Του Θανάση Κοσμόπουλου

επικοινωνία: risingutopia@espiv.gr

Α. Το περιβάλλον

Ζούμε σε μια εποχή επέλασης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, που στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του, είναι πιο επιθετικός από ποτέ. Έχει αλώσει εκμεταλλευόμενος οικονομικά σχεδόν, όλες τις χώρες του «τρίτου κόσμου». Έχει φτάσει στα πιο ανεξερεύνητα σημεία του πλανήτη λεηλατώντας και τους τελευταίους φυσικούς πόρους της γης. Έχει διεισδύσει σα τρόπος ζωής ακόμα και στο τελευταίο στάβλο στα κορφοβούνια του Αφγανιστάν. Έχει διασπείρει μαζικά τον ιό του ανταγωνισμού στις ανθρώπινες σχέσεις. Έχει καλλιεργήσει ατομισμό στα μύχια των ψυχών, προωθώντας το καταναλωτισμό, τη λατρεία του εμπορεύματος, το πλουτισμό, κι επεκτείνεται ακόμα, σε βάθος και πλάτος, διατρέχοντας όλα τα σημεία του πλανήτη, και τις πιο σκιερές γωνιές της ανθρώπινης ψυχής.

Οι όποιες όψιμες αντιστάσεις που αναδεικνύονται από τις διάφορες εθνικές κι εθνικιστικές ελίτ σε διάφορα σημεία του πλανήτη, , στη πραγματικότητα όχι μόνο δεν αντιμάχονται τον ολοκληρωτισμό της αγοράς, αλλά έρχονται να εξυπηρετήσουν και να ευωδούν με το ρόλο τους τη περαιτέρω εργασιακή εκμετάλλευση, καλλιεργώντας στη κοινωνία την υποταγή στην βίαιη εξουσιαστική ισχύ.

Είναι σίγουρο ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια διαφαινόμενη σύζευξη, ένα «γάμο» ανάμεσα στο νεοφιλελευθερισμό και το φασισμό, που θα κηρύξει την έναρξη ενός απάνθρωπου δυστοπικού μέλλοντος, ενός νέου μεσαίωνα. Μια σύζευξη εξαιρετικά επικίνδυνη που βρίσκει ρόλο και για τους δύο, αφού οι πρωτεύουσες οικονομικές και αντίστοιχα οι βίαιες εξουσιαστικές σκοπιμότητες ικανοποιούνται, θυσιάζοντας αντίστοιχα η κάθε πλευρά τα φιλελεύθερα και λαϊκίστικα χαρακτηριστικά τους. Η πολιτική θα μετατραπεί σε αυταρχική διοίκηση μέσω του φόβου, που θα παράξει τη κοινωνική συναίνεση. Μια φασίζουσα διεθνής, οργανώνει τη τελική της έφοδο μέσα στη κοινωνία. Η δουλειά έχει γίνει από χρόνια, οι ανθρώπινες ψυχές έχουν δηλητηριασθεί. Το φίδι είναι γύρω μας, και παλεύουμε να μη μπει στα σπίτια μας.

Η παγκόσμια κοινωνία, είναι αναγκαίο να αντιληφθεί ότι ο μοναδικός τρόπος ουσιαστικής αντίστασης στον επερχόμενο «νεοφιλελεύθερο» φασισμό, είναι ο δρόμος της ολιστικής χειραφέτησής της, της απεμπλοκής της από το κράτος και το κεφάλαιο και της οριστικής καταστροφής τους. Για να γίνει αυτό θα πρέπει οι κοινωνικές δυνάμεις να αναλάβουν άμεσα δράση γι αγώνα ενάντια στο σύστημα, μέσα από ακηδεμόνευτες οριζόντιες συλλογικοποιήσεις, οργανώνοντας ομόσπονδα, ένα διεθνιστικό κίνημα, με στόχο τη παγκόσμια κοινωνία της γενικευμένης αυτοδιεύθυνσης και του ελευθεριακού κομμουνισμού. Έναν αγώνα αναρχικά κοινωνικό ενάντια στο κεφάλαιο και το κράτος, αφού μόνο η αναρχική πολιτική ιδεολογία, δεν δίνει κανένα περιθώριο, δεν αφήνει κανένα «ανοιχτό παράθυρο», στη συνέχιση της ύπαρξής τους. Η κοινωνική αναρχία, είναι η μοναδική λύση για την αντιμετώπιση του επερχόμενου μεσαίωνα. Από τη φύση της μπορεί να αποτελέσει το σκληρό πυρήνα των κοινωνικών αντιστάσεων, γύρω από τον οποίο μπορούν να συσπειρωθούν μεγάλα κομμάτια πληθυσμών, καθώς και κοινωνικών, αλλά και πολιτικών ομάδων. Από τη φύση της μπορεί να είναι ο προνομιακός πυλώνας της εκπομπής των ανθρώπινων νοημάτων, της λογικής, της συνεργασίας, της αλληλοβοήθειας, της εμπιστοσύνης της τρυφερότητας και της στοργής. Όλα επαναστατικά διακυβεύματα, που διαρρηγνύουν την εξατομίκευση, τον εγωτισμό, την απομόνωση, τον ανταγωνισμό, την επιθετικότητα και αντιπαλότητα, αποσκοπώντας στην αρμονική συμβίωση, και στην εξύψωση του θεσμού της κοινωνίας των ανθρώπων.

Η νεοφιλελεύθερη επέλαση χτυπάει απειλητικά τη πόρτα της δυτικής Ευρώπης, που αρχικά με δούρειο ίππο το μεταναστευτικό ζήτημα, προωθεί νεοφιλελεύθερες πολιτικές χρησιμοποιώντας αρχικά αντικοινωνικές ρατσιστικές, εθνικιστικές, φοβικές συνωμοσιολογικές, ρητορείες. Δεν είναι τυχαίο ότι στις Ευρωπαϊκές εκλογικές αναμετρήσεις του 2019, ακροδεξιά στελέχη με κέντρο τις Βρυξέλλες δρομολογούσαν σχέδια ανάπτυξης της ακροδεξιάς σε κάθε χώρα της Ευρώπης, με σχετικά ικανοποιητικά αποτελέσματα δυστυχώς.

Έχοντας ενσκήψει στις αρχές του ‘20 η πανδημία του COVID-19, η νεοφιλελεύθερη ελίτ, εκμεταλλεύεται την εξουσιαστική της θέση και χρησιμοποιώντας το πρόσχημα του ελέγχου της πανδημίας, αλλά και κυρίως, εκμεταλλευόμενη τη παρεπόμενη διατάραξη των οικονομικών αλλά και ειδικότερα των εργασιακών σχέσεων, προχωρά σε αναδιάρθρωση του συνόλου τους προς όφελός της. Μια αναδιάρθρωση που θα δημιουργήσει ανεργία, όχι μόνο σε ολόκληρους κλάδους μισθωτών, αλλά και θα εξαφανίσει τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις προς όφελος των μεγάλων που έχουν τη ρευστότητα και τη δύναμη να ανταπεξέλθουν. Η διόγκωση αυτή θα δημιουργήσει υπερπροσφορά εργατικών χεριών, μειώνοντας έτσι την αξία τους. Τότε θα εμφανισθεί ως «αναγκαιότητα», η διασπάθιση των όποιων κατακτημένων εργασιακών δικαιωμάτων, και θα «απελευθερώσουν» τις εργασιακές σχέσεις στο όνομα του «κινδύνου της ανεργίας». Ελαστικοποιημένες εργασιακές σχέσεις, part time jobs, ατομικές συμβάσεις, κατάργηση 8ώρου, ενοικιαζόμενοι, είναι μερικά από τα μέτρα που θα θεμελιώσουν εργασιακές σχέσεις μεσαίωνα, εμπεδώνοντας το φασίζοντα νεοφιλελεύθερο εταιρικό νεοφεουδαλισμό, ακόμα και σε αυτή την ίδια την Ευρώπη.

Μιας Ευρώπης καπιταλιστικής μεν, αλλά με μακριά παράδοση διαφωτισμού κοινωνικών αγώνων κι εργατικών δικαιωμάτων, και με πρόσφατες τις ιστορικές πληγές του μεγάλου πολέμου, που ανέδειξαν την αναγκαιότητα των αρχών του ανθρωπισμού, του διεθνούς δικαίου, της κοινωνικής πρόνοιας, της αλληλεγγύης, κτλ. Σε μια τέτοια Ευρώπη εκτυλίσσεται από καιρό μια μεθοδευμένη επίθεση της αγοραίας καταναλωτικής εγωτικής κουλτούρας μέσω του θεάματος, δομώντας κοινωνικές νοοτροπίες της αμερικανικής άγριας δύσης κι εκφασισμού. Παράλληλα, σε αυτή τη συντονισμένη προσπάθεια πολιτικού εκφασισμού, έχουν επιστρατευτεί προπαγανδιστικά, mainstream δημοσιογραφικά συγκροτήματα, που αφανώς και μεθοδικά ενισχύουν τις θέσεις που θα αποδομήσουν το παραδοσιακό ευρωπαϊκό εποικοδόμημα.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση, και μοιάζει δύσκολο να αποτελέσει. Άλλωστε έχει βαθιά εθνικιστική χριστιανορθόδοξη παράδοση , και η «αριστερή παρένθεση» δεν έχει τη τόλμη να φανεί, λίγο έστω, συνεπής με τον εαυτό της. Το δεξιό ακροδεξιό σύμφυρμα, περιμένει διψασμένο για εξουσία, αλλά και βία, έχοντας ήδη προδιαγεγραμμένο ρόλο, ένα κοστούμι φασίζοντα νεοφιλελευθερισμού με σκληρό πρόσωπο που θα εκδικηθεί με κάθε τρόπο την τετράχρονη απώλεια της εξουσίας, πέφτοντας πάνω στα αδύναμα κομμάτια της κοινωνίας, και καταστέλλοντας σκληρά τις απείθαρχες φωνές, ικανοποιώντας έτσι την ακροδεξιά φασιστική πελατεία.

