«[Η Ουγγρική Επανάσταση] ήταν ένα αληθινό γεγονός, η σημασία του οποίου δεν βρίσκεται στην νίκη ή την ήττα. Το μεγαλείο της έιναι κρυφά φυλαγμένο μέσα στη τραγωδία που προκάλεσε. Διότι ποιός μπορεί να αμφισβητίσει τη δύναμη της ανάμνησης της;»

Χάνα Άρεντ

Η παρακμή της ιδεολογίας του “υπαρκτού”

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 το σοβιετικό σύστημα κόντευε να καταρρεύσει υπό το βάρος των πιέσεων που είχε δημιουργήσει στις κοινωνίες στις οποίες είχε επιβληθεί. Πολιτικά και ηθικά το σύστημα διακυβέρνησης του υπαρκτού σοσιαλισμού είχε χρεωκοπήσει. Από μία ριζοσπαστική δημοκρατία βασισμένη στα συμβούλια εργατών, αγροτών και λοιπών επαγγελματικών ομάδων, είχε μεταβληθεί σε μία ελεγχόμενη κομματική δικτατορία με απόλυτη εξουσία σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Μάλιστα σε τέτοιο βαθμό είχε εκφυλιστεί η κομουνιστική ιδεολογία, που ακόμη και οι εσωτερικές συλλογικές λειτουργίες που προβλέπονταν από τα καταστατικά των Κομουνιστικών Κομμάτων της Ανατολικής Ευρώπης,είχαν παραμεριστεί υπέρ μιας αυστηρής ιεραρχικής διαβαθμισης των κομματικών αρμοδιοτήτων. Στην κορυφή της πυραμίδας υπήρχε ο αρχηγός, ο Γενικός Γραμματέας του Κόμματος του οποίου η δύναμη σχεδόν ξεπερνούσε τα όρια του πολιτικού και άγγιζε τα όρια του μεταφυσικού. Ο Γενικός Γραμματέας συγκέντρωνε στα χέρια του όλες τις αρμοδιότητες και όλες τις εξουσίες. Ηταν πανίσχυρος, πανταχού παρών και παντογνώστης. Η θέληση του ενσάρκωνε τη συλλογική βούληση του προλεταριάτου και η ιστορική νομοτέλεια του απαγόρευε να κάνει λάθος. Πολλοί «μικροί Στάλιν» ξεπήδησαν στις χώρες που επικράτησε ο μονοκομματισμός και σε όλη την Ανατολική Ευρώπη δημιουργήθηκαν παραφυάδες της σύγχρονης κομουνιστικής μοναρχίας που είχε εγκαθιδρυθεί στη Σοβιετική Ένωση. Αλλά και στο πεδίο της οικονομίας οι επιδόσεις των σοσιαλιστικών χωρών υπολείπονταν σημαντικά των ουτοπικών υποσχέσεων των κομουνιστών για μια κοινωνία υπεραφθονίας. Η μηχανιστική αναπαραγωγή του σοβιετικού οικονομικού μοντέλου στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και η τυφλή αντιγραφή των σοβιετικών μεθόδων εκβιομηχάνισης είχε σαν αποτέλεσμα την αποτελμάτωση των τοπικών οικονομιών, που συνοδεύτηκε από αντίστοιχη πτώση του βιοτικού επιπέδου. Η κατάσχεση της γης και της περιουσίας των αγροτών και η αναγκαστική προσχώρησή τους σε συνεταιριστικά αγροκτήματα κρατικής ιδιοκτησίας συνέβαλαν στο να μετατραπεί ο αγροτικός πληθυσμός σε εχθρό του σοβιετικού συστήματος. Η εμμονή των κομουνιστικών κυβερνήσεων σε μία πολιτική μανιώδους βιομηχανικής επέκτασης δημιούργησε τεράστιες εργοστασιακές μονάδες και είχε σαν συνέπεια την αριθμητική αύξηση της τάξης των βιομηχανικών εργατών. Παράλληλα όμως καθήλωσε τα εισοδήματά τους και τους κατέστησε σκλάβους του κρατικού βιομηχανικού μονοπωλίου. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι όταν ξέσπασε η επανάσταση στην Ουγγαρία,οι εργάτες αντί να υπερασπιστούν με πάθος το πολιτικό σύστημα το οποίο θεωρητικά τους ευνοούσε, γρήγορα πέρασαν στην αντίπερα όχθη και πολέμησαν με το μέρος των επαναστατών.

