Όπου έχει εγκατασταθεί η πληθωρική κατανάλωση, μια συγκεκριμένη θεαματική αντίθεση βρίσκεται στο προσκήνιο των απατηλών ρόλων: η αντίθεση μεταξύ νεολαίας και ενηλίκων. Εντούτοις, οι πραγματικοί ενήλικες-άνθρωποι κύριοι της ζωής τους, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν πουθενά. Και η νεανική μεταμόρφωση του υπάρχοντος δεν είναι σε καμία περίπτωση ιδιότητα εκείνων που είναι σήμερα νέοι˙ είναι χαρακτηριστικό του οικονομικού συστήματος, του δυναμισμού του καπιταλισμού. Είναι τα αντικείμενα αυτά που κυβερνούν και αυτά είναι νέα.

Guy Debord[1]

 

Ένας από τους χειρότερους ιούς της κεφαλαιο-κρατικής πανδημίας που ονομάζεται κανονικότητα είναι η προσομοίωση της πολιτικής δράσης με την αρένα της βουλής. Για τους μιντιακούς της επιστάτες, το πολιτικό πράττειν αναγνωρίζεται ως τέτοιο μόνο όταν υπακούει στους κώδικες του κοινοβουλευτικού savoir-faire: προσφώνηση στον πληθυντικό αριθμό, politically correct λεξιλόγιο και πρακτικίστικες ερωταπαντήσεις που δεν έχουν ποτέ χρόνο να εμβαθύνουν και να τεκμηριωθούν. Στο μόνο πεδίο όπου το κράτος προσφέρει πολιτική ορατότητα -στο μιντιακό- οι ερωτώμενοι πρέπει πανω απ’ όλα να απαντούν πρακτικά, σε ερωτήσεις που διατυπώνονται ώστε να φαίνονται ρητορικές στα αυτιά των γονιών-νοικοκυραίων-ψηφοφόρων-τηλεθεατών.

«Λένε ότι κάποιοι σας υποκινούν (…) τι απαντάτε;». Να μια ρητορική ερώτηση που εξηγεί στους τηλεθεατές ότι οι μαθητές δεν είναι παρά «παιδιά» που παρασέρνονται στην πολιτική. Γιατί φυσικά τα παιδιά δεν μπορούν να ασκήσουν αυτόνομη πολιτική με βάση τις ανάγκες τους. Μπορούν μόνο να παραχωρήσουν την πολιτική τους συναίνεση (ψήφος) όταν πατήσουν τα 17. Στο φενακισμένο περιβάλλον του κρατικού ρεαλισμού, το εξωθεσμικό αυτόνομο εφηβικό πράττειν δεν θεωρείται πολιτικό και η ακατέργαστη εκφορά του νεανικού λόγου δεν έχει θέση. Αν θέλουν να τους πάρουμε στα σοβαρά πρέπει να ξεχάσουν την ηλικία τους και τις ανάγκες της, τη χαρά, τη ξεγνοιασιά, την ένταση, τη μαχητικότητα και να διατυπώσουν συγκεκριμένα αιτήματα ως ενήλικοι συνδικαλιστές, με μια γλώσσα που ανταποκρίνεται στην αλλοτριωμένη νοημοσύνη των ψηφοφόρων. Και κάπως έτσι, 17χρονα παιδιά βαφτίζονται προκλητικά «κύριοι» σε ένα γελοίο σκηνικό πολιτικού καθωσπρεπεισμού το οποίο νομιμοποιούν δυνάμεις όπως η ΚΝΕ.

«Κύριε Γερμανάκο» προσφωνεί ο 70χρονος Παπαδάκης έναν 17χρονο μαθητή της ΚΝΕ σαν να απευθύνεται σε βουλευτή της αντιπολίτευσης, για να ακούσουμε μετά από λίγο τον μαθητή να ανταποκρίνεται στον ρόλο του με αξιοσημείωτη ευθράδεια[2]. Και κάπως έτσι η ΚΝΕ μαθαίνει σε μικρούς και μεγάλους ότι είναι φυσιολογικό να βλέπουμε μαθητές σε ρόλο μικρομέγαλων πολιτευτών να συνομιλούν με έμμισθους τηλεκαραγκιόζηδες με το σεις και με το σας. Γιατί το ζήτημα εδώ δεν είναι αν ο μαθητής κατάφερε να ταπώσει τον Παπαδάκη όπως κραυγάζουν διάφοροι επαναστάτες τηλεθεατές. Το ζήτημα είναι ότι ένας έφηβος μετατρέπεται χαλαρά σε μια τηλεοπτική κοινοβουλευτική καρικατούρα που υπερασπίζεται τις καταλήψεις στη γλώσσα των μεγάλων. Αντί λοιπόν να χτυπάμε παλαμάκια, όπως οι κνίτες, για τη ρητορική δεινότητα του συμπαθέστατου κατά τα άλλα μαθητή, θα πρέπει να δούμε τι συνέπειες έχουν τέτοιες παρεμβάσεις στην πολιτική διαπαιδαγώγηση των εφήβων συντρόφων αλλά και στην κοινωνική πρόσληψη των νεανικών αναγκών και του μαθητικού αγώνα.

