Φυλή του Άβελ, να ποια είναι η ντροπή σου:

το σίδερο έχει απ’ το κοντάρι νικηθεί!

Φυλή του Κάιν, ως τα ουράνια ας φτάσει η οργή σου,

κι ας ρίξει το Θεό κάτω στη γη!”.

Μπωντλαίρ, Άβελ και Κάιν

Εκείνο που προκαλεί εντύπωση αναφορικά με τα γεγονότα που εκτυλίσσονται εδώ και μήνες στις ΗΠΑ είναι η ανορθόδοξη φορά με την οποία εκδιπλώνεται η κοινωνική σύγκρουση. Παραδοσιακά, η σκλήρυνση των εξουσιών και η προσφυγή σε αυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης υπήρξε γνώρισμα των συγκεντρωτικών καθεστώτων που αντιδρούσαν στις απόπειρες των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων να συγκροτηθούν πολιτικά, και να διεκδικήσουν με τρόπο μεθοδικό και συντεταγμένο τη βελτίωση των υλικών όρων της ζωής τους, ή ακόμα και την ταξική αυτοδιάθεση τους μέσω της ανατροπής των θεσμών που τους καταπιέζουν. Έτσι, ενώ η “αριστερή”, σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Έμπερτ και του Νόσκε ήταν αυτή που εξαπέλυσε τον στρατό και τα παραστρατιωτικά τάγματα των βετεράνων του Β Παγκοσμίου Πολέμου για να συντρίψουν τους εξεγερμένους εργάτες του Βερολίνου το 1918, η άνοδος του αντεπαναστατικού χιτλερισμού που επακολούθησε αποτέλεσε ένα αντίδοτο διαρκείας στην κοινωνική αναταραχή. Ήταν ο τρόπος που βρήκαν οι ελίτ της Γερμανίας να ενσωματώσουν το ατίθασο προλεταριάτο στον γερμανικό καπιταλιστικό σχηματισμό, ο οποίος εκείνη την περίοδο βρισκόταν στη δεύτερη φάση της ιμπεριαλιστικής εξάπλωσης του.i Από την άλλη, και οι φασιστικές στρατιωτικές δικτατορίες που ξεφύτρωσαν σαν τα μανιτάρια σε όλη τη Λατινική Αμερική μετά το τέλος του πολέμου, είχαν σαν μοναδικό λόγο ύπαρξης έναν φανατισμένο και ακραίο αντικομμουνισμό. Δηλαδή, επιβλήθηκαν προκειμένου να εμποδίσουν την κατάληψη του κράτους από τα εγχώρια κομμουνιστικά κινήματα που είχαν μεγάλη απήχηση στους ανθρώπους των κατώτερων τάξεων. Μια τέτοια ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων, φαίνεται να συμφωνεί με την αντίληψη ότι η κινητήρια δύναμη της εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος μέσα στην ιστορία δεν είναι μονάχα οι μεταβολές που συντελούνται στο επίπεδο της παραγωγικής και τεχνολογικής βάσης της κοινωνίας, αλλά και οι αγώνες για κοινωνική χειραφέτηση των ταξικών υποκειμένων που βρίσκονται σε δυσμενή θέση και ωθούν το σύστημα κάθε φορά σε νέες μορφές κοινωνικού ελέγχου κι επιβολής.

