Η σημασία των ριζωμάτων στην εργατική τάξη – Μια συνέντευξη με τους Angry Workers World

Το κείμενο αποτελεί μετάφραση συνέντευξης που δημοσιεύτηκε αρχικά στην σελίδα RedBlack Notes

Τον Οκτώβριο, η ομάδα μας συμμετείχε σε μια συζήτηση σχετικά με το “salting” (σ.τ.μ. salting=στρατηγική εργατικής οργάνωσης, που εμπεριέχει την ανεύρεση εργασίας σε συγκεκριμένους κλάδους από ριζοσπάστες, με σκοπό τον συνδικαλισμό και την δικτύωση) τη “βιομηχανοποίηση” και άλλες συναφείς στρατηγικές που έχουν το κοινό θέμα αναζήτησης εργασίας σε συγκεκριμένες θέσεις εργασίας για πολιτικούς λόγους. Ένα από τα κείμενα ήταν το «Επάνω στην υπεράσπιση της Ύπαρξης της Εργατικής Τάξης ως Επιλογή», από την ομάδα Angry Workers of the World, με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο.

Οι Angry Workers είναι μια κολεκτίβα κομμουνιστών που πήραν τη στρατηγική απόφαση να μετακινηθούν σε μια εργατική γειτονιά του Λονδίνου και να βρουν δουλειές στις μεγάλης κλίