Αναδημοσίευση από το osarena.net

Διαβάζοντας την είδηση για την αγορά αδειών λογισμικού της Microsoft από το Ελληνικό Δημόσιο, νόμισα πως έπεσα σε χρονική λούπα και βρέθηκα στις προηγούμενες δεκαετίες. Τότε που, συμπτωματικά(;), υπουργός της ίδιας κυβέρνησης με τη σημερινή υποδεχόταν με νταούλια και βιολιά τον Bill Gates κλείνοντας την περιβόητη και σκανδαλώδη συμφωνία που κόστισε 36 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται το κόστος των μετέπειτα «αναβαθμίσεων».

Αναφέρομαι στη διετία 2006-2008, και παρότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε ξεκινήσει έρευνες για τις μονοπωλιακές τακτικές της Microsoft. Την ίδια ακριβώς χρονική περίοδο που πραγματικά προηγμένες χώρες, όπως η Ιαπωνία, η Γερμανία και η Γαλλία, στρέφονταν σε λύσεις που είχαν να κάνουν με ανοιχτά πρότυπα, τόσο σε επίπεδο δήμων όσο και για την κεντρική κυβέρνηση.

Και αυτό το έκαναν ούτως ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη διαφάνεια και απρόσκοπτη πρόσβαση των πολιτών στην ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Πράγματα δηλαδή που, εκτός του ότι είναι αυτονόητα, περιλαμβάνονται και στην ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Η σκανδαλώδης συμφωνία που έμεινε στα χαρτιά

Έχοντας προσωπική άποψη, μπορώ να πω μετά απόλυτης βεβαιότητας και αποδείξεων πως κανείς δε γνωρίζει από ποιους φορείς του Ελληνικού Δημοσίου εφαρμόστηκε αυτή η συμφωνία. Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές -εδώ και 22 συνεχόμενα χρόνια- υπάρχουν υπηρεσίες του Δημοσίου όπου οι υπάλληλοι αναγκάζονται να χρησιμοποιούν «σπασμένα» λογισμικά προκειμένου να κάνουν τη δουλειά τους.

Όλα αυτά τα χρόνια, αρκετές υπηρεσίες προμηθεύονταν νέους υπολογιστές με λογισμικό που είτε ήταν «πειρατικό» (συνήθως το Microsoft Office) είτε συνοδευόταν από νόμιμη άδεια χρήσης μα δεν υπήρχε κανένας φορέας οργάνωσης και στρατηγικής προκειμένου να επωφεληθούν της συμφωνίας για ανανέωση των αδειών με τις προνομιακές (υποτίθεται) τιμές αυτής.

Τελικά, το μόνο που έμεινε από τη συμφωνία αυτή ήταν οι φωτογραφίες του υπουργού με τον Gates, ίσως και κάποιες υποτροφίες σε τέκνα ημέτερων από τα λεγόμενα «Κοινωνικά Κέντρα Εκμάθησης Τεχνολογίας» που δημιούργησε η Microsoft στη χώρα —για να ενισχύσει την εξάρτηση, βεβαίως.

«Εκσυγχρονισμός» μέσω νέας συναλλαγής

Από τα μέσα της τρέχουσας δεκαετίας, το Ελληνικό Δημόσιο, ανά υπουργείο, επιχείρησε μια καταγραφή των ηλεκτρονικών υπολογιστών σε κάθε υπηρεσία, καθώς και του λογισμικού που υπάρχει σε αυτούς.

Οι λόγοι αυτής της καταγραφής φάνηκαν περίτρανα πριν από λίγες ημέρες (19 Ιουνίου 2020), όταν η Γενική Γραμματεία Κοινωνικής Πολιτικής και τα υπουργεία Οικονομικών και Εσωτερικών εξέδωσαν δελτίο τύπου που μας ενημέρωνε για τη σχεδιαζόμενη δαπάνη 48,3 εκατομμυρίων ευρώ για αγορές από τη Microsoft για τις ανάγκες του Ελληνικού Δημοσίου.

Να σημειωθεί πως, αν και το αρχικό ποσό ήταν 37,2 εκατομμύρια ευρώ, τελικά υπήρξε μια αύξηση σχεδόν 29,8% ανεβάζοντας το στα 48,3 εκατομμύρια! Σε κάθε περίπτωση, μιλάμε για μια σκανδαλώδη και αναίτια σπατάλη, ενώ το όλο θέμα έλαβε διαστάσεις μετά από μια ανακοίνωση της Ένωσης Πληροφορικών Ελλάδας.