 

Η δαιμονοποίηση του χαβαλέ

Ο συγκεκριμένος μαθητής δεν ήταν ο μόνος κνίτης που εμφανίστηκε στα κανάλια για να γελοιοποιήσει άθελά του τη νεανική μαχητικότητα. Όλο αυτό το διάστημα, βλέπαμε διαρκώς μαθητές της ΚΝΕ[3] να συζητούν πολιτισμένα με μια αγέλη αστών δημοσιογράφων και να δαιμονοποιούν από κοινού την εφηβική ανάγκη για χαβαλέ. «Μας κατηγορούν ότι δεν ξέρουμε να μιλάμε για πολιτικά, ότι θέλουμε απλά να χάσουμε μάθημα»[4] λέει απολογούμενος ένας μαθητής της ΚΝΕ, στιγματίζοντας τη δημιουργική νεανική λούφα ως κατακριτέα. Δείχνοντάς μας πώς η σταλινική (και πάνω απ’ όλα αστική και χριστιανική) ηθική της εργασίας, κάνει νεαρά παιδιά να αποπολικοποιούν αυτόβουλα την φυσιολογικότατη εφηβική ανάγκη για ελεύθερο χρόνο και να καταθέτουν δηλώσεις νομιμοφροσύνης στην υπηρεσία της μαθητικής εργατικότητας. Σαν εργάτες που πασχίζουν να πείσουν τα αφεντικά τους ότι η μαζική τους απεργία δεν γίνεται για να τεμπελιάσουν αλλά μόνο για να διεκδικήσουν μικρά ρεαλιστικά αιτήματα. Ικανοποιήστε τα να το λήξουμε να πάμε στις δουλειές μας.

«Οι καταλήψεις είναι χαβαλές δεν είναι αγώνας» δηλώνει ο Άδωνις στο Ant1[5]. Τι πρέπει να απαντήσουμε σε αυτό μαζί με τους μαθητές; «Όχι κύριε Άδωνι δεν είναι χαβαλές, μας αρέσει το μάθημα»; ή να φωνάξουμε περήφανα ότι η διεκδίκηση ελεύθερου εξωσχολικού χρόνου είναι ένας εφηβικός πολιτικός αγώνας, όταν μιλάμε για παιδιά που σέρνονται καθημερινά από το σχολείο στο φροντιστήριο και πασχίζουν να ανταπεξέλθουν στο άγχος των εξετάσεων, υπό την πίεση του οικογενειακού περιβάλλοντος και τις πειθαρχήσεις της ταξικής κοινωνίας; Χαβαλές σημαίνει ελεύθερος χρόνος, σημαίνει χρόνος-παιχνίδι ενάντια στον χρόνο-εργασία. Το να βάζουμε τους μαθητές να διατρανώνουν ότι δεν κλείνουν τα σχολεία για χαβαλέ είναι σαν να τους διδάσκουμε την εφηβική εκδοχή της καπιταλιστικής ηθικής της εργασίας.

«Πρώτα ο homo ludens [ο φιλοπαίγμων άνθρωπος] ή ο homo faber [ο εργαζόμενος άνθρωπος];» ρωτάει ο Toti, «το παιχνίδι αποτελεί μοναδική ανθρώπινη δραστηριότητα που δεν παράγει πλούτο (…) είναι κατά βάθος πρόταγμα ελευθερίας. Το βασίλειο της ελευθερίας όπου εξαφανίζεται η σκλαβιά της δουλειάς, δηλαδή η αναγκαιότητα που πηγάζει από την έλλειψη των αγαθών και από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων που τα παράγουν (…) κόσμος απόλυτης απελευθέρωσης από την κοινωνική οργάνωση που κλέβει από τον άνθρωπο το είναι του και τον χρόνο του (…) το παιχνίδι δεν είναι παρά εκδίκηση ενάντια στην πραγματικότητα του κόσμου της εργασίας, που είναι σοβαρή, γιατί είναι υποχρεωτική, μια εκδίκηση – μοναδικός δρόμος προς την απελευθέρωση, μια παρηγοριά απέναντι στον ακρωτηριασμό του ανθρώπου από τον διαχωρισμό του σε τάξεις και σε χρόνους εργάσιμους κι ελεύθερους, από την απώλεια δηλαδή της πραγματικής του ταυτότητας»[6].

