Η κρατική παρανομία το Πολυτεχνείο κι η φιλελεύθερη αντίφαση

Αν ένας ηγεμόνας χρησιμοποιεί την εξουσία του εναντίον του λαού του […], τότε ο λαός έχει το δικαίωμα να τον αντιμετωπίσει με βία. Ο σωστός τρόπος για να αντιμετωπιστεί η παράνομη βία της εξουσίας είναι η βία.

Τζον Λοκ, Δύο δοκίμια περί διακυβερνήσεως (1689)

Τις τελευταίες μέρες εξελίσσεται ένα κατασταλτικό όργιο που επικοινωνιακά πλασάρεται ως αγώνας ενάντια στη διάδοση του κορονοϊού που οι αριστεροί κι οι αναρχικοί προσπαθούν να διασπείρουν συμμετέχοντας στην πορεία του Πολυτεχνείου. Την Παρασκευή 13 Νοέμβρη πολυάριθμες δυνάμεις της αστυνομίας εισέβαλαν εν είδει τηλεοπτικού show στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο στην Πατησίων και στην Πολυτεχνειούπολη Ζωγράφου για να καταστείλουν και να συλλάβουν δεκάδες φοιτητές κι αγωνιστές που ζητούσαν να παραμείνει ανοιχτό το Πολυτεχνείο για να τιμηθεί η επέτειος της εξέγερσης. Το Σάββατο 14 Νοέμβρη στην Πάτρα, τα ΜΑΤ επιτέθηκαν άγρια σε συγκέντρωση αναρχικών κάνοντας πάνω από 30 προσαγωγές. Λίγο αργότερα στη Θεσσαλονίκη συνελήφθησαν και κατηγορούνται για διέγερση σε ανυπακοή 5 αγωνιστές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ επειδή μοίραζαν φυλλάδια για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.  Συνήθως σε περιόδου έξαρσης της κρατικής βίας και του αυταρχισμού υπάρχουν πολλοί που κάνουν λόγο για χούντα. Άλλοι αντιτείνουν (χωρίς να έχουν άδικο) πως ένα στρατιωτικό καθεστώς είναι ουσιωδώς διαφορετικό κι από την πιο αυταρχική μορφή αστικής δημοκρατίας και πως η σχετικοποίηση της δικτατορίας περισσότερο συσκοτίζει την πραγματικότητα και βάζει εμπόδια στην ανάπτυξη του κινήματος παρά διευκολύνει. Τα πράγματα όμως δεν είναι άσπρο-μαύρο.

Τί συμβαίνει όταν παρανομεί η κυβέρνηση; Η φιλελεύθερη αντίφαση.

Όπως πολύ εύστοχα αναλύει σε πρόσφατο άρθρο του ο Θανάσης Καμπαγιάννης (γνωστός από τη συμμετοχή του στην ομάδα δικηγόρων της πολιτικής αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής), ένας από τους πυλώνες της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας είναι “η αυτοτελής δυνατότητα των πολιτών να δρουν συλλογικά εκτός των σχεδιασμών της κρατικής εξουσίας… Αυτό η κυβέρνηση δειλά έχει αναγκαστεί να το δεχτεί ακόμα και στην ΚΥΑ των μέτρων απαγόρευσης. Η αναστολή των συναθροίσεων περιορίζεται, με ρητή αναφορά στο άρθρο 11 του Συντάγματος και στον (αντισυνταγματικό) νόμο για τις διαδηλώσεις”. Και συνεχίζει “καμία σύγκριση δεν μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στην πολιτική-συνδικαλιστική συνάθροιση και την λιτανεία, το γήπεδο ή την κρατική παρέλαση. Η λιτανεία είναι ομολογιακή, ενώ η πολιτική συνάθροιση είναι λειτουργική για το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα.”. Από αυτά βγαίνει το συμπέρασμα πως η βίαιη καταστολή των πολιτικών εκδηλώσεων σε Αθήνα και Πάτρα αποτελούν φαινόμενα αυτονόμησης της εξουσίας από τον θεσμικό της ρόλο και εκτροπή από τον καταστατικό νόμο του ίδιου του κράτους. Όχι πολιτειακή εκτροπή αλλά πάντως εκτροπή. Ο υπουργός δημόσιας τάξης Μ. Χρυσοχοΐδης, σε τηλεοπτικό διάγγελμά του λίγη ώρα πριν την εισβολή των ΜΑΤ στο ΕΜΠ απαγόρευσε προφορικά ως άλλος αυτοκράτορας Βοναπάρτης (με όλες τις συνδηλώσεις που εμπεριέχει αυτό) την πορεία του Πολυτεχνείου. Ακόμη όμως και στον ίδιο τον πρόσφατο κατάπτυστο νόμο για τις πορείες αρμόδιος για να απαγορεύσει πορεία δεν είναι ο υπουργός ή ο πρωθυπουργός μέσω τηλεοπτικών σόου (κάτι που αναγνωρίζει ακόμη και το φιλοκυβερνητικό site του Μαρινάκη, in.gr) αλλά οι κατά τόπους αρμόδιες αστυνομικές αρχές. Μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει τέτοια απαγόρευση οπότε η σύλληψη των μελών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ κι η κατηγορία για διέγερση σε ανυπακοή επειδή τα φυλλάδια που μοίραζαν καλούσαν στην πορεία του Πολυτεχνείου συνιστά ακόμη μια εκτροπή.

