Κορονοϊός, εξουσία, αλήθειες και ψέματα

Η πανδημία του κορονοϊού SARS-COV-2, που εισέβαλε βίαια στις ζωές μας από τις αρχές του έτους, έχει προκαλέσει ιδιαίτερη σύγχυση, καθώς συνεχώς μας παρουσιάζονται αντικρουόμενες απόψεις και είναι μάλλον αναμενόμενο, από ένα σημείο κι έπειτα, να μην ξέρει κανείς τι να πρωτοπιστέψει. Θα προσπαθήσουμε εδώ να βρούμε απαντήσεις σε κάποια βασικά ερωτήματα για αυτό το ζήτημα που μας αφορά όλες και όλους, αλλά επιχειρώντας να βάλουμε και μία συνολική λογική.

Καταρχάς, ας ξεκαθαρίσουμε ότι είναι λογικό κανείς να φοβάται. Όχι μόνο για την ίδια την πανδημία, αλλά και για την –εξοργιστικά ανεπαρκή και αντιφατική- πολιτική της διαχείριση από τα κράτη. Οι απότομες αλλαγές ποτέ δεν είναι εύκολες, ειδικά όταν νιώθεις να μην έχεις κανέναν ουσιαστικό έλεγχο σε αυτές. Τα κράτη δεν θέλουν γενικώς “το καλό μας”, ούτε όλοι οι επιστήμονες έχουν αγνά κίνητρα (ή σωστές μεθόδους). Ο φόβος, ωστόσο, είναι κακός σύμβουλος όταν γίνεται πανικός. Αυτό από μόνο θα αρκούσε για να τροφοδοτήσει αμφιβολίες, άρνηση, θεωρίες συνωμοσίας κλπ. Αλλά το ζήτημα είναι ακόμα πιο πολύπλοκο.

Νομίζω ότι η βάση κάθε προσέγγισης πρέπει να λαμβάνει υπ’όψιν της την οικονομία. Όταν ακούμε μια θεωρία, οφείλουμε να αναρωτηθούμε και ποιος ωφελείται. Κάποιοι πιστεύουν ότι η όλη ιστορία με τον κορονοϊό είναι στημένη ή ότι τα κράτη συνειδητά υπερέβαλλαν για άλλους λόγους (έλεγχο κλπ). Αυτό μπορούμε να πούμε ότι δεν βγάζει ιδιαίτερο νόημα. Η πανδημία έχει οδηγήσει στη μεγαλύτερη οικονομική κρίση των τελευταίων 90 ετών (link 1, link 2). Τα κράτη αναγκάστηκαν να ασχοληθούν με τον κορονοϊό – η θεωρία ότι τα κράτη, οι θεματοφύλακες του κεφαλαίου, επέλεξαν να παραφουσκώσουν έναν κίνδυνο, προκαλώντας μία κατάσταση που πάγωσε την παραγωγή, έκλεισε τον κόσμο στα σπίτια του και τον έκανε να καταναλώνει λίγο-πολύ μόνο τα απαραίτητα είναι απλώς παράλογη. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των ΗΠΑ, όπου ο Τραμπ καθυστέρησε να πάρει μέτρα, προσπαθούσε να υποτιμήσει τον κίνδυνο, ενώ ακόμα και σήμερα διακινεί θεωρίες συνωμοσίας και ψέματα σχετικά με τη θνητότητα του ιού (link 1, link 2). Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν μερίδες του κεφαλαίου που συγκυριακά κέρδισαν (ή θα κερδίσουν), είτε λόγω της προσαρμογής σε άλλους τρόπους κατανάλωσης, είτε λόγω μέτρων που πήραν οι κυβερνήσεις. Σε κάθε καπιταλιστική κρίση, άλλωστε, παρατηρούνται αναδιαρθρώσεις κεφαλαίου, πχ συγκεντροποίηση σε κάποιους τομείς, ενίσχυση κάποιων τομέων σε σχέση με άλλους κοκ. Αλλά υπεραπλουστεύσεις τύπου “όλα τα κάνουν για να κερδίσουν οι φαρμακευτικές” μας απομακρύνουν από την πραγματικότητα και δεν βοηθούν να κατανοήσουμε τι συμβαίνει.

Το κεφάλαιο, λοιπόν, στη μεγάλη εικόνα, έχει συμφέρον από το να σταματήσει η πανδημία να επηρεάζει τόσο την καθημερινότητά μας και να επιστρέψουμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα στις παλιές μας καταναλωτικές συνήθειες. Αυτό πρέπει να το έχουμε υπ’όψιν κάθε φορά που ακούμε μια θεωρία που υποβαθμίζει το ζήτημα. Όσο καλοπροαίρετος κι αν είναι ο φορέας μιας ιδέας, οι πηγές της ή οι στόχοι που εξυπηρετεί αυτή η ιδέα μπορεί να μην είναι τόσο αθώα.

“-Να ακούτε τους ειδικούς” “-Μα, ποιους ειδικούς;”. Αν αναζητήσει κανείς απαντήσεις στην επιστημονική κοινότητα, με μια πρώτη ματιά μπορεί να μπερδευτεί ακόμα περισσότερο. Φαίνεται να υπάρχει ένας ειδικός για κάθε άποψη – ό,τι κι αν πιστεύει κανείς, είναι πιθανό να υπάρχει κι ένας επιστήμονας που να το υποστηρίζει, ή και επιστήμονες που έχουν υποστηρίξει οι ίδιοι αντικρουόμενες απόψεις. Ποιους ακούμε, λοιπόν; Προσπαθώντας να αποφύγουμε εύκολες απαντήσεις, πρέπει να λάβουμε υπ’όψιν καταρχάς ότι ο SARS-COV-2 είναι ένας νέος ιός, που παρουσιάστηκε λιγότερο από έναν χρόνο πριν. Αυτό σημαίνει ότι τα επιστημονικά δεδομένα συνεχώς αλλάζουν, γίνονται νέες έρευνες, οι γιατροί δεν γίνεται εκ των πραγμάτων να τα γνωρίζουν όλα από την αρχή. Κάποιες χώρες έχουν χτυπηθεί λιγότερο από άλλες, και είναι εντάξει το να αποδεχτούμε ότι μπορεί να μην ξέρουμε με κάθε λεπτομέρεια το γιατί – ενώ έχουμε κάποιες ενδείξεις, δεν είναι απαραίτητα επαρκείς για να εξηγήσουμε κάθε περίπτωση. Επίσης, οι επιστήμονες ζουν, όπως κι εμείς, στον καπιταλισμό, που σημαίνει ότι δεν είναι ανεπηρέαστοι από τη λογική του κέρδους – κάποιοι, ακόμη κι αν δεν έχουν άμεσο συμφέρον, μπορεί πράγματι να πιστεύουν ότι είναι προτιμότερο να σωθεί η οικονομία, κι ας πεθάνουν κάποιοι άνθρωποι παραπάνω. Υπάρχουν, τέλος, και κακοί γιατροί/επιδημιολόγοι κοκ, όπως υπάρχουν σε κάθε κλάδο κακοί επιστήμονες – γίνονται και λάθος εκτιμήσεις. Δύο περιπτώσεις επιστημόνων που δημιούργησαν ερωτηματικά με τις θέσεις τους είναι για παράδειγμα ο Γκίκας Μαγιορκίνης, που με ένα απίθανο σχέδιο με βελάκια προσπαθούσε να εξηγήσει γιατί μπορεί να είναι πιο ασφαλές να έχουμε 25 αντί για 15 μαθητές ανά τάξη, καλύπτοντας “επιστημονικά” τις απαράδεκτες και επικίνδυνες επιλογές της κυβέρνησης στην παιδεία και την άρνησή της να προσλάβει εκπαιδευτικούς ώστε να αποσυμφορηθούν τα τμήματα (link), και ο καθηγητής του Στάνφορντ Γ. Ιωαννίδης, ο οποίος από τον Μάρτιο προσπαθούσε να πείσει τον Τραμπ κατά του lockdown και μιλούσε για 10.000 θανάτους, παρομοιάζοντας τον κορονοϊό με τη γρίπη (link 1, link 2, link 3). Μέχρι στιγμής έχουν ήδη πεθάνει περισσότεροι από 200.000 άνθρωποι στις ΗΠΑ, και ο ιός συνεχίζει να εξαπλώνεται.

