Η ανάγκη της “προεικόνισης” και ο Ερρίκο Μαλατέστα.
Η σημασία της προεικόνισης της μελλοντικής κοινωνίας είναι αδιαμφισβήτητη για κάθε επαναστατικό ρεύμα το οποίο θέλει να λαμβάνει τον εαυτό του στα σοβαρά. Οι Αναρχικοί (και οι ακόμη περισσότερο, οι Αναρχοκομμουνιστές) είχαν αντιληφθεί το ζήτημα αυτό από πολύ νωρίς, όπως και άλλοι ριζοσπάστες επαναστάτες. Άλλωστε, η καταγωγή των περισσότερων ρευμάτων του ευρύτερου σοσιαλιστικού κινήματος αντλείται από τους λεγόμενους “ουτοπικούς σοσιαλιστές”, οι οποίοι περισσότερο ασχολήθηκαν με το πως θα μοιάζει μια “ιδανική” κοινωνία, παρά με το πως θα φτάσουμε σε αυτήν, προσπέρασαν δηλαδή τα πρώτα, προπαρασκευαστικά στάδια της επανάστασης, αφού οι περισσότεροι εξ αυτών δεν ήταν επαναστάτες με την κλασσική έννοια.
Σε αντίθεση όμως με τους απογόνους των ουτοπιστών – και μάλλον λαμβάνοντας τα κατάλληλα μαθήματα από την αποτυχία των προσπαθειών τους – οι Αναρχικοί δεν θέλησαν να δομήσουν τις “ιδανικές” κοινότητες στο σήμερα, σαν νησίδες ελευθερίας ανάμεσα στην καταπίεση και την εκμετάλλευση. Κατάλαβαν πως κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, αν έρθει σε πραγματική σύγκρουση με το υπάρχον, χωρίς την ίδια την κοινωνική επανάσταση, την συλλογική διαδικασία της κοινωνικής απελευθέρωσης. Έτσι, οι Αναρχικοί συνέδεσαν την κατάκτηση μιας οποιασδήποτε “ουτοπίας” (της ελεύθερης, ταξικής κοινωνίας συγκεκριμένα) με το συνολικό γκρέμισμα του υπάρχοντος εκμεταλλευτικού συστήματος.
Ούτε όμως και θέλησαν, όπως έκαναν οι ουτοπιστές, να φανταστούν και να προσδιορίσουν κατά γράμμα την μελλοντική κοινωνία, μια κοινωνία, άλλωστε, που θα ήταν σταδιακά ένας κόσμος άλλων ανθρώπων, πιο ελεύθερων, απαλλαγμένων από τα εξουσιαστικά κατάλοιπα του χθες.
Παρόλα αυτά, οι Αναρχικοί αντιλήφθηκαν πολύ νωρίς πως, χωρίς κανένα προσχέδιο της μελλοντικής κοινωνίας στο μυαλό τους, χωρίς να έχουν κανένα διαμορφωμένο πλάνο για την επόμενη ημέρα της επανάστασης, ώστε να το προτείνουν στις εκμεταλλευόμενες τάξεις – σχέδιο το οποίο να εξάγεται από τις θεωρήσεις και τα προτάγματα του αναρχισμού για την “οικονομία” και την οργάνωση της κοινωνίας- το κίνημα τους δεν θα ήταν επαναστατικό, δεν θα άγγιζε καμία συνείδηση, δεν θα είχε καμία προοπτική.
Κανένας άνθρωπος, όσο δύσκολη κι αν είναι η θέση του στην κοινωνία, αν θέλει να καλυτερέψει την θέση του αυτή, δεν θα πιστέψει σε μια ιδεολογία, σε έναν σκοπό που δεν διαθέτει θετικό όραμα για τον κόσμο, πάρα μονάχα καταστρεπτικό. Κανένας και καμία δεν θέλει στην πραγματικότητα να γίνει κοινωνός μιας ιδέας η οποία, πέρα από το να εξηγεί και να εχθρεύεται τις αιτίες που προκαλούν τα προβλήματα που ταλανίζουν τον κόσμο και τους ανθρώπους, δεν προτείνει απτές λύσεις για τα προβλήματα αυτά.
