Του Seleof

15 Ιούλη σήμερα. Ίσως η ιδανικότερη ημερομηνία για μια μικρή ανασκόπηση του 1ου κύματος του Κορωναιού στην χώρα, και μία ευκαιρία για ένα πολιτικό σχολιασμό για το μεσοδιάστημα αλλά και για τους επόμενους δύσκολους μήνες που θα ακολουθήσουν. Βρισκόμαστε ακριβώς στο μέσον του καλοκαιριού, και άρα πλέον μπαίνουμε χρονικά στην «φουλ τουριστική σεζόν», ακόμα και για μέρη που αποτελούν 2η και 3η επιλογή για διακοπές. Τα τσάρτερ φτάνουν πλέον και στο βόρειο αιγαίο λόγου χάρη, ενώ η χώρα υποδέχεται τουρίστες από όλο και περισσότερες χώρες. Το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο με μπροστάρηδες τους ξενοδοχειακούς ομίλους και τις αεροπορικές εταιρίες, δίνουν την γραμμή του τι πρέπει να γίνει, και πώς να γίνει. Το κράτος δεσμεύεται και υλοποιεί τις ανάγκες τους. Πάμε όμως λίγο πίσω.
Σχετικά με το 1ο κύμα.
Πολλά έχουν γραφτεί. Τι αξίζει όμως να κρατήσουμε από εκείνη την περίοδο; Το γεγονός ότι στην Ελλάδα, στην πρώτη πάντα φάση, η πανδημία πέρασε ξυστά. Ότι πέρασε ξυστά για λόγους που δεν έχουν να κάνουν τόσο με την κρατική διαχείριση. Δύο βασικοί λόγοι που έχουν αναφερθεί είναι ο χαμηλός δείκτης συνδεσιμότητας των ελληνικών αεροδρομίων, αλλά και ότι το 1ο κύμα συνέπεσε χρονικά στους δύο πιο οικονομικά ανενεργούς μήνες στην χώρα, ειδικά στον τουριστικό τομέα που αποτελεί το ¼ περίπου της ελληνικής οικονομίας.
Από την άλλη είναι γεγονός ότι η κρατική διαχείριση απέτυχε παταγωδώς.(και πως αλλιώς θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα.)Όχι μόνο γιατί αποδεδειγμένα δεν έπραξε τίποτα για την θρησκευτική εκδρομή στο Ισραήλ, και τα ταξίδια από και προς την Ιταλία για την συμμετοχή σε εκθέσεις γούνας από κόσμο από την Καστοριά, περιστατικά εξαιτίας των οποίων ο ιός έφτασε στην Ελλάδα μαζικά.
Αλλά γιατί κατάφερε και είχε νεκρούς που ήταν αποτέλεσμα της κρατικής διαχείρισης και μόνο, όχι δηλαδή του ιού καθεαυτού. Έτσι λοιπόν είναι σημαντικό να μην ξεχάσουμε την νεκρή λόγω κρατικής διαχείρισης μάνα από την Καστοριά, που της έλεγαν από το τηλέφωνο να μείνει σπίτι, ενώ η ίδια είχε όλα τα συμπτώματα και εκλιπαρούσε σε βοήθεια επί μέρες. Τον νεκρό λόγω κρατικής διαχείρισης εργάτη στην Σίνδο, που ενώ βρέθηκε θετικός στον ιό, συνέχισε να πηγαίνει στην δουλειά του, αφού η παραγωγή συνεχίστηκε κανονικά με το κράτος να παίζει τον ρόλο αυτού που κουκουλώνει, για να μην επηρεαστεί η βιομηχανική ζώνη και η εκεί ροή της κερδοφορίας για τα αφεντικά. Την νεκρή λόγω κρατικής διαχείρισης γυναίκα στο καμπ της Βιάλ που ενώ έφερε όλα τα συμπτώματα και είχε εξεταστεί, επέστρεψε πίσω στο καμπ όπου και απεβίωσε. Την νεκρή λόγω κρατικής διαχείρισης κρατούμενη στις γυναικείες φυλακές Θήβας που ενώ έφερε όλα τα συμπτώματα, της έλεγαν να παίρνει ντεπόν. Είμαι σίγουρος ότι κάποιους/ες τους ξεχνάω.