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Μητσοτάκη στη βουλή σχετικά με τη μετα-covid-19 εποχή, επιβεβαιώνουν τις προβλέψεις σχετικά με την εμπέδωση του νεοφιλελεύθερου δόγματος στην ελληνική εκδοχή, μέσα από την αναδιάρθρωση της οικονομίας προς όφελος των δυνατών, αλλά και της εργασίας σε βάρος των εργαζομένων. Πρόκειται για την επαλήθευση των αναρχικών προταγμάτων σε τοπικό, αλλά και συνολικά σε παγκόσμιο επίπεδο, που θεωρούν πως το καπιταλιστικό σύστημα δε διορθώνεται. Καταστρέφεται.

Βρισκόμαστε σε μια εξαιρετικά δύσκολη συνθήκη, όπου το ακροδεξιό συνονθύλευμα που κυβερνάει, βρήκε τον αποδυναμωμένο αναρχικό χώρο ως αποδιοπομπαίο τράγο, για να εξάγει δεξιά πολιτική υπεραξία για τους «νοικοκυραίους» με το δόγμα νόμος και τάξη, εκτονώνοντας τη καταστολή πάνω στις συλλογικότητές μας. Καμία έκπληξη. Το είχαμε προβλέψει.

Ο χώρος

Ο χώρος μας θα πρέπει ν’ αντιμετωπίσει την επίθεση που θα δεχθεί από τη φασίζουσα νεοδεξιά, είτε να προετοιμασθεί για την επίθεση που θα δεχθεί από τη ρεφορμιστική αριστερά, που βλέπει την αναρχία σα θυσιαστικό ανάθημα, στο βωμό της δικής της παραμονής στην εξουσία. Άλλωστε πάντα η αριστερά θεωρούσε τους αναρχικούς άλλοτε χρήσιμους και άλλοτε αναλώσιμους, ανάλογα με τις δικές της πολιτικές σκοπιμότητες, τηρώντας κατά γράμμα τη λενινιστική της κουλτούρα και παράδοση.

Η αναρχία στην Ελλάδα ποτέ δεν συνέπραξε σε αυτή τη διαδικασία, όντας αυτόνομη κινηματικά, κι εκθέτοντας, αν όχι ταπεινώνοντας, τους επίδοξους εισοδιστές με το δικό της πάντα τρόπο. Τελευταία, παρατηρείται μια προσπάθεια ώθησης του αναρχικού χώρου σε σύγκλιση με τον εξουσιαστικό «κομμουνιστικό» χώρο, μέσω του αντιφασισμού. Τα επιτεύγματα του Εαμικού αντάρτικου στα ελληνικά βουνά τα χρόνια της κατοχής αλλά και στον εμφύλιο, γοητεύουν πολλούς στον αναρχικό χώρο, που αδυνατούν να αντιληφθούν ότι ένας λόγος της αδυναμίας τους να φτιάξουν τις δικές τους προϋποθέσεις για ένα δικό τους νικηφόρο αγώνα, περνάει και από τη προτυποποίηση του αγώνα των άλλων, και μάλιστα των αριστερών εξουσιαστών.

Κι εδώ η σημερινή αναρχία οφείλει να κάνει ένα ποιοτικό άλμα. Να συμμερισθεί τη μικρή της ηλικία, και συνεπώς ότι θα πρέπει να φτιάξει τη δική της ιστορία, μέσα από τους δικούς της αγώνες.

Η σημερινή αναρχία οφείλει επίσης να κάνει ένα τεράστιο ποσοτικό άλμα, που θα ξεπεράσει την όποια συρρίκνωση, αλλά και θα αντεπιτεθεί σε μια ολιστικού τύπου επίμονη επιχείρηση. Χωρίς να θέλουμε να ακυρώσουμε τις όποιες γενναίες, φιλότιμες, ακόμα και εξαντλητικές προσπάθειες, χρειάζεται αλλαγή στα ποιοτικά χαρακτηριστικά και στη μεθοδολογία του αγώνα, με μεγαλύτερη εστίαση στο αποτέλεσμα και την ανάπτυξη. Να αντιληφθεί την ιστορική κρισιμότητα. Να αφήσει κατά μέρος την εσωστρέφεια και την αυτοαναφορικότητα. Οι συλλογικότητες θα πρέπει να ξεκινήσουν δράση απευθυνόμενες προς τη κοινωνία, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τις εσωτερικές σχέσεις, τον εσωτερικό διάλογο, τους ανταγωνισμούς, τις όποιες διαφωνίες, και να προτεραιοποιήσουν τη κοινωνική απεύθυνση στις δραστηριότητές τους. Θα πρέπει να πάψουμε να βλέπουμε τον αναρχικό χώρο σα καταφύγιο εκτονωτικής έκφρασης. Ο αναρχικός πολιτικός χώρος θα πρέπει να γίνει εφαλτήριο απεύθυνσης. Όλοι οι σύντροφοι είναι σημαντικοί, κρίσιμοι και σύμμαχοι στο κοινό αγώνα απέναντι στη φασίζουσα νεοφιλελεύθερη διεθνή, που επελαύνει τόσο γρήγορα, ώστε διατρέχουμε το κίνδυνο να μας πιάσει χαυνωμένους στον ύπνο της αυτοαναφορικότητας. Δεν έχουμε πια χρόνο για διαφοροποιήσεις.

Θα πρέπει να ξεκινήσουμε προς τα έξω, με διπλό στόχο. Να δώσουμε στο αναρχικό πρόταγμα πρωταγωνιστικό ρόλο στη μάχη της κοινωνίας κατά του μαύρου μετώπου, γκρεμίζοντας ταυτόχρονα ολόκληρο το σύστημα, κράτος -κεφάλαιο.

Το αναρχικό κίνημα έχει ευκαιρίες. Μπορεί να αξιοποιήσει τις αδυναμίες του αντιπάλου, που δεν είναι άλλες από τις κρίσεις που το ίδιο το σύστημα παράγει, καθώς και τις ίδιες του τις αντιφάσεις. Αξιοποιώντας τα δικά του πλεονεκτήματα, να προετοιμάζει μεθοδικά το έδαφος, φυτεύοντας το σπόρο της απελευθέρωσης βαθιά μέσα στη κοινωνία μέχρι την επόμενη ευκαιρία, μια επόμενη κρίση, που θα ανάψει το φυτίλι για τη κοινωνική επανάσταση ενταφιάζοντας οριστικά το σύστημα κράτος-κεφάλαιο. Για να γίνει αυτό, το κίνημα θα πρέπει να ξεκινήσει άμεσα έναν αγώνα μέσα στη κοινωνία, αναδεικνύοντας τη σημασία της χειραφέτησής της απέναντι στο σύστημα, και καλλιεργώντας τη δυσανεξία της απέναντι στο κράτος. Η καλλιέργεια αυτών, θέτει τις προϋποθέσεις, που στη περίπτωση μιας επερχόμενης καπιταλιστικής κρίσης, η κοινωνία θα στραφεί πολιτικά προς τη κατεύθυνση της χειραφέτησής της, και όχι σε αυτή των εξουσιαστικών σχηματισμών, εθνικιστικών, νεοφιλελεύθερων, ακόμα και σοσιαλδημοκρατικών.

Β. «Αντι-σύστημα»

Η καλλιέργεια της αναρχικής πολιτικής κουλτούρας μέσα στο κοινωνικό σχηματισμό θα πρέπει να είναι βαθιά, και για να γίνει τέτοια θα πρέπει να είναι αποτελεσματική. Το κίνημα έχει και το ηθικό αλλά και πάνω από όλα τα ιδεολογικό πλεονέκτημα, να καταφέρει μια επιτυχημένη «σπορά», που θα επιφέρει μιαν αξιόλογη κινηματική κοινωνική συγκομιδή. Για να γίνει αυτό απαιτείται ο ταυτόχρονος συνδυασμός, ένα σύστημα δράσεων και ποιοτικών στοιχείων. Ένα τέτοιο «αντι-σύστημα» θα πρέπει να έχει τις εξής παράμετρες:

  1. Ιδεολογικά ξεκαθαρίσματα.
  2. Οργάνωση προδιαγραφών (άτομο –ομάδα -οργάνωση)
  3. Επαναστατικό σχέδιο – οδικός χάρτης.
  4. Ποιοτική και μεθοδική πολιτική επικοινωνία
  5. Στρατηγική και τακτικές.
  6. Εφαρμογές και πολιτικό κίνημα.
  1. Ιδεολογικά ξεκαθαρίσματα.

