Κατάθεση ελπίδας | Για τον βανδαλισμό του μνημείου της Marfin. Ότι το “μνημείο” για τα θύματα της Marfin αποτελεί μέσω ιδεολογικής προπαγάνδας (θα έπρεπε να) αποτελεί κοινό τόπο.

Από την πρώτη στιγμή ήταν έκδηλο ότι με την τοποθέτηση αυτού του “μνημείου” –και την συνακόλουθη τηλεοπτική φιέστα– η κυβέρνηση δεν αποσκοπούσε στο να αποτίνει κάποιο φόρο τιμής στους νεκρούς, αλλά να τους χρησιμοποιήσει αναίσχυντα, μετατρέποντάς τον θάνατό τους και την οδύνη των οικείων τους σε όχημα πολιτικών σκοπιμοτήτων και αποβλέψεων. Όπως έκανε άλλωστε εδώ και δέκα χρόνια.

Στόχος, φυσικά, η κοινωνική απονομιμοποίηση των μαχητικών αγώνων και διεκδικήσεων. Η ταύτιση του ριζοσπαστικού κοινωνικού και ταξικού κινήματος με τα τάγματα εφόδου των νεοναζί (η γνωστή γελοιότητα της θεωρίας των “δύο άκρων”). Η ιδεολογική αυτή προπαγάνδα αναγράφεται ρητά ακόμα και πάνω στην μαρμάρινη πλάκα: “δολοφονήθηκαν”, “θύματα του τυφλού μίσους που γεννά ο διχασμός”. Τι και αν οι δράστες είναι άγνωστοι, όπως άγνωστα είναι επίσης και τα κίνητρα της πράξης τους; Τι και αν κάθε εχέφρον άνθρωπος καταλαβαίνει ότι θα έπρεπε να αναλογούν επίσης κάποιες ευθύνες και στον Βγενόπουλο που υποχρέωσε τους εργαζόμενους αυτούς να βρίσκονται μέσα σε μια κλειδαμπαρωμένη τράπεζα, χωρίς έξοδο κινδύνου, σε μέρα κατά την οποία οι μαζικότατες κινητοποιήσεις και συγκρούσεις θεωρούνταν το λιγότερο δεδομένες;

Αυτά είναι λεπτομέρειες για τα επιτελεία επικοινωνιακής διαχείρισης της κυβέρνησης που δικάζουν, καταδικάζουν και αναγράφουν πάνω σε “μνημεία” την -με κάθε τρόπο αυθαίρετη και ατεκμηρίωτη- ετυμηγορία που βολεύει τους προπαγανδιστικούς τους σκοπούς…

Πόσο αφελής αλήθεια θα πρέπει να είναι κάποιος για να πιστέψει ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη νοιάστηκε για την μνήμη των ανθρώπων αυτών και και για την οδύνη των οικογενειών τους; Και πως θα μπορούσε άλλωστε να τρέφει οποιοδήποτε σεβασμό για την ανθρώπινη ζωή μια κυβέρνηση που μονίμως ακροβατεί ανάμεσα στον στυγνό νεοφιλελευθερισμό (την ιδεολογία της προτεραιοποίησης του οικονομικού κέρδους με κάθε κόστος) και στον ωμό φασισμό (την ιδεολογία του μισανθρωπισμού, του κανιβαλισμού, του θανάτου);

Το γεγονός ότι η ίδια κυβέρνηση που με το ένα χέρι οργάνωνε τελετή μνήμης, ταυτόχρονα, με το άλλο χέρι, εμπόδιζε τις οικογένειες των θυμάτων να λάβουν τις αποζημιώσεις από το Δημόσιο, θα αρκούσε για να εξαλείψει κάθε αμφιβολία σχετικά με τον χρησιμοθηρικό σκοπό αυτής της κίνησης (και σε μια κοινωνία –ακόμα και σε αστικοδημοκρατικό πλαίσιο- όπου οι πολίτες θα είχαν έστω και την ελάχιστη ευθιξία, θα έπρεπε η αποκάλυψη αυτού του γεγονότος να συνεπάγεται τον αυτόματο και ισόβιο εξοστρακισμό αυτών των καθαρμάτων από τον πολιτικό στίβο).