Στις ΗΠΑ ωστόσο δεν πληρούνται οι προδιαγραφές του μοντέλου της ιστορικής αλλαγής που σκιαγαρφήσαμε σε αδρές γραμμές πιο πάνω. Σε κάθε περίπτωση, ο επιτιθέμενος στην Αμερική φαίνεται πως είναι η εξουσία, η οποία με τις αμετροεπείς και κτηνώδεις ενέργειες της στρέφεται απροκάλυπτα ενάντια στους προλετάριους και παρέχει ένα φαντασιακό σημείο αναφοράς στην κατά τα άλλα συγκεχυμένη και διάχυτη αγανάκτηση τους. Αυτό που εύκολα κανείς μπορεί να διαπιστώσει είναι η αδιαφορία του ίδιου του αμερικανικού νεοφιλελεύθερου μπλοκ εξουσίας, ή μάλλον μιας σημαντικής μερίδας αυτού, να διατηρήσει τη φαντασιακή αναπαράσταση του Κράτους ως μιας “ουδέτερης αρχής”, ως ενός αμερόληπτου διοικητικού οργάνου που εγγυάται τη συνοχή του “συνόλου” και την κοινωνική ειρήνη κόντρα στα ανταγωνιστικά συμφέροντα των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και τάξεων. Ενδιαφέρεται δηλαδή όλο και λιγότερο να διατηρήσει τους θεμελιακούς ιδεολογικούς μύθους που αναπαράγουν το πρότυπο της αστικής νομιμότητας του Κράτους στο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα.

Ο φόνος του Goerge Floyd, η δολοφονική απόπειρα ενάντια στον Jacob Blake που πυροβολήθηκε επτά (!) φορές εξ επαφής στην πλάτη από αστυνομικό ενώ τα παιδιά του ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, δεν ήταν ενέργειες αστυνομικής βίας που στρέφονταν ενάντια σε μαύρους πολιτικούς ακτιβιστές, ενάντια σε συνειδητοποιημένα υποκείμενα ταγμένα στην υπόθεση της ταξικής απελευθέρωσης των αφροαμερικανών, όπως ήταν π.χ. οι κρατικές δολοφονίες του Fred Hampton και του George Jackson τη δεκαετία του 1960.ii Ο Floyd και ο Blake δεν ήταν ηρωικές φυσιογνωμίες που πλήρωσαν το βαρύ τίμημα της συμμετοχής τους στον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση των μαύρων. Οι συνεχείς επιθέσεις του αστυνομικού στρατού κατοχής αφορούν στη συντριπτική τους πλειοψηφία τη χρήση θηριώδους και σαδιστικής βίας εκεί που δεν χρειάζεται, ενώ δηλαδή ο φαινομενικός σκοπός της αστυνομικής παρέμβασης έχει εκπληρωθεί, και με μια κυνική αδιαφορία για τους σωματικούς κινδύνους που μπορεί να επισύρει μια τέτοια μεταχείριση στο άτομο που την υφίσταται. Είναι αυτά τα, κατά το κρατικό ιδίωμα, “μεμονωμένα” περιστατικά τα οποία αν τα δούμε αθροιστικά, συνθέτουν τη συνολική αντιμετώπιση μιας ολόκληρης προλεταριακής κοινότητας με μεθόδους στυγνής καταστολής εκ μέρους του Κράτους, που αποτελούν τη θρυαλλίδα για το συλλογικό ξέσπασμα της δυσαρέσκειας των καταπιεσμένων μαύρων κοινοτήτων της Αμερικής.

