Ο Παύλος Φύσσας δολοφονήθηκε από τον Γιώργο Ρουπακιά σαν σήμερα πριν από επτά χρόνια. Πάνω δηλαδή στο αποκορύφωμα της ναζιστικής λαίλαπας που αναβίωσε στην Ελλάδα στα πρώτα χρόνια των μνημονίων με την οικονομική βοήθεια ολιγαρχών, τη συστηματική αβάντα μέσων ενημέρωσης και την καταφανέστατη κρατική υποστήριξη. Βέβαια, για να λέμε την αλήθεια, οι κύριοι υπεύθυνοι για τη δημόσια επανεμφάνιση της πιο σάπιας πολιτικής ιδεολογίας που έχει επινοήσει ποτέ ανθρώπινος εγκέφαλος ήταν, είναι και θα είναι όσες και όσοι έστειλαν τους ναζί εντός Βουλής για να οδηγήσουν την Ελλάδα σε κάποιο καλύτερο (;;) μέλλον (;;;).

Η ιστορία είναι γνωστή και χιλιοειπωμένη: Η εντυπωσιακή είσοδος του ναζισμού στο προσκήνιο μέσα από τις εκατοντάδες χιλιάδες ψήφους που του πρόσφεραν απλόχερα οι υποστηρικτές των ναζί, συγκεκριμένα το 6.92% των συνετών και καθωσπρέπει νοικοκυραίων-ψηφοφόρων στις εκλογές που έγιναν τον Ιούνιο του 2012, ήταν σίγουρο ότι θα προκαλέσει ένα πρωτόγνωρο κύμα μίσους στην ελληνική κοινωνία. Εφοπλιστές, δημοσιογραφικές μαριονέτες, μπράβοι, μπάτσοι, άνθρωποι που μια ζωή τους κερνούσαν σφαλιάρες και ξαφνικά βρήκανε τρόπο να βγάλουν τα απωθημένα τους, περαστικοί που ψάχνανε μεροκάματο, πατριδέμπορες, υπερπατριώτες, χριστιανοταλιμπάν, οραματιστές της σοβαρής Χρυσής Αυγής, νεοφιλελεύθεροι με χουντικές ευαισθησίες, ψεκασμένοι και κάθε είδους θιασώτες δεξιών απολυταρχικών καθεστώτων ενώθηκαν κάτω από τη χιτλερική ομπρέλα. Το φίδι του εθνικισμού, που είχε συνηθίσει να κάθεται φρόνιμα ευρισκόμενο για δεκαετίες μέσα σε περιθωριακές ομάδες και τις ακροδεξιές παρυφές της Νέας Δημοκρατίας, βρήκε τη μαζικότητα που τόσο απεγνωσμένα έψαχνε, σήκωσε κεφάλι και βγήκε στην επιφάνεια ορμητικά. Η δολοφονία του Φύσσα υπήρξε απλά το αποκορύφωμα των ναζιστικών ενεργειών που έγιναν με την απροκάλυπτη κάλυψη της αστυνομίας και την προκλητική ανοχή του αμαρτωλού ελληνικού κράτους.

Λίγους μήνες πριν το περιστατικό με τον Παύλο, το πρωί της 17ης Ιανουαρίου του 2013, ο μετανάστης εργάτης από το Πακιστάν Σαχζάτ Λουκμάν πήγαινε για δουλειά με το ποδήλατό του, όταν στα Κάτω Πετράλωνα του επιτέθηκαν δύο άτομα και τον μαχαίρωσαν θανάσιμα. Η δολοφονία, αν και 100% ρατσιστική, πέρασε στο ντούκου με εξαίρεση λίγες αριστερές και αναρχικές φωνές. Γιατί; Το θύμα ήταν ξένος, δεν ήταν Έλληνας και ελάχιστοι έκλαψαν για αυτόν. Οι περισσότεροι συνέχισαν να προσποιούνται ότι δεν συμβαίνει κάτι ιδιαίτερο διότι “δεν μπορεί τόσες εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες να ψήφισαν καθάρματα και ναζιστές” (λες και ο ελληνικός λαός δεν έχει εκατοντάδες χιλιάδες καθάρματα ή δεν έχει δείξει δείγματα γνήσιας ελληνοχριστιανικής ηλιθιότητας εδώ και αιώνες). Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο: Οι φασίστες αποθρασύνθηκαν εντελώς, μέθυσαν από την ασυλία και τη συνεργασία με τους μπάτσους και πίστεψαν ότι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν. Οι επιθέσεις σε μετανάστες έγιναν κάτι σαν καθημερινή συνήθεια και ένα οργανωμένο ντου των φασιστών στις 12/9/13 (μόλις έξι μέρες πριν τη δολοφονία Φύσσα) σε μέλη του ΠΑΜΕ στο Πέραμα απλά έδειξε τι θα επακολουθήσει. Εκείνη την περίοδο, τα τάγματα εφόδου του Μιχαλολιάκου και ο μαχητικός φασισμός έμοιαζε ανίκητος σε αρκετές περιοχές της Αθήνας και του Πειραιά και συνέχιζε την προέλασή του.