Ο Αναρχισμός δεν έρχεται φυσικά να “προτείνει έτοιμες λύσεις”. Βεβαίως και έχει απαντήσεις. Βεβαίως και έχει σχέδιο. Σχέδιο όμως που, αυτή την φορά, οφείλει να συμπεριλαμβάνει τους ανθρώπους σε κάθε του βήμα. “Λύσεις” που να μπορούν οι ίδιοι να τις συνδιαμορφώνουν στην πράξη. Να τις αμφισβητούν, να τις επαναπροσδιορίζουν. Όχι όμως χωρίς καμία κατεύθυνση. Παραφράζοντας τα λόγια ενός γνωστού αναρχικού που θα αναφερθεί και παρακάτω, όποιος βαδίζει τυχαία, χωρίς κατεύθυνση, θα φτάσει σε έναν τυχαίο προορισμό. Υποχρέωση του αναρχισμού είναι να προτάξει την κατεύθυνση που οδηγεί στην ελευθερία, την ισότητα και την αλληλεγγύη. Και επιπλέον, να φράξει τους δρόμους που οδηγούν σε αδιέξοδο σε σχέση με τον τον προορισμό. Η προεικόνιση της κοινωνίας που θα διαδεχθεί το κρατικό και καπιταλιστικό σύστημα την επόμενη ημέρα κιόλας της κατάρρευσης του, δεν είναι η χάραξη της ουτοπίας, είναι απλά η χάραξη της αρχικής κατεύθυνσης προς αυτήν.
Το παραπάνω συμπέρασμα βέβαια δεν ήταν – και ακόμη δεν είναι – κοινό σε όλες τις τάσεις του αναρχισμού. Για λόγους που δεν χρειάζεται να αναλύσουμε εδώ ιδιαιτέρως, αλλά έχουν κυρίως να κάνουν με τον κόπο, τον χρόνο και την αφοσίωση που μια τέτοια προσπάθεια απαιτεί, πολλοί σύντροφοι και πολλές συντρόφισσες αρνούνται τόσο την ανάγκη της οργάνωσης και την ανάγκη για ένα επαναστατικό πρόγραμμα – δηλαδή ένα πρόγραμμα δράσης, τακτικής και στρατηγικής αγώνα ενάντια στους δυνάστες μας- όσο και την ανάγκη της προεικόνισης μιας μελλοντικής κοινωνίας, προκειμένου να εμπνεύσουμε τα καταπιεσμένα και εκμεταλλευόμενα κοινωνικά στρώματα να αγωνιστούν μαζί μας προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά και ταυτόχρονα, να μην επιτρέψουμε στους κάθε είδους επίδοξους εξουσιαστές να εφαρμόσουν τα δικά τους σχέδια μετά την αρχική νίκη της επανάστασης.
Η άρνηση των παραπάνω οδηγεί πολλούς αξιόλογους συντρόφους και πολλές πολύτιμες συντρόφισσες κατά καιρούς σε πολιτικά και προσωπικά αδιέξοδα. Αυτά με την σειρά τους οδηγούν στην ολική ή μερική αποστράτευση ή στην αναζήτηση “εύκολων λύσεων”, πιο συχνά στην όμορφα ασφαλτοστρωμένη – αλλά χωρίς διέξοδο- οδό του εξουσιαστικού σοσιαλισμού, του μαρξισμού/λενινισμού κλπ. Πολλοί και πολλές εξ αυτών θεωρούν πως είναι οι ελλείψεις του ίδιου του αναρχισμού σαν θεώρηση που τους οδηγούν εκεί. Αυτό όμως είναι σφάλμα. Είναι μάλλον οι δικές τους ελλείψεις επάνω στην θεωρία και τα προτάγματα του αναρχισμού και η πρότερη άρνησή τους για την μελέτη τους.