Από αυτή την άποψη, οι μαύροι φτωχοί δεν ξεσηκώνονται απλώς και μόνο επειδή τρέφονται με αποφάγια απ’ το μεγάλο καπιταλιστικό φαγοπότι, τη στιγμή που καποιοι άλλοι τρώνε κάθε μέρα παντεσπάνι. Ξεσηκώνονται όταν ενώ μασουλούν ήρεμα τα ψίχουλα που τους αναλογούν, τους σκοτώνουν και χωρίς λόγο, στο δρόμο, στη δουλειά, στη διαδήλωση, ή έξω από το σπίτι τους ενώ βγάζουν τα σκουπίδια. Η δομική βία που υφίστανται καθημερινά λόγω της υποτελούς κοινωνικής θέσης τους, η καλυμμένη βία της ανεργίας, της ένδειας, του καθημερινού αγώνα για επιβίωση που κρύβεται πίσω από τις απρόσωπες εμπορικές συναλλαγές της αγοράς, δεν τους σπρώχνει να εξεγερθούν επειδή ίσως κάπου τη θεωρούν δικαιολογημένη. Έτσι δεν ήταν πάντα τα πράγματα; Από πάντα δεν υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί; Η απροκάλυπτη βία του μπάτσου είναι που τους ξεσηκώνει, επειδή αυτή η βία είναι πολύ πιο αυστηρά προσωπική. Το υποκείμενο που την ασκεί είναι ορατό και συγκεκριμένο και με την ειδεχθή πράξη του παραβιάζει κάθε έννοια “ουδετερότητας” του Κράτους. Υπενθυμίζει στους προλετάριους την αδικία της γενικότερης κατάστασης στην οποία βρίσκονται, ως συλλογικό υποκείμενο αυτή τη φορά, και τους υποχρεώνει να σκεφτούν το ενδεχόμενο ότι τα πράγματα ίσως δεν είναι “απλώς έτσι”. Ότι το Κράτος είναι ο μηχανισμός που με την οργανωμένη βία που ασκεί προστατεύει και συμβάλλει στην αναπαραγωγή της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων.

Εδώ θα πρέπει να σταθούμε στην ενθουσιώδη στήριξη που παρέχει το, υπό τον Τραμπ, μεταλλαγμένο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, στην αλόγιστη χρήση δολοφονικής βίας, απ’ όπου κι αν προέρχεται αυτή, ενάντια στις φυλετικές και κοινωνικές μειονότητες. Είναι πλέον σαφές ότι ενώ στ’ αριστερά του θεσμικού πολιτικού φάσματος, η εσωκομματική εξέγερση του Σάντερς και της Κορτέζ αποτράπηκε απ’ το να καταλάβει τις ανώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας του Δημοκρατικού κόμματος, στα δεξιά, το κίνημα διαμαρτυρίας των δεξιών ψηφοφόρων που ξεκίνησε πριν από δέκα χρόνια περίπου με την αιφνιδιαστική άνοδο του ρατσιστικού Tea Party, πέτυχε να ανατρέψει το κατεστημένο των Ρεπουμπλικάνων. Ή μάλλον να θέσει τον κομματικό μηχανισμό τους στην υπηρεσία μιας νέας ακροδεξιάς και μισαλλόδοξης ηγετικής κλίκας η οποία κηρύσσει ανοικτά την ανάγκη να μπουν οι φτωχοί και οι μειονότητες που μαγαρίζουν τη λευκή Αμερική στη θέση τους. Απέναντι στις νερόβραστες εκκλήσεις των πολιτευτών του Δημοκρατικού στάτους κβο για μια συναδέλφωση που δεν βασίζεται πλέον σε κανένα υλικό υπόβαθρο και μια ενότητα που έχει πάψει να υπάρχει προ πολλού, οι Ρεπουμπλικάνοι κάλεσαν στο συνέδριο τους ως επίτιμους ομιλητές ένα ζευγάρι εύπορων δικηγόρων που έγιναν διάσημοι σε όλη την Αμερική επειδή, κατά το πρόσφατο κύμα διαμαρτυριών που σάρωσε τη χώρα, απαθανατίστηκαν έξω απο το σπίτι τους με προτεταμένα τα όπλα, να προστατεύουν την περιουσία τους έτοιμοι να πυροβολήσουν προς την κατεύθυνση του “όχλου”.iii