Μέχρι τότε, οι μόνες πραγματικές κινήσεις αντίδρασης που έκοψαν τον βήχα των ναζί στον πραγματικό κόσμο ήταν μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού: Κάποιες αντιφασιστικές πορείες με σχετική μαζικότητα, οι αντιφασιστικές μοτοπορείες των αναρχικών σε σταμπαρισμένες περιοχές της Αθήνας που είχαν σημειωθεί ρατσιστικές επιθέσεις (η πιο ηχηρή ήταν αυτή στις 30/9/2012 που δέχτηκε επίθεση από την ομάδα ΔΕΛΤΑ με αποτέλεσμα 15 συλλήψεις που αργότερα έγιναν 21, βασανιστήρια από τους μπάτσους κατά την πενθήμερη παραμονή των συλληφθέντων στα κρατητήρια της ΓΑΔΑ με το θέμα να παίρνει διεθνείς διαστάσεις μετά από δημοσιεύματα στην εφημερίδα Guardian και τον, τότε, υπουργό ΠΡΟΠΟ Νίκο Δένδια να γίνεται ρεζίλι) και η “επίσκεψη” μερίδας οπαδών του ΠΑΟΚ στα γραφεία της Χρυσής Αυγής στη Θεσσαλονίκη, όταν οι ναζί αποπειράθηκαν να πυροδοτήσουν εξελίξεις στον αθλητικό σύλλογο που υποστηρίζουν. Μετά τη δολοφονία του Παύλου, υπήρξε κάποια ελπιδοφόρα αντίδραση. Την επομένη της δολοφονίας διοργανώθηκαν μεγάλες διαδηλώσεις και πορείες σε πολλές πόλεις της Ελλάδας.

Στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο, τα Χανιά, τη Πάτρα, την Ξάνθη και την Καλαμάτα, σημειώθηκαν επιθέσεις εναντίον των ΜΑΤ, δηλαδή των πιο πιστών ψηφοφόρων των ναζί, όταν οι διαδηλωτές επιχείρησαν να πλησιάσουν στα γραφεία της Χρυσής Αυγής. Ήταν η μέρα που βγήκαν στο δρόμο μέχρι και αυτοί που εθελοτυφλούσαν και έβλεπαν με αδιαφορία το φίδι του εθνικισμού να γιγαντώνεται γιατί τους συμπαθούσε και κάποιος γνωστός που “πηγαίναμε μαζί στο λύκειο”, ή “τραβιόμασταν μαζί στο γήπεδο”, ή μια κοπέλα “που γούσταρα στη γειτονιά μου”. Η μεγάλη πορεία με χιλιάδες συμμετέχοντες στο Κερατσίνι ξεκίνησε από τη συμβολή των οδών Παναγή Τσαλδάρη και Γρηγορίου Λαμπράκη και σημαντικό τμήμα της συγκρούστηκε για αρκετή ώρα με ένστολους χρυσαυγίτες (ΜΑΤ) και χρυσαυγίτες με πολιτικά που πήγαν να βοηθήσουν τους μπάτσους – συντρόφους τους. Επεισόδια σημειώθηκαν και έξω από την ΓΑΔΑ τα ξημερώματα της Πέμπτης σε προσπάθεια συμπαράστασης σε όσους προσήχθησαν. Κρίνοντας εκ των υστέρων, μπορώ να πω ότι οι μαζικές συγκεντρώσεις που έγιναν μετά τη δολοφονία του Φύσσα σε αρκετές περιοχές της Ελλάδας, η πνευματική αφύπνιση και οι πορείες που θέλησαν να καταστρέψουν τα γραφεία των ναζί θα είχαν νόημα αν γινόταν πριν συμβεί το κακό. Αφορμές υπήρχαν δεκάδες.