Υπάρχει λοιπόν μια τάση να υποτιμηθεί ο κίνδυνος για διάφορους λόγους (από φόβο ή άγνοια μέχρι το καθαρό οικονομικό συμφέρον), και μπορεί πράγματι οι πιο απαισιόδοξες προβλέψεις να μην έχουν επαληθευτεί (μέχρι στιγμής, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι ένα φαινόμενο σε εξέλιξη, και ότι είμαστε αρκετούς μήνες έως και χρόνια πριν την ύπαρξη ασφαλούς και αποτελεσματικού εμβολίου (link), και ευτυχώς δεν θα μάθουμε ποτέ πόσο άσχημη τροπή μπορεί να είχαν πάρει τα πράγματα αν δεν είχαν παρθεί μέτρα, αν δεν είχε σημάνει παγκόσμιος συναγερμός και δεν προφυλασσόμασταν στον ένα ή τον άλλο βαθμό) – πάντως σίγουρα οι πιο αισιόδοξες προβλέψεις έχουν ήδη αποτύχει. Σε κάθε περίπτωση, η προσέγγιση που λέει “πάνω από όλα η οικονομία, άμεση επιστροφή στην κανονικότητα, μην ανησυχείτε, πεθαίνουν μόνο ηλικιωμένοι ή όσοι έχουν υποκείμενα νοσήματα κλπ” δεν πρέπει να μας αφορά – κι ας διατυπώνεται συχνά το “πάνω από όλα η οικονομία” ως “πάνω από όλα η ελευθερία”. Ο ισχυρισμός περί ιού που αφορά μόνο τους ηλικιωμένους και τους ήδη νοσούντες, πέρα από το ότι δεν ισχύει, καθώς πολλοί νέοι και μέχρι προηγουμένως υγιείς βρίσκονται να παλεύουν με βαριά συμπτώματα μήνες μετά την αρχική λοίμωξη (link 1, link 2), ανήκει σε έναν τρόπο σκέψης που βρωμάει κοινωνικό δαρβινισμό. Είναι οι φασίστες που υιοθετούν τέτοιες λογικές: Όπως λένε για τους μετανάστες ότι “μας παίρνουν τις δουλειές” (άρα να τους διώξουμε/πνίξουμε για να μείνουν περισσότερες για εμάς), έτσι και τώρα θεωρούν αποδεκτό το να πεθάνουν ηλικιωμένοι και νοσούντες προκειμένου να μην πληγεί η οικονομία και να μην χρειαστεί να αλλάξουμε τρόπο ζωής οι υπόλοιποι. Δεν είναι τυχαίο ότι στις συγκεντρώσεις ενάντια στις μάσκες πρωτοστατεί η ακροδεξιά (link) – είναι αποκαλυπτικό το ότι, ενώ οι συγκεκριμένες διαδηλώσεις γίνονται δήθεν από ενδιαφέρον για τους μαθητές, δεν ζητούν μέτρα για να είναι περισσότερο ασφαλή τα παιδιά, όπως προσλήψεις εκπαιδευτικών και λιγότερα παιδιά ανά τμήμα, αντίθετα επικεντρώνονται στο να μην παρθεί κανένα μέτρο, να μην γίνονται καν τεστ! Πολύ βολικό για την κυβέρνηση, που δεν έδειξε ούτως ή άλλως ποτέ πρόθυμη να προβεί σε μαζικά τεστ.