 

Αιτηματολογία ενάντια στην εξεγερσιακή εκτροπή

«Υπάρχει κάποιος διάλογος με το υπουργείο που μπορεί να εκτονώσει τις καταλήψεις»;[7] ρωτάνε επισταμένα τους μαθητές της ΚΝΕ οι Παπαδάκηδες, προσπαθώντας να προσαρμόσουν τον αγώνα στον αντιεξεγερσιακό πρακτικισμό της θεσμικής πολιτικής˙ να υπενθυμίσουν δηλαδή προς πάσα κατεύνθυνση ότι το ζήτημα είναι πώς θα λήξουν οι καταλήψεις. Στο επίκεντρο του κανονικοποιημένου τηλεοπτικού διαλόγου δεν βρίσκονται οι έφηβοι και οι ανάγκες τους. Η κοινοτική ζωή, ο αγώνας και το βίωμά του δεν νοούνται ως ανάγκες καθεαυτές. Στα τηλεοπτικά στούντιο του κράτους, η εξωτερίκευση της πραγματικής εφηβικής επιθυμίας απαγορεύεται˙ η εξέταση της εφηβικής υποκειμενικότητας υποκαθίσταται από μια θετικιστική αιτηματολογική ανάλυση του μαθητικού ξεσηκωμού. Σε όλα αυτά το ΚΚΕ κάνει thumbs-up.

Σε συνεργασία με το Κόμμα, το κράτος κατασκευάζει θεσμικούς εκπροσώπους των καταληψιών, δηλαδή νομοταγή προπλάσματα της εφηβικής μαχητικότητας, τους οποίους υποβάλλει σε τηλεοπτικές δίκες στο επίκεντρο των οποίων τίθενται αποκλειστικά τα αιτήματα και η πασιφιστική τους υπεράσπιση. Στα εν λόγω τηλεδικαστήρια, ενάγων (ΝΔ) και εναγόμενος (ΚΚΕ) καταδικάζουν από κοινού τόσο την εφηβική μάχη για ελεύθερο χρόνο (χαβαλές) όσο και την εξέγερση (κινηματική βία). Κατά συνέπεια, η συζήτηση εγκλωβίζεται στο κατά πόσον τα αιτήματα είναι εφικτό να ικανοποιηθούν και οι καταλήψεις η σωστή μορφή αγώνα για την ικανοποίησή τους. Κι έτσι, οι πραγματικές ανάγκες που ικανοποιούν οι καταλήψεις αποκρύπτονται στην υπηρεσία της ευγενούς κομματικής άμυλας.

Στην αντίπερα όχθη, οι μαρτυρίες παλιών συμμετεχόντων στις μαθητικές καταλήψεις του ’90-’91 είναι χαρακτηριστική για το πραγματικό νόημα της κατάληψης: «Το καμαράκι του επιστάτη, απέκτησε κάποια στρώματα γυμναστικής και τη βγάζαμε εκεί ντουμανιάζοντας το χώρο, πίνοντας κάνα κρασί και ακούγοντας μουσική… Ατελειώτες ώρες χαβαλέ (…) Πρέπει να ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα με διάθεση στο σχολείο. Άρχισα να μιλάω με παιδιά που δεν είχα ξαναμιλήσει ποτέ. Να συζητούμε πράγματα για τη ζωή μας, τις σκέψεις μας, τις μουσικές μας… έκανα καινούργιες φιλίες, κάποιες από αυτές ζωής. (…) Αυτή ήταν η εξέγερση μιας γενιάς μαθητών που κατά πλειοψηφία δεν είχε και πολλά να κάνει με την πολιτική (…) Κάναμε κάτι όπως βγήκε, με την αγαρμποσύνη και την αδρεναλίνη του 16χρονου»[8]. «Πιο πολύ ήταν μια αίσθηση ελευθερίας, μια αίσθηση κυριότητας του χώρου που μας οδήγησε στις καταλήψεις και όχι τόσο τα εκπαιδευτικά αιτήματα που είχαμε»[9]. Αυτοί είναι οι πραγματικοί έφηβοι κι αυτές οι πραγματικές τους ανάγκες. Αν όλα αυτά δεν μπορούν να εκφραστούν στα στούντιο των Παπαδάκηδων, γιατί να πάει κάποιος εκεί;

