Βγήκε λοιπόν η ετυμηγορία από τους ισχυρούς αυτού του κόσμου. Το βασικό πρόβλημα που καλούνται να επιλύσουν σήμερα οι καπιταλιστικές κοινωνίες για να φτάσουν στην πραγμάτωση της νεοφιλελεύθερης νιρβάνας, είναι η εξάλειψη της ενοχλητικής δράσης των αναρχικών. Όταν ξέσπασε η μαζική εξέγερση των προλ στις ΗΠΑ, έπειτα από τη στυγερή δολοφονία του Τζ. Φλόυντ από τους μπάτσους, ο Τραμπ βγήκε δημόσια και ανήγγειλε στο κοινό που παρακολουθούσε εμβρόντητο, ότι για τις ταραχές που συγκλόνιζαν ολόκληρη τη χώρα αποκλειστικά υπεύθυνοι ήταν οι “ριζοσπάστες” αριστεροί και οι μαυροντυμένοι αναρχικοί.i Αργότερα, αποφάσισε να εμπλουτίσει την πλοκή του φαντασιόπληκτου και αντιδραστικού αφηγήματος του εφευρίσκοντας κι έναν υποτιθέμενο “πολιτικό φορέα των αναρχικών”, το κίνημα “Antifa”, που σαν άλλη σκιώδης κεντρική κυβέρνηση, διηύθυνε από το παρασκήνιο και συντόνιζε τα επεισόδια και τις βίαιες επιθέσεις στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις. Με κάθε επισημότητα, εξήγγειλε την απαγόρευση της Antifa και την ένταξη της στον κατάλογο με τις τρομοκρατικές οργανώσεις του αμερικάνικου υπουργείου εσωτερικών.

Οι περισσότεροι σχολιαστές έσπευσαν να ειρωνευτούν την ασχετοσύνη του μαθητευόμενου μάγου Τραμπ, ο οποίος εξήγγειλε την απαγόρευση μιας οργάνωσης που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Λίγοι ήταν εκείνοι που διέβλεψαν τη σοβαρότητα αυτής της εξέλιξης και είδαν στη δηλωμένη πρόθεση της απαγόρευσης έναν πόλεμο θέσεων του κράτους των ΗΠΑ ενάντια στο αναρχικό κίνημα. Θα πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι όσο κι αν είναι ευκολότερο και πιο καθησυχαστικό να ταυτίζουμε με τον ακροδεξιό Τραμπ την τάση όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων στην ετερόνομη κοινωνική ολότητα και τη συνακόλουθη στροφή της κρατικής μορφής προς αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης, το γεγονός παραμένει ότι ο Τραμπ είναι απλώς ένα σύμπτωμα και όχι η αιτία. Άλλωστε, το αφήγημα περί πάταξης του αναρχικού μπαμπούλα το υιοθετούν από κοινού όλα τα κόμματα εξουσίας και το έχουν αναγορεύσει σε προγραμματικό στόχο σύμφωνα με τον οποίο σχεδιάζεται κι εκτελείται η κρατική πολιτική. Μετά τον παράφρονα προέδρο των ΗΠΑ και ο “φιλελεύθερος” δήμαρχος της Νέας Υόρκης Μπιλ Ντε Μπλάζιο, βγήκε δημόσια και μίλησε για τους αναρχικούς που έρχονται “απ’ έξω” για να εκτρέψουν τις ειρηνικές διαμαρτυρίες των κατοίκων της Ν.Υ. και να υποδαυλίσουν τις βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία.ii

