Sed omnis una manet nox

Et calcanda semel via leti.”

(Η ίδια νύχτα μας περιμένει όλους

Και τον δρόμο προς τον θάνατο μόνο μια φορά θα τον διατρέξουμε.)

Οράτιος

Ήταν έκπληξη τα υψηλά ποσοστά του Τραμπ στις εκλογές που την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί; Όπως είχα γράψει και σε ένα παλιότερο άρθρο, στις ΗΠΑ έχει επέλθει μια τεράστια ταξική πόλωση, η οποία τέμνει εγκάρσια ακόμη και τις πολύ ισχυρές κοινωνικές διαχωριστικές γραμμές, οι οποίες στα πλαίσια του αμερικάνικου κοινωνικού σχηματισμού, χαράσσονται ιστορικά πρωτίστως γύρω απο την φυλετική ταυτότητα και, δευτερευόντως, γύρω απο ζητήματα που αφορούν το έμφυλο πεδίο της κοινωνικής αναπαραγωγής. Σε αντίθεση με την εκδοχή που παρουσιάζεται σαν κυρίαρχη αφήγηση στα συστημικά ΜΜΕ κι επικεντρώνεται γύρω απο το φυλετικό στοιχείο της διένεξης με αμφιλεγόμενο σημείο αναφοράς τους αφροαμερικανούς, η δική μας άποψη είναι ότι η κοινωνική σύγκρουση που βρίσκεται σε εξέλιξη είναι στην πραγματικότητα ένας πόλεμος χαμηλής έντασης που διεξάγεται εδώ και αρκετά χρόνια ενάντια στους φτωχούς της Αμερικής. Η μαύρη μειονότητα βρίσκεται σε πρώτο πλάνο εφόσον υπερεκπροσωπείται στους κόλπους των κατώτερων τάξεων της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας και φέρει κάποια ιδιαίτερα πολιτισμικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που τη φέρνουν πιο συχνά σε τροχία σύγκρουσης με τις δυνάμεις καταστολής, σε αντιδιαστολή με τους λευκούς, ή τους μουσουλμάνους προλετάριους που υπομένουν ήσυχα την μοίρα που επιφύλαξε για εκείνους ο αμερικάνικος καπιταλισμός. Παρ’ όλα αυτά, όταν οι μαύροι βγήκαν μαζικά στους δρόμους, οι φτωχοί λευκοί δεν άργησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα τους.

Μια από τις πιο κρίσιμες διαφορές ανάμεσα στον ξεσηκωμό των μειονοτήτων του σήμερα και την εξέγερση των μαύρων της δεκαετίας του ’60, είναι ότι στις κινητοποιήσεις των τελευταίων πέντε ετών συμμετέχει ενεργά ένας ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός από πολιτικοποιημένους, ή όχι και τόσο πολιτικά συνειδητοποιημένους, λευκούς. Αλλά και στο αντίπαλο κοινωνικό μπλοκ, αυτό του “νόμου και της τάξης”, συμμετέχουν κομμάτια των μειονοτικών πληθυσμών, ειδικότερα εκείνα που μπόρεσαν να αναρριχηθούν στις βαθμίδες της άτυπης κοινωνικής ιεραρχίας. Η μικρή αλλά συμπαγής νέα μεσαία τάξη των μαύρων, ή η τάξη των κορεατών μικροϊδιοκτητών, είναι ένα καλό παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο τα ταυτοτικά κριτήρια καταρρέουν, ή μάλλον περνούν σε δεύτερη μοίρα, όταν δέχονται την πίεση των εκρηκτικών ταξικών αντιφάσεων. Η κοινωνική πόλωση έχει επέλθει λοιπόν. Η επικράτηση στις εθνικές εκλογές γίνεται ζήτημα συσπείρωσης της ταξικής βάσης του κάθε κόμματος, μέσα από τη θέσπιση ενός προγράμματος που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες των κοινωνικών ομάδων που την απαρτίζουν για να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις του κοινωνικού ανταγωνισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη. Πολύ λιγότερο πλέον το εκλογικό αποτέλεσμα καθορίζεται από τα ψάρεμα στα θολά επικοινωνιακά νερά ενός κεντρώου πολιτικού χώρου, που βαθμιαία εξατμίστηκε, παραδομένος στις φλόγες της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης.