Το αναρχικό ιδεολογικό πρόταγμα, θα πρέπει να εκπεμφθεί απαλλαγμένο από τις όποιες επιρροές που πιθανά προέκυψαν στη προσπάθεια για αποτελεσματική και ουσιαστική πολιτική έκφραση. Καμιά μομφή για ιδιοτέλεια σκοπών. Όμως η αναρχική ιδεολογία, έχει τους ιστορικούς εκφραστές της, έχει τη βιβλιογραφία της, έχει τα περιεχόμενα. Μένει μόνο να ξεκαθαρίσουμε ποιά θα επιλέξουμε να προτάξουμε, επικαιροποιώντας τα στη σύγχρονες ανάγκες, ώστε να υλοποιηθεί με ρεαλιστικούς όρους η γέννηση ενός κοινωνικού κινήματος που θα επιφέρει τη κοινωνική επανάσταση. Διαφωνίες θα υπάρξουν πολλές, ανταγωνισμοί όμως δεν έχουν θέση μέσα στο αναρχικό κίνημα, αφού από τη φύση του ένα τέτοιο κίνημα δε μπορεί παρά να είναι συνεργατικό. Συνεπώς, οι όποιες ιδεολογικές διαφωνίες και διαφορές είναι σεβαστές μεν, αλλά ίσως ν’ αποτελούν και πολυτέλεια κρίνοντας από το επείγον της επερχόμενης κατάστασης. Συμπερασματικά, οι όποιες απαντήσεις μπορούν να δοθούν σε ιδεολογικά επίδικα, είναι ζήτημα επιλύσιμο ορθολογικά (αν όχι τεχνοκρατικά), έχει δηλαδή συγκεκριμένες λύσεις, αρκεί να είναι ξεκάθαρες οι αξιακές συμφωνίες.

*[Θα ήταν εξαιρετικά επωφελές για το χώρο, η δημιουργία ενός ανεξάρτητου κέντρου αντιεξουσιαστικών μελετών, που θα [απαρτίζεται] από ειδικούς-ες επιστήμονες, μελετητές-ιες, καθώς και συντρόφους-ισσες που ερευνούν, και θα έχει σαν σκοπό την ανάδειξη των συζητήσεων, των θέσεων, των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων για θέματα που το ίδιο το πολιτικό κίνημα βάζει στην ατζέντα του. Τα επιστημονικά συμπεράσματα, θα δίνουν απαντήσεις πάνω σε προβλήματα συγχρονισμού της πολιτικής μας θεωρίας σε σχέση με τομείς της δραστηριότητας όπως, π.χ., της οικονομίας, της οργάνωσης μαζικών κοινωνιών, οργάνωσης της εργασίας και της παραγωγικότητας, την οικολογία, τον υπερπληθυσμό, τη διαδρομή της επαναστατικής διαδικασίας, της ασφάλειας, και της παιδείας, της απονομής δικαιοσύνης, κ.τ.λ. Οι εργασίες ενός τέτοιου κέντρου, θα έχουν μόνο γνωμοδοτικό χαρακτήρα, και σε καμιά περίπτωση δε μπορούν να αποτελούν «ανάθεση», με την αρνητική χροιά της έννοιας, αυτή δηλαδή του εφησυχασμού από τέτοιου είδους αναζητήσεις, στο συλλογικό και ατομικό επίπεδο, που είναι και το ιδανικό εφόσον υπάρχει χρόνος. Άλλωστε η γνώση έχει αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό που είναι εξαιρετικά δύσκολο να μπορέσουμε χωρίς εξειδικευμένες πληροφορίες να καταφέρουμε να προσεγγίσουμε έγκυρα κι εύστοχα το υπάρχον.]

  1. Οργάνωση προδιαγραφών.

Καμία κοινή συλλογική προσπάθεια δεν έχει ελπίδα ευόδωσης αν δεν υποστηρίζεται από οργάνωση. Κάθε πολιτικός χώρος που φιλοδοξεί να ασκήσει κοινωνική επιρροή, για να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα θα πρέπει να έχει οργάνωση και μάλιστα σοβαρών ποιοτικών προδιαγραφών. Ο αναρχικός χώρος, παρά τις όποιες πρόσφατες φιλότιμες προσπάθειες, χαρακτηρίζεται ακόμη από ένα γενικευμένο αφορμαλισμό, που αποδεικνύει την εκτονωτική εντροπία του χώρου, και όχι την ενεργητικά πολιτική.
Η ελλιπής απήχηση των πρόσφατων οργανωτικών προσπαθειών, σε συνδυασμό με την αναγκαιότητα μιας οργάνωσης, μας υποδεικνύουν μια δομή, αρχικά χαλαρής σύζευξης μεταξύ αλληλέγγυων –μη ανταγωνιστικών συλλογικοτήτων, που αλληλοενημερώνονται και συνεργάζονται, πάνω σε εθελοντική βάση μακριά από ηγεμονισμούς. Να μοιράζονται τις υποδομές, δημιουργώντας οικονομίες κλίμακας, να συναντώνται, να αλληλοενημερώνονται, να διαμορφώσουν ένα κείμενο γενικών αρχών, να φτιάξουν πλαίσιο λειτουργίας με σαφείς προδιαγραφές, και προσδιορισμένο αριθμό μελών, να συντονίσουν όποτε χρειάζεται έναν αγώνα, και πάνω από όλα, να συνδιαμορφώσουν ένα πρώτο κοινό πνεύμα, που με τη σταδιακή ωρίμανσή του, σε δεύτερο χρόνο θα φέρει από μόνο του ένα πιο σφιχτό και συγκροτημένο πλαίσιο. Και όλα αυτά, σε μια διασύνδεση που θα κινείται στη σχέση της αλληλέγγυας συντροφικότητας. Μιας συντροφικότητας που θα τρέφεται από την διαπάλη με το έξω, και θα τη σχετικοποιεί στο σωστό λόγο, ώστε αυτή να είναι υγιής, και να της δίνει το περιεχόμενο.

Η ύπαρξη ομάδων εργασίας άμεσα ανακλητών εκπροσώπων για θέματα ταχείας επέμβασης (π.χ. άμεσης αντίδρασης, τύπου, περιφρούρησης, κτλ) είναι ζητούμενο, αλλά κι εφικτό εάν περιγραφεί ένα ξεκάθαρο συμφωνημένο απ’ όλους, πλαίσιο αρχών λειτουργίας κι ευχερειών διαχείρισης. Όπως και να έχει οι ομάδες αυτές, θα πρέπει να έχουν εκτελεστικό ρόλο και όχι αποφασιστικό.

Οι συλλογικότητες θα πρέπει να διατηρούν την ελευθερία τους, απόλυτα. Οι συμφωνίες, οι συναινέσεις και οι υποχωρήσεις, αποδεικνύουν την ελευθεριακότητα των συλλογικοτήτων. Οι ανταγωνισμοί, οι επιδιώξεις, οι ηγεμονισμοί, είναι απαξία και δεν έχουν θέση. Ο αναρχικός χώρος θα πρέπει να αντιληφθεί τη κρισιμότητα των καιρών, και οι συλλογικότητες απευθυνόμενες στο κοινό τους, θα πρέπει να υλοποιήσουν ένα σχέδιο κοινωνικής απεύθυνσης για τη διάχυση του αναρχικού λόγου.

Οι συλλογικότητες θα πρέπει να διέπονται από τη φιλοδοξία της αύξησης της πολιτικής τους επιρροής, με απώτερο πολιτικό στόχο τη δημιουργία συνελεύσεων στη γειτονιά, είτε στην εργασία. Θα πρέπει να θέτουν σα προτεραιότητα να προβάλλουν καταστατικά τα πολιτικά περιεχόμενα, και τις κοινές πολιτικές συμφωνίες μεταξύ των μελών τους, δηλαδή τις αρχές και τις θέσεις τους. Η εξωστρέφεια στη πολιτική παρέμβαση είναι η υπαρξιακή τους ταυτότητα. Χωρίς αυτή δεν είναι παρά μόνο κελύφη εκκόλαψης συγκεκαλυμμένων παθών. Οι συλλογικότητες θα πρέπει να έχουνε προδιαγραφές λειτουργίας όπως, καταστατικό λειτουργίας, διακήρυξη αρχών και θέσεων, ελευθεριακές διαδικασίες λήψης απόφασης, επιλογές τακτικής, απολογισμό, αναθεωρητική διαδικασία. Επίσης σαφή αριθμό μελών, αλλά και φίλων –υποστηρικτών. Θα πρέπει να επιλέγουν πρακτικές προσαρμοσμένες στις δυνατότητές τους, ώστε αυτές να επιτυγχάνουν. [Μια πρόταση για τη διεξαγωγή επιτυχημένης πολιτικής καμπάνιας, μπορείτε να βρείτε εδώ: Για μια επιτυχημένη πολιτική εκστρατεία. Συν.]