Επάνω στο ζήτημα της ανάγκης για προεικόνιση έχουν τοποθετηθεί διάφοροι “κλασσικοί” του αναρχισμού, τους οποίους αμελούμε λανθασμένα να μελετήσουμε, θεωρώντας τους ίσως ξεπερασμένους, παρωχημένους κλπ. Το γεγονός όμως πως αυτό το ζήτημα παραμένει ανάμεσα στις τάξεις των αναρχικών από τον 19ο αιώνα έως και σήμερα, αποδεικνύει τόσο την διαχρονικότητα του ίδιου του ζητήματος, όσο και των τοποθετήσεων των “παρωχημένων κλασσικών” επάνω σε αυτό.
Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα από το έργο “Η Αναρχική Επανάσταση” του Ερρίκο Μαλατέστα, που γράφτηκε κάτι παραπάνω από έναν αιώνα πριν, στις αρχές της δεκαετίας του 1920:
“Είναι αναγκαία μια επανάσταση προκειμένου να εξαλειφθούν οι υλικές δυνάμεις που υπάρχουν για να υπερασπίζονται τα προνόμια και να εμποδίζουν κάθε πραγματική κοινωνική πρόοδο.
Αυτή η πεποίθηση έχει οδηγήσει αρκετούς στο να πιστεύουν πως το μόνο σημαντικό πράγμα είναι η εξέγερση και να παραβλέπουν αυτό που πρέπει να συμβεί ώστε να αποτραπεί μια εξέγερση από το να παραμείνει μια στείρα πράξη βίας, εναντίον της οποίας, μια πράξη αντιδραστικής βίας θα είναι εν τέλει η ανταπάντηση.
Για εκείνους που το πιστεύουν αυτό, όλα τα πρακτικά ζητήματα της οργάνωσης, το πώς θα εξασφαλιστούν οι προμήθειες για τη διανομή τροφίμων, είναι κενά ζητήματα: Για εκείνους, αυτά είναι προβλήματα που θα λυθούν από μόνα τους ή θα λυθούν από εκείνους που θα έρθουν μετά από εμάς.
Ωστόσο, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε είναι το εξής: Η κοινωνική αναδιοργάνωση είναι κάτι που πρέπει να σκεφτούμε όλοι μας από αυτή τη στιγμή κιόλας, και καθώς το παλιό θα καταστρέφεται, θα έχουμε μια πιο ανθρώπινη και δίκαιη κοινωνία, καθώς και μια κοινωνία πιο δεκτική στις μελλοντικές εξελίξεις.
Η εναλλακτική λύση σε αυτό είναι πως οι «ηγέτες» θα σκεφτούν σχετικά με αυτά τα προβλήματα και θα έχουμε μια νέα κυβέρνηση, η οποία θα κάνει ακριβώς ό,τι έκαναν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις, βάζοντας τους ανθρώπους να πληρώσουν για τις πενιχρές και φτωχές υπηρεσίες που παρέχουν, αφαιρώντας τους την ελευθερία τους, επιτρέποντάς τους να καταπιέζονται από κάθε είδους παράσιτο και εκμεταλλευτή.
Για να καταργήσουμε την αστυνομία και όλους τους βλαβερούς κοινωνικούς θεσμούς, πρέπει να γνωρίζουμε τι θα τοποθετήσουμε στη θέση τους, όχι σε ένα σύντομο ή μακρινό μέλλον, αλλά τώρα αμέσως, την ίδια μέρα που ξεκινάμε να κατεδαφίζουμε (στμ: το υπάρχον σύστημα και τους θεσμούς του).
Καταστρέφει κανείς, αποτελεσματικά και μόνιμα, μονάχα αυτό που αντικαθιστά με κάτι άλλο – και το να αναβάλει για αργότερα την επίλυση προβλημάτων που παρουσιάζονται με κατεπείγουσα αναγκαιότητα, θα ήταν σαν να δίνει τον χρόνο στους θεσμούς που σκοπεύει να καταργήσει, ώστε να συνέλθουν από το σοκ και να επαναδραστηριοποιηθούν, ίσως με άλλα ονόματα, αλλά σίγουρα με την ίδια δομή.”








