του Classreverb

Είναι άχρηστη η γενιά μου και το ζει στην επανάληψη

ανεργία με προϋπηρεσία στην κατάσταση

τσιγάρα και χημεία, άχρηστη πληροφορία

θέλουμε ένσημα για μέρες που μας φάγανε τα κρύα

δε γουστάρω να δουλεύω, η δουλειά με αγχώνει

και κάποιος μου ‘χε πει ότι το πνεύμα σκοτώνει

‘Γρανίτες και τσιγάρα’

Δεν έχουν πολλοί την ικανότητα να ενώνουν τις διαφορετικές φυλές της εγχώριας προλεταριακής νεολαίας. Και μάλιστα να τις ενώνουν όχι κολακεύοντάς τες αλλά αναδεικνύοντας τις κοινές πληγές τους. Οι τελευταίοι που ίσως το κατάφεραν στο παρελθόν ήταν οι Τρύπες. Σήμερα είναι το χιπ-χοπ και ιδιαίτερα ο Λεξ. Γι’ αυτόν θέλουμε να μιλήσουμε σε αυτές τις γραμμές. Όχι γιατί μεγαλώσαμε μαζί του ούτε γιατί προερχόμαστε από το χιπ-χοπ. Ίσα-ίσα, δεν έχει παρά μερικά χρόνια που το βάλαμε στη ζωή μας. Και γι’ αυτό ίσως αξίζει να πούμε δυο λόγια ως εξωτερικοί. Μιλάμε για τον Λεξ γιατί μας ανάγκασε. Γιατί γοήτευσε ένα τρομακτικά μεγάλο τμήμα της γενιάς μας, με όρους που εμείς ως κομμάτι του ταξικού-αντιφασιστικού κινήματος δεν έχουμε ξαναδεί.

Στις συναυλίες του θα δεις άτομα από διαφορετικές ηλικίες, (σκατο)δουλειές, καθημερινότητες και γειτονιές. Άτομα με διαφορετικά προβλήματα και διαφορετικό βαθμό συνείδησής τους. Άτομα με διαφορετικά χαμόγελα και κοινές πληγές. Εκεί ενώνονται έστω και προσωρινά. Όταν ο Λεξ πιάνει το μικρόφωνο δίπλα του φωνάζουν καταπιεσμένοι έφηβοι, οργισμένες πιτσιρίκες, αντιφασίστες και προλετάριοι από κάθε είδους κάτεργο· χειρώνακτες και υπάλληλοι γραφείων, ντελιβεράδες και σερβιτόρες· ωρομίσθιες, μπλοκάκηδες και διανομείς φυλλαδίων. Γυναίκες και άντρες από όλο το φάσμα της εκμετάλλευσης, με κοινό παρανομαστή τη θλίψη της καθημερινότητας μέσα στην οποία τους έχει εγκλωβίσει το κράτος και το κεφάλαιο.

Ο Λεξ δίνει στις διαφορετικές φυλές της επισφάλειας μια κοινή γλώσσα για να εκφράσουν την οργή τους παρόλο που διαφέρουν στα χρώματα με τα οποία την ντύνουν. Τις κάνει περήφανες για τα αδιέξοδά τους μαρτυρώντας τους ότι το παιχνίδι είναι στημένο και τις αναγκάζει να σηκώσουν το κεφάλι ψηλά, θυμίζοντάς τους ότι στα στημένα δεν υπάρχουν ηττημένοι. Είναι νικητές από τη στιγμή που παλεύουν.

Ο «ποιητής της εργατικής τάξης»;

Ναι αλλά ποιας εργατικής τάξης; Ο Λεξ δεν τραγουδάει για μια εργατική τάξη που ορίζεται μόνο από τη σχέση της με τα μέσα παραγωγής˙ που άγεται και φέρεται ως νεκρή οικονομική κατηγορία στα χέρια ακαδημαϊκών και μαρξιστών ιεροδιδασκάλων, με αποτέλεσμα να καθίσταται έννοια ακίνδυνη και γραφική. Γι’ αυτό και κάπου εδώ η αριστερά (ιδιαίτερα η κοινοβουλευτική) βγαίνει από την εξίσωση.