Τα άτομα που συμμετέχουν ως μέλη στις συλλογικότητες, θα πρέπει να γνωρίζουν πως βρίσκονται σε μια συνεχή επιμορφωτική διαδικασία επαναστατικής συνειδητοποίησης, σε μια διαλεκτική διαδικασία προόδου, από το «θυμικά επαναστατημένος» στο επαναστατικά συνειδητοποιημένος. Από τη δηλωμένη πολιτική ενεργοποίηση, στην επαναστατικά συνειδητοποιημένη συλλογικοποίηση. Μέλη που αναλαμβάνουν ευθύνες κι έργα, από έρωτα για την κοινή μας υπόθεση. Μέλη που αποτελούν το παράδειγμα ελεύθερου ανθρώπου. Ο επαναστάτης ως παράδειγμα, έχει απίστευτη επικοινωνιακή ισχύ, κι επηρεάζει με ουσιαστικό και βαθύ τρόπο τους γύρω του, το «έξω» αλλά και το «ενδο» χωρικό περιβάλλον και μπορεί να αποτελεί πρότυπο και «φάρο» του αγώνα.

Άτομο, ομάδα, οργάνωση, όλα στο μέγιστο δυνατό βαθμό, ποιοτικής αξιακά, απόδοσης. Όλα αυτά πρέπει να συγκλίνουν σε μια οργανωτική ομόσπονδη δομή που θα αποτελείται από όλες τις αναρχικές συλλογικότητες. Μια δομή μαζική, που να διέπεται από τις αρχές της ελευθερίας να διαφυλάσσει την απόλυτη αυτονομία των συλλογικοτήτων που θα την απαρτίζουν, και μέσω αυτών να έχει ένα σαφή αριθμό συνειδητοποιημένων επαναστατικά, χειραφετημένων αυτόνομων οργανωμένων μελών. Μια οργάνωση που θα λειτουργεί με υψηλές προδιαγραφές. Γενικές αρχές, καταστατικό λειτουργίας, συνδιαμορφωτική διαδικασία, λογοδοσία, αναθεωρητική διαδικασία, αξιολόγηση.

  1. Επαναστατικό σχέδιο – οδικός χάρτης.

Είναι εξαιρετικά κρίσιμο, για τη διευκόλυνση της εμπέδωσης προταγμάτων μας στη κοινωνία, η σύνταξη ενός επαναστατικού σχεδίου, που θα μπορούσε να είναι ένας οδικός χάρτης της πορείας της κοινωνικής επανάστασης από το σήμερα στη κοινωνία που ευαγγελιζόμαστε. Η σύνταξη ενός επαναστατικού σχεδίου, κρίνεται απαραίτητη, στο βαθμό που αποδεικνύει τη ρεαλιστικότητα των προταγμάτων μας, δημιουργεί αίσθηση βασιμότητας αλλά και ασφάλειας μπροστά στο αβέβαιο, για τα βήματα που θα μπορούσαν να ακολουθηθούν ώστε το αναρχικό διακύβευμα να δείχνει υλοποιήσιμο και όχι ουτοπικό, συνολικά στη κοινωνική αντίληψη. Ταυτόχρονα, η κοινωνία, διαβλέπει μια σαφή εναλλακτική διαδρομή, που έχει προοπτική υλοποίησης και δεν είναι ένα «όνειρο θερινής νυκτός».

Το επαναστατικό σχέδιο, θα πρέπει να βασίζεται σε ρεαλιστικές παραδοχές, να αναγνωρίζει το υπάρχον σαν ιστορική φάση της ανθρωπότητας, να διέπεται από τις αρχές της λειτουργικότητας, της εφικτότητας, και να συμπεριλαμβάνει μιαν αντίληψη σταδίων επαναστατικής προόδου, χωρίς αξιακές ποιοτικές διαφοροποιήσεις, ή εργαλειακούς συμβιβασμούς και σκοπιμότητες, ξεκινώντας με μια ξεκάθαρη αντίληψη γι αυτό που συμβαίνει τώρα, σήμερα, στην εποχή μας.

Το επαναστατικό σχέδιο αποτελεί μια εναλλακτική πρόταση προς τη κοινωνία, μια ενδεχόμενη επιλογή και όχι αναπόφευκτη ή αδιαμφισβήτητη συνταγή. Μια προεικόνιση, ως ενδεχόμενη πραγματικότητα. Η κοινωνία θα επιλέξει τον τρόπο που θα πορευτεί στη τελική. Η σύνταξή του όμως, θα πρέπει να είναι τόσο ρεαλιστική και τεκμηριωμένη, που η όποια αμφισβήτησή του από τη πραγματικότητα, να είναι εξαιρετικά δύσκολη. Το μέγεθος της πιστότητας και της ρεαλιστικότητας του προγράμματος θα είναι ευθέως ανάλογο της απήχησής του.

Όπως και να έχει, το πρόγραμμα, θα πρέπει να συνδέεται με σαφήνεια με το όραμα, και να αποτελεί τη ρεαλιστική προαπεικόνισή του. Μια απεικόνιση που θα αποδεικνύει τη βασιμότητα, το υλοποιήσιμο του οράματός μας.

  1. Ποιοτική και μεθοδική πολιτική επικοινωνία.

Αν θέλουμε να αλλάξουμε τη κοινωνία, θα πρέπει να πάψουμε να βλέπουμε το πολιτικό χώρο μας σα καταφύγιο έκφρασης παθολογιών κι εκτόνωσης παθών, αλλά σαν εφαλτήριο εξωστρεφούς δράσης για την ανατροπή. Δυστυχώς, πολιτική μας επικοινωνία δε προσπαθεί να αντιληφθεί τη νοοτροπία, αλλά και να λειτουργήσει διαλυτικά στις βεβαιότητες του δέκτη -καταλυτικά στη πολιτική άποψή του. Αντίθετα, επιδιώκει τη καταγγελία, την αντιπαράθεση, τη περιχαράκωση των στρατοπέδων και τη συγκρότηση ενός πόλου, που γύρω του θα επιχειρηθεί να συσπειρωθεί ο ήδη φιλικά διακείμενος. Μια προσπάθεια που επιχειρεί να συσπειρώσει τους «δικούς μας», ώστε να αισθανθούμε δυνατοί, για να προχωρήσουμε πιο πέρα. Πρόκειται για μια προσπάθεια ενστικτώδους ευκολίας.

Θα πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία. Να επιλέξουμε τα δύσκολο δρόμο της διείσδυσης, στη καθεστηκυία αντίληψη. Να σπάσουμε τις τσιμενταρισμένες αντιλήψεις. Να βρούμε τις ρωγμές. Να βρούμε τις διόδους προσαρμόζοντας τη διαλεκτική μας πάνω στο παγιωμένο τρόπο σκέψης, κι από κει να φτιάξουμε τις ρωγμές. Να συντονισθούμε στη γλώσσα των καθημερινών ανθρώπων, αφού μόνο γνωρίζοντάς τους καλά , μπορούμε να καταφέρουμε πλήγματα μέσα στο παγιωμένο «λογισμικό» τους. Όντας ανοιχτοί στην αλληλεπίδραση με όλους τους ανθρώπους, να τροφοδοτούμε με ερεθίσματα παρμένα από τη καθημερινότητα τη σκέψη, να τα μετατρέπουμε σε διδάγματα, και να τα αξιοποιούμε προς όφελος του αγώνα μας. Αυτό είναι το μυστικό για μια επιτυχή πολιτική επικοινωνία. Να περπατήσουμε στη κορυφογραμμή, στη καθημερινότητα της ζωής μας, να βλέπουμε κι από τις δύο μπάντες, όντας ελεύθεροι στην αντίληψη, αλλά και δημιουργικά ενταγμένοι στην πολιτική έκφραση των προταγμάτων μας.

Ένας αγώνας διάχυσης της πολιτικής μας κουλτούρας, περνάει μέσα από μια πολύμορφη διαχείριση του πολιτικού μηνύματος. Το μήνυμα για να εκπεμφθεί απαιτεί έξυπνα μέσα, που να αντιμάχονται στα ίσα, τη κατεστημένη μαζική επικοινωνία των συστημικών ΜΜΕ. Το διαδίκτυο, το ραδιόφωνο, η τηλεόραση υπό προϋποθέσεις, είναι μέσα χρήσιμα και αποτελεσματικά στη μαζική επικοινωνία, ας μην εθελοτυφλούμε. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να επανεξετάζουμε το θεμιτό της χρήσης τους, και να εφευρίσκουμε εκείνες τις μορφές, που πρωτοπορούν δίνοντάς μας το χρονικό πλεονέκτημα, όπως άλλωστε έγινε με το indymedia στο λυκαυγές του διαδικτύου.

Η τέχνη (μουσική, θέατρο, σινεμά), είναι εξαιρετικά δυναμικό μέσο, κι απηχεί στις χορδές ανθρώπων με ευαισθησία. Κάθε μορφή τέχνης, αποτελεί μια διανοητική σύνθεση που οπλίζει με συναισθηματικό έρμα, δικαιώνοντας και σε αυτή τη διάσταση τον αγώνα. Η συλλογικοποίηση των ανθρώπων της τέχνης, η παραγωγή και στήριξη του έργου τους, και η προβολή του μέσα από τους δικούς μας χώρους με τα δικά μας μέσα, είναι μια σχέση αμφίδρομη και διακριτή, που σέβεται το πόθο του δημιουργού από τη μια κι εκείνος την αντιπροσφέρει στο κοινό από την άλλη. Να ξαναφτιάξουμε λοιπόν τη δική μας κουλτούρα. Την αντισυστημική κουλτούρα. Αρκεί ο πολιτικός να λειτουργεί συνεκτικά με το δημιουργό αναρχικό.