Επειδή, λοιπόν, πολλά ακούγονται, θα προσπαθήσουμε να δώσουμε κάποιες απαντήσεις, χωρίς να διεκδικούμε το αλάθητο και χωρίς να επιδιώκουμε (ή να μπορούμε) να απαντήσουμε σε ό,τι κυκλοφορεί εκεί έξω. Πολλές παραπομπές, αναγκαστικά, είναι στα αγγλικά.

Ας ξεκινήσουμε από το ερώτημα: Θεωρείται δικαίως “πανδημία”; Η προηγούμενη φορά που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) χαρακτήρισε μια επιδημία “πανδημία” (δηλαδή μια ασθένεια που εξαπλώνεται γρήγορα σε πολλές χώρες ή ηπείρους και απειλεί σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού) ήταν το 2009 με τη λεγόμενη “γρίπη των χοίρων” (Η1Ν1). Μέσα στον ένα χρόνο που είχε τον χαρακτηρισμό της πανδημίας, υπολογίζεται ότι πέθαναν παγκοσμίως 150.000-575.000 άτομα λόγω αυτής. Ο SARS-COV-2 πλησιάζει και σύντομα αναμένεται να ξεπεράσει τους 1.000.000 καταγεγραμμένους θανάτους – αν συνυπολογίσουμε και το λεγόμενο excess mortality, έχουμε ήδη ξεπεράσει το εκατομμύριο κατά πολύ (link).

“Δεν έχει μεγάλη διαφορά από την εποχική γρίπη”: Από όπου και να το πιάσεις, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Κυκλοφορεί το ότι η γρίπη έχει θνητότητα 0.1%, και ότι ο κορονοϊός έχει παρόμοια θνητότητα. Η τελευταίες όμως εκτιμήσεις μιλούν για 0.65% θνητότητα του κορονοϊού, δηλαδή 6,5 φορές μεγαλύτερη. Και αυτά τα νούμερα δεν λένε όλη την αλήθεια: 0.1% φαίνεται να είναι το CFR (Case Fatality Rate) της εποχικής γρίπης, ενώ σε 0.65% υπολογίζεται το IFR (Infection Fatality Rate) του SARS-COV-2 – συχνά αυτά τα δύο νούμερα συγχέονται, και παρουσιάζεται ως 0.1% το IFR της εποχικής γρίπης. Δηλαδή στη μία περίπτωση μιλάμε για το πόσοι από τα επιβεβαιωμένα κρούσματα θα πεθάνουν εφόσον νοσήσουν (παρουσιάσουν συμπτώματα), ενώ στην άλλη για το πόσοι θα πεθάνουν από όσους κολλήσουν τον ιό (ακόμα κι αν παραμείνουν ασυμπτωματικοί), που σημαίνει ότι η διαφορά είναι στην πραγματικότητα πολύ μεγαλύτερη (link 1, link 2).

“Αποδίδουν στον COVID-19 θανάτους από άλλα νοσήματα”: Κυκλοφόρησε πρόσφατα ότι δήθεν μόνο το 6% των καταγεγραμμένων θανάτων από τον κορονοϊό οφείλονται όντως σε αυτόν, και μάλιστα το αναπαρήγαγε και ο Ντόναλντ Τραμπ, πριν το twitter το κατεβάσει ως fake news. Στα παρακάτω άρθρα εξηγείται γιατί κάτι τέτοιο δεν ισχύει (link 1, link 2).