Απο-σταλινοποίηση

Ο θάνατος του Στάλιν το 1953 έμελε να υποβάλει τα προσωποκεντρικά κομουνιστικά συστήματα διακυβέρνησης σε μια σκληρή δοκιμασία. Οι Ρώσοι ηγέτες που διαδέχτηκαν τον δικτάτορα στα υψηλά κλιμάκια του Κ.Κ.Σ.Ε. βρέθηκαν αντιμέτωποι με το άλυτο πρόβλημα του πώς να διευθύνουν ένα σύστημα που είχε σαν μοναδικό σημείο αναφοράς τον Στάλιν, χωρίς τον Στάλιν. Ο Νικήτα Χρουτσώφ διαπίστωσε γρήγορα πως ήταν επιβεβλημένη η μεταρρύθμιση ορισμένων πτυχών του συστήματος, προτού αυτό οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Η αρχή της προσωπολατρείας του ηγέτη καταργήθηκε. Στη θέση της προωθήθηκε η αντίληψη της συλλογικής ηγεσίας που αποκατέστησε ως έναν βαθμό τον ρόλο των συλλογικών οργανων του κόμματος στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και αναβάθμισε τον ρόλο του Πολιτικού Γραφείου ως υπέρτατου θεσμικού οργάνου. Το φαινόμενο των διώξεων και των μαζικών εκκαθαρίσεων της σταλινικής περιόδου περιορίστηκε και οι εκτεταμένες εξουσίες που είχαν παραχωρηθεί στη μυστική αστυνομία βαθμιαία ανεστάλησαν. Το ίδιο συνέβη και με τις οικονομικές πολιτικές της «εντατικής εκμετάλλευσης» που κόντευαν να οδηγήσουν πολλές οικονομίες της Ανατολικής Ευρώπης στην καταστροφή.

Η απο-σταλινοποίηση συνιστούσε μια ποιοτική μεταβολή του σοβιετικού πολιτικού συστήματος. Η ιστορική αποκήρυξη του Στάλιν από τον Χρουτσώφ στο μυστικό λόγο που εκφώνησε το 1956, άφησε ηθικά εκτεθειμένες τις ηγεσίες των δορυφορικών καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες είχαν αντιγράψει κατά γράμμα το Σταλινικό μοντέλο και είχαν οικοδομήσει την εξουσία τους πάνω στις τελετουργικές θυσίες αντιφρονούντων και κομματικών στελεχών. Ταυτόχρονα , υπονόμευσε την πολιτική τους συνοχή αφού η αρχή της «συλλογικής ηγεσίας» συνεπαγόταν την αποκατάσταση του δημοκρατικού διαλόγου μέσα στο Κόμμα και την δημοσιοποίηση κριτικών απόψεων ενάντια στις «υπερβολές» της Σταλινικής περιόδου σε επίσημα κομματικά έντυπα. Όλα αυτά σήμαιναν πως πλέον υπήρχε χώρος για παρεκκλίσεις από την κομματική γραμμή και μέσα στους κόλπους του Κόμματος αν και τα όρια αυτού του χώρου δεν είχαν ακόμη σαφώς καθοριστεί – μέχρι που η στρατιωτική επέμβαση στην Ουγγαρία τα επέβαλλε διά της βίας.

Αποτυχία της μεταρρύθμισης στην Ουγγαρία

Η Ουγγαρία ήταν η χώρα όπου οι επιπτώσεις της απο-Σταλινοποίησης έγιναν περισσότερο αισθητές λόγω της υπέρμετρα αυταρχικής φύσης του καθεστώτος. Ο Ματίας Ράκοζι, Γενικός Γραμματέας του Κομουνιστικού Κόμματος Ουγγαρίας (HWP), είχε δημιουργήσει ένα καθεστώς ιδιαίτερα σκληρό ακόμη και με σταλινικά κριτήρια. Η προσωπική εξουσία του εβραϊκής καταγωγής Ράκοζι ήταν τόσο απόλυτη, ώστε το επιφανές μέλος του Πολιτικού Γραφείου του Κ.Κ. Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ) Αναστάς Μικογιάν, έφτασε στο σημείο να τον αποκαλεί, «Εβραίο βασιλιά της Ουγγαρίας». Η Ουγγρική κοινωνία υπέφερε κάτω από την ακραία τρομοκρατία που ασκούσε η πανίσχυρη AVH, η αδίστακτη πολιτική αστυνομία που είχε ιδρυθεί επί Ράκοζι. Το HWP, που ο Ράκοζι είχε μετατρέψει σε μονολιθικό, κομουνιστικό οργανισμό, είχε παρεισφρύσει σε κάθε οργανωμένη εκδήλωση του δημόσιου βίου και είχε επιβάλει τον ασφυκτικό έλεγχο του στα εργοστάσια, στις αγροτικές κολλεκτίβες, στον στρατό, στη δικαιοσύνη, στη διανόηση. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν οι δεσποτικές του μέθοδοι αλλά η ανικανότητα που επέδειξε ο Ράκοζι στην διαχείριση οικονομικών ζητημάτων που τελικά επέφεραν τη ρήξη ανάμεσα σε αυτόν και τους σοβιετικούς προστάτες του. Η οικονομική πολιτική των συνεχιζόμενων κρατικών επενδύσεων στον τομέα της βαριάς βιομηχανίας και η βίαιη κολλεκτιβοποίηση της αγροτικής παραγωγής δεν είχαν αποφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα και είχαν οδηγήσει την Ουγγρική οικονομία στο χείλος της καταστροφής. Το 1953, ο Ράκοζι κλήθηκε εσπευσμένα στο Κρεμλίνο συνοδευόμενος από κλιμάκιο υψηλόβαθμων Ούγγρων κομουνιστών αξιωματούχων. Εκεί έλαβε αυστηρή σύσταση από τον Λαβρέντι Μπέρια να εγκαταλείψει την παράλογη οικονομική πολιτική του. Του γνωστοποιήθηκε ακόμη ο διορισμός του μεταρρυθμιστή Ιμρε Νάγκι στο αξίωμα του πρωθυπουργού. Η αποστολή του Νάγκι ήταν η εκπόνηση μιας εναλλακτικής οικονομικής στρατηγικής που θα έστρεφε μέρος της Ουγγρικής βιομηχανικής υποδομής στην παραγωγή καταναλωτικών προϊόντων για τον ευρύτερο πληθυσμό. Ακόμη του είχε παραχωρηθεί εν λευκώ εξουσιοδότηση να προχωρήσει στην απάλειψη των πιο σκληρών μέτρων της διακυβέρνησης του Ράκοζι, μέσω του περιορισμού των εξουσιών της AVH, της αμνήστευσης πολιτικών κρατουμένων, της ελεγχόμενης αποκατάστασης της ελευθερίας του λόγου και της επανενεργοποίησης των Κομματικών μηχανισμών που είχαν περιπέσει σε αχρηστεία. Και οι δύο αποστολές που είχε αναλάβει να φέρει σε πέρας ο Νάγκι τον έφερναν σε τροχιά μετωπικής σύγκρουσης με το σταλινικό κατεστημένο και με τον ίδιο τον Ράκοζι που στο μεταξύ του είχε επιτραπεί να κρατήσει τη θέση του Γενικού Γραμματέα.