Ο λόγος μας θα πρέπει να γίνει απλός κατανοητός κι ελκυστικός στον αναγνώστη, μακριά από σορβονισμούς και διανοητικούς ελιτισμούς. Θα πρέπει κάθε μήνυμα να υποστηρίζεται από τρία επίπεδα επικοινωνίας. Το αναλυτικό (μπροσούρα), το συνοπτικό (προκήρυξη), και το συνθετικό (αφίσα-σύνθημα-τέχνη). Κάθε μήνυμα να απευθύνεται σε όλων των ειδών τους δέκτες και να έχει την απαραίτητη αμεσότητα.

Η πολιτική μας επικοινωνία για να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει να έχει συχνότητα, σταθερό ρυθμό, και να είναι συνεπής και στη παρουσία. Ακόμα κι αν οι οικονομία των δυνάμεών μας δεν το αντέχει, ας επικεντρώσουμε τουλάχιστον τακτικά, σε συγκεκριμένο κοινό, πχ, σε μια γειτονιά, στην ίδια γειτονιά. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να γνωρίζει ο κόσμος που και πότε θα μας βρει. Και όταν θελήσει, να είμαστε εκεί. Η συνέπεια είναι κρίσιμο συστατικό για μια επιτυχημένη πολιτική επικοινωνία.

Είναι εξαιρετικά κρίσιμο επικοινωνιακά να είναι ξεκάθαρες οι πολιτικές μας θέσεις. Μια συλλογικότητα οφείλει να δείχνει από την αρχή τα προτάγματά της αποφεύγοντας επικοινωνιακούς τακτισμούς, έμμεσες αναφορές και κρυψίνοες λογικές. Είναι σημαντικό ο κόσμος να σε αναγνωρίζει ως διακριτή ταυτότητα, με ξεκάθαρα χαρακτηριστικά. Ακόμα και στη περίπτωση ασυμφωνίας εντός της συλλογικότητας ή όπου αλλού, είναι εξαιρετικά σημαντικό η διαφωνία να καταγράφεται και να αναδεικνύεται, με ισότιμη προβολή. Οι όποιες αντιφάσεις ας αναδεικνύονται, προκειμένου τουλάχιστον να αποφύγουμε μια χειριστική εικόνα ενός, τεχνητά, απόλυτα συγκροτημένου λόγου. Η ειλικρίνεια των προθέσεων είναι πλεονέκτημα στις μέρες μας. Άλλωστε η κοινωνική αναρχία από τη φύση είναι ανιδιοτελής, και συνεπώς δεν έχει τίποτε να φοβάται όσον αφορά στο λόγο της.

Η επικοινωνιακή μας στρατηγική θα πρέπει να εκκινεί με θέσεις σεβασμού απέναντι στο κοινωνικό υπάρχον, όσο κι αν αυτό δεν αξίζει μια τέτοια στάση. Όσο κι αν ο κόσμος μας πληγώνει, εμείς θα πρέπει να αλληλεπιδρούμε με σεβασμό απέναντί του, αφομοιώνοντας ουσιαστικά την αρνητικότητα της αλλοτριωμένης του συνείδησης. Μη φοβάστε. Έχουμε αρκετό ανεξίκακο δυναμικό, που σε κάθε περίπτωση μόνο δημιουργικά λειτουργεί, αφού σε δεύτερο χρόνο, αυτό επενεργεί διαβρωτικά στη κοινωνική σκουριά. Αυτό δε σημαίνει ότι θα επιτρέπουμε την όποια προσβολή, αλλά επικοινωνιακά θα πρέπει να συνδυάζουμε στιβαρότητα, αλλά και ηπιότητα στην επαφή μας. Η αναρχία οφείλει να σταθεί επικοινωνιακά ανθεκτική, επίμονη και υπομονετική στις μικρότητες, με τη πεποίθηση ότι η κοινωνία όπως και ο άνθρωπος είναι δυναμικά σύνολα και συνεπώς μεταβλητά.

Μα το σημαντικότερο όλων, το πιο κομβικό σε ένα πολιτικό αγώνα, είναι η δημιουργία οράματος, και η κοινοποίησή του στη κοινωνία. Ένα όραμα ιδεαλιστικό αλλά και ρασιοναλιστικό. Ένα όραμα που θα περιγράφει μια πραγματικότητα ελκυστική ποιοτικά αλλά και επαρκή υλικά. Ένα τέτοιο όραμα, περιγεγραμμένο με καθημερινότητα, αλλά και επεξηγημένο ορθολογικά, που θα αποτελεί δυνατό πόλο έλξης, σε αντίστιξη με τη μίζερη σημερινή πραγματικότητα. Ένα τέτοιο όραμα, είναι και αξιακό, και προγραμματικό, και μέρος μιας επικοινωνιακής τακτικής, και συνολικότερα ο πυρήνας της στρατηγικής μας.

  1. Στρατηγική και τακτικές.

Βασική προϋπόθεση για μια ουσιαστική κι επιτυχημένη κοινωνική επανάσταση είναι η συμμετοχή σε αυτή του συνόλου των ανθρώπων, αν όχι της συντριπτικής πλειονότητας. Μια ελευθεριακή κοινωνική επανάσταση δε μπορεί να είναι και να παραμείνει τέτοια, στο βαθμό που σε αυτή συμμετέχουν ή ακόμα περισσότερο συναινούν, κοινωνικές μειοψηφίες. Στο βαθμό που γίνεται κάτι τέτοιο διακινδυνεύεται το διακύβευμα της επανάστασης, που είναι η ελευθερία, και η εμπέδωσή της στο μετέπειτα κοινωνικό γίγνεσθαι. Και το τελευταίο πράγμα που επιθυμούμε σαν αναρχικοί είναι να έχουμε μια «πετυχημένη» επανάσταση, χωρίς ουσιαστική κοινωνική συμμετοχή. Άλλωστε η κοινωνική συνδιαμόρφωση είναι χρωματόσωμα της πολιτικής μας θεωρίας, και δεν υπάρχουμε χωρίς αυτή τη πολιτική συμμετοχή.

Αυτό το αξίωμα, της καθολικής κοινωνικής συμμετοχής, προκαθορίζει τη στρατηγική: και αυτή δε μπορεί να είναι άλλη, από την επίμονη, άοκνη, με υπομονή, και με βάθος χρόνου προσπάθεια αποτελεσματικής απεύθυνσης προς το κοινωνικό σώμα, διαμέσου της λογικής και ακόλουθα εθελούσιας πειθούς. Σκοπός, η σταδιακή μεταβολή της κοινωνικής νοοτροπίας, μέχρι του σημείου που οι κοινωνικές διεργασίες και ζυμώσεις να δημιουργούν ένα απεριόριστο ελευθεριακό πεδίο, που από μόνο θα καταργεί εξουσία σε όσα επίπεδα, -πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτιστικό, ανθρώπινων σχέσεων, αλλά και εσωτερικό ψυχολογικό. Ένα ελευθεριακό πεδίο που θα καταργεί επαναστατικά την ανάθεση, τους ρόλους εξουσίας, την ανισότητα, την ακρισία, τον εγωτισμό, αλλά και την αλλοτρίωση. Άλλωστε κοινωνική επανάσταση δεν είναι απλά «μια έφοδος στα χειμερινά ανάκτορα», αλλά μια συνεχής διαδικασία που γίνεται σε βάθος χρόνου, σταδιακά, με καταλυτικό τρόπο, σε κάθε επίπεδο της ζωής, «μάκρο» και μαζικό, ή «μίκρο» κι εσωτερικό. Κοινωνική απεύθυνση με σκοπό τη καθολική κοινωνική πολιτική συνειδητοποίηση.