Έχει νόημα να φοράμε μάσκες; Η αλήθεια είναι ότι ο ίδιος ο ΠΟΥ προκάλεσε σύγχυση σχετικά με αυτό το θέμα στις αρχές του έτους, αποτρέποντας από τη χρήση τους τους υγιείς (link), αν και δεν έκρυβε ότι είχε να κάνει και με φόβους για ελλείψεις στις μάσκες λόγω του πανικού για την πανδημία (link). Αργότερα άλλαξε τις οδηγίες του (link). Στο κάτω κάτω, ειδικά όταν δεν γίνονται μαζικά τεστ, είναι αδύνατον να γνωρίζουμε αν είμαστε υγιείς (και ναι, μπορούν να μεταδώσουν τον ιό και οι ασυμπτωματικοί, για να ξεκαθαρίσουμε ένα ακόμα ψεύδος που διακινείται). Η μάσκα επίσης βοηθάει στο να μην αγγίζουμε με τα (πιθανώς μολυσμένα) χέρια μας το στόμα και τη μύτη μας, από τα οποία (μαζί με τα μάτια) εισέρχεται ο ιός στον οργανισμό μας. Ο δε ισχυρισμός ότι η λάθος χρήση της μάσκας μπορεί να είναι πιο επικίνδυνη από τη μη χρήση της, οδηγεί στο λογικό συμπέρασμα ότι πρέπει απλώς να φροντίσουμε να τη χρησιμοποιούμε σωστά (δεν είναι τόσο δύσκολο), όχι να μην τη χρησιμοποιούμε καθόλου… Η μάσκα από μόνη της δεν αρκεί για να προφυλαχθούμε, όμως έρευνες δείχνουν ότι μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στο να πέσει ο ρυθμός αναπαραγωγής του ιού (R0) κάτω από το 1, που σημαίνει πρακτικά ότι η επιδημία θα αρχίσει να περιορίζεται (link 1, link 2, link 3, link 4, link 5, link 6, link 7, link 8).

Ας επαναλάβουμε ότι για τα παραπάνω δεν διεκδικούμε κάποιο αλάθητο, και άλλωστε και τα επιστημονικά στοιχεία με τον καιρό αλλάζουν, ειδικά εφόσον μιλάμε για αρκετά νέο ιό. Περισσότερο χρειάζεται να τονίσουμε την ανάγκη για κριτική σκέψη και έρευνα, να μην υιοθετούμε ό,τι ακούσαμε ή διαβάσαμε κάπου με κριτήριο το αν θα μας βόλευε να είναι έτσι (ώστε να μην χρειάζεται να αλλάξουμε συνήθειες πχ), γιατί η αλήθεια είναι πως από την εξάπλωση του ιού εξαρτώνται ζωές, όχι μόνο η δική μας αλλά και των άλλων. Η πραγματικότητα μάς αναγκάζει να πάρουμε πολύ σοβαρά το ζήτημα. Δεν έχει απαραίτητα δίκιο όποιος-α φωνάζει πιο πειστικά στα τηλεπαράθυρα, ούτε όποιος απλά επιβεβαιώνει τις επιθυμίες μας. Και, εν τέλει, αποφεύγοντας το να βυθιστούμε στην απελπισία και στον τρόμο, πρέπει να αναλογιζόμαστε και το κοινωνικό κόστος του να υιοθετούμε την πιο αισιόδοξη εκτίμηση για ένα εν εξελίξει φαινόμενο – γιατί είναι ακριβώς αυτό, μια εκτίμηση. Αν αποδειχθεί λανθασμένη, όπως ήδη έχουν αποδειχθεί πχ οι εκτιμήσεις που μιλούσαν για κίνδυνο αντίστοιχο της εποχικής γρίπης, ποιος θα φέρει πίσω τους νεκρούς μας;

