Αναδημοσίευση από την Αέναη Κίνηση

του Gioacchino Toni

Fabio Armao, L’età dell’oikocrazia. Il nuovo totalitarismo globale dei clan, Η εποχή της οικοκρατίας. Ο νέος παγκόσμιος ολοκληρωτισμός των φατριών – Meltemi, Milano, 2020, σελ. 180 € 16,00

«σήμερα η βία εκδηλώνεται πρωτίστως με τη μορφή μόνιμου καθολικού εμφυλίου πολέμου »« Ο πόλεμος γίνεται μια ενδημική κατάσταση: μια μορφή «οικογενειακής» διοίκησης κοινωνικών σχέσεων» (Fabio Armao)

Η ανάλυση που πρότεινε ο Fabio Armao (Η εποχή της οικοκρατίας) επικεντρώνεται στην πεποίθηση ότι το πολιτικό σύστημα του εικοστού αιώνα, που περιστρέφονταν γύρω από τα μεγάλα μαζικά κόμματα, έχει πλέον αντικατασταθεί από ένα σύστημα φατριών ικανό να συνδυάζει τοπικό και παγκόσμιο καλύτερα από τα παλιά κρατικά θεσμικά όργανα και χάρη στη χαμηλότερη παρουσία περιορισμών που επιβάλλονται από το σεβασμό των δημοκρατικών κανόνων. Το οργανωμένο έγκλημα είναι ένα προφανές παράδειγμα των κλαν, αλλά δεν λείπουν εντυπωσιακές περιπτώσεις διαχείρισης της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας από πλευράς πολύ μικρών κύκλων.
«Η πολιτική των μαζικών κομμάτων, της ταξικής πάλης και της υπεράσπισης των συλλογικών συμφερόντων έχει δώσει τη θέση τους σε ένα πολύ πιο πλούσιο και πιο διαφοροποιημένο σύμπλεγμα παικτών, ικανών να αντλήσουν, σύμφωνα με τις ανάγκες, από τους τυπικούς πόρους των διαφόρων κοινωνικών σφαιρών: πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής, παράγοντας κάθε φορά τις δικές τους, πρωτότυπες, διαμορφώσεις ισχύος-εξουσίας.» (σελ. 9)

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την εξάπλωση μιας νέας μορφής διακυβέρνησης που χαρακτηρίζεται από δύο βασικά στοιχεία: την δημιουργία και στήριξη στο κλαν ως δομών αναφοράς του κοινωνικού συστήματος και στην προφανή προθήκη των οικονομικών (ιδιωτικών) συμφερόντων έναντι εκείνων των πολιτικών (δημόσιων) συμφερόντων ). Αυτή η μορφή διακυβέρνησης μπορεί να ονομαστεί «οικοκρατία», από την ένωση των λέξεων kratos (εξουσία) και oikos (σπίτι, οικογένεια, καθώς είναι και ρίζα του όρου οικονομία, «διοίκηση του σπιτιού»).

Η εξάπλωση των οικοκρατικών καθεστώτων, υποστηρίζει ο Armao, οδηγεί σε έναν νέο τύπο ολοκληρωτισμού που συνδυάζει την δυστοπία του Όργουελ και εκείνη του Χάξλεϋ. Εάν το πρώτο μοντέλο φαίνεται να επικρατεί στα πιο ρητώς αυταρχικά καθεστώτα, το δεύτερο χαρακτηρίζει εκείνα τα μοντέλα που τυπικά παρουσιάζονται πιο δημοκρατικά. Και στις δύο περιπτώσεις, λέει ο μελετητής, είμαστε αντιμέτωποι με μια παρόμοια φατριακή μήτρα.

Κατά τη μετάβαση από τον μοναρχικό απολυταρχισμό στον φιλελεύθερο-δημοκρατικό κοινοβουλευτισμό, η πολιτική άλλαξε σταδιακά με την εμφάνιση και επικράτηση μιας οικονομίας της αγοράς στις εμπορικές, βιομηχανικές και χρηματοοικονομικές της εκφάνσεις-εκφράσεις. Είναι με τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης και με το θρίαμβο της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας που η παραδοσιακή διαρχία μεταξύ κράτους και καπιταλισμού αποδείχθηκε ότι εισήλθε σε κρίση, κατέληξε να βρίσκεται σε κρίση.

