός / ανοιχτός κάδος με απόλυτη ησυχία // ούτε θρόισμα φύλλου / ούτε ισορροπίες / ούτε λεπτοδείκτες / μόνο γεννήσεις στα σκοτάδια / στους πίσω δρόμους με τους ξεγελασμένους εραστές των φαντασμάτων»

Ίσως η ποίηση, η «ποίηση των κορμιών μας» όπως θα την ονομάσει, είναι για τον Τρωαδίτη και το μόνο που έχουμε στις μέρες μας, σε έναν θρυμματισμένο κόσμο, όπου όλες οι βεβαιότητες έχουν χαθεί και όλες οι ελπίδες έχουν πνιγεί στο αίμα. Στην υπαρξιακή αγωνία που εκφράζεται στο ποίημα του με τίτλο Ακροβασίες, στην ομώνυμη δίγλωσση συλλογή του, καταλήγει:

«όποιος δεν προσχωρεί στην ποίηση αυτή θάβεται ζωντανός / από καθεστώτα της συμφοράς / σε λευκούς μεταθανάτιους κύκλους / με πέτρες υψωμένες στην ψυχή / ξεψυχώντας σε μια άνιση μάχη»

Άραγε ποιο θα είναι το μέλλον της ποίησης; Με όσα ήδη είπαμε, η ερώτηση μοιάζει κάπως αντιφατική. Αφού η ποίηση δεν ανήκει στο μέλλον πώς μπορούμε να μιλάμε για «μέλλον της ποίησης»; Αναμφισβήτητα, όμως, αυτό που θα έχει αναγκαστικά παρόν και μέλλον είναι αυτή η πρωτογονική ανθρώπινη δραστηριότητα, η πρώτη γλώσσα της ανθρωπότητας όπως μας βεβαιώνουν οι ανθρωπολόγοι, η ποίηση. Αφού ο άνθρωπος, αιώνες πριν ανακαλύψει την γραπτή γλώσσα, έμαθε να μιλά με έμμετρο λόγο, αφού ακόμα και στις μέρες μας —και ανεξάρτητα της ποιότητάς του— αυτός ο λόγος τον συγκινεί. Η ποίηση, ως πρωταρχικό «σύμπτωμα» της ανθρώπινης γλώσσας, θα συνεχίσει να γεννιέται. Και αφού ανακουφιστήκαμε λοιπόν με τη διαπίστωση πως η ποίηση θα συνεχίζει αναγκαστικά να γράφεται, ας αναρωτηθούμε (χωρίς απαραίτητα να απαντήσουμε): τι είδους ποίηση έχει σήμερα νόημα;

Όταν το παρόν μας αρνείται τη λύτρωση η σκέψη γίνεται όργανο της απελπισίας.[5] Και αυτή η οδύνη, το χαρακτηριστικό αποτύπωμα κάθε πραγματικής δημιουργίας, που εκφράζει η μόνη ζωντανή ποίηση του παρόντος, είναι —όσο αντιφατικό και αν ακούγεται— το μόνο δοχείο της μελλοντικής ελπίδας. Το τωρινό καθήκον της ποίησης είναι η υποχρέωση να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα, η υποχρέωση να μην συμβιβαστεί ποτέ με το παρόν, η ανάγκη να εκφράσει την ανειρήνευτη αγωνία των ανθρώπινων πόθων. Γιατί στις μέρες μας, η ποίηση είναι οιονεί εξέγερση, άρνηση του παρόντος. Και μόνο μια τέτοια ποίηση έχει νόημα. Γιατί μόνο μια τέτοια ποίηση, που δεν έχει τίποτα για να ανταλλάξει με το «τώρα», είναι μια ποίηση που δεν μπορεί να ηττηθεί.