Τα μέτρα που εξήγγειλε ο νέος πρωθυπουργός για την μετάθεση πόρων από τον τομέα της βαριάς βιομηχανίας προσέκρουσαν στην, ενορχηστρωμένη από τον Ράκοζι, γραφειοκρατική αντίσταση των σταλινικών αξιωματούχων που ήλεγχαν τα επιμέρους βιομηχανικά έργα και παρακωλούσαν συστηματικά τις μεταρρυθμίσεις της κεντρικής κυβέρνησης. Το ίδιο συνέβη και με τα διορθωτικά μέτρα που εισηγήθηκε ο Νάγκι για την ανακούφιση των αγροτών από τις καταστροφικές συνέπειες της βίαιης κολλεκτιβοποίησης.

Βλέποντας την πεισματική αντίδραση της γραφειοκρατίας απέναντι σε οποιαδήποτε προσπάθεια υπονόμευσης της εξουσίας της, ο Νάγκι αποπειράθηκε να θεσπίσει το «Πατριωτικό Λαϊκό Μέτωπο», ένα αυτόνομο πολιτικό όργανο που θα εξασφάλιζε την ελεύθερη πρόσβαση των μαζών στην πολιτική διαδικασία, έξω από τον έλεγχο του HWP. Θέλησε με αυτόν τον τρόπο να παρακάμψει τον κομματικό μηχανισμό που τόσα προβλήματα του δημιουργούσε, και να αποκτήσει απευθείας λαϊκή στήριξη για την κυβέρνηση του. Για μια ακόμη φορά όμως τα σχέδια του ανατράπηκαν από τον Ράκοζι όταν ο τελευταίος κέρδισε την ψηφοφορία που έλαβε χώρα στην Κεντρική Επιτροπή του HWP γύρω από το ζήτημα, και μετέτρεψε το Π.Λ.Μ. από μια ανοικτή οργάνωση όπου ο κάθε πολίτης είχε δικαίωμα ένταξης, σε ένα φόρουμ συνάντησης των εγκεκριμμένων από το HWP κοινωνικών οργανώσεων.

Το 1955 έχοντας υποστεί συνεχόμενες πολιτικές ήττες από τον μεγάλο εσωκομματικό αντίπαλο του και μην μπορώντας να προσδώσει στο πρόγραμμα μία σταθερή, θεσμική χροιά, ο Ίμρε Νάγκι αποπέμφθηκε ως αποτυχημένος από την πρωθυπουργία και διαγράφηκε από το Κόμμα. Εντούτοις, η νίκη του Ράκοζι ήταν πρόσκαιρη. Οι σπόροι της μεταρρύθμισης είχαν ήδη μεταφυτευθεί στο κοινωνικό σώμα και άνθιζαν στις διάφορες ανεξάρτητες «λέσχες πολιτών» που ξεφύτρωσαν παντού στην Ουγγαρία και έθεταν από την αρχή σε δημόσιες συζητήσεις χωρίς λογοκρισία το πρόβλημα της ριζικής αναμόρφωσης του συστήματος. Η μεταρρύθμιση είχε αποκτήσει ερείσματα και μέσα στο κατεστημένο, όπου γύρω από τη συμβολική φιγούρα του Νάγκι, είχε συσταθεί ένας πυρήνας μεταρρυθμιστών πολιτικών όπως οι Γκίζα Λόσοντσυ, Φέρεντς Ντόναθ και Λάγιος Ακς, που εξακολουθούσαν να προωθούν το όραμα του Νάγκι για έναν πιο δημοκρατικό σοσιαλισμό ακόμη και μετά την διαγραφή του από το HWP.

Η αντιπολίτευση κερδίζει έδαφος

Το κίνημα των λέσχεων πολιτών ήταν μια ανακλαστική αντίδραση της κοινωνίας στον παραγκωνισμό του Νάγκι και στην επιχειρούμενη επιστροφή στις σταλινικές μεθόδους διακυβέρνησης από τον Ράκοζι. Στη Βουδαπέστη ιδρύθηκε το 1955 η σημαντικότερη από αυτές τις λέσχες με την ονομασία «Κύκλος Πέταιφυ» από δυσαρεστημένα μέλη της τάξης των διανοουμένων της πρωτεύουσας. Η ημερήσια διάταξη των συζητήσεων που οργάνωνε ο «Κύκλος Πέταιφυ» περιλάμβανε θέματα όπως η σχέση μεταξύ Τέχνης και Εξουσίας, οι ευθύνες που βάραιναν το σταλινικό καθεστώς για τις διώξεις και τις προγραφές του παρελθόντος καθώς και η διατύπωση προτάσεων για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των διαφόρων επαγγελματικών ομάδων. Οι συζητήσεις αυτές απέκτησαν δε πρόσθετη πολιτική νομιμοποίηση όταν άρχισαν να παίρνουν μέρος σε αυτές γνωστές πολιτικές προσωπικότητες που πρόσκεινταν στο στρατόπεδο των μεταρρυθμιστών και είχαν εκδιωχθεί πρόσφατα από το HWP. Ο «Κύκλος Πέταιφυ» πρόσφερε δημόσιο βήμα σε αυτούς τους «απόβλητους» του σοβιετικού κατεστημένου από το οποίο μπορούσαν να εκφράσουν τις απόψεις τους.

Επιπλέον, στις συνεδριάσεις άρχισαν να καταφτάνουν αντιπροσωπείες εντολοδόχων από τα εργοστάσια, τα πανεπιστήμια, τις δημόσιες υπηρεσίες ακόμη και από τις στρατιωτικές σχολές της Βουδαπέστης. Οι επιτροπές αυτές απαρτίζονταν από εκλεγμένα μέλη και ήταν εξουσιοδοτημένες από τους συναδέλφους τους να εκθέσουν δημόσια τα προβλήματα του κλάδου τους και να εργαστούν με τους υπόλοιπους συνέδρους για την εξεύρεση λύσεων. Αναμφίβολλα, επρόκειτο για ένα ριζοσπαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της χειραφέτησης των μαζών από την κηδεμονία του HWP δεδομένου ότι οι εκλογικές αρχιαιρεσίες στον χώρο της δουλειάς δεν είχαν λάβει την επίσημη έγκριση του κόμματος, ενώ ελάχιστοι ήταν οι «νόμιμοι» συνδικαλιστικοί αντιπρόσωποι που μετείχαν στα καινούρια αντιπροσωπευτικά όργανα.