Η (κομματική και τηλεοπτική) φετιχοποίηση των αιτημάτων, η αναγωγή τους δηλαδή στην ίδια την ουσία του αγώνα, κανονικοποιεί τη μορφή του. Εγκλωβίζει τις καταλήψεις σε μια πασιφιστική προάσπιση της πρότερης υπάρχουσας εκπαιδευτικής κανονικότητας, εις βάρος της εξεγερσιακής προοπτικής. Το μπόλιασμα των διεκδικήσεων με ταξικά αιτήματα που στρέφονται ενάντια στην ελαστικοποίηση της εργασίας των εκπαιδευτικών και των σχολικών καθαριστριών ή αντιεθνικιστικά αιτήματα όπως η εναντίωση στην υποχρεωτική στράτευση στα 18, ανοίγουν την προοπτική για σύνδεση του μαθητικού αγώνα με εργατικές και αντιφασιστικές κοινότητες και την πυροδότηση ευρύτερων κοινωνικών αγώνων. Αυτό όμως δεν αρκεί όταν η εφηβική οργή δεν ξεχύνεται συγκρουσιακά στους δρόμους για να παρασύρει τα τμήματα του προλεταριάτου που βρίσκονται σήμερα, όπως και οι μαθητές, στο επίκεντρο των πολιτικών ταξικής πειθάρχησης (εκπαιδευτικοί, νοσοκομειακοί, εποχικοί, εστίαση, φοιτητές κλπ.).

Ένα μαχητικό μαθητικό κίνημα που συγκροτείται πάνω σε ζωντανές συνελεύσεις απελευθερωμένες από κομματικές πρωτοπορίες και συγκρούεται στους δρόμους, είναι ένα κίνημα που θέτει σε λειτουργία μια αυτόνομη πολιτική. ‘Εχοντας κατακτήσει την πολιτική του αυτονομία, τα αιτήματα του γίνονται τότε εργαλεία αγώνα που προσανατολίζουν την εφηβική μάχη και όχι συνδικαλιστικά φετίχ που την υποβιβάζουν σε θεσμική αιτηματική πολιτική. Το περιεχόμενο πρέπει να βρει τη μορφή του. Το εξεγερσιακό μαθητικό κίνημα του ’90-’91 πέτυχε τη διάρκεια που το οδήγησε στην απόσυρση των προεδρικών διαταγμάτων της τότε κυβέρνησης Μητσοτάκη επειδή ήταν αυτόνομο και εξεγερσιακό, όχι μόνο επειδή είχε δίκαια και διευρυμένα αιτήματα. Και δεν είναι τυχαίο, όπως επισημαίνεται σε μια σχετική έρευνα, ότι εκείνη την περίοδο το ΚΚΕ δεν κατάφερε να συμμετάσχει οργανωμένα στις κινητοποιήσεις και να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο την έκβασή τους[10].

 

Κράτος vs ΚΚΕ: ένα μιντιακό win-win στην πλάτη των καταλήψεων

Το θλιβερό τηλεοπτικό σκετς μεταξύ των μαθητών της ΚΝΕ και των χαμογελαστών Παπαδάκηδων αποτελεί ένα παιχνίδι win-win μεταξύ κράτους και ΚΚΕ. Τι θέλει το κράτος; Να κομματικοποιήσει τις καταλήψεις για να τις υπονομεύσει. Να αποδείξει δηλαδή ότι οι καταλήψεις δεν είναι παρά μια ανήθικη αντιπολίτευση της αριστεράς που υποκινεί τα «παιδιά» ενάντια σε μια δοκιμαζόμενη από την πανδημία κυβέρνηση. Τι θέλει το ΚΚΕ; Να κυριαρχήσει στον πόλεμο μαθητών-κυβέρνησης, διεκδικώντας κομματική ορατότητα. Στήνει λοιπόν αντιεξεγερσιακά συντονιστικά και βγάζει τους εκπροσώπους του στα κανάλια για να απευθυνθεί τόσο στο ενήλικο εκλογικό κοινό και να το ηρεμήσει, όσο και στους μαθητές για να τους κάνει μαθήματα αγωνιστικού καθωσπρεπεισμού. Να θυμίσει δηλαδή και στους δύο το ιστορικό «Πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στους αγώνες»[11].