Και ας μην γελιόμαστε, επειδή η ποίηση αρνείται να ηττηθεί, προσπαθούν να τη σκοτώσουν, να την αποβάλλουν κοινωνικά, να τη λοιδορήσουν. Στην εποχή μας, ο μοναδικός «ποιητής» που γίνεται κοινωνικά αποδεκτός είναι η καρικατούρα του «ποιητή Φαμφάρα»· για να επιβεβαιωθεί, έτσι η κοινωνική προκατάληψη της ποιητικής γελοιογραφίας και να τελειώσουν, οι προπαγανδιστές τους λαμπρού μέλλοντος, με την τελευταία ενοχλητική αντιπολίτευση.

Μέσα σε αυτή την εικόνα η ποίηση αναγκαστικά επιστρέφει στη σκιά της. Γίνεται ερμητική και δυσπρόσιτη —προσιτή μόνο για αυτούς που δεν μπορούν να ζήσουν αλλιώς. Κι έτσι, μοιραία, αφού δεν κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο, γίνεται  ξανά δοχείο αεροστεγές, ικανό να διαφυλάξει τον πύρινα της ανθρώπινης ευαισθησίας από τη γενικευμένη άνοδο της βαρβαρότητας.

«Τι έχει να μας δώσει σήμερα η ποίηση; Τι έχει να μας πει για το μέλλον;» με είχε ρωτήσει εμφατικά —πριν λίγες μέρες— ο φίλος μου. ΤΙΠΟΤΑ, ήταν η απάντησή μου, ή με έναν στοίχο του Τράνστρεμερ: «Έχω πτυχίο από το πανεπιστήμιο της λήθης και τα χέρια μου είναι τόσο άδεια όσο και το πουκάμισο που στεγνώνει στο σχοινί».

 


Τα ποιητικά αποσπάσματα του Δημήτρη Τρωαδίτη του ελήφθησαν από τις συλλογές:

Η μοναξιά του Χρόνου, Το Κόσκινο (2012), δεύτερη έκδοση: Οδός Πανός (2016)

Ωδή στο ανικανοποίητο, Παλινωδίαι (2017)

Απόπειρες Ονείρων, Το Κόσκινο (2013), δεύτερη έκδοση: Οδός Πανός (2016)

Για μια κόκκινη ανάσταση, Στοχαστής (2016)

Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης, Το Κόσκινο (2013), δεύτερη έκδοση: Οδός Πανός (2016)

Ακροβασίες / Tightrope Walking, Owl Publishing (2017)

[1] Η φράση του τίτλου ανήκει στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο και είναι παρμένη από τον πρόλογο του βιβλίου του Η έσχατη στράτευση (εκδόσεις Ύψιλον, 1985) όπου στοχάζεται πάνω στο μοίρα των επαναστάσεων. Εδώ η φράση χρησιμοποιείται κατ’ αναλογία για τη μοίρα της ποίησης. Το παρόν κείμενο αποτελεί την ομιλία μου σε εκδήλωση για την ποίηση σήμερα και τον ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη που έγινε στην Πάτρα στις 23 Ιανουαρίου 2018.

[2] Θα συναντήσουμε εδώ, ίσως, μια αναλογία με την αντιμετώπιση των λεγόμενων «διαστροφών» που ενώ κατοχυρώνονται νομικά για την ιδιωτική σφαίρα αποβάλλονται βίαια από το δημόσιο χώρο με το επιχείρημα: «ας κάνουν ό,τι θέλουν στο κρεβάτι τους αλλά ας μη φιλιούνται και στο δρόμο, μας χαλάνε την αισθητική μας».

[3] Γ. Λυκιαρδόπουλος, Χρόνοι και τόποι του ποιήματος, περιοδικό Σημειώσεις, Ιούνιος 1995.

[4] Κώστας Δεσποινιάδης, Ο ανυπότακτος Άρης Αλεξάνδρου. Ανάμεσα στο Κιβώτιο και την Εξέγερση της Κροστάνδης, περιοδικό Πανοπτικόν, Ιούνιος 2017.

[5] Η φράση είναι παράφραση γνωστής ρήσης του Αντόρνο.

 

 

(* το κείμενο δημοσιεύτηκε στο πέμπτο τεύχος του περιοδικού Σκαντζόχοιρος)