Για εμάς λοιπόν τους αναρχικούς που έχουμε στον πυρήνα της θεωρίας μας την ανθρώπινη ζωή και όχι το κέρδος, η κρατική διαχείριση ήταν αποτυχημένη από την στιγμή που έχεις έναν τουλάχιστον νεκρό που οφείλεται σε ακριβώς σε αυτή. Αυτά είναι τα μόνα μαθηματικά με επίκεντρο την ζωή. Και όπως είδαμε δεν ήταν μόνο ένας.
Το μεσοδιάστημα.
Περνώντας στην περίοδο μετά την λήξη της καραντίνας, παρατηρούμε ότι το γεγονός ότι το 1ο κύμα πέρασε ξυστά, αντί να λειτουργήσει ως παράγοντας ανησυχίας και προβληματισμού για το τι τελικά εστί covid-19, αντίθετα ενίσχυσε την ρητορική της αντίδρασης. Έτσι στο κοινωνικό πεδίο ενισχύθηκαν οι θεωρίες συνομωσίας για την προέλευση και την ίδια την ύπαρξη του ιού. Πρωταγωνιστές της αντίδρασης ήταν και πάλι οι ακροδεξιοί οργανωμένοι και ανοργάνωτοι, διάφορες ομαδοποιήσεις ψεκασμένων και λοιπών χριστιανοταλιμπάν. Τα σενάρια έδιναν και έπαιρνα φυσικά και από πηγές πέριξ του κρατικού μηχανισμού.
Παράλληλα σε δεύτερο βαθμό η αντίδραση ενισχύθηκε και από τα «αριστερά» με ομάδες που μιλάνε «για τους προλετάριους» ή και μεμονωμένα άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως αναρχικοί ή κομμουνιστές , να δίνουν επίσης τις δικές τους ανορθολογικές ερμηνείες. Κυρίαρχη λογική σε αυτό το κομμάτι της αντίδρασης ήταν ο εμμονικός αντικρατισμός, αποκομμένος από ένα συνολικότερο σύνολο θεωρίας, που οδηγούσε στο να δίνεται έμφαση μόνο στην προσπάθεια μετατροπής της πανδημίας σε ευκαιρία από το κράτος και το κεφάλαιο, παραμερίζοντας και μειώνοντας όμως παράλληλα την ίδια την ύπαρξη και επίπτωση του ιού στο κοινωνικό σύνολο, ειδικά στους από τα κάτω, στους ίδιους τους προλετάριους δηλαδή στους οποίους και απευθυνόταν οι αναλύσεις αυτές.
Η λογική του πως θα επιτεθούμε «θεωρητικά» στο κράτος, χωρίς να μιλάμε συνολικά οδήγησε στην δημιουργία αντιφάσεων στις αναλύσεις αυτές με πιο πασιφανές το γεγονός ότι αυτές βασίζονταν μόνο σε τοπικό επίπεδο. Η γύμνια των αναλύσεων αυτών αποκαλυπτόταν μόλις έμπαινε στην κουβέντα ένα απλό επιχείρημα.
Η περίπτωση του Μπέργκαμο. Μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές ζώνες στην Ευρώπη, σε άμεση σύνδεση με την επίσης βιομηχανική Γιουχάν, με χιλιάδες προλετάριους να πεθαίνουν κυριολεκτικά στην γραμμή παραγωγής, και με την ίδια την παραγωγή να σταματά όχι από επιλογή του κράτους, αλλά μετά από γενική απεργία των ίδιων των προλετάριων με κεντρικό αίτημα ακριβώς αυτό. Το σταμάτημα της παραγωγής εδώ και τώρα όταν πλέον είχαν φτάσει σε ένα σημείο όπου δεν προλάβαιναν ούτε τα νεκρά οικία τους πρόσωπα να θρηνήσουν. Εκεί η αντίδραση σιώπησε νωρίς, και την θέση της πήρε η οργή για την κρατική διαχείριση που φυσικά ήρθε να προστεθεί δίπλα από την οργή για μία σειρά άλλων παραγόντων που δεν εξετάζονται στο συγκεκριμένο άρθρο.