Φυσικά το ζήτημα δεν είναι νομικό αλλά βαθιά πολιτικό. Άλλωστε εκατοντάδες ή και χιλιάδες φορές στο παρελθόν, σε μικρότερες ή μεγαλύτερες υποθέσεις έχουν καταπέσει στα δικαστήρια οι κρατικές σκευωρίες. Ο λεγόμενος “πατέρας του φιλελευθερισμού” Τζον Λοκ απέναντι σε μια άδικη εξουσία αναγνώριζε σαφώς το δικαίωμα όχι απλά στη λαϊκή ανυπακοή αλλά στη λαϊκή βία. Αυτή αντίληψη του Λοκ απαντάται σε διάφορες μορφές στα συντάγματα πολλών φιλελεύθερων δημοκρατιών, μεταξύ αυτών και της Ελλάδας με τη γνωστή “ακροτελεύτια διάταξη” (άρθρο 114 παλιότερα, άρθρο 120 από το 1975 κι έπειτα) όπου ορίζεται πως “H τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Eλλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία”. Πολύ ανοιχτή σε διάφορες αναγνώσεις διατύπωση παρόλα αυτά υπάρχει. Αυτό που συμβαίνει όμως σε περιόδους κρίσης είναι ότι συνήθως η εξουσία θυμάται κι επιστρατεύει τον Τόμας Χομπς και το κράτος-Λεβιάθαν όπου το κράτος είναι ο μοναδικός φορέας νόμιμης βίας. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου το κράτος αποδεδειγμένα παραβιάζει βασικές θεσμικές αρχές καθώς έχεις σαφείς ευθύνες για τη διαχείριση της πανδημίας και τους 1038 θανάτους μέχρι τώρα αλλά και ασκεί κατασταλτική βία παραβιάζοντας τους ίδιους τους νόμους του. Η απάντησή του απέναντι σε πολίτες που ασκούν το δικαίωμα στην αντίσταση είναι η καταστολή κι η προετοιμασία για ακόμη περισσότερη ορίζοντας πλέον ως κανονικότητα τη διαρκή κατάσταση εξαίρεσης. Η μπαρούφα επίσης περί “ενιαίας σκέψης” εντάσσεται σε αυτό. Με αυτόν τον τρόπο το κράτος έρχεται σε άμεση αντίφαση με τις ίδιες τις φιλελεύθερες αρχές του.

Πέρα από το φιλελεύθερο ψεύδος

Ουδόλως φυσικά δεν απασχολεί την εξουσία η ιδεολογική της αντίφαση καθώς αυτή λύνεται με το σπαθί. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η εξουσία δεν αναγνωρίζει όρια όταν πρόκειται για την αναπαραγωγή της. Είναι επίσης γνωστό πως ο καπιταλισμός στα δύσκολα δε διστάζει να θυμηθεί τις μεθόδους που τον γέννησαν κι εκφράστηκαν ιστορικά με την αρπαγή των κοινών γαιών, με τη δολοφονική εκμετάλλευση των αποικιών, με την άγρια δύση. Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα τα σοσιαλιστικά κι αναρχικά κινήματα κι οι θεωρητικοί τους μας είχαν προσφέρει τη θεωρητική κι έμπρακτη κριτική της αστικής δημοκρατίας. Ένα από τα κύρια σημεία κριτικής στην πολιτική μορφή είναι πως δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για δημοκρατία καθώς βασίζεται πάνω στην ανισοκατανομή δύναμης. Πως είναι δυνατόν να θεωρήσουμε πως ο λαός είναι κυρίαρχος όταν υπάρχει τέτοια τεράστια διαφορά ανάμεσα στους μεγαλοαστούς και την εργατική τάξη; Πως γίνεται να θεωρήσουμε ότι όταν υπάρχει μια δεδομένη κοινωνική σχέση εξουσίας όπως αυτή του αφεντικού με τον εργαζόμενο αυτή δε θα εκφραστεί και πολιτικά; Πως είναι δυνατόν να πιστέψουμε πως η κρατική γραφειοκρατία δε θα κάνει χρήση της προνομιακής θέσης της απέναντι στον λαό για να συνεχίσει να βρίσκεται στη θέση της;