Το “μνημείο” αυτό λοιπόν, αποτελεί στην πραγματικότητα μνημείο υποκρισίας της κυβέρνησης, μνημείο του πόσο αδίστακτοι μπορεί να γίνουν οι επαγγελματίες της χειραγώγησης και της εξαπάτησης για να προσεταιριστούν πολιτική υπεραξία.

Τίποτα από τα παραπάνω όμως, που θα έπρεπε να είναι δεδομένα για κάθε στοιχειωδώς ευαίσθητο και ευφυή άνθρωπο, δεν αναιρεί ότι το συμβάν στην τράπεζα της Marfin τον Μάιο του 2010 υπήρξε μια πραγματική τραγωδία. Τρεις εργαζόμενοι, η Παρασκευή Ζούλια, η εγκυμονούσα Αγγελική Παπαθανασοπούλου και ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης εκείνη την ημέρα πήγαν στην δουλειά τους και δεν επέστρεψαν σπίτι τους ποτέ.

Όσοι και όσες ήμασταν εκείνη την μέρα, πριν δέκα χρόνια, στον δρόμο, θυμόμαστε πόσο υπέροχα ξεκίνησαν, και πόσο εφιαλτικά κατέληξαν όλα. Θυμόμαστε το πάθος και τον ενθουσιασμό, μέσα σε μια στιγμή, να μετατρέπονται σε οδύνη και θλίψη. Θυμόμαστε την σπίθα στα βλέμματα, να μετατρέπεται σε παγωμένη γροθιά στο στομάχι.

Πολλοί και πολλές από εμάς και τότε αλλά και τώρα δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι κάτι τέτοιο έγινε σκόπιμα. Θυμίζουμε, τόσο στους υπόλοιπους όσο και στους εαυτούς μας, ότι το κτίριο της τράπεζας έχοντας κατεβασμένα τα ρολά –και μάλιστα σε μέρα γενικής απεργίας– έδινε την εντύπωση ότι ήταν άδειο. Ότι δε θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί πως μέσα υπήρχαν εργαζόμενοι. Ότι η Αναρχία οφείλει να είναι συνώνυμη με την αγάπη για την ζωή και την ελευθερία και γι’ αυτό δεν μπορούν να της ταιριάξουν λογικές που αγιάζουν τα μέσα ή αποδέχονται παράπλευρες απώλειες.

Πολλοί και πολλές από εμάς νιώσαμε ντροπή όταν είδαμε την φωτογραφία με το βανδαλισμένο “μνημείο” (και ενώ πιστεύουμε ότι στη λέξη “μνημείο” αρμόζουν εισαγωγικά, για τους λόγους που εξηγήσαμε παραπάνω, πιστεύουμε την ίδια στιγμή ότι στην λέξη “βανδαλισμό” δεν αρμόζουν). Και παρότι προσπαθήσαμε να δικαιολογήσουμε κάπως όποιον/ους έγραψε/αν ότι οι νεκροί δολοφονήθηκαν από τον Βγενόπουλο και τα μεγάλα αφεντικά σβήνοντας την φράση για την “τυφλή βία” (παρότι δε θα πράτταμε ποτέ κάτι ανάλογο από σεβασμό στις οικογένειες των θυμάτων), δεν καταφέραμε να δικαιολογήσουμε τα αλφάδια, τα καταληψόσημα, το στένσιλ…

Δεν μπορούμε παρά να καταθέσουμε, εδώ, ολόψυχα, την ελπίδα μας ότι όσοι έγραψαν στο μνημείο, απλώς βρήκαν έναν αδιανόητα άστοχο τρόπο να θίξουν τον προπαγανδιστικό χαρακτήρα του και κατά τα άλλα μοιράζονται μαζί μας την θλίψη και την οδύνη για τους αδικοχαμένους αυτούς ανθρώπους.

Ομολογούμε ότι στην υπόνοια οποιασδήποτε άλλης περίπτωσης, το λιγότερο, ανατριχιάζουμε…