Ο Τραμπ έπαιξε αυτό το παιγνίδι με επιδέξιο τρόπο, εφόσον είναι και ο ίδιος η τερατογένεση αυτής της ασταθούς συγκυρίας. Μιας εξέγερσης της αντιδραστικής κοινωνικής βάσης των Ρεπουμπλικάνων, που σαν θρυαλλίδα είχε την άνοδο στην εξουσία ενός μαύρου προέδρου. Φορέας της αντίδρασης αυτής ενάντια στις ελίτ έγινε το ανοικτά ρατσιστικό κίνημα του “Tea Party”, που εκδηλώθηκε το 2009, στα απόνερα της οικονομικής κρίσης του 2008, με φαινομενικά κυρίαρχο το αίτημα για επιβολή δημοσιονομικής πειθαρχίας και περιορισμό του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, για να κατορθώσει το 2016 να ανατρέψει το ρεπουμπλικανικό κομματικό κατεστημένο, δίνοντας στον Τραμπ το χρίσμα για τις προδερικές εκλογές. Περιττεύει εδώ να προσθέσουμε ότι ο πραγματικός στόχος αυτής της αδιαπραγμάτευτης “λαϊκής” απαίτησης για μια υπεύθυνη διαχείριση των δημοσιονομικών πόρων από τις ελίτ, ήταν η ακύρωση του “σπάταλου” νομοσχέδιου που προωθούσε την ίδια εποχή η διοίκηση Ομπάμα για καθολική κοινωνική ασφάλιση και νοσοκομειακή περίθαλψη. Πράγματι, τα βασικά σημεία του μεταγενέστερου προγράμματος του Τραμπ εύκολα θα μπορούσαν να συνοψιστούν σαν ένας “οδηγός επιβίωσης για τους εύπορους”, ή πώς μπορεί το ευκατάστατο κοινωνικό υποκείμενο να ευμερήσει σε συνθήκες εκτεταμένης αποσύνθεσης των θεμελιακών θεσμών κοινωνικής αλληλεγγύης που κρατούν μια κοινωνία στοιχειωδώς ενωμένη. Η έμφαση στην μειωμένη φορολογία για τα υψηλά εισοδήματα, η βαρύνουσα σημασία που δίνεται στο δικαίωμα της οπλοκατοχής, το απροκάλυπτο μίσος εναντίον των μεταναστών, η στρατιωτικοποίηση των δυνάμεων καταστολής και η άνευ όρων απαλλαγή τους από κάθε ευθύνη για τις επανειλημμένες κρατικές δολοφονίες που έχουν διαπράξει, όλα παραπέμπουν σε φαντασιακές σημασίες που αφορούν την ισχυροποίηση του ατόμου ως αυτάρκους μονάδας ικανής να υπερισχύσει μέσα σε ένα εχθρικό κοινωνικό περιβάλλον. Διαφύλαξη του ατομικού εισοδήματος από το “αρπακτικό” κράτος, ατομική αυτοάμυνα μέσω της οπλοκατοχής, συλλογική προστασία για τα προνομιούχα στρώματα μέσω ενός αποκτηνωμένου αστυνομικού στρατού κατοχής που δρα ανεξέλγκτα και χωρίς να λογοδοτεί πουθενά.

Οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν πια αφήσει οριστικά πίσω τους τον προσεκτικό συντηρητισμό του Edmund Burke και το πνεύμα διακομματικής συναίνεσης που επικρατούσε στους διαδρόμους των αποφάσεων. Στη σκέψη τους κυριαρχεί όλο και περισσότερο η alt-right ιδεολογία, η μονομερής φροντίδα για τα “δικαιώματα των (λευκών) αυτοχθόνων”, ένας παλαιάς κοπής εθνικισμός που βρωμάει επαρχιωτισμό, ένας αμετανόητος κοινωνικός συντηρητισμός που έχει σαν πρωταρχική μέρμινα την υπεράσπιση και αναπαραγωγή των έμφυλων προνομίων. Σε κάποια ιδεολογικά ρεύματα όπου ζυμώνεται το προφίλ της νέας αμερικανικής δεξιάς, οι τάσεις αυτές για μια αναθεώρηση των βασικών αρχών του ρεπουμπλικανισμού φτάνουν μέχρι την ανοιχτή προπαγάνδιση της αναγκαιότητας να καταργηθεί το ιστορικό κεκτημένο του θεσμικού διαχωρισμού ανάμεσα στην εκκλησία και το Κράτος,i ή την αναβίωση ενός “φωτισμένου” υποτίθεται εθνικισμού, σαν τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί η ειρηνική συνύπραξη ανάμεσα στους λαούς.ii Η μόνη αντίφαση που μπορεί ο μελετητής να διαβλέψει ανάμεσα σε αυτές τις κινήσεις για ιδεολογική επανίδρυση του ρεπουμπλκανικού κατεστημένου από την μία, και την απήχηση που μπορεί να έχει αυτή η διαδικασία στην ταξική βάση του κόμματος απο την άλλη, είναι η χρήση του ομοσπονδιακού κράτους σαν εργαλείου για την διεκπεραίωση μεγαλεπίβολων κοινωνικών προγραμμάτων που προβλέπεται από αυτές τις νεοπαγείς εκδοχές της ρεπουμπλικανικής ιδεολογίας. Χαρακτηριστικά, μπορούμε εδώ να αναφερθούμε στην περίπτωση του Όρεν Κας, που το 2012 διατέλεσε διευθυντής εσωτερικής πολιτικής στο πολιτικό γραφείου του γερουσιαστή Ρόμνεϋ και είχε προτείνει την εφαρμογή μιας “εθνικής βιομηχανικής πολιτικής”, τουτέστιν ένα κυβερνητικό πρόγραμμα με ομοσπονδιακή χρηματοδότηση για την ανασυγκρότηση του κατασκευαστικού τομέα στο εσωτερικό των ΗΠΑ.iii Ωστόσο, τέτοιες πρωτοβουλίες έρχονται σε κατάφωρη αντίθεση με την παραδοσιακή καχυποψία πολλών δεξιών και ακροδεξιών κύκλων στις ΗΠΑ απέναντι σε αυτό που αποκαλούν “big government”, την αύξηση της επιρροής και των παρεμβάσεων της απόμακρης ομοσπονδιακής κυβέρνησης σε κάθε τομέα της ατομικής ή συλλογικής ύπαρξης τους διαμέσου κάθε είδους φιλόδοξων διαρθρωτικών προγραμμάτων. Αυτή η αντίφαση πάντως δεν εμπόδισε τους “τραμπικούς” υποψήφιους να σαρώσουν στις εκλογές για τη βουλή των αντιπροσώπων και να ψαλιδίσουν τη διαφορά σε έδρες που τους χωρίζει απο τη Δημοκρατική πλειοψηφία.

Απέναντι σε αυτή την λαίλαπα, οι Δημοκρατικοί φαντάζουν σαν ένα αξιολύπητο συνοθύλευμα που μπορεί τελικά να κερδίσει την εκλογή του προέδρου, αλλά πολιτικά είναι σίγουρα ηττημένοι. Ας μην λησμονούμε ότι οι υποτιθέμενες “δημοσκοπήσεις”, αυτά τα όργανα διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, έδιναν στον Μπάιντεν ξεκάθαρο προβάδισμα που έφτανε ακόμα και τις δέκα μονάδες απέναντι στον αντίπαλο του. Μολαταύτα, τρεις ημέρες μετά τις εκλογές κανένας δεν είναι ακόμα σε θέση να αποφανθεί με βεβαιότητα ποιος θα είναι ο επόμενος προέδρος των ΗΠΑ. Στην προσπάθεια του να καταστείλει εκ νέου την εσωκομματική εξέγερση του Σάντερς και των σοσιαλφιλελεύθερων βουλευτών που σχετίζονται με την οργάνωση βασης Democratic Socialists of America (DSA), το κατεστημένο του Δημοκρατικού κόμματος για μια ακόμη φορά αποξένωσε τους αριστερές μάζες που απαιτούν κοινωνική δικαιοσύνη και μια συλλογική λύση στα προβλήματα τους. Σε μια επανάληψη μιας διαδικασίας που είχαμε την ατυχία να παρακολουθήσουμε και στα καθ’ ημάς, ενώ η δεξιά στρέφεται προς την υιοθέτηση μιας ακόμη πιο σκληροπυρηνικής γραμμής και βαθμιαία μεταμορφώνεται σε ακροδεξιά, η συστημική αριστερά λειτουργεί ως ανάχωμα για τις αντίρροπες ταξικές δυνάμεις που αντιτίθενται σε αυτόν τον μετασχηματισμό και παρασύρεται και η ίδια όλο και προς πιο δεξιές κατευθύνσεις. Η επιλογή του ανεκδιήγητου Μπάιντεν σαν του υποψήφιου του αντι-τραμπικού στρατοπέδου δείχνει άλλωστε τα όρια της εκλογικής στρατηγικής των Δημοκρατικών. Ενώ ο Τραμπ υποσχέθηκε μια λευκή, μεσοαστική ουτοπία στους φρενιασμένους οπαδούς του, ο Μπάιντεν φρόντισε να κάνει από νωρίς ξεκάθαρο ότι δεν υπόσχεται τίποτα παραπάνω από μια επιστροφή στο “χρυσό” παρελθόν της συναίνεσης, όταν οι αντιπρόσωποι και των δύο κομμάτων συνέρχονταν σε κλίμα ομοψυχίας στο Κογκρέσο και στη Γερουσία προκειμένου να αποφασίσουν ποια χώρα θα είναι η επόμενη που θα βομβαρδίσουν. Ο ίδιος ο Μπάιντεν έφτιαξε την πολιτική του καριέρα προωθώντας τους ατελείωτους πολέμους της υπερεθνικής ελίτ μέσα στα αντιπροσωπευτικά όργανα των ΗΠΑ. Αυτό άλλωστε είναι το εχέγγυο για μια πετυχημένη πολιτική σταδιοδρομία όταν υπηρετεί κανείς στους θεσμούς διακυβέρνησης μιας αυτοκρατορίας.

Ωστόσο, όπως έσπευσαν να αναγνωρίσουν ακόμα και συστημικοί πολιτικοί αρθρογράφοι, ο ορίζοντας του προεκλογικού προγράμματος των Δημοκρατικών είναι εν πολλοίς μη ρεαλιστικός και ανέφικτος. Κατά πρώτο, η όξυνση της πολιτικής αντιπαράθεσης δεν είναι ζήτημα “κακής” διαγωγής των πολιτευτών, αλλά έχει τις αιτίες της στις υλικές κοινωνικές συγκρούσεις που προκαλούνται από τις εγγενείς, δομικές αντιφάσεις του αμερικανικού καπιταλιστικού σχηματισμού. Όπως έγραψε η Ελίζαπεθ Μπρούνιγκ, έρχεται “από-τα-έξω” (η από τα κάτω, όπως θα λέγαμε εμείς), για να επηρεάσει την πολιτική διαδικασία και δεν εξαρτάται από τις διαθέσεις και τις ενέργειες συγκεκριμένων ατόμων και στελεχών.iv Μπορεί η κοσμοθεωρία των φιλελεύθερων να συνηθίζει να εστιάζει στο άτομο, αλλά δυστυχώς για όλους μας, το να ξεφορτωθούμε τον Τραμπ δεν συνεπάγεται ότι απαλλαγούμε οριστικά και από τον “τραμπισμό”. Το ίδιο διαφαίνεται άλλωστε και από τη ραγδαία άνοδο των “τραμπικών” υποψηφίων στις εκλογές για το Κογκρέσο. Ο τραμπισμός μετατρέπεται πλέον σε μια διαβρωτική πολιτική δύναμη που είναι ικανή να αλώσει το ρεπουμπλικανικό κόμμα από πάνω, μέχρι κάτω. Κατόπιν τούτου, η εποχή της αλληλεγγύης των ελίτ που νοσταλγεί ο Μπάιντεν ανήκει πια στο παρελθόν.