Σήμερα, η κατάσταση φαίνεται να είναι διαφορετική. Οι ναζί είναι εκτός Βουλής, η σοβαρή Χρυσή Αυγή είναι ξανά στις ακροδεξιές παρυφές της ΝΔ, δεν υπάρχουν στο δρόμο, διασπάστηκαν σε 4-5 κομμάτια, ρουφιανεύονται μεταξύ τους, ο ένας ρίχνει τις ευθύνες στον άλλο και κάθε σκεπτόμενος πολίτης κατάλαβε πως αν θέλει να λέγεται άνθρωπος, ανεξαρτήτως πολιτικών αντιλήψεων, οφείλει να τους στείλει ξανά στο πολιτικό περιθώριο. Πρακτικά, όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν τίποτα. Μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι το φίδι του εθνικισμού ξαναγύρισε οριστικά στην τρύπα του; Φυσικά και όχι. Το άνοιγμα του ακροδεξιού βόθρου έφερε στην επιφάνεια τα σκατά που γλυκάθηκαν από τα φώτα της δημοσιότητας και την αίγλη της εξουσίας. Έχουν τα δικά τους ΜΜΕ, τους δικούς τους δημοσιογράφους, τα δικά τους πέντε προφίλ στο ίντερνετ ο καθένας για να φαίνονται πολλοί και τα δικά τους επιχειρήματα που είναι ικανά να προσφέρουν ένα σεβαστό ποσοστό της τάξης του 2-3% σε κάθε κομματικό σχηματισμό που θα τα χρησιμοποιήσει στην προεκλογική του εκστρατεία. Οι συσχετισμοί δυνάμεων αλλάζουν ταχύτατα στον πολιτικό χάρτη, η βλακεία έχει εκτοξευθεί στα ύψη και βιώνουμε μία εποχή που ο φασισμός έχει δημιουργήσει πλέον τους δικούς του ροκ σταρ.

Επομένως, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για ανούσιες θριαμβολογίες: Μπορεί στις 7 Οκτωβρίου του 2020 να αναμένεται η απόφαση του δικαστηρίου για το δικαστήριο της Χρυσής Αυγής αλλά είναι αστείο και ταυτόχρονα ανιστόρητο να περιμένεις από το κράτος να τελειώσει τους ναζί. Το κράτος ούτε θέλει, ούτε μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Το ελληνικό κράτος δεν τιμώρησε τους συνεργάτες των ναζί την περίοδο της γερμανικής κατοχής και δεν προχώρησε στην περιβόητη αποχουντοποίηση από το 1974 μέχρι σήμερα. Πώς να τιμωρήσεις κάτι που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα σου; Οι μέρες είναι περίεργες και δεν επιτρέπεται κανένας εφησυχασμός. Ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι ο φασισμός παραμένει η καλύτερη τελευταία λύση για το σύστημα. Όταν αποτύχουν όλες οι άλλες μορφές διακυβέρνησης, τότε θα έρθει νομοτελειακά η ώρα του φασισμού. Για αυτό άλλωστε η αστική δημοκρατία και ο κυρίαρχος νεοφιλελευθερισμός επιμένουν να τον διατηρούν στη ζωή, να τον αναγνωρίζουν σαν εναλλακτική πολιτική λύση, να τον τροφοδοτούν και να τον χρησιμοποιούν πολιτικά κατά το δοκούν. Κανένα κόμμα, καμία αστυνομία, καμία δικαιοσύνη και κανένα καθεστωτικό μέσο μαζικής ενημέρωσης δεν επιδιώκει την οριστική συντριβή των ναζί. Η ιστορία μας διδάσκει και είναι αμείλικτη:

Κανένα αντιφασιστικό μέτωπο δεν μπορεί να σχηματιστεί μαζί με τους πολιτικούς γιατί αυτοί ενδιαφέρονται να ψαρέψουν ότι μπορούν από τα εκλογικά ποσοστά των ναζί. Οι δικαστές, χωρίς να τους τσουβαλιάζω όλους, εστιάζουν συνήθως σε μεμονωμένες ενέργειες που παραβιάζουν το νόμο και αγνοούν τον εγκληματικό πολιτικό χαρακτήρα της ναζιστικής ιδεολογίας. Όσο για την αστυνομία; Τα επίσημα στοιχεία λένε ότι εκείνα τα χρόνια (2012-2015) στα εκλογικά τμήματα της Αθήνας που ψήφιζαν όσοι υπηρετούσαν στα χακί ΜΑΤ (δηλαδή την Υποδιεύθυνση Αποκατάστασης Τάξης) η Χρυσή Αυγή συγκέντρωνε μέχρι και 50%! Αυτός ήταν ο “επαναστατικός” και “αντισυστημικός” χαρακτήρας των ναζιστών, να έχουν τη μισή αστυνομία με το μέρος τους στα φανερά και την υπόλοιπη μισή στα κρυφά. Με αφορμή την επέτειο της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα ας φρεσκάρουμε τη μνήμη μας και ας καταλάβουμε ότι κανένας δεν μπορεί να είναι ήσυχος όσο το φίδι του εθνικισμού διεκδικεί παρουσία στο δημόσιο χώρο. Άλλωστε, τα λόγια του Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι, μιλώντας σε Καναδό δημοσιογράφο της Τορόντο Σταρ, είναι πάντα επίκαιρα και μας κρατάνε μακριά από βολικές ψευδαισθήσεις: “Είμαστε αποφασισμένοι να συντρίψουμε το φασισμό για πάντα, σε πείσμα της κυβέρνησης, διότι καμία κυβέρνηση δεν θέλει να ξεριζώσει το φασισμό…”

ΥΓ: Απεριόριστος σεβασμός στη Μάγδα Φύσσα για τα δωρεάν μαθήματα αξιοπρέπειας όλα αυτά τα χρόνια.