Σύμφωνα με τον μελετητή, είναι με το 1989 που προκαλείται μια »ρήξη ορόσημο», το σημείο άφιξης μιας ακολουθίας κρίσεων που παράγει μια μεγάλη μεταμόρφωση των παραδοσιακών κοινωνικών χώρων, μια ρήξη που προορίζεται να δημιουργήσει μια ολοένα και πιο περίπλοκη πλοκή πρωταγωνιστών από τις πολιτικές, οικονομικές και αστικές κοινωνίες (σύμφωνα με το παράδειγμα που υιοθετήθηκε από την τριαδική κοινωνία) που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, από την επικράτεια στον ιστό, προκαλώντας μια άνευ προηγουμένου επιτάχυνση (έναν ανεμοστρόβιλο) στις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, τέτοιον, εξάλλου, ώστε τα όρια των αντίστοιχων πεδίων να καθίστανται όλο και πιο διαπερατά.» (σελ. 13)

Η εκδίκηση-ρεβάνς των φατριών, που ποτέ δεν εξαφανίστηκε εντελώς κατά τη διαδικασία οικοδόμησης του σύγχρονου κράτους, συνεπάγεται το τέλος της εποχής των ατομικών δικαιωμάτων και την είσοδο σε μια εποχή στην οποία η αυτονομία και η ελευθερία του ατόμου έρχονται σε δεύτερη μοίρα, υποβάλλονται στη βούληση και προς το συμφέρον της «φανταστικής οικογένειας» αναφοράς. «Το κλαν είναι πράγματι ικανό να τροφοδοτήσει τη συναισθηματική προσκόλληση των μελών του, και να ενισχύσει τη δύναμή του, την εξουσία για κοινωνικό έλεγχο επάνω τους, και χάρη στην ευρεία διαθεσιμότητα πόρων: πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις πελατειακού τύπου και, φυσικά, χρήμα, που αποκτήθηκε με τρόπο νόμιμο ή όχι.» (σελ. 13)

Αυτό το σύστημα, εκτός από την επαναφορά των πόλεων στο κέντρο του πολιτικού σύμπαντος – «μετατρέποντάς τις με αυξανόμενη συχνότητα σε χώρους άσκησης καταναγκαστικής εξουσίας, καθώς και συνεχή και ανεξάντλητη αναπαραγωγή της αρχέτυπης συσσώρευσης πόρων». (σελ. 13-14) -, τείνει να αμβλύνει τα σύνορα-όρια μεταξύ νόμιμου και παράνομου καταλήγοντας να υπονομεύει την ασφάλεια και την βεβαιότητα δικαίου και να διαμορφώνει ανταγωνιστικές μεταξύ τους ομάδες κυριαρχίας, ωφελώντας εκείνους που είναι σε θέση να ασκήσουν μεγαλύτερο επίπεδο βίας.

Η εξάπλωση της οικοκρατίας συνεπώς θα δημιουργούσε μια νέα μορφή ολοκληρωτισμού, που υποδεικνύει ο συγγραφέας ως νεοφιλελεύθερο, ικανό να εκδηλωθεί τόσο σε τοπική όσο και σε ευρεία διάσταση. Αυτός ο νεοφιλελεύθερος ολοκληρωτισμός φαίνεται να ρέει «από κάτω, από την επικράτεια, δημιουργημένος από μια λογική της αγοράς, από μια απαίτηση χρήματος, που τώρα πλέον είναι έξω από κάθε έλεγχο. για να εξελιχθεί στη συνέχεια μέσω της κατασκευής διακρατικών δικτύων φατριών, ικανών να συνδυάσουν τι ιδιαίτερες υφάνσεις συμφερόντων που υπάρχουν σε τοπικό επίπεδο με τις δυναμικές που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση. Σε αντίθεση με το παρελθόν, δεν χρειάζεται πλέον περίπλοκους θεσμικούς μηχανισμούς προπαγάνδας και εξελιγμένες ιδεολογίες επικεντρωμένες στην υπεροχή ενός έθνους, μιας φυλής ή ενός συγκεκριμένου πολιτικού δόγματος. Από την άλλη πλευρά, ξέρει πώς να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι τα σύγχρονα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιτρέπουν σε οποιονδήποτε να φτάσει και να κινητοποιήσει εύκολα «τμήματα μαζών», είτε πρόκειται για λαϊκιστή ηγέτη είτε αφεντικό διακίνησης ναρκωτικών». (σελ. 14-15)