Το σημαντικό όμως όπως σημειώθηκε παραπάνω, είναι ότι μέσα και από τις κινήσεις των τελευταίων ημερών επιχειρείται να χτιστεί η λεγόμενη “κανονικότητα”, μια κανονικότητα που όμως είναι καινοφανής και στηρίζεται πάνω στην ακραία περαιτέρω πειθάρχηση του κοινωνικού σώματος με σκοπό τη διασφάλιση της καπιταλιστικής κερδοφορίας σε συνθήκες κρίσης. Αν αυτή η κανονικότητα περνάει μέσα από θεσμικές εκτροπές τόσο το χειρότερο για θεσμούς όπως το σύνταγμα που έτσι κι αλλιώς δεν είναι παρά ένα συμβολικό κουρελόχαρτο. Η μαχητική υπεράσπιση όμως των δικαιωμάτων μας δε σημαίνει απαραίτητα υπεράσπιση αυτού του κουρελόχαρτου αλλά υπεράσπιση των αγώνων που έγιναν για να κατακτηθούν αυτά τα δικαιώματα, υπεράσπιση της προοπτικής για ελευθερία κι ευτυχία, υπεράσπιση των ζωών μας.

Ποιους αφορά το φετινό Πολυτεχνείο;

Έχει πολύ σωστά ειπωθεί πως το Πολυτεχνείο ανήκει σε όλους (κι ο Δεκέμβρης του 2008 σε κανέναν). Ανήκει στην αστική δημοκρατία καθώς αποτελεί έναν από τους γενέθλιους μύθους της Μεταπολίτευσης. Ανήκει στην αριστερά καθώς οι αγωνιστές της ήταν αυτοί που επηρέασαν περισσότερο από όλους την εξέγερση αλλά κι επηρεάστηκαν μετέπειτα από αυτή. Ανήκει στο αναρχικό κίνημα καθώς οι ολιγάριθμες τότε ομάδες του πρωτοστάτησαν στην κατάληψη κι αυτή η εξέγερση είναι η πρώτη εμφάνιση του στη σύγχρονη Ελλάδα. Ανήκει στους φοιτητές, τους μαθητές, τους εργάτες, τους κατοίκους περιοχών που αγωνίζονται για τη σωτηρία του φυσικού περιβάλλοντος γύρω τους (όπως έκαναν οι κάτοικοι των Μεγάρων εκείνες τις μέρες στο Πολυτεχνείο). Ανήκει σε όλους.

Πέρα όμως από την ιστορική σημασία που έχει το Πολυτεχνείο υπάρχουν πολύ σοβαροί λόγοι για τον οποιονδήποτε για να συμμετέχει στις φετινές πορείες. Αξίζει να γίνει μια ιδιαίτερη σημείωση για όσους αυτοχαρακτηρίζονται ως δημοκράτες. Έχοντας αναλύσει παραπάνω τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση καταργεί τα δημοκρατικά δικαιώματα, ειδικά πριν από μια επέτειο με τόσο υψηλό συμβολισμό για αυτά, είναι αδιανόητο κάποιος που θεωρεί τον εαυτό του δημοκράτη να μη σπάσει την απαγόρευση. Σε διαφορετική περίπτωση καλό θα ήταν από εδώ και στο εξής να το βουλώνει και να μη μας ζαλίζει με φληναφήματα και μαθήματα περί δημοκρατίας κι ορθού τρόπου να αγωνίζεσαι. Οι δημοκράτες ας σεβαστούν τη μνήμη του τεράστιου αγωνιστή Αλέκου Παναγούλη κι ας πράξουν, τηρουμένων των αναλογιών, αυτό που πρέπει.

Ωστόσο αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι να κινητοποιηθεί η κοινωνική βάση, ο κόσμος της εργασίας, οι καταπιεσμένοι κι εκμεταλλευόμενοι. Αυτοί είναι που πληρώνουν και θα πληρώσουν πολύ σκληρότερα στο άμεσο μέλλον τις συνέπειες της κρατικής διαχείρισης της πανδημίας. Αυτοί είναι που πετιούνται έξω από τα νοσοκομεία και τις ΜΕΘ. Αυτοί είναι που τα εργασιακά δικαιώματά τους περικόπτονται, που τους παίρνουν το σπίτι. Αυτοί είναι που έρχονται αντιμέτωποι με το φάσμα της πείνας. Είναι αυτοί στην τελική που θα πληρώσουν περισσότερο από όλους τη σκλήρυνση του κατασταλτικού πλαισίου.

Τα αναρχικά και κομμουνιστικά πολιτικά ρεύματα οφείλουν, ως ενεργές μειοψηφίες, να μπούνε μπροστά για να διαμορφώσουν καλύτερους όρους πάλης. Είναι σίγουρο πως οι μάχες που έρχονται θα έχουν μεγάλο κόστος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως πως είμαστε και φορείς της ιστορικής μνήμης των μεγάλων αγώνων που έχουν δοθεί σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη, αγώνων που δόθηκαν σε πολύ δυσκολότερες περιόδους. Τώρα είναι η ώρα να λογαριαστούμε.