Επαναλαμβάνω τη λέξη «σκανδαλώδη», επειδή με αυτά τα χρήματα δε θα αγοραστεί λογισμικό αλλά άδειες χρήσης λογισμικού. Επιβεβαιώνεται, δηλαδή -και με επίσημο τρόπο, πλέον- αυτό που αναφέρθηκε πιο πάνω και λίγο-πολύ γνωρίζαμε οι περισσότεροι: η συντριπτική πλειονότητα των υπολογιστών του Δημοσίου λειτουργεί με «πειρατικό» λογισμικό εδώ και δεκαετίες! Και μπορεί η νομιμότητα να αποκατασταθεί, όμως δε θα πάψει η εξάρτηση από την εν λόγω εταιρεία μέσω της καταβολής ποσών σε μόνιμη βάση για την ανανέωση των αδειών χρήσης.

Η λύση κρύβεται στην ανοιχτότητα

Οι καιροί έχουν αλλάξει από το 2008 και οι άνθρωποι είναι, πλέον, πιο καταρτισμένοι, με ένα σημαντικό ποσοστό να ενημερώνεται τακτικά για την τεχνολογία. Γνωρίζουν, επίσης, την ύπαρξη ελεύθερου λογισμικού και λογισμικού ανοιχτού κώδικα, που είναι παντοδύναμα και ικανά να προσφέρουν εφάμιλλες λειτουργίες· μια σχετική επένδυση θα είχε ελάχιστο κόστος και οικονομικό όφελος για τη χώρα, ενώ θα προσέφερε πλήρη διαφάνεια και τη δυνατότητα πρόσβασης σε όλους τους πολίτες.

Επειδή πολλοί έχουμε συναντήσει ηλεκτρονικές υπηρεσίες του Δημοσίου οι οποίες δεν είναι συμβατές με το λογισμικό που χρησιμοποιούμε (περιηγητή, κειμενογράφο κλπ.), ας δούμε πώς μπορεί να βελτιωθεί η κατάσταση και τι θα μπορούσε να γίνει ώστε να έχουμε άπαντες ελεύθερη πρόσβαση στα αυτονόητα και σε όσα το ίδιο το κράτος μας υποχρεώνει.

Με λίγες λέξεις, η απάντηση είναι υποδομές και λογισμικό ελεύθερου και ανοιχτού κώδικα παντού. Δηλαδή, οι ιστοσελίδες του Δημοσίου να είναι υλοποιημένες για προσπέλαση με έναν ανάλογο περιηγητή, όπως για παράδειγμα ο Firefox, αντί να στοχεύουν -αποκλειστικά σε αρκετές περιπτώσεις- κάποιον από τους ιδιοταγείς Microsoft Edge, Internet Explorer (ναι, υπάρχει ακόμα αυτό το απολίθωμα) και Google Chrome. Αντίστοιχα, όλοι οι υπολογιστές των δημόσιων υπηρεσιών μπορούν να χρησιμοποιούν τον ίδιο περιηγητή.

Με το ίδιο σκεπτικό, οι εξυπηρετητές θα έπρεπε (ακόμα και για λόγους τεχνικής υπεροχής) να αξιοποιούν το ΕΛ/ΛΑΚ. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί το CentOS και ο Apache HTTP Server, για παράδειγμα. Η σουίτα γραφείου μπορεί κάλλιστα να είναι το LibreOffice ή το OpenOffice, με τα αντίστοιχα formats για τα έγγραφα.[*]

Φυσικά, ο κατάλογος δε σταματάει εδώ. Λογισμικά όπως τα SALOME, BRLCAD, LibreCAD, FreeCAD, Blender, GIMP, Scratch, Calibre, Inkscape, Krita, Moodle, OpenShot, Scribus, Xournal, TuxType, Stellarium, Puppet, Pencil, Packer, OBS, Mattermost, Gibbon, feKara, Fedena και πολλά ακόμα μπορούν να καλύψουν κάθε ανάγκη, από σχολεία μέχρι επιμέρους στοιχεία απαιτητικών και εξειδικευμένων τομέων.