Από την άλλη, καλώντας τους εκπροσώπους της ΚΝΕ στα ΜΜΕ της, η κυβέρνηση προσφέρει στους καταληψίες μια ελεγχόμενη ορατότητα εντός του αστικού πολιτικού θεάματος. Με αυτό τον τρόπο (α) καταρρίπτει τις κατηγορίες ότι δεν τους δίνει βήμα να εκφραστούν και (β) πείθει τους ψηφοφόρους της ότι οι καταλήψεις δεν είναι τίποτα άλλο παρά η προσπάθεια του ΚΚΕ να ασκήσει αντιπολίτευση και να πρωταγωνιστήσει στην επικαιρότητα. Μέσα λοιπόν από τα παράθυρα ουδέτερων δεξιών όπως ο Παπαδάκης, το κράτος προσπαθεί να αντιμετωπίσει την εξωθεσμική πολιτική των έφηβων καταληψιών κανονικοποιώντας την θεαματικά, για να την αποδομήσει εν συνεχεία με όρους θεσμικής πολιτικής.

Από τις λεγκαλιστικές αψιμαχίες μεταξύ κράτους και ΚΚΕ, ο μεγάλος χαμένος είναι φυσικά οι ίδιοι οι μαθητές. Απέναντι στην προοπτική μιας μαθητικής εξέγερσης που διεκδικεί αυτονομία και διάρκεια, το Κόμμα επιλέγει τη διάσπαση μεταξύ αγωνιστών και μπαχαλάκηδων, στην υπηρεσία της πολιτικής κανονικότητας: το υπουργείο προσπάθησε να καταστείλει το μαθητικό κίνημα με τους εισαγγελείς, τους μπάτσους και φυσικά «τους κλασσικούς μπαχαλάκηδες που προφανώς είναι στημένοι και δίνουν πάντα πάσα στα ΜΑΤ για να ρίξει σε μας πίσω δακρυγόνα» δηλώνει μια μαθήτρια της ΚΝΕ στο σχετικό κομματικό podcast[12]. Αυτούς καταγγέλει το Κόμμα, όχι τους Παπαδάκηδες. Παρόλο που όπως έγραψε πρόσφατα ένας συντάκτης γνωστού εναλλακτικού κκέδικου site «οι μαθητές βρίσκονται περικυκλωμένοι από τη συκοφαντία και τις απειλές που άμεσα ή έμμεσα εκτοξεύει το αστικό κατεστημένο. Οι φωνές των ΜΜΕ, οι ποικιλώνυμοι στυλοβάτες του συστήματος […]»[13], η ΚΝΕ δεν έχει κανένα πρόβλημα να βάζει τους μαθητές της να νομιμοποιούν αυτούς τους «στυλοβάτες του συστήματος» και ταυτόχρονα να συκοφαντούν συνομιλήκους τους που επιλέγουν τον δρόμο της σύγκρουσης.

 

Η εφηβική μάχη για τον χρόνο

Για να δούμε τι είναι αυτό που διασφαλίζει την επιτυχία του μαθητικού αγώνα πρέπει να κοιτάξουμε τι τον γεννά. Κι αυτό είναι το παιχνίδι, δηλαδή η ανάγκη για χρόνο γεμάτο δημιουργικότητα και ένταση. Αυτό πρέπει να φωνάξουμε. Ότι οι μαθητικές καταλήψεις είναι, πρώτα και κύρια, η εκδίκηση του παιχνιδιού ενάντια στη σχολική εργασία και στον τεμαχισμό του εφηβικού χρόνου. Οι καταλήψεις είναι η μαθητική εκδοχή της προλεταριακής μάχης για τον χρόνο. Πέρα από στέγη της εφηβικής κοινωνικότητας, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το σχολείο αποτελεί και τον χώρο εργασίας των μαθητών. Λειτουργεί με ρολόγια, αφεντικά, άγχος και ανταγωνισμό. Κι όταν χτυπήσει το τελευταίο κουδούνι η δουλειά δεν τελειώνει. Μετά το αγχωμένο μεσημεριανό, η σχολική εργασία συνεχίζεται στα φροντιστήρια και στο διάβασμα στο σπίτι.