Το ζήτημα της βίας είναι ένα επίδικο, που απαντιέται αρνητικά, όταν πρόκειται να επιλέξεις στρατηγικές μαζικής υπερ-πλειοψηφικής κοινωνικής επανάστασης. Και αυτό γιατί η κοινωνία, όπως και η αναρχική κοσμοθεωρία επιθυμούν και προτάσσουν την ειρήνη και την αρμονία, όμως, με τάση έκπτωσης της αρμονίας προς όφελος της ειρήνης, όσον αφορά στη κοινωνία. Γιατί ή κοινωνία καλώς ή κακώς προτιμά μια «ειρήνη» συντελούμενη με όρους επιβολής, ακόμη κι αν αυτή επιβουλεύεται τα δικαιώματά της προς όφελος της ασφάλειας και της ηρεμίας. Αυτοϋπονομεύει έτσι εθελόδουλα, ακόμα και την ίδια της την ελευθερία. Όσο κι αν κάτι τέτοιο δε μας ευχαριστεί, αν θέλουμε να έχουμε τον κόσμο με το μέρος μας θα πρέπει να το λαμβάνουμε πραγματικά υπόψη. Και γι αυτό μένει σε εμάς το πρόβλημα, πως να μετατρέψουμε το φιλήσυχο νοικοκύρη σε ασυμβίβαστο μαχητή της κοινωνικής επανάστασης. Για να πετύχουμε αυτό θα πρέπει να έχουμε με το μέρος μας μια ισχυρή ηθική δικαίωση για τα δικά μας προτάγματα, και αυτή έρχεται όταν το σύστημα στρέφεται εναντίον ενός άδολου, ανιδιοτελούς, και κοινωνικά δικαιωμένου πολιτικού κινήματος. Εναπόκειται σε εμάς λοιπόν να προβάλλουμε το λόγο μας, με τον ορθό τρόπο, ώστε με τη θετικότητά του να καλλιεργηθεί η ηθική δικαίωση, και συνεπώς η κοινή θετική πεποίθηση γι αυτόν. Θα πρέπει λοιπόν να καταφέρουμε να κάνουμε τη κοινωνία να συναισθάνεται αφόρητα τη καταπίεση κι εκμετάλλευση, έχοντας αντιληφθεί απ’ τη μεριά της, ότι η δική μας πρόταση, είναι η μοναδική διαφυγή της προς τη πραγματική ευημερία από ένα σύστημα καταπίεσης μιας ολιγαρχίας, για το οποίο δε μπορεί να υπάρχει αύριο.

Η πολιτική πράξη είναι σήμερα κεντρικό πεδίο, αφού το ζήτημα της λήψης των αποφάσεων είναι το κομβικό στοιχείο της κοινωνικής συμβίωσης. Συνεπώς τα πολιτικά μας προτάγματα, που έχουν αναμφίβολα ηθικά πλεονεκτήματα έναντι του υπάρχοντος μεταπολιτικού -διαχειριστικού ζόφου, είναι προνομιακά, ως αδιαμφισβήτητα ηθικά. Το πολιτικό επίδικο είναι πρώτο σε μια εμπροσθοβαρή στρατηγική, και μέσω αυτού, σε συνέχεια να αποκαλύπτεται ένας ολόκληρος αξιακός κώδικας σε ευθεία συγκρότηση, που φτάνει μέχρι τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Η ευθυγράμμιση αυτή είναι ο δικός μας συγκροτημένος πλούτος, που καλούμαστε με όλους τους τρόπους να προβάλλουμε αλλά και να προστατεύουμε. Εκκινούμε από το φλέγον πολιτικό επίδικο, ακόμα και από τη καθημερινή επικαιρότητα, και αποκαλύπτουμε μια αξιακά συγκροτημένη σε ευθεία γραμμή, που συμπεριλαμβάνει τη πρόταση για την οικονομία, γα τη κοινωνική ζωή, τις ηθικές μας, την συλλογική και ατομική διάσταση.

Βασικός πολιτικός στόχος του αναρχικού πολιτικού κινήματος οφείλει να είναι, η επιδίωξη σχηματισμού συνελεύσεων, γειτονιάς και χώρων εργασίας. Η επιδίωξη αυτή προκειμένου να υλοποιηθεί, απαιτείται συνεχής συνεπής και με συχνότητα προπαγανδιστική δράση και παρουσία σε βάθος χρόνου. Σκοπός είναι η αριθμητική αύξηση των υποστηρικτών των προταγμάτων της γενικευμένης κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης, και η πραγμάτωσή τους μέσα από τις ακηδεμόνευτες πολιτικά (και αναρχικά), κοινωνικές συνελεύσεις.

Για να φτάσουμε το σημείο να επιτύχουμε κοινωνικές συνελεύσεις, απαιτείται η δημιουργία ρεύματος επιρροής στο κοινωνικό υποσύνολο που απευθυνόμαστε. Και για να γίνει αυτό, χρειάζεται οι ομάδες μας να είναι προσανατολισμένες σε αυτό το στόχο, ώστε μέσω της εξωστρέφειας, όχι μόνο να δημιουργήσουν ρεύμα επιρροής αλλά και να ενισχυθούν οι ίδιες.

Τακτικές

Είναι επιτακτικά ζητούμενο η ενίσχυση ομάδων μας με νέα μέλη και υποστηρικτές. Στη συγκεκριμένη φάση που διανύουμε, κρίνεται στρατηγικά απαραίτητος, ο εμπλουτισμός του κινήματος με νέα μέλη, που θα ανανεώσουν τις διαδικασίες μας, θα δώσουν ενέργεια στους παλαιότερους να συνεχίσουν, και θα εμπλουτίσουν με νέες απόψεις, εμπειρίες, γνώσεις, αλλά και οπτικές το κίνημα. Η προσθήκη νέων συντρόφων θα επεκτείνει μέσα στο κοινωνικό σώμα τις ζυμώσεις για το δικό μας επίδικο, για τη κοινωνική επανάσταση. Θα πρέπει η υποδοχή των νέων μελών να γίνει χωρίς αξιακές εκπτώσεις αλλά και με την ανεκτικότητα, σεβασμό κι υπομονή που αρμόζει σε όποιον ασπάζεται τις αρχές μας, αλλά δεν έχει τον ίδιο βαθμό συγκρότησης. Άλλωστε η διαδικασία συλλογικοποίησης είναι και παράλληλα εκπαιδευτική, πέρα από αντιεραρχική -εξουδετερωτική άτυπων ιεραρχιών των παλαιοτέρων.

Η δημιουργία κύκλων υποστηρικτών, με σαφή περίγραμμα του ρόλου τους αλλά και του εθελοντικού περιεχομένου της όποιας συνεισφοράς τους, είναι σημαντική αφού ο κύκλος των υποστηρικτών, είναι ο πνεύμονας της κάθε ομάδας, την ενισχύει με τη παρουσία του στις εκδηλώσεις μας, συνεισφέρει οικονομικά, και το σημαντικότερο μας γειώνει με τη καθημερινότητα, με τρόπο καταλυτικό στην όποια ιδρυματισμένη μας αντίληψη, αλληλεπιδρώντας διαλεκτικά «το έξω» με «το μέσα» της ομάδας.

Τακτικές επιλογές για προτεραιοποίηση της επικοινωνίας σε συγκεκριμένα κοινωνικά υποσύνολα, με ανάλογη πολιτική επικοινωνία, δίνουν σαφή όρια στη στόχευση του αγώνα και δυνατότητα για μετρήσιμα αποτελέσματα. Επικοινωνιακές πρακτικές, τακτικές στοχεύσεις, αξιολόγηση, απολογισμός, μπορούν να είναι στη φαρέτρα του αγώνα, απαλλαγμένα βέβαια από άγχη, αγωνίες και καταναγκασμούς. Μέσα στη στρατηγική πάντα θα πρέπει να προβλέπεται ο «έρως»… για τον αγώνα, χωρίς ψυχαναγκασμούς, με εξαίρεση πάντα βέβαια τους συνειδητά συζευγμένους με την αναρχία, αρκεί αν μη τη λογίζουν σα κτήμα τους βέβαια.

Βασική προτεραιότητα στο πολιτικό μας αγώνα θα πρέπει να είναι η επίτευξη αποτελέσματος, μέσα από τη παραγωγή πολιτικού έργου που θα επηρεάζει τη κοινωνία. Για να επιτευχθεί το αποτέλεσμα θα πρέπει να υπάρχει σαφής ιεράρχηση των προτεραιοτήτων στα στάδια του αγώνα της ομάδας. Πρώτα η ποιοτική σύσταση και η δράση της ομάδας, δεύτερα η κοινωνική απεύθυνση και η αναγνώρισή της ως πολιτικού πόλου, τρίτο οι εσωτερικές σχέσεις. Δε είναι δυνατόν να ασχολείσαι με τις διαπροσωπικές σχέσεις της ομάδας, όταν δεν έχεις λύσει το πρώτο ή τα δεύτερα, που σου δίνουν υπόσταση. Ναι η αποτελεσματικότητα δε θα πρέπει να καταστρέφει ποιοτικά χαρακτηριστικά, όμως και κύρια, τα ελάσσονα ποιοτικά ζητήματα δε θα πρέπει να στρέφονται ενάντια στα μείζονα και σημαντικά παραγωγικά. Η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων, είναι ένας κρίσιμος παράγοντας, στη κατεύθυνση της αποτελεσματικότητας του αγώνα, που θα πρέπει χωρίς να αλλάζουν οι ελευθεριακές ποιότητες, να φέρνουμε αποτέλεσμα. Συνεπώς, το λειτουργικό προέχει του ποιοτικού , και όχι το ανάποδο. Γιατί το λειτουργικό σηματοδοτεί την ίδια σου την ύπαρξη, ενώ το ποιοτικό, δίνει την υφή της. Το ποιοτικά λειτουργικό είναι ο στόχος.

  1. Εφαρμογές και πολιτικό κίνημα.