Κλείνουμε αυτό το σημείωμα με μια τελευταία κουβέντα για τις μειονότητες, κάποιες από τις οποίες, κατά τρόπο φαινομενικά ανεξήγητο, κατέγραψαν υψηλά ποσοστά εκλογικής στήριξης υπέρ του Τραμπ. Η έννοια της μειονότητας σίγουρα έχει μια κοινωνιολογική, περιγραφική αξία, ωστόσο κατά βάση αυτό που σημαίνει είναι “μη-λευκός άρρεν”. Όπως κάθε θεωρητική έννοια που συγκροτείται ως ενσάρκωση του αντίθετου της, η ιδέα της μειονότητας συσκοτίζει τις χαώδεις διαφορές που διαπερνούν από άκρη, σ’ άκρη την εσωτερική δομή των μειονοτικών πληθυσμών. Για παράδειγμα, ας πάρουμε τη διαφορά ανάμεσα στις “ενσωματωμένες”, δηλαδή ευκατάστατες, και τις περιθωριοποιημένες, δηλαδή προλεταριακές, μειονότητες. Τι κοινό θα μπορούσε να έχει η “μειονοτική” Νικόλ Μαλλιωτάκη, ελληνικής καταγωγής τραμπική υποψήφια, που σύμφωνα με τον ίδιο τον πρόεδρο, “υποστηρίζει σκληρές πολιτικές καταπολέμησης του εγκλήματος, τον περιορισμό της μετανάστευσης, την περικοπή των φόρων και αγαπά (sic) τις ένοπλες δυνάμεις”, με τον πολλαπλά αποκλεισμένο και καταπιεσμένο μαύρο προλετάριο των πόλεων;v Είναι σαφές από τα παραπάνω ότι βρίσκονται στις δύο αντίθετες πλευρές της κοινωνικής πάλης.

Αλλά ας τολμήσουμε να πάμε τα πράγματα ακόμα λίγο πιο μακρυά. Γνωρίζουν άραγε όσοι επκαλούνται το υποκείμενο της μειονότητας με ταυτολογικούς όρους, ότι οι μετανάστες που ανήκουν στα παλιότερα κύματα μετοικισμού έχουν την τάση να στέκονται κριτικά, ή ακόμη και να εχθρεύονται απερίφραστα τους νεοφερμένους που καταφτάνουν με τις καινούριες μεταναστευτικές ροές; Κι αυτό διότι είτε έχουν καταφέρει, μετά από χρόνια υπομονής και σκληρής δουλειάς, να ανέλθουν στην ιεραρχία και να καταλάβουν θέσεις που συνεάγονται ταξικά προνόμια και συμφέροντα, ή γιατί ισχύει το ακριβώς ανάποδο. Έχουν παραμείνει στάσιμοι στην προλεταριακή συνθήκη τους και βλέπουν το νέο κύμα σαν “εισβολείς” και αναταγωνιστικά υποκείμενα στην καθημερινή πάλη για την ιδιοποίηση “σπάνιων” κοινωνικών πόρων.vi Για παράδειγμα, είναι γνωστή στις ΗΠΑ η αμοιβαία αντιπάθεια που υπάρχει ανάμεσα στις κοινότητες των μεξικανών και των σαλβαδοριανών μεταναστών. Ένας ανταγωνισμός που πολλές φορές εκτείνεται και στο εσωτερικό της σαλβαδοριανής κοινότητας και δεν αντανακλά μόνο τις έριδες που ενδεχομένως οι μετανάστες κουβαλούν μαζί τους από την κοινωνία προέλευσης, αλλά και δομικές συγκρούσεις και αντιπαλότητες που απορρέουν από τη νέα ταξική συνθήκη στην οποία βρίσκονται.

iiY. Hazony, The Virtue of Nationalism (Basic Books).

viCh. Arevalo, Ethnic Identity, Self-Esteem & Intra-Group Conflicts Amongst Latinos, https://scholarworks.sjsu.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1015&context=mcnair.