Από την μία, ο ελιτίστικος πολιτικός λόγος των Δημοκρατικών προωθεί τον στρουθοκαμιλισμό ως υπεύθυνση πολιτική στάση και παροπλίζει τα λαϊκά στρώματα διακηρύσσοντας με πνεύμα συμβιβαστικό πως δεν υπάρχει κοινωνική διαφορά ή σύγκρουση που να μην μπορεί να επιλυθεί ειρηνικά μέσα στο συναινετικό πλαίσιο της ανιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”. Από την άλλη, οι Ρεπουμπλικάνοι αποδέχονται πρόθυμα τα καθήκοντα που συνεπάγεται αυτή η κοινωνική σύγκρουση και γίνονται το πολιτικό και ιδεολογικό όργανο για τη διεξαγωγή της από την μεριά των προνομιούχων λευκών. Μετατρέπουν το κόμμα τους σε πρωτοπορία της αυταρχικής αναδιάρθρωσης του αμερικανικού καπιταλιστικού σχηματισμού, ενεργοποιώντας εκ νέου τις λανθάνουσες ρατσιστικές παραδόσεις της αμερικανικής δεξιάς, για να χαλυβδώσουν την αλληλεγγύη των ελίτ απέναντι στις κατώτερες τάξεις, αλλά να καλλιεργήσουν και την αντιπαλότητα μέσα στους κόλπους των ιδιων των προλετάριων. Άλλωστε, εφόσον οι Ρεπουμπλικάνοι επιθυμούν να παραμείνουν στην εξουσία για καιρό, δεν έχουν άλλη επιλογή απ’ το να απευθυνθούν και σε μια μερίδα των λευκών προλεταριακών στρωμάτων που με το αριθμητικό τους μέγεθος θα τους βοηθήσουν να επικρατήσουν στις εκλογές.

Αν ο εμφύλιος στις ΗΠΑ δεν αποτελεί ακόμα μια άμεση χειροπιαστή προοπιπτική, αυτό δεν συμβαίνει επειδή δεν υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες που συνηγορούν υπέρ της ταξικής πόλωσης, αλλά επειδή οι φτωχοί δεν διαθέτουν το επίπεδο της ταξικής αυτοοργάνωσης και της πολιτικής συγκρότησης που απαιτείται σε μια σύγκρουση τέτοιου βαθμού. Ίσως διαισθανόμενος αυτή την αδυναμία, αλλά και την έμφυτη συνάφεια που υπάρχει ανάμεσα στις ανάγκες και τις επιθυμίες των από κάτω και τη φυσική ταξική πρωτοπορία τους, το υπό διαμόρφωση αναρχικό κίνημα, που με τις δομές και τις μεθόδους του μπορεί να συμβάλλει τα μέγιστα στην ταξική συγκρότηση των υποτελών κοινωνικών ομάδων, ο Τραμπ έσπευσε να επιρρίψει την ευθύνη για τις ταραχές που ξέσπασαν παντού στις ΗΠΑ στις ομάδες των αντιεξουσιαστών. Πολλοί έσπευσαν να ειρωνευτούν τον σαλτιμπάγκο πρόεδρο για τους ανυπόστατους ισχυρισμούς του, ωστόσο είναι αδιαμφισβήτητο (και πολύ ευχάριστο) το γεγονός ότι αναρχικοί συμμετέχουν ενεργά στις μαζικές εκδηλώσεις του κινήματος διαμαρτυρίας BLM, ενώ πυκνώνουν και οι φωνές ακτιβιστών διανοουμένων μέσα από την μαύρη κοινότητα σαν τον Lorenzo Kom’ boa Ervin, που υποδεικνύουν τον αναρχισμό σαν το πρόταγμα που μπορεί να οδηγήσει τους αφροαμερικανούς στην πραγματική κοινωνική απελευθέρωση, πέρα από μια τυπική, επιδερμική ισότητα που αφήνει ανέπαφες τις πραγματικές πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές δομές του συλλογικού ετεροκαθορισμού τους.iv Μένει να αποδειχτεί αν και σε αυτή την ιστορική συγκυρία, όπως και σε πολλές προηγούμενες, η αντίδραση των ελίτ θα δείξει οτι κατανοεί καλύτερα τη φύση του κοινωνικού ριζοσπαστισμού από τις δυνάμεις εκείνες που υποτίθεται ότι τον εκφράζουν.


i. A. Prudhommeaux, Σπάρτακος (Διεθνής Βιβλιοθήκη).