Για τη σύγχυση και την εξάπλωση των θεωριών συνωμοσίας στην Ελλάδα, βέβαια, τεράστια ευθύνη φέρει η κυβέρνηση. Η αθλιότητα της πολιτικής διαχείρισης της πανδημίας είναι απερίγραπτη, αποτελεί ένα άλλο κεφάλαιο από μόνη της και έστω και η επιγραμματική αναφορά στα έργα και τις ημέρες της κυβέρνησης στο συγκεκριμένο ζήτημα θα απαιτούσε πολλαπλάσια έκταση κειμένου. Η προχειρότητα, οι αντιφάσεις, ο εμπαιγμός της κοινωνίας δεν γίνεται παρά να προκαλούν αγανάκτηση. Μας έκλεισαν μέσα για δύο μήνες, υποτίθεται για να περιορίσουν τον ιό, και το καλοκαίρι διαφήμιζαν τη χώρα ως “covid free” και έφερναν τουρίστες χωρίς τεστ, με αποτέλεσμα σήμερα να έχουμε πολύ περισσότερα κρούσματα από όσα όταν μπήκαμε σε καραντίνα. Το δημόσιο σύστημα υγείας δεν ενισχύθηκε καθόλου, στα σχολεία δεν πάρθηκε κανένα ουσιαστικό μέτρο, ενώ η όλη κατάσταση χρησιμοποιήθηκε ξανά και ξανά για να μοιραστεί δημόσιο χρήμα με απευθείας αναθέσεις σε διαπλεκόμενους με την οικογένεια Μητσοτάκη. Η μεγάλη οικονομική κρίση λόγω της πανδημίας που τώρα αρχίζουμε να βιώνουμε, ήδη αντιμετωπίζεται με ισοπέδωση όσων εργασιακών δικαιωμάτων είχαν απομείνει. Οι νέοι που τόλμησαν να βγουν στις πλατείες αντιμετωπίστηκαν με ΜΑΤ και ξύλο, ενώ παράλληλα ο Μπακογιάννης έκανε ανενόχλητος εγκαίνια με πλήθος κόσμου στην Ομόνοια. Μας κουνάνε το δάχτυλο για τις μάσκες, ενώ αφήνουν τους παπάδες να κυκλοφορούν χωρίς μάσκα παντού και να βάζουν το ίδιο κουταλάκι στα στόματα εκατοντάδων πιστών. Τα μέτρα ισχύουν για όλους, εκτός από την άρχουσα τάξη. Πόσο παράλογη αντίδραση είναι μετά να θεωρεί κανείς ότι τον κοροϊδεύουν;

Μας μιλούν, μετά, για ατομική ευθύνη. Ωραία, ας σκεφτούμε λοιπόν την έννοια της ευθύνης. Η αλήθεια είναι ότι η ελευθερία συμβαδίζει με την ευθύνη: Αν ζούσαμε χωρίς κράτος, η ευθύνη για την προστασία μας από αντίστοιχους κινδύνους θα έπεφτε στην ίδια την κοινωνία. Υπάρχει μία στρεβλή αντίληψη για την έννοια της ελευθερίας, που φλερτάρει ουσιαστικά με τον νεοφιλελευθερισμό, και που κατά βάση λέει “ελευθερία είναι να κάνω ατομικά ό,τι θέλω, αδιαφορώντας για τις κοινωνικές συνέπειες”. Αν σήμαινε αυτό το να ζούμε χωρίς κράτος, τότε σε περίπτωση εμφάνισης κάποιου πιο θανατηφόρου ιού από τον κορονοϊό (που είναι ένας σαφέστατα υπαρκτός κίνδυνος), απλώς θα έπρεπε να αποδεχτούμε ότι ένα μεγάλο ποσοστό της ανθρωπότητας θα πέθαινε. Αυτό μπορεί να αποτελέσει επιχείρημα υπέρ μιας υποτιθέμενης αναγκαιότητας για την ύπαρξη κράτους. Η αλήθεια είναι πως, αν δεν είχαμε καπιταλισμό και οικονομία της αγοράς, αλλά ζούσαμε σε μια κοινωνία όπου πάνω από όλα θα ήταν ο άνθρωπος, θα μπορούσαμε να έχουμε βάλει συλλογικά άλλες προτεραιότητες. Τότε, πράγματι, μπορεί να αποφασίζαμε να ελαττώσουμε την παραγωγή και τις ευρύτερες κοινωνικές μας δραστηριότητες στα απολύτως απαραίτητα, μέχρι η επιστημονική κοινότητα (στην οποία θα μπορούσαμε γενικά να έχουμε περισσότερη εμπιστοσύνη από όση σήμερα) να βρει τις λύσεις για να είμαστε ασφαλείς. Και αυτό δεν θα σήμαινε καμία “οικονομική κρίση”, αν είχαμε ξεφύγει από το κυνήγι του κέρδους για το κεφάλαιο.