Τι επιτελούν λοιπόν πραγματικά οι μαθητικές καταλήψεις; Την ανάγκη για έναν συλλογικό χωροχρόνο, ελεύθερο από το ρολόι του σχολικού εργοστασίου και το άγχος του μαθητικού πρωταθλητισμού. Κι ο μόνος τρόπος να το πετύχουν οι μαθητές είναι να καταλάβουν τη Βαστίλη τους. Να διώξουν τους φύλακες και να τη μετατρέψουν έστω και προσωρινά σε μια κοινότητα ανθρώπων με τους οποίους μιλάνε την ίδια γλώσσα, γιατί μοιράζονται τις ίδιες ανάγκες. Τις πραγματικές εφηβικές ανάγκες που μπορούν να στεγάσουν μόνο οι καταλήψεις. Την ανάγκη για παιχνίδι και άραγμα σε έναν χώρο απαγορευμένο για γονείς, διευθυντές και μπάτσους. Την αστείρευτη ανάγκη για βλακείες που προσφέρουν εξίσου αστείρευτη χαρά. Το πάθος για συλλογική οργάνωση και μάχη. Για αυτές τις μάχες που αποζητάμε σαν παιδιά κι εμείς οι μεγαλύτεροι αλλά λίγες φορές έχουμε την ευκαιρία να τις δώσουμε όπως πρέπει.

Αν κάτι έχουμε λοιπόν να κάνουμε είναι να βοηθήσουμε τους μαθητές και τις μαθήτριες να διεκδικήσουν έναν χρόνο συλλογικό κι εξεγερμένο απέναντι στη σαπίλα του ενήλικου πολιτισμού. Να τους δείξουμε ότι είναι φυσιολογικό και δίκαιο να αποζητούν το παιχνίδι και να εξεγείρονται γι’ αυτό. Να τους παροτρύνουμε να οικοδομήσουν την δικιά τους εξέγερση και τα δικά τους αιτήματα, υψώνοντας ένα τεράστιο κωλοδάχτυλο στην κοινωνία της εργατικότητας.



[1] Guy Debord, The society of the spectacle, Bureau of Public Secrets, 2014, εδάφιο 62. (μτφρ δική μας) [https://libcom.org/files/The%20Society%20of%20the%20Spectacle%20Annotated%20Edition.pdf].

[2] Ant1, 2/10/20 [https://www.youtube.com/watch?v=ez2lE_pMaa8].

[3] Ant1, 25/9/20 [https://www.youtube.com/watch?v=7msLPonT-ms] &

Ant1, 25/9/20 [https://www.youtube.com/watch?v=klwFdGINu48] &

Mega, 29/9/20 [https://www.youtube.com/watch?v=1XYw8VA7iFc] &

Open, 30/9/20 [https://www.youtube.com/watch?v=mN_KK5Prn9c] &

Ant1, 30/9/20 [https://www.youtube.com/watch?v=SNNiowt9vuA] &

Ant1, 2/10/20 [https://www.youtube.com/watch?v=ez2lE_pMaa8] &

Mega, 2/10/20 [https://www.youtube.com/watch?v=9xJbqVOzDC4] &

Mega, 3/10/20 [https://www.youtube.com/watch?v=yCRiLWoRBjU] &

Real FM, 3/10/20  [https://www.youtube.com/watch?v=BwLCm9v4yQE] &

Ant1, 5/10/20 [https://www.youtube.com/watch?v=L-Rtz6k7oWM].

[4] Ant1, 30/9/20 [https://www.youtube.com/watch?v=SNNiowt9vuA] στο 8:30.

[5] Ant1 [https://www.youtube.com/watch?v=-zpTgaz44Ns] στο 0:50.

[6] Gianni Toti, Ο ελεύθερος χρόνος, Κουκκίδα, 2009, σ. 322-325.

[7] Mega, 29/9/20 [https://www.youtube.com/watch?v=1XYw8VA7iFc] στο 6:07.

[8] «Καταλήψεις 90/91» [https://parallhlografos.wordpress.com/2011/01/10/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82-9091/].

[9] Δημήτρης Σκλαβενίτης, Κάτσε καλά Γεράσιμε. Μαθητικό κίνημα και καταλήψεις 1974-2000, Ασίνη, 2016, σ. 323.

[10] Σκλαβενίτης, ό.π, σ. 351.

[11] ΚΝΕ, Για μια ταξική, πατριωτική, ηθική διαπαιδαγώγηση της νεολαίας, 1977.

[12] Podcast της ΚΝΕ [https://www.youtube.com/watch?v=WbobFBfFDf0] στο 8:50.

[13] «Σχετικά με τις καταλήψεις» [http://www.katiousa.gr/apopseis/schetika-me-tis-katalipseis/].