Και τέλος, κάποια διανομή Linux ως επίσημο λειτουργικό σύστημα του Δημοσίου, αντί των Microsoft Windows. Χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει πως σε ήδη υπάρχοντες υπολογιστές με το λειτουργικό σύστημα της πολυεθνικής δε μπορεί να τρέξει λογισμικό ελεύθερου και ανοιχτού κώδικα, ώστε να ξεπεραστεί η ανάγκη επαναλαμβανόμενων δαπανών για άδειες χρήσης. Εξυπακούεται πως αυτές οι τελευταίες θα πρέπει να είναι σύμφωνες με την ανοιχτότητα και το ΕΛ/ΛΑΚ για κάθε πτυχή του Ελληνικού Δημοσίου.

Σαφώς και θα ακούσουμε πλήθος ανούσιων, κοινότοπων και αληθοφανών δικαιολογιών για την απόφαση αυτή, που έχουν ειπωθεί πολλάκις στο παρελθόν και δεν υπάρχει λόγος να τις επαναλάβω. Κατά κύριο λόγο βασίζονται στο γνωστό «δόγμα FUD» που χρηματοδοτήθηκε από τις τεχνολογικές πολυεθνικές -με προεξέχουσες τις Microsoft και Oracle- ώστε να δημιουργήσουν αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα του ΕΛ/ΛΑΚ. Αυτό συνέβη σε πολλές συμφωνίες με κυβερνήσεις, με πιο κραυγαλέα την περίπτωση του Περού το 2002.[*]

Αποφάσεις που δείχνουν τον ανοιχτό δρόμο

Θα αντιπαραθέσω δύο ενδεικτικές περιπτώσεις όπου η ανοιχτότητα διαπέρασε τις ερμητικά κλειστές πύλες των δημόσιων υπηρεσιών, σε αντίθεση με την εδώ πραγματικότητα.

Υπάρχει η σχετική απόφαση της Βουλγαρίας, που το 2017 έγινε η πρώτη χώρα παγκοσμίως όπου το λογισμικό που θα δημιουργείται για το Δημόσιο και ο κώδικας που χρησιμοποιείται σε αυτό θα είναι διαθέσιμα ανοιχτά και ελεύθερα προσβάσιμα. Μάλιστα, έχουν δημιουργήσει ένα αποθετήριο στο GitHub που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν μπούσουλας για τα δικά μας δεδομένα.

Λίγο βορειότερα, ο υπουργός Εσωτερικών της Ολλανδίας, Raymond Knops, επικύρωσε (17 Απριλίου 2020) τη δέσμευση της κυβέρνησης για μια πολιτική λογισμικού ανοιχτού κώδικα από προεπιλογή, με μια ανοιχτή επιστολή προς τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου.

Η δέσμευση αυτή ήρθε ως φυσική συνέπεια των ευρημάτων μιας έκθεσης για τις συνέπειες της δημοσίευσης λογισμικού που είχε ζητήσει και δημοσίευσε το 2017 η κυβέρνηση της χώρας, και η οποία αφορά την πρόθεση να διατίθεται το λογισμικό που δημιουργεί η ίδια ως λογισμικό ανοιχτού κώδικα. Η έκθεση αυτή υπογραμμίζει πως η υιοθέτηση λογισμικού ανοιχτού κώδικα αυξάνει τη διαφάνεια στο κυβερνητικό έργο, ενώ παράλληλα μπορεί να μειώσει το κόστος χρήσης και να λειτουργήσει τονωτικά για την οικονομία.

Βέβαια, όπως ισχύει και στη δική μας χώρα, αυτό σκοντάφτει σε νομότυπες διαδικασίες που εδώ και δεκαετίες φρόντισαν να δημιουργήσουν τα λόμπι των τεχνολογικών πολυεθνικών, όπως ο «αθέμιτος ανταγωνισμός». Κάτι που, όμως, θα μπορούσε να ξεπεραστεί αποτελεσματικά με τη θέσπιση αυστηρών κανόνων.

Θα μπορούσα να αναφέρω αρκετά ακόμα επιχειρήματα που έχουν να κάνουν με την ασφάλεια, τη διαφάνεια, την οικονομία, την ευκολία πρόσβασης και πολλά άλλα μα θεωρώ πως αυτά τα αντιλαμβάνεται κάθε νοήμων άνθρωπος.

Το ζήτημα είναι να σταματήσουμε άμεσα αυτήν τη σπατάλη, σε μια χώρα που μαστίζεται από τις κοινωνικές ανισότητες και την κακή οικονομία, και να αναγκάσουμε τους κυβερνώντες να κάνουν, επιτέλους, μια έρευνα εις βάθος για τις πραγματικές ανάγκες του Δημοσίου και την υιοθέτηση λογισμικού ελεύθερου και ανοιχτού κώδικα.