Οι παραδοσιακοί ολοκληρωτικοί πόλεμοι μεταξύ εθνών, λέει ο Armao, τείνουν να αντικαθίστανται από τη διατήρηση μιας κατάστασης μόνιμου καθολικού εμφύλιου πολέμου: κοινωνικού «επειδή λαμβάνει χώρα όλο και πιο συχνά εντός των κρατικών εδαφών, εμπλέκοντας, από την πλευρά των θυμάτων, έναν αυξανόμενο αριθμό ανυποψίαστων πολιτών, και, από την πλευρά των μαχόμενων, ένα ποικίλο ενοχλητικό και γελοίο συνονθύλευμα μη κρατικών φορέων-πρωταγωνιστών βίας » […]. καθολικού και όχι παγκόσμιου, «επειδή αν, από τη μία πλευρά, δεν περιλαμβάνει όλες τις μεγάλες δυνάμεις ταυτόχρονα και στην ίδια εκδήλωση, από την άλλη πλευρά, οποιαδήποτε εμφύλια σύγκρουση αντανακλάται σε διεθνές επίπεδο: σε πολιτικό επίπεδο (με συμμετοχή κυβερνήσεων ή διεθνών οργανισμών), οικονομικό (επηρεάζοντας τις αξίες των πρώτων υλών ή τις κερδοσκοπίες στο χρηματιστήριο) μέχρι και κοινωνικό (απλά σκεφτείτε τις ροές των εκτοπισμένων που δημιουργούνται από τις μάχες) «. μόνιμο, «με την έννοια ότι μετατρέπεται σε μια συνηθισμένη και καθημερινή κατάσταση για εκατομμύρια άνδρες, γυναίκες και παιδιά στις πολλές περιφέρειες του κόσμου (και όχι μόνο).» (σελ. 137)

Καθένας από αυτούς τους μη κρατικούς παράγοντες βίας διεκδικεί το δικαίωμα να διαχειρίζεται τη συγκεκριμένη επικράτειά του με ολοκληρωτικό τρόπο δημιουργώντας μια αγορά παράνομων αγαθών και υπηρεσιών. «Σε τοπικό επίπεδο, παράγει «εισοδήματα από εργασία» για τους διάφορες κομπάρσους της σύγκρουσης […]. Σε καθολικό επίπεδο, δημιουργεί και τροφοδοτεί πραγματικές εμπορικές αλυσίδες στη μεγάλη ποικιλομορφία των ιδιαίτερα απαιτούμενων πόρων […] Iσε γενικές γραμμές, ο μόνιμος καθολικός εμφύλιος πόλεμος αναπαράγει σε μοριακό επίπεδο μια εντατική και καθημερινή διαδικασία πρωταρχικής συσσώρευσης των πόρων, μέσω της λεηλασίας του εδάφους, εκβιασμών, εκμετάλλευσης της δούλης εργατικής δύναμης κ.λπ..» (σελ. 137-138) Όλο αυτό, υπογραμμίζει ο μελετητής, λαμβάνει χώρα σε μια φάση παγκοσμιοποίησης στην οποία ο βιομηχανικός καπιταλισμός τύπου εικοστού αιώνα φαίνεται να περνά σε δεύτερη μοίρα, στην καθαρή παραγωγή κερδών, σε σχέση με τις συνέργειες που συμβαίνουν μεταξύ του εμπορικού και του χρηματοοικονομικού καπιταλισμού.

Αυτή η κατάσταση μόνιμου καθολικού εμφυλίου πολέμου τείνει να διαλύσει το σύνορο μεταξύ εποχών ειρήνης και εποχών πολέμου. Αυτή η νέα μορφή πολέμου, η οποία σίγουρα δεν αποκλείει πιο παραδοσιακές μορφές, γίνεται πραγματικά μια ενδημική κατάσταση μέσω της οποίας διαχειρίζονται οι «εγχώριες» κοινωνικές σχέσεις.


Οι εικόνες έχουν ληφθεί από Days of Hate,  Κείμενα του Aleš Kot – Σχέδια του Danijel Žeželj – Χρωματισμένα από τον Jordie Bellaire – Design του Tom Muller – Παραγωγή του Ryan Brewer – Eris Edizioni, Torino, Πράξη πρώτη (2019) και Πράξη δεύτερη (2019). Στην Carmilla [1] e [2]