Η εργατική τάξη του Λεξ δεν είναι ούτε η περήφανη τάξη που εκθειάζουν αντιμνημονιακοί πασιφιστές και εργατοπατέρες: ο περήφανος εργάτης, έρμαιο της γραφειοκρατίας του κομματικού συνδικάτου που βρίζει τα φρικιά και θεωρεί την ομοφυλοφιλία ασθένεια· που νιώθει πιο κοντά στον φοβικό μαγαζάτορα απ’ ότι στον κουκουλωμένο που συγκρούεται με τους μπάτσους· ο εργάτης που ψηφίζει, υπηρετεί την πατρίδα και αποκαλεί βιοπαλαιστές τα καθάρματα της αστυνομίας. Όποιος θέλει ας κοιτάξει με ποιους χαριεντίζεται το Κόμμα και οι δορυφόροι του.

Ο Λεξ τραγουδάει για ένα ταξικό στρώμα που συντονίζεται με μια σειρά από πολιτισμικούς δεσμούς[1]. Τραγουδάει για το νεανικό ευέλικτο προλεταριάτο, ετερόκλιτο και πολυεθνικό, το οποίο διασπά ο νόμος της ζούγκλας εκτρέποντας όμως ταυτόχρονα τις διαφορές του σε μία κοινή συνισταμένη: θα εξεγερθεί με τον ίδιο τρόπο, την ίδια στιγμή και για τους ίδους λόγους. Τα σινιάλα θα δοθούν από διαφορετικές φυλές, από διαφορετικές περιοχές, σε διαφορετικές διαλέκτους αλλά στην ίδια γλώσσα. Στη γλώσσα της οργής ενάντια στη βία των μπάτσων, την ιεραρχία των καραβανάδων, την αδιαφορία των νοικοκυραίων, τη βαρβαρότητα των αφεντικών, το μίσος των εθνικιστών.

Ο Λεξ είναι ένας λαογράφος της επισφάλειας. Το έργο του δεν υμνεί τίποτα. Απλώς καταγράφει συμμετοχικά. Μετατρέπει τους κρατούμενους των πόλεων και την καθημερινότητά τους σε στίχους και τους αφήνει εκεί να αναμετρηθούν με την ιστορία. Δεν καλλωπίζει τον κανιβαλισμό τους, απλώς τον εξηγεί. Και το κάνει καλά γιατί είναι ένας από αυτούς. Ζει μαζί τους, τους παρατηρεί, καταγράφει τον γκρίζο πολιτισμό τους και μελοποιεί τις πίκρες τους. Βγαίνει για μια στιγμή από το τερέν για να γράψει κι ύστερα ξαναγυρνάει σε αυτό. Κρατάει την απαραίτητη απόσταση μόνο όσο χρειάζεται για να το κάνει κάδρο κι έπειτα ξαναγίνεται ένα με τα σκίτσα του.

Η λαογραφία του είναι στρατευμένη πολιτικά αλλά όχι με τη βολική έννοια. Παίρνει θέση αλλά δεν σηκώνει λάβαρο. Οι στίχοι του στρατεύονται στον αγώνα επιβίωσης της κοινότητας που παρατηρεί. Είναι η κοινότητα που αγωνίζεται κι ο Λεξ ο χρονικογράφος των αγώνων της. Εκείνων των αγώνων που δεν συλλογικοποιούνται, αλλά παραμένουν μαρτυρικά εξατομικευμένοι (γι’ αυτό χάνουν). Βαθιά μέσα του προσδοκά τη συλλογικοποίηση αλλά το σκοτάδι του δεν τον αφήνει να το πει. Τον αφήνει μόνο να ψελλίσει ότι θα τρέχανε ακόμα αν ήμασταν ενωμένοι[2].

Ο Λεξ, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν σηκώνει σημαίες. Τραγουδάει για τους καθημερινούς αγώνες των προλετάριων της γενιάς του ως ένας από τους τόσους[3]. Εν ολίγοις, όσοι ψάχνουν για ραψωδούς μιας περήφανης πατριωτικής εργατιάς… τις ντουντούκες τους και σε άλλη παραλία.