Αντίθετα, αυτό που συμβαίνει τώρα είναι να ρίχνουν σε εμάς την ευθύνη, στερώντας μας ωστόσο την ελευθερία. Όσοι, βλέποντας τώρα τον αυταρχισμό του κράτους, διαμαρτύρονται ότι “μας κλέβουν την ελευθερία μας”, έχουν μεν δίκιο, όχι όμως στο ότι αυτό άρχισε να συμβαίνει τώρα. Κάτι τέτοιο μπορεί να υπονοεί ότι ως τώρα ήμασταν ελεύθεροι, και τώρα τάχα ξαφνικά μας το στερούν. Σαν τους σκλάβους που μερικές φορές θυμούνται τις αλυσίδες τους μόνο όταν προσπαθούν να κινηθούν, συχνά αγανακτούμε όταν το κράτος αλλάζει αυταρχικά τους όρους ζωής μας ανεξάρτητα από τη βούλησή μας, ξεχνώντας ότι και μέχρι τώρα αυταρχικά τους καθόριζε, γιατί αυτό κάνουν εξ ορισμού τα κράτη – δεν οργανώσαμε ποτέ τις ζωές μας πραγματικά ελεύθερα, χωρίς δηλαδή τον ζυγό της εξουσίας και του κεφαλαίου.  Η μηχανή του κέρδους πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί, και γι’αυτό πρέπει να επιστρέψουμε στην παραγωγή. Οι περιορισμοί στις κοινωνικές συναναστροφές θα μπουν στη διασκέδαση, για να μείνουν οι επιχειρήσεις ανοιχτές. Όσοι κολλήσουν την ώρα που δουλεύουν θεωρούνται αναλώσιμοι – χρειάζεται απλά να κολλάνε με ελεγχόμενο τρόπο, ώστε να μην υπερφορτωθούν τα νοσοκομεία και χρειαστεί νέο γενικευμένο lockdown, γιατί αυτό θα σημαίνει κι άλλες απώλειες για το κεφάλαιο. Γι’αυτό θα τρώμε όλο και περισσότερη “ατομική ευθύνη” από τα ΜΜΕ, και παράλληλα κινήματα περί “κοροδοϊού” – γιατί πώς να διεκδικήσεις άλλη αντιμετώπιση της πανδημίας, όταν αρνείσαι ότι η πανδημία υπάρχει;

Εντάξει, λοιπόν, να αναλάβουμε την ευθύνη μας. Αυτό όμως μπορεί να σημαίνει να καταλάβουμε τα ΜΜΕ και να μην τους επιτρέψουμε να μας εμπαίζουν άλλο. Μπορεί να σημαίνει οι εργαζόμενοι στα αεροδρόμια να μην επιτρέπουν πτήσεις χωρίς τεστ. Μπορεί να σημαίνει να κλείσουν όλα τα σχολεία μέχρι να προσληφθούν όσοι καθηγητές χρειάζεται για να γίνονται με σχετική ασφάλεια τα μαθήματα. Μπορεί να σημαίνει να πετάξουμε τους υπουργούς έξω από τα γραφεία τους για να στηρίξουμε το σύστημα υγείας. Μπορεί να σημαίνει να καταλάβουμε τις επιχειρήσεις που επιμένουν να δουλεύουμε χωρίς τεστ ή ακόμα και με συμπτώματα, και να φροντίσουμε ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες όλων μας, απαλλοτριώνοντας ό,τι χρειάζεται. Μπορεί να σημαίνει να αναλάβουμε την ευθύνη να ανατρέψουμε όσους και όσα μάς σκοτώνουν λίγο λίγο για το κέρδος.

Μήπως ήρθε όντως ο καιρός να αναλάβουμε τις ατομικές και συλλογικές μας ευθύνες;

ΥΓ: Ευχαριστώ τον φίλο Ανδρέα Μήλια για τις πολύτιμες παρατηρήσεις και παραπομπές.