Μοιάζει μάλλον πρώιμο στη φάση που βρίσκεται σήμερα το πολιτικό και κοινωνικό κίνημα, να θέτουμε ζητήματα «εφαρμόσιμης αναρχικής», ιδιαίτερα όταν ο κόσμος μοιάζει να γυρνάει το ρολόϊ προς τα πίσω. Χωρίς να θέλουμε να αδικήσουμε τους ηρωικούς πιονέρους της εφαρμογής, πιστεύουμε ότι οι όποιες νησίδες είναι ηρωικές, αλλά αποσπασματικές και προσωρινές, αν τουλάχιστον δε συνοδεύονται, αν δεν έχουν στη πλάτη τους ένα μαζικό κοινωνικό κίνημα, με ένα στιβαρό πολιτικό βραχίονα.

Παρόλα αυτά όμως το δικό μας κίνημα, ακόμα και στο ξεκίνημά του οφείλει να έχει προβλέψει τι κάνει με τα ζητήματα εφαρμογής των πολιτικοκοινωνικών και οικονομικών της προταγμάτων, που δεν είναι άλλα από τις αυτοργανωμένες προσπάθειες. Κι εδώ αναδύεται ένα πρόβλημα:

Στην τωρινή συνθήκη κάθε οικονομικό, επαγγελματικό, κοινωνικό, ακόμα και πολιτικό εγχείρημα θα πρέπει να έχει, συγκεκριμένες πρακτικές, ώστε να είναι βιώσιμο μέσα στο περιβάλλον. Όσο κι αν τα όποια εγχειρήματα φιλοδοξούν να κρατήσουν αποστάσεις από κρατικούς θεσμούς, εκ των πραγμάτων αναγκάζονται να συνταχθούν στη νομιμότητα, των αδειών λειτουργίας, των προδιαγραφών παραγόμενου έργου, της φορολόγησης και γενικότερα των γραφειοκρατικών εκείνων θεσμών που επιτρέπουν σε μια επιχείρηση να λειτουργεί. Και αυτό γιατί στο σύγχρονο περιβάλλον, κάθε οικονομική, επαγγελματική δραστηριότητα οφείλει να συντάσσεται και να συναλλάσσεται, μέσα στο οικονομικό νομικό σύμπλεγμα. Γι αυτό τα οικονομικά -επαγγελματικά εγχειρήματα, αναγκάζονται να κάνουν συμβιβασμούς επιβίωσης, για νομικούς, φορολογικούς, ή ότι άλλο λόγους.

Το αναρχικό λοιπόν πολιτικό κίνημα, που δε θέλει καμιά σχέση με τους θεσμούς του κράτους και του κεφαλαίου, καλείται να πάρει θέση απέναντι στα αυτοργανωτικά εγχειρήματα, θα πρέπει ή να τα καταδικάσει ως κομμάτι του συστήματος, ή να τα στέρξει, να τα υποστηρίξει, κάνοντας πια αυτό με τη σειρά του, τους δικούς του συμβιβασμούς σε σχέση με τα προτάγματά του. Το δίλημμα είναι εξαιρετικά δύσκολο, ιδίως για μια πολιτική κοσμοθεωρία που επικαλείται τη συμφωνία μέσων και σκοπών.

Στο τι θέση θα πρέπει να πάρει θα χρειασθεί να κάνει λεπτομερή ανάλυση της πολιτικής του φιλοσοφίας, αλλά και να επέμβει στη κοινωνική του φυσιογνωμία. Τι είμαστε σήμερα; αναρχικοί ή αναρχιστές; Πιστεύουμε στη σταδιακή ωρίμανση, ή όλα είναι έφοδος; Υπάρχει αναρχισμός πριν την αναρχία; Είναι ρεφορμισμός η στήριξη συνεργατικών εγχειρημάτων; ποια είναι η εναλλακτική πρόταση του αναρχικού πολιτικού κινήματος, για όλους εκείνους που το πιστεύουν και θέλουν να ζήσουν χωρίς να προσφέρουν άμεσες ή έμμεσες υπηρεσίες στο κεφαλαιακό σύστημα; Με ποιο τρόπο απαντά ο χώρος μας στη πραγματικότητα της επιβίωσης; Σε αυτά τα ερωτήματα καλούμαστε να δώσουμε απαντήσεις. Γειωμένες ρεαλιστικές και άμεσες. Όταν θα μπορέσουμε να δώσουμε απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις, πιστεύω ότι έχουμε μια ελπίδα να καταφέρουμε, να δημιουργήσουμε ένα ισχυρό χρωματόσωμα, στον αναρχισμό στον ελλαδικό, αλλά και παραδειγματικά στον έξω- ελλαδικό χώρο. Και αυτό το χρωματόσωμα, διευρύνει το κύκλο ζωής των αναρχιστών και αναρχικών μέσα στο κίνημα, με έναν εγκάρσια βαθύ ποιοτικά τρόπο, αφού κεφαλαιοποιεί κόσμο που βρίσκει μεν εναλλακτικές λύσεις έστω και μέσα στο υπάρχον, αλλά και αυτοκαθορίζεται ως ανήκον μέσα στο πολιτικό μας σύνολο. Αντιφατικό; μάλλον όχι και τόσο.

Παρατηρώντας τη λειτουργία του χώρου τα τελευταία 40 χρόνια, εύκολα μπορεί να διαπιστώσει το νεολαιίστικο χαρακτήρα του, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι όσοι μπαίνουν στο πολιτικό χώρο στη μετεφηβεία τους, βγαίνουν όταν προκύπτει η ανάγκη για επαγγελματική αποκατάσταση, οπότε και χάνονται από τα πολιτικά δρώμενα. Είναι σίγουρο ότι, πέρα από τις όποιες απογοητεύσεις που δικαιολογημένα έχουν εισπραχθεί από τους συντρόφους που έφυγαν από τον αγώνα, η ανάγκη της επιβίωσης και συνεπακόλουθα η επαγγελματική αποκατάσταση, για πολλούς λόγους -έλλειψη χρόνου, κούραση, υποχρεώσεις-, απομακρύνει το πλήρωμα του χώρου σχεδόν το σύνολο του κόσμου που τον υποστήριξαν. Μένουν πίσω ελάχιστες εξαιρέσεις, και σε ορισμένες περιπτώσεις με αρκετές προβληματικές. Συνεπώς, αν επιθυμούμε να πάψουμε να είμαστε ένα νεολαιίστικο αποκλειστικά κίνημα, θα πρέπει να δώσουμε απαντήσεις που τίθενται πιο πάνω, ώστε πέρα από τις όποιες οργανωτικές πολιτικές δομές και υποδομές, θα πρέπει να απαντήσουμε και στο βασικότερο ερώτημα όλων: της επιβίωσης.

Μια άλλη παράμετρος που καταθέτω, είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ανάγκη να πράξουν, να δημιουργήσουν, να εργασθούν διοχετεύοντας την ενεργητικότητά τους σύμφωνα με τις δικές μας αξίες και ποιότητες. Άνθρωποι πρακτικοί, διόλου θεωρητικοί, που δε μπορούν να περιμένουν να γίνει η κοινωνική επανάσταση για να ζήσουν αλλιώς την ίδια τους τη ζωή. Είναι πολλοί και αξιόλογοι οι σύντροφοι αυτοί, που ο θεωρητισμός και η απουσία πρακτικού πνεύματος που μας διακατέχει, τους απογοητεύει, και τους στρέφει, στο συμβιβασμό, και στον αποχωρισμό από το πολιτικό μας σώμα. Έτσι ο χώρος μας χάνει ανθρώπους που έχουν τεχνογνωσία και θα μπορούσαν να συνεισφέρουν δημιουργικά, στήνοντας υποδομές για λογαριασμό της κοινωνίας αλλά και του κινήματος, και συνιστώντας ταυτόχρονα ένα ημιτελές πειραματικό πρόπλασμα, μέρος ενός εξαιρετικά σημαντικού, άτυπου δικτύου.

Στη περίπτωση λοιπόν που καταχτιέται η επιβίωση του προπλάσματος, θα πρέπει ως οργανωμένο πολιτικό σώμα, να μεριμνούμε για τη διαρκή διασύνδεσή του με τους αγώνες, αλλά και να το στηρίζουμε, σε μια αμφίδρομη σχέση που θα το αποτρέψει να μετατραπεί σε στείρο εναλλακτικό lifestyle.