Εμείς

Εμείς ξέρουμε ότι το ιδεολόγημα της εργατικότητας είναι εχθρός της ζωής. Δουλεύουμε αλλά δεν περηφανευόμαστε για καμιά εργατικότητα. Είμαστε περήφανοι και περήφανες μόνο για το πείσμα μας να στεκόμαστε όρθιοι και όρθιες, σ’ αυτό το τεράστιο τρελοκομείο που συντηρεί η ντόπα της επιχειρηματικότητας και της εθνικής ενότητας. Είμαστε οι σύγχρονες στρατιές της επισφάλειας που περιφέρονται στις πόλεις αλλάζοντας κάθε τόσο εργασιακό αντικείμενο, ψυχολογία και στόχους. Δεν είναι ότι τριγυρνάμε με κουρέλια και δεν βρίσκουμε ποτέ δουλειά. Η επισφάλεια δεν σημαίνει ούτε λιμοκτονία ούτε μόνιμη ανεργία. Σημαίνει μόνιμη ανασφάλεια και αυξομειούμενη κατάθλιψη με περιστασιακά και εφήμερα διαλείμματα καλών στιγμών. Ακόμα κι όταν αφήνουμε για λίγο το γκρίζο, αυτό είναι πάντα εκεί όταν γυρίζουμε[4].

Είναι η ανακυκλούμενη αβεβαιότητα που μας τρώει τα σωθικά· η αδυναμία μας να κάνουμε ένα στοιχειώδη προγραμματισμό και να βρούμε αυτό που θέλουμε· η αδυναμία μας να διαχειριστούμε τα λιγοστά μας χρήματα «συνετά»· ο χρόνος που ποτέ δεν είναι ελεύθερος· η κυκλοθυμία μας, τα νεύρα μας από τα αγχωμένα πρωινά, τον κακό ύπνο και τη συμπεριφορά των παράσιτων που μας νοικιάζουν σπίτια. Επισφάλεια είναι η σχιζοργή που μας καίει το μυαλό κάθε φορά που μας λένε τα χρόνια περνάνε τι θα κάνεις μετά[5].

Είμαστε αυτοί και αυτές που ευχόμαστε καλή τύχη στα παιδιά που γεννάνε παιδιά[6]. Άνθρωποι που μάλλον δεν θα κάνουν οικογένεια ή τουλάχιστον θα το θυμηθούν αργά. Άνθρωποι χωρίς επαγγελματική ταυτότητα που ξέρουν καλά ποιοι είναι αλλά δεν ξέρουν τι επαγγέλλονται. Άνθρωποι από διαλυμένα σπίτια ή από ήσυχα σπίτια που θα έπρεπε να είχαν διαλυθεί. Άνθρωποι με ή χωρίς πτυχία που ζουν νομαδικές ζωές ανάμεσα σε πόλεις και γειτονιές. Άλλοι αλλάζουν πόλη ψάχνοντας δουλειά, άλλοι αλλάζουν γειτονιά ψάχνοντας σπίτι με υποφερτό ενοίκιο.

Αυτή είναι η κοινότητα του Λεξ. Το προλεταριάτο της αβεβαιότητας και της οργής. Είμαστε η εργατική τάξη που θέλει να αυτοκαταργηθεί χωρίς να ανέβει σκαλοπάτι. Να δουλεύει λίγο και να ζει πολύ. Το μόνο που μένει είναι να το διεκδικήσουμε συλλογικά. Και να μην φοβόμαστε να το πούμε μήπως και μας πουν κομματικούς[7]: αλληλεγγύη, οργάνωση, εξέγερση. Να μετατρέψουμε το κοινό βίωμα της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης σε συνείδηση των κοινών μας συμφερόντων· να μετασχηματίσουμε την ταξική εμπειρία σε ταξική συνείδηση κι από τα λουλούδια της οργής μας να ανθίσουν τα όνειρα μιας ελεύθερης ζωής.

Κι ακόμα κι αν δεν μας ενώνει όλους η αγάπη για τη ζωή, μας ενώνει σίγουρα το μίσος για τα αφεντικά, τους μπάτσους και τους φασίστες.


[1] Βλ. πορείες, μπάλα, πάρκα, γιώτα5, συγκατοίκηση, ψειρίσματα σε σούπερ-μάρκετ κλπ. Οι πολιτισμικοί δεσμοί είναι πρακτικές, συνήθειες και στρατηγικές επιβίωσης που αποτελούν κάτι σαν κοινό παρανομαστή της κουλτούρας του ταξικού στρώματος στο οποίο αναφερόμαστε.

[2] «Μουσική για τσόγλανους».

[3] στο ίδιο.

[4] «Ούλτρα βία».

[5] «Παυσίπονα».

[6] «2017».

[7] «Τ.Γ.Κ».