Αν επέλεγα να αφήσω ένα σχόλιο σε τέτοιου είδους ελιτίστικες – αντιδραστικές αναλύσεις «για τους προλετάριους», θα έλεγα ότι τα τελευταία «εθνικά» ψήγματα δεν φεύγουν από πάνω μας με το να βάζουμε την λέξη ανθέλληνας δίπλα στην λέξη προλετάριος, ενέργεια που αποτελεί και ένα άσκοπο πλεονασμό εννοιολογικά, αλλά με το να έχουμε αναλύσεις που να βασίζονται όχι στο τοπικό αλλά στο διεθνές επίπεδο.
Μπαίνοντας στην «φουλ τουριστική σεζόν».
Περνώντας στο από εδώ και πέρα, αναλογιζόμενοι τον δεδομένο νέο κύκλο συσσώρευσης κεφαλαίου από Σεπτέμβρη, σε συνδυασμό με την αέναη όξυνση των διακρατικών ανταγωνισμών στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, και όλα αυτά μαζί με ένα νέο πολύ δυνατότερο κύμα πανδημίας στην χώρα, ένα πρώτο συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι κανείς δεν θα ξανά ασχοληθεί με τις αντιδραστικές αναλύσεις στο ζήτημα του Κορωναιού. Η ίδια η πραγματικότητα θα τις καταπιεί αμάσητες.
Ανέφερα στην αρχή δύο πολύ βασικούς λόγους που το πρώτο κύμα ήταν «ήπιο». Είναι γεγονός ότι αυτοί οι δύο παράγοντες πλέον δεν ισχύουν. Τα τσάρτερ όλο και αυξάνονται, ενώ η ελληνική οικονομία θα πιάσει το μάξιμουμ των δυνατοτήτων της τον Αύγουστο και για φέτος. Το Ελληνικό κράτος 2 μήνες τώρα ορίζει μαρκετινίστικα την Ελλάδα ως ασφαλή προορισμό, πολυεθνικές ορίζουν τους όρους παραγωγής κέρδους, με το να μεταφέρουν στην Ελλάδα μαζικά τουρίστες χωρίς εξετάσεις και προληπτική καραντίνα. Το ελληνικό κράτος εφαρμόζει πιστά τις εντολές που παίρνει, διασφαλίζοντας πρώτα και κύρια την όσο πιο ασφαλή κερδοφορία των τραστ στον τουρισμό. Πουθενά σε όλο αυτό δεν υπάρχει αναφορά στην ανθρώπινη ζωή, ειδικά στις ζωές της κοινωνικής βάσης.
Ως αναρχικοί είμαστε από αυτούς που απευχόμαστε ένα επικείμενο «Βατερλό». Από την άλλη όμως οι ορθολογικές μας αναλύσεις για το «που πάει το πράγμα», μας οδηγούν σε πολύ ανησυχητικά συμπεράσματα που οφείλουμε να τα μοιραστούμε οργανωμένα και μαζικά με την κοινωνική βάση, ως κομμάτι αυτής.
Το κεφάλαιο και η κρατική διαχείριση έχουν την πρώτη και κύρια ευθύνη για ότι συμβεί, με το συνειδητό, οργανωμένο άνοιγμα του τουριστικού τομέα. Αν προσθέσουμε σε αυτή την παραδοχή ότι αυτή την φορά ο ιός θα έχει μαζικότερη διασπορά σε μικρό χρονικό διάστημα, ειδικά σε περιοχές όπως τα νησιά όπου οι δομές υγείας είναι χρόνια τώρα ανεπαρκείς, εγκαταλελειμμένες σε υλικά και προσωπικό, αφημένες να το παλεύουν χάρις τις προσπάθειες του ίδιου του ιατρικού προσωπικού, και αν προσθέσουμε και τις άθλιες συνθήκες στα κέντρα κράτησης σε τουλάχιστον 5 νησιά, ή ακόμη και το μεγάλο μέσο όρο ηλικίας του γηγενή πληθυσμού, αντιλαμβάνεστε, το τι έχουμε μπροστά μας.