Υπάρχει κάτι το εξαιρετικά γελίο στον ισχυρισμό ότι μια χούφτα αναρχικοί θα μπορούσαν να κινητοποιήσουν όλες αυτές τις μάζες των προλετάριων και να δώσουν το έναυσμα για μια παλλαϊκή εξέγερση που συντάραξε τις ΗΠΑ από άκρη σε άκρη για κάμποσες εβδομάδες. Από την άλλη, η πολιτικοποίηση εκ μέρους των ελίτ της διάχυτης κοινωνικής διαμαρτυρίας ενάντια στη φτώχεια και την ανισότητα και η ερμηνεία της ως μέρους ενός ευρύτερου σχεδίου κοινωνικής ανατροπής, ανοίγει το δρόμο για την ποινικοποίηση κάθε συλλογικής αντίστασης των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων. Σίγουρα, τη στιγμή που γράφεται αυτό το σημείωμα, δεν υπάρχει η μεγάλη εκείνη αναρχική οργάνωση που θα αποτελέσει το ιδεολογικό σημείο αναφοράς και τον προνομιακό χώρο πολιτικής ζύμωσης από-τα-κάτω για τις προλεταριακές εξεγέρσεις που πρόκειται να έρθουν. Από αυτή την άποψη, ο Τραμπ είναι ένας καραγκιόζης που ελάχιστη επαφή έχει με την κοινωνική πραγματικότητα. Από την άλλη, αν οι Γκρέμπερ και Γκρούμπασιτς έχουν δίκιο όταν διατείνονται ότι ο αναρχισμός είναι “το κίνημα του μέλλοντος”,iii η επιβολή μιας ομοσπονδιακής απαγόρευσης στις αντιλήψεις και τις πρακτικές των αναρχικών συλλογικοτήτων, στις αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις τους και στην άμεση δράση, σίγουρα θα δυσχεράνει το έργο τους για την οικοδόμηση θεσμών που θα τους επιτρέψουν να κοινωνικοποιήσουν τις ιδέες τους μέσω μιας δημιουργικής συνεύρεσης με τις υποτελείς ομάδες της κοινωνίας.

Αλλά και στην Ελλάδα, όπου η κοινωνική διάσταση του αναρχικου προτάγματος είναι πολύ ευρύτερα γνωστή και στέρεα συγκροτημένη, το νεοφιλελέ μπλοκ εξουσίας δεν χάνει την ευκαιρία να συκοφαντήσει το κίνημα και να υποσκάψει κατ’ αυτόν τον τρόπο την απήχηση που μπορεί να έχει στα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα. Έτσι, μετά την πρόσφατη επίθεση με τσεκούρι στην εφορία της Κοζάνης, που άφησε έναν υπάλληλο βαριά τραυματισμένο να παλεύει για τη ζωή του, τα συστημικά ΜΜΕ δεν έχασαν χρόνο για να υπονοήσουν ότι ο επιτιθέμενος τάχα διατηρούσε σχέσεις με τον αντιεξουσιαστικό χώρο της περιοχής, κάνοντας έτσι τον εμετικό υπαινιγμό ότι τα κίνητρα της επίθεσης ίσως να ήταν και ιδεολογικά. Προσπαθούν έτσι να καλλιεργήσουν μια σκόπιμη σύγχυση ανάμεσα στην αντικοινωνική συμπεριφορά, από την μία μεριά, και την κοινωνική αμφισβήτηση, από την άλλη. Στον ηγεμονικό λόγο των συστημικών ελίτ, ο αναρχικός χώρος παύει να συνιστά ένα κέντρο αντίστασης στις πολιτικές κοινωνικής ισοπέδωσης που εφαρμόζουν οι νεοφιλελεύθερες καπιταλιστικές κυβερνήσεις και στοχοποιείται ως εστία εκκόλαψης μεμονωμένων συμπεριφορών που είναι επιζήμιες για το κοινωνικό “σύνολο” γενικά, όπως βέβαια αυτό ορίζεται κάθε φορά μονομερώς από την εξουσία.

Γνωρίζουν πολύ καλά οι κρατούντες και οι κατέχοντες ότι ενόψει της τεράστιας οικονομικής κρίσης που επίκειται λόγω κορονοϊού, είναι πολύ πιθανό να συναντηθούν ξανά τα πιο οργανωμένα κομμάτια του αναρχικού χώρου με τους εργαζόμενους στον δρόμο και κάνουν ότι περνάει από τοο χέρι τους για να παρουσιάσουν τους αναρχικούς σαν αιμοσταγείς μπαμπούλες, ή σαν ενεργούμενα των νοσηρών υπηρεσιών του παρακράτους. Η αριστερά συντάσσεται πρόθυμα με αυτή την εκστρατεία δυσφήμισης, για να μην πούμε οτι πρωτοστατεί κιόλας, έχοντας κατά νου να διασώσει με κάθε τίμημα την εκλογική της πελατεία.iv Φαίνεται ότι στην νέα αυτή κρίση που έρχεται οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο στρατόπεδο της κρατικής ετερονομίας και στις δυνάμεις της αυτονομίας των ταξικών υποκειμένων θα είναι πολύ πιο ορατές και γι’ αυτό σαφέστερα καθορισμένες από οτι ήταν την περίοδο μετά το 2010.


iv Εξού και η στάση που κράτησε ο ΣΥΡΙΖΑ στη Βουλή, υπερθεματίζοντας στην προβοκατορολογία κατά την συζήτηση για το νοσομοσχέδιο απαγόρευσης των διαδηλώσεων.