Καταθέτοντας τη προσωπική μου άποψη, και θεωρώντας ότι ο δρόμος προς τη κοινωνική επανάσταση περνάει από στάδια ωρίμανσης σα το καλό κρασί, νομίζω ότι θα μπορούμε να αποδεχθούμε, το όποιο νομικό πλαίσιο μπορεί να υποστηρίξει τέτοιας μορφής εφαρμογές, αφού αυτές είναι η πραγματική συνέχεια μιας ζωής δίπλα σε εμάς, ή και μαζί μας. Πρόκειται για συμβιβασμό διαβίωσης, όσο συμβιβασμός είναι αυτό που μας κάνει να ζούμε μέσα στο υπάρχον. Πρόκειται για μια πρακτική που βοηθάει το σκοπό μας, όπως όταν κάνουμε μπαρ οικονομικής ενίσχυσης ή ότι άλλο. Ζούμε σε μια πραγματικότητα, από την οποία οφείλουμε για χάρη των συντρόφων μας να αξιοποιήσουμε όλα εκείνα εφόδια που μας βοηθούν στο να κτίσουμε το όραμά μας. Ούτως ή άλλως δίνουμε τη ζωή μας με τη μισθωτή σκλαβιά, γιατί να μην υποστηρίξουμε τα συνεργατικά -εναλλακτικά είναι η αλήθεια, εγχειρήματα, προσδένοντάς τα με μια ανεξάρτητη σχέση με το δικό μας πολιτικό καράβι, αρμενίζοντας όλοι πια μαζί στο δικό μας λιμάνι;

Γ. Τα επόμενα βήματα

Τα έξι (6) σημεία που περιγράψαμε πιο πάνω, είναι προϋποθέσεις, πυλώνες για τη δημιουργία και ανάπτυξη ενός στιβαρού αναρχικού πολιτικού κινήματος βαθιά ριζωμένου. Ενός κινήματος που ανεξάρτητα από τις εκάστοτε συγκυρίες αλλά και το πληθυσμό του, θα είναι συγκροτημένο και σε ετοιμότητα. Αναγνωρίζοντας τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στο χώρο μας, και λαμβάνοντας σοβαρά υπ’ όψιν μας τις όποιες αρνητικές πρακτικές συντελούνται, θα πρέπει όλοι όσοι από εμάς αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα της κατάστασης και τη κρισιμότητα των στιγμών, να ξεκινήσουμε μια νέα προσπάθεια. Μια νέα κίνηση μέσα στο χώρο μας, που με την ορμή της εξωστρέφειάς της θα συμπαρασύρει ενεργά, τα κομμάτια εκείνα του χώρου που μουδιασμένα παραμένουν σε αδρανή, αν όχι εσωστρεφή διάθεση. Μια κίνηση που θα βάλει μπροστά την υπόθεση μιας δημιουργικής αναρχίας. Μιας αναρχίας διεισδυτικής στα ξένα εδάφη, που λειτουργεί καταλυτικά προκαλεί ρωγμές μέσα στις εχθρικές γραμμές, που αντιμάχεται τους εχθρούς της με τις προτάσεις της και με τις δράσεις της, με την επιθετικότητά της και την αξιοπρέπεια που ένας στιβαρός και αξιόπιστος πολιτικός πόλος οφείλει να έχει. Μια αναρχία που απαντά προταγματικά με εξωστρέφεια και κάνει το δικό της αγώνα σεβόμενη των αγώνα όλων των συντρόφων, αλλά επιλέγει να διαφοροποιείται δημιουργικά και όχι ανταγωνιστικά έναντι των άλλων. Μια αναρχία δημιουργική.

Από πού να ξεκινήσουμε

Θεωρώντας ότι το κείμενο αυτό απευθύνεται σε: υπάρχουσες ενεργές συλλογικότητες αλλά και σε ανενεργές, σε εν δυνάμει, προς σύσταση ή και άτομα που επιθυμούν να ενεργοποιηθούν συλλογικά, προτείνεται να ακολουθηθεί μια σταδιακή διαδικασία συνολικής επανεκκίνησης.

Βήμα 1ο: Τακτοποιούμε το «σπίτι» μας, – για όσους έχουν. Ελέγχουμε σα συλλογικότητα τα ταυτοτικά μας στοιχεία. Φτιάχνουμε ή τσεκάρουμε το ήδη υπάρχον κείμενο αρχών μας, διαμορφώνουμε ένα καταστατικό λειτουργίας για τα μέλη, με σαφή πρόβλεψη και περιγραφή του ρόλου των φίλων και υποστηρικτών. Φτιάχνουμε τις υποδομές μας, το site αλλά και οτιδήποτε μπορεί να μας παράσχει το πιο σημαντικό, τη κρίσιμη πληροφορία ανταπόκρισης και αλληλεπίδρασης.

Βήμα 2ο: Διαμορφώνουμε ένα σχέδιο δράσης κοινωνικής απεύθυνσης, που θα στοχεύει τακτικά σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες της περιοχής δράσης μας.

Βήμα 3ο: Ενημερώνουμε τους καλούς παλιούς μας συντρόφους, για το νέο μας ξεκίνημα και τους προσκαλούμε σε συστράτευση. Προσκαλούμε τους πιο κοντινούς φίλους και τους υποστηρικτές της ομάδας, ενημερώνοντάς τους για την ανάγκη της υποστήριξής τους στη νέα μας προσπάθεια, με όποιο τρόπο κρίνουν αυτοί, και περιγράφουμε τη σχέση υποστηρικτή και φίλου, με την ομάδα. Διαμορφώνουμε έτσι, ένα σαφή μόνιμο κύκλο υποστηρικτών, με τον οποίο θα επικοινωνούμε σταθερά, και θα τον καλούμε στις δράσεις και τις εκδηλώσεις μας.

Βήμα 4ο: Ξεκινάμε τη δράση μας με βάση το σχέδιο αλλά και τις δυνατότητές μας, με όποιο τρόπο κρίνουμε εμείς ότι τακτικά θα φέρει καλύτερα αποτελέσματα. Η πρότασή μας είναι η στόχευση σε συγκεκριμένα κοινωνικά υποσύνολα, που δείχνουν ευεπίφορα στη ριζοσπαστικοποίηση. Τα μέσα μπορούν να ποικίλουν, αλλά και τα κλασσικά αρκούν.

Βήμα 5ο: Κάνουμε απολογισμό κάθε φορά της δράσης, βλέπουμε δημιουργικά τα λάθη μας και την επανακαθορίζουμε στη σωστή κατεύθυνση, συνεχίζοντας απρόσκοπτα.

Βήμα 6ο: Επικοινωνούμε ή και συναντιόμαστε με άλλες ομάδες, για ν’ ανταλλάξουμε τη γνώση που προκύπτει από την εμπειρία και τα προβλήματα. Ζητάμε βοήθεια από γειτονικές συλλογικότητες, και χρησιμοποιούμε διαδικτυακή δικτύωση.

Βήμα 7ο: Κάνουμε μαζί με άλλες ομάδες σε μια συνάντηση, συνολικό απολογισμό της περιόδου δράσης που πέρασε, και σε περίπτωση που το κρίνουμε σκόπιμο, συζητάμε για το ενδεχόμενο να φτιάξουμε την όποια υποδομή μας είναι απαραίτητη, για να πετύχουμε οικονομίες κλίμακας. Τυπογραφείο, χώρο συνέλευσης, ραδιόφωνο, site, κ.τ.λ. Σε περίπτωση που το κρίνουμε ώριμο, συζητάμε για το πώς και το αν υπάρχει ανάγκη για την όποια οργανωτική δομή, και αν θέλουμε να αξιοποιήσουμε μετατρέποντας υπάρχουσες.

Βήμα 8ο: Ανακοινώνουμε τα σχέδια της επόμενης περιόδου, και αποφασίζονται οι όποιοι κοινοί συντονισμοί, πάντα σε εθελοντική βάση.
Ταυτόχρονα, συναποφασίζουμε για τη δημιουργία ομάδας αντιεξουσιαστικών μελετών, με σκοπό τη μελέτη, επανασυγκρότηση κι επικαιροποίηση της πολιτικής μας θεωρίας, την οικονομική της πρόταση, καθώς και τη σύνταξη ενός επαναστατικού προγράμματος, στη κατεύθυνση και της πολιτικής δράσης, αλλά και της παράλληλης υλοποίησής του στο σήμερα, και τη συνολική εισήγησή τους.

Βήμα 9ο: Καταγραφή, πρόσκληση και διασύνδεση με όλα τα συνεργατικά συντροφικά εγχειρήματα, με σκοπό τη προώθηση της δουλειάς τους και τη γενικότερη ενίσχυσή τους σε μόνιμη βάση, δημιουργώντας δίκτυα διακίνησης.

Δ. Επίλογος

Εκτιμώντας τις όποιες μέχρι τώρα προσπάθειες αλλά και τον αγώνα των συντρόφων στο μέγιστο βαθμό, ας προχωρήσουμε στη δημιουργία ενός κινήματος που θα συμπεριλαμβάνει όλους, αρκεί να αφήσουμε πίσω μας τα βαρίδια του παρελθόντος. Το ίδιο το εποικοδομητικό πνεύμα της κίνησής μας, θα είναι από μόνο του αποτρεπτικό, για την όποια στρέβλωση και δυσλειτουργία συναντάμε σήμερα.

Έχει σημασία στη παρούσα φάση, να δρομολογήσουμε σε αυτή τη κατεύθυνση μια προσπάθεια ανασυγκρότησης του κινήματος με σεμνότητα σεβασμό προς όλους και σοβαρότητα. Θα πρέπει όλες οι δυνάμεις, να συνασπισθούν προς την ίδια κατεύθυνση, ώστε να πετύχουμε τα μεγαλύτερα αποτελέσματα. Μπορεί να μοιάζει με τεράστιο έργο, αλλά όλα μπορούν να προχωρήσουνε, όταν ξεκινήσουμε. Και για να ξεκινήσουμε θα πρέπει να αντιληφθούμε άμεσα, ότι η περιχαράκωση και η εσωστρέφεια θα πρέπει να λήξει. Ήρθε η ώρα της να λήξει. Ας ξεκινήσουμε τώρα, για μια νέα εποχή, την εποχή της μαχητικής δημιουργικής αναρχίας.