Πολύ γρήγορα το νέο δημοκρατικό κίνημα προσέλαβε διαστάσεις χιονοστιβάδας. Δεκάδες τοπικά παραρτήματα του «Κύκλου Πέταιφυ» εγκαινιάστηκαν σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ουγγαρίας, στα πρότυπα του δημοκρατικού φόρουμ της πρωτεύουσας. Στο Σομπατέλι ιδρύθηκε συνέλευση πολιτών με το όνομα «Κύκλος Βασβάρι», στο Βέζπριμ ο «Κύκλος Μπατσάνυι» και στο Ντέμπρετσεν ο «Κύκλος Κόσουθ». Κοινή συνισταμένη των συζητήσεων σε εθνικό επίπεδο ήταν η ισοπεδωτική κριτική που ασκούσαν ενάντια στο εγκληματικό καθεστώς Ράκοζι και η συστηματική διατύπωση μιας γενικής λαϊκής απαίτησης για την επαναφορά του Νάγκι στην εξουσία. Υπήρχαν όμως και τρία θέματα ταμπού που κανείς δεν τολμούσε να θίξει: το ζήτημα της ενδυνάμωσης και σταθεροποίησης των συλλογικών δομών κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης που είχαν δημιουργηθεί εσχάτως στη σφαίρα της πολιτικής και της οικονομίας, εκείνο της παρουσίας του σοβιετικού στρατού στην Ουγγαρία και το ζήτημα της κατάργησης του μονοκομματικού πολιτικού συστήματος. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης γνώριζαν καλά πως η παραμικρή αναφορά στο θέμα της αποχώρησης των Ρωσικών στρατευμάτων, ήταν ικανή να προκαλέσει τη βίαιη αντίδραση του σοβιετικού γίγαντα αφού ισοδυναμούσε με συγκεκαλυμμένη αποκήρυξη του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Οι Ρώσοι από την πλευρά τους, βλέποντας ότι το κύμα της λαϊκής κατακραυγής κατά του καθεστώτος μεγάλωνε καθημερινά, συνειδητοποίησαν πως η αντικατάσταση του Ράκοζι ήταν επιβεβλημένη. Μόλις λίγες ημέρες πριν, η ΕΣΣΔ είχε υποστεί μια αιματηρή εξέγερση εργατών στο Πόζναν της Πολωνίας και ο Χρουτσώφ φοβόταν πως η Ουγγαρία βάδιζε στον ίδιο ακριβώς δρόμο. Στις 17 Ιουλίου, κατέφθασε στη Βουδαπέστη ο απεσταλμένος του σοβιετικού Προεδρίου Μικογιάν, κομίζοντας δύο πολιτικές οδηγίες για την επίλυση της κρίσης: την αντικατάσταση του μισητού Ράκοζι από τον Έρνε Γκέρε, μέλους της Πολιτική Επιτροπής του HWP και την υλοποίηση μιας πολιτικής ανηλεούς καταστολής κατά των κύριων οργάνων της αντιπολίτευσης. Στην πραγματικότητα, ούτε το ένα, ούτε το άλλο μέτρο έφερε αποτέλεσμα. Ο Γκέρε ήταν μία κάκιστη επιλογή των Ρώσων αφού ήταν γνωστός για τις σταλινικές του πεποιθήσεις και επιπλέον είχε υπάρξει δηλωμένος επικριτής της «Νέας Πορείας» που ευαγγελιζόταν ο Νάγκι. Ο διορισμός του δεν συνέβαλε στην σφυρηλάτηση της εσωτερικής ενότητας του HWP, αφού οι μεταρρυθμιστές εξακολουθούσαν να ζητούν τον Νάγκι. Η αδυναμία δράσης από την οποία είχαν καταληφθεί τα ανώτερα κλιμάκια του Κόμματος εξελίχθηκε σε κατάσταση μόνιμης αναπηρίας, αφού οι συνεχείς διαφωνίες μεταξύ των σκληροπυρηνικών και της «Ομάδας Νάγκι» καταδίκαζε την Κεντρική Επιτροπή του HWP σε παράλυση. Αλλά και οι μάζες ελάχιστα ικανοποιήθηκαν από τον διορισμό του Γκέρε. Αυτό που η αντιπολίτευση του δρόμου είχε κατά νου ήταν μια ποιοτική μεταβολή του συστήματος κι όχι μια απλή εναλλαγή προσώπων.

Από την μεταρρύθμιση στην Επανάσταση

Αλλά ούτε η δεύτερη υπόδειξη του Μικογιάν στάθηκε δυνατό να εφαρμοστεί. Ο σοβιετικός πρεσβευτής Αντρόποφ είχε ήδη προειδοποιήσει τους προϊσταμμένους του στο Κρεμλίνο πως η εξουσία της Πολιτικής Επιτροπής του HWP μειωνόταν όλο και περισσότερο και πως οι δημοκρατικές αντιλήψεις της «Ομάδας Νάγκι» είχαν διαποτίσει τις τάξεις της αστυνομίας της Βουδαπέστης και του στρατού. Ακόμη, δεν ήταν λίγα τα παραρτήματα του HWP στην επαρχία που είχαν αποδεχτεί την ύπαρξη των συνελεύσεων και είχαν εμπλακεί σε εποικοδομητικό διάλογο μαζί τους. Μάλιστα, η νέα ατμόσφαιρα ελευθερίας είχε συνεπάρει πολλούς κομουνιστές ακτιβιστές οι οποίοι υποστήριζαν με ενθουσιασμό τις συνελεύσεις πολιτών και συμμετείχαν στις εργασίες τους. Αυτό σήμαινε πως εάν η Π.Ε. αποφάσιζε να συντρίψει το κίνημα διά της βίας, μπορούσε αίφνης να βρεθεί αντιμέτωπη με μια εσωκομματική εξέγερση.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, κυβέρνηση και λαϊκή αντιπολίτευση είχαν επιδοθεί σε έναν προσεκτικό πόλεμο χαρακωμάτων. Με την παρέμβαση του φοιτητικού κινήματος το στρατόπεδο της αντιπολίτευσης πέρασε πλέον στην επίθεση. Από τις 19/10, οι φοιτητές στις σχολές του Σέγκεντ, του Μίσκολτς και του Ντέμπρετσεν είχαν προχωρήσει στη σύσταση ελεύθερων φοιτητικών ενώσεων στις οποίες το HWP δεν είχε δικαίωμα εκπροσώπησης. Στις 22/10, μια ανοιχτή φοιτητική συνέλευση που συνήλθε αυθόρμητα στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Βουδαπέστης ψήφισε μια Διακήρυξη 16 σημείων που έμελλε να αποτελέσει το πολιτικό μανιφέστο της επερχόμενης Ουγγρικής επανάστασης. Η Διακήρυξη επαναλάμβανε τα συνήθη αιτήματα των μεταρρυθμιστών αλλά απαιτούσε επιπλέον: α) την άμεση αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων, β) την παραπομπή του Ράκοζι σε δημόσια δίκη για τα εγκλήματα του και, γ) την κατάργηση του μονοκομματικού συστήματος διακυβέρνησης. Με μια ιδιοφυή κίνηση οι φοιτητές είχαν πετύχει να αναδειχτούν σε πρωτοπορία του κινήματος και να ριζοσπαστικοποιήσουν τον τον αντιπολιτευτικό αγώνα. Πέρα από το αίτημα για την επιστροφή του Νάγκι, η Διακήρυξη περιείχε επίσης αναφορές στα ζητήματα που απασχολούσαν τους εργάτες, τους αγρότες ακόμη και τους στρατιώτες. Κωδικοποιούσε έτσι σε ένα ενιαίο έγγραφο τις κυριότερες επιδιώξεις του υπό διαμόρφωση επαναστατικού κινήματος. Το γενικό συλλαλητήριο που προκήρυξαν για την επόμενη ημέρα αποσκοπούσε να δώσει στο κίνημα σάρκα και οστά. Από την άλλη, τα μαξιμαλιστικά αιτήματα για απόσυρση των Σοβιετικών και ανατροπή του σοβιετικού πολιτικού συστήματος με παράλληλη αναγνώριση των μαζικών λαϊκών επαναστατικών οργανώσεων δεν άφηναν περιθώρια για διαπραγματεύσεις με το HWP, αφού ουσιαστικά απαιτούσαν από την κυβέρνηση να αυτοκαταργηθεί. Ο Νάγκι έσπευσε αμέσως να πάρει αποστάσεις από το εγχείρημα των φοιτητών και καταδίκασε την προγραμματισμένη διαδήλωση. Παρά την ανανεωτική νοοτροπία που τον διέκρινε, παρέμενε ένας αφοσιωμένος κομουνιστής. Αντίθετα, η Ένωση Συγγραφέων προσυπέγραψε την έκκληση και τέθηκε επικεφαλής της εκδήλωσης μαζί με τους φοιτητές.

Η μάχη του Μεγάρου της Ραδιοφωνίας

Στις 23/10 τριακόσιες χιλιάδες άνθρωποι ξεχύθηκαν στους δρόμους της Βουδαπέστης για να συνταχθούν πίσω από τα λάβαρα της MEFESZ, της Ένωσης Συγγραφέων και την τρύπια τρίχρωμη Ουγγρική σημαία – σύμβολο των επαναστατών. Δύο μαζικές λαϊκές φάλαγγες ξεκίνησαν από τη Βούδα και την Πέστη αντίστοιχα, έχοντας ορίσει ως σημείο συνάντησης την πλατεία Γιόζεφ Μπεμ στις όχθες της Βούδας, απέναντι από το Κοινοβούλιο. Εκεί ο συγγραφέας Πίτερ Βέρες πήρε τον λόγο και προσπάθησε να διαβάσει στο πλήθος τα αιτήματα της Ένωσης Συγγραφέων. Η φωνή του όμως μόλις που μπόρεσε να ακουστεί. Η προσέλευση του κόσμου είχε ξεπεράσει τις προσδοκίες ακόμη κι αυτών των διοργανωτών της διαδήλωσης. Η ώρα έναρξης συνέπιπτε με την ώρα που έκλειναν τα εργοστάσια της βιομηχανικής συνοικίας του Ουίπεστ και πολλοί εργάτες αντί να γυρίσουν στα σπίτια τους αψήφησαν την κυβερνητική απαγόρευση και ενώθηκαν με το πλήθος. Όταν η πορεία πέρασε μπροστά από τους στρατώνες της στρατιωτικής Ακαδημίας, μια ομάδα ευελπίδων βγήκε από το προαύλιο της σχολής και προχωρώντας με στρατιωτικό βηματισμό προσχώρησε στη διαδήλωση.

Η αλήθεια είναι πως οι διοργανωτές δεν είχαν προετοιμαστεί για να ελέγξουν αυτή την τεράστια όσο και απρόβλεπτη μάζα ανθρώπων. Γρήγορα σχηματίστηκαν πολλές μικρές διαδηλώσεις, η κάθε μία με το δικό της απώτερο στόχο και σχέδιο δράσης. Μια διαδήλωση διέσχισε τη γέρφυρα της Νήσου Μαργαρίτας και εγκατάσταθηκε μπροστά από το Κοινοβούλιο, απαιτώντας να δει τον Νάγκι. Μια άλλη ομάδα αποσπάστηκε από τους συγκεντρωμένους στην πλατεία Μπεμ και κατευθύνθηκε προς το Μεγάρο της Ραδιοφωνίας προκειμένου να μεταδώσει από το ραδιόφωνο τα 16 σημεία σε όλη την Ουγγαρία.

Οι μονάδες του Ουγγρικού στρατού που η κυβέρνηση είχε τοποθετήσει προληπτικά σε στρατηγικά σημεία της πρωτεύουσας, παρέμειναν απαθείς θεατές των γεγονότων επειδή: α) είχαν λάβει εντολή να μην πυροβολήσουν, αποτέλεσμα ενός πολιτικού συμβιβασμού που είχε επιτευχθεί μεταξύ κυβέρνησης και διαδηλωτών και β) η συμπεριφορά των διαδηλωτών ήταν υπέρ της ειρηνικής συνύπαρξης. Σε καμία περίπτωση δεν συνέβησαν λεηλασίες και βανδαλισμοί, ούτε υπήρξε ο παραμικρός διαπληκτισμός με τους παραταγμένους στρατιώτες. Στο μεταξύ, γύρω από το Μέγαρο της Ραδιοφωνίας είχε αρχίσει να μαζεύεται ένα ανυπόμονο πλήθος. Η αντιπροσωπεία των διαδηλωτών αρχικά επιχείρησε να διαπραγματευτεί με τη διευθύντρια του Μεγάρου Βαλέρια Μπένκε, ώστε να της επιτραπεί να εισέλθει ειρηνικά στο κτήριο. Στην πραγματικότητα, μέσα στο Ραδιοφωνικό Σταθμό βρίσκονταν ήδη οχυρωμένοι 500 ένστολοι φρουροί της AVH, οπλισμένοι με πυροβόλα όπλα και χειροβομβίδες. Η διευθύντρια απλώς προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο μέχρι να καταφτάσουν οι ενισχύσεις που είχε ζητήσει από το Υπουργείο Εσωτερικών και να διαλύσουν τους συγκεντρωμένους.

Τότε μεταδόθηκε από τα μεγάφωνα που είχαν τοποθετηθεί στην πλατεία το ραδιοφωνικό διάγγελμα του Γκέρε. Ο αμετανόητος σταλινιστής αποκαλούσε τους κατοίκους της Βουδαπέστης «εχθρούς του λαού» και «συμμορίτες αντεπαναστάτες» και υπεραμυνόταν σθεναρά των ιστορικών δεσμών της χώρας του με την Ε.Σ.Σ.Δ. Ακούγοντας τούτες τις συκοφαντίες το πλήθος εξαγριώθηκε. Συνηδητοποίησε τον εμπαιγμό της Μπένκε και όρμησε φρενιασμένο κατά του κτιρίου. Ακολούθησε πανδαιμόνιο. Οι πολιορκητές εκσφενδόνιζαν πέτρες και αυτοσχέδιες βόμβες μολότοφ στα παράθυρα του Μεγάρου και χρησιμοποίησαν ένα φορτηγάκι του ραδιοφωνικού σταθμού σαν πολιορκητικό κριό για να σπάσουν τις πόρτες. Οι άντρες της AVH απάντησαν με ριπές από τα υδροφόρα κανόνια και με ρίψη καπνογόνων που όμως δεν κατόρθωσαν να διαλύσουν τους επιτιθέμενους. Στον χώρο της σύγκρουσης κατέφθασαν καμιόνια φορτωμένα με στρατιώτες του τακτικού Ουγγρικού στρατού και τρία άρματα μάχης. Αντί όμως να εφορμήσουν κατά του πλήθους, οι στρατιώτες απλώς παρατάχθηκαν μπροστά από τα κάγκελα του Εθνικού Μουσείου. Τα άρματα πλησίασαν τη ραδιοφωνία από την οδό Μπρόντυ-Σάντορ αλλά οι κυβερνήτες τους εμφανίστηκαν στους πυργίσκους και διαβεβαίωσαν τους πολιορκητές ότι δεν είχαν πρόθεση να βάλουν εναντίον τους.

Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τους έγκλειστους υπερασπιστές της AVH. Στις 11 το βράδυ και χωρίς καμία προειδοποίηση, οι άνδρες της μυστικής αστυνομίας ξεπρόβαλλαν από μια πλαϊνή πόρτα και άνοιξαν πυρ πλευροκοπώντας όσους διαδηλωτές βρίσκονταν επί της οδού Μπρόντυ-Σάντορ. Οι νεκροί και οι τραυματίες ήταν δεκάδες, οι διαδηλωτές όμως δεν τράπηκαν σε φυγή. Βλέποντας τις σφαίρες να θερίζουν το συγκεντρωμένο πλήθος, οι στρατιώτες είτε παρέδωσαν με τη θέληση τους τα όπλα τους στους διαδηλωτές, ή άρχισαν οι ίδιοι να πυροβολούν εναντίον της AVH. Οι κυβερνήτες των τανκς παρέταξαν τα άρματα τους στη σειρά, έτσι ώστε να σχηματίζουν ένα χαλύβδινο τείχος πίσω από το οποίο μπορούσαν να προστατευτούν οι διαδηλωτές. Με δύο ακόμη τρόπους, οι πολιορκητές κατάφεραν να προμηθευτούν όπλα. Αρχικά, μπόρεσαν να εκτρέψουν μια εφοδιοπομπή με όπλα και πυρομαχικά που προορίζονταν για τους υπερασπιστές του Μεγάρου. Οι διαδηλωτές κατάσχεσαν τα όπλα και τα μοίρασαν στο πλήθος που διψούσε για εκδίκηση. Ακόμη, μεταξύ των συγκεντρωμένων έξω από το Μέγαρο υπήρχαν προλετάριοι που δούλευαν στα εργοστάσια της πολεμικής βιομηχανίας της Βουδαπέστης και γνώριζαν ποια εργοστάσια κατασκεύαζαν όπλα και που ήταν αποθηκευμένα. Όσο η ώρα περνούσε και η μάχη μαινόταν, νέες ομάδες από ένοπλους εργάτες και φοιτητές συνέρρεαν στους δρόμους γύρω από το Μέγαρο για να ενισχύσουν τις γραμμές των διαδηλωτών. Η διαδήλωση είχε πια μετατραπεί σε ένοπλη εξέγερση. Οι πολιορκημένοι, κουρασμένοι, χωρίς ενισχύσεις και μη έχοντας τη δυνατότητα να ανανεώσουν το οπλοστάσιο τους, ήξεραν ότι έδιναν μια χαμένη μάχη. Τα ξημερώματα όταν και ο τελευταίος γεμιστήρας των ανδρών της AVH άδειασε, το μισότρελο από οργή πλήθος ξεχύθηκε μέσα στο Σταθμό και κατέσφαξε όσους ένστολους ήταν ακόμη ζωντανοί.

Η πτώση του Μεγάρου της Ραδιοφωνίας θορύβησε τους σκληροπυρηνικούς του HWP. Οι αναφορές που λάμβανε η Πολιτική Επιτροπή από το δίκτυο πληροφοριοδοτών που το Κόμμα και η KGB είχαν εγκαταστήσει στην πρωτεύουσα, μίλαγαν για περιπλανώμενες αυτοσχέδιες μονάδες ένοπλων εργατών και φοιτητών που περιδιάβαιναν ανενόχλητες την πόλη και διαλαλούσαν την επανάσταση. Πράγματι, με τη λήξη της πολιορκίας του Ραδιοφωνικού Σταθμού πολλές ένοπλες μονάδες μετέφεραν την εξέγερση στις γειτονιές τους. Αφού αφόπλισαν τα τοπικά αστυνομικά τμήματα, τις περισσότερες φορές χωρίς μάχη, κατάργησαν τις ελεγχόμενες από το Κ.Κ. δημοτικές αρχές και μεταβίβασαν την εξουσία στα λεγόμενα Επαναστατικά Συμβούλια. Αρχικά, τα συμβούλια είχαν δημιουργηθεί ως προθάλαμος απ’ όπου εκλέγονταν οι εντολοδόχοι της κάθε δημοτικής περιφέρειας που συμμετείχαν στις συνελεύσεις του «Κύκλου Πέταιφυ». Τώρα, μετατράπηκαν αίφνης σε πολιτικά, διοικητικά και στρατιωτικά κέντρα αναλαμβάνοντας ουσιαστικά τη διακυβέρνηση των απελευθερωμένων περιοχών της Βουδαπέστης. Όπως γράφει ο κομουνιστής δημοσιογράφος Πίτερ Φράιερ, τα συμβούλια ήταν ταυτόχρονα ανατρεπτικά όργανα αλλά και φορείς μιας εκκολαπτόμενης πολιτικής εξουσίας.

Το περίγραμμα μιας παράλληλης επαναστατικής κυβέρνησης είχε αρχίσει να εμφανίζεται και στην υπόλοιπη χώρα. Το Μίσκολτς και το Γκυόρ ήταν τα κυριότερα επαναστατικά κέντρα της επαρχίας. Στην εργατούπολη του Μίσκολτς, άλλοτε προπύργιου των κομουνιστών, η εξουσία είχε ήδη περάσει στα χέρια του τοπικού επαναστατικού συμβουλίου έπειτα από μια σύντομη μάχη με την αστυνομία. Στο Γκυόρ, επαρχιακή πρωτεύουσα των περιοχών της Υπερδουναβίας, όλες οι μονάδες του τακτικού Ουγγρικού στρατού είχαν αυτομολήσει μέχρις μίας στο στρατόπεδο των επαναστατών. Τη διακυβέρνηση της πόλης είχε αναλάβει η Εθνική Επιτροπή με εκτελεστικό πρόεδρο τον μεταλλωρύχο Γκιόργκι Σάμπο και αντιπρόεδρο τον πρώην βουλευτή του «Εθνικού Κόμματος Αγροτών», Αττίλα Ζιγκέτι.