Ένα επιπλέον ανησυχητικό σημάδι είναι ο τρόπος που επέλεξε να κινηθεί το κράτος, στο μεσοδιάστημα και η πολιτική του εξουσία δηλαδή η κυβέρνηση της ΝΔ. Οι συνεχείς προσλήψεις μπάτσων και ειδικών φρουρών, τα όλο και πιο ανελεύθερα νομοσχέδια όπως αυτό της απαγόρευσης των διαδηλώσεων (που θα μείνει στα χαρτιά), ακόμη και η είδηση ότι η ΕΛΑΣ έκανε την παραγγελία της 10ετίας σε χημικά και εξοπλισμό με πρόσχημα τον Έβρο, δείχνουν ότι το κράτος προετοιμάζεται για να διαχειριστεί καταστάσεις που αυτή την στιγμή, με την παρούσα του οργάνωση το ξεπερνάνε.
Ο συνδυασμός ενός 2ου κύματος «βατερλώ» εξαιτίας της κρατικής διαχείρισης με το άνοιγμα του τουριστικού κλάδου, σε συνδυασμό με τον νέο κύκλο οικονομικής εξαθλίωσης, θα φέρει δύσκολες καταστάσεις για την κοινωνική βάση. Βέβαια δεν θα φέρει μόνο δύσκολα καθώς ακόμη και ιστορικά να το δούμε πάντα σε τέτοιες δύσκολες καταστάσεις γεννιούνται και άλλα πράγματα. Και πάνω σε αυτό έρχεται και ο δικός μας ρόλος ως εν δυνάμει οργανωμένα επαναστατικά υποκείμενα των από τα κάτω.
Κλείνοντας αυτό το άρθρο σιγά σιγά αφήνω το τι μπορούμε να δώσουμε εμείς ως αναρχικός χώρος, στις δυσκολίες που θα βρει μπροστά της η κοινωνική βάση. Νομίζω ότι από όλα τα πράγματα που μπορεί να ειπωθούν, τελικά το πιο σημαντικό κομμάτι μας θα είναι το κομμάτι των δομών κοινωνικής αλληλεγγύης. Τα βραχυπρόθεσμα και πρωτόλεια εμπειρικά δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης που ξεπήδησαν σε όλη την επικράτεια στο πρώτο κύμα της πανδημίας, είναι η σημαντικότερη παρακαταθήκη που έμεινε στο αναρχικό χώρο, στην προσπάθεια του και σε αυτό το ζήτημα, το ζήτημα δηλαδή της αλληλεγγύης, να μετατραπεί σε αναρχικό κίνημα.
Αυτό που πρέπει να γίνει ξεκάθαρο για την συνέχεια είναι ότι τα δίκτυα και οι δομές κοινωνικής αλληλεγγύης δεν είναι απλά δομές που έρχονται να καλύψουν το κενό του κράτους διατηρώντας την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, αλλά ότι είναι το κατεξοχήν πεδίο αμφισβήτησης της, πεδίο όπου έμπρακτα αμφισβητείται το αν τελικά χρειαζόμαστε το κράτος, το πεδίο όπου σφυρηλατείται η ταξική αλληλεγγύη, και τέλος το πεδίο μιας ταξικής ζύμωσης και ριζοσπαστικοποίησης, των οποίων τα αποτελέσματα θα φανούν στο μέλλον, που δεν είναι μετρήσιμα δηλαδή στο τώρα.
Αυτό που πρέπει να κάνουμε εμείς οι αναρχικοί είναι να κάνουμε ότι μπορούμε, και ότι περνάει από το χέρι μας, να φτάσουμε στο μάξιμουμ των δυνατοτήτων που μας δίνονται από την υπάρχουσα αυτοοργάνωση, να φτάσουμε στο μάξιμουμ των δυνατοτήτων που μας δίνουν τα φυσικά όρια των πολιτικών μας διαδικασιών, και το τι θα βγει από όλο αυτό ας το αφήσουμε στους ιστορικούς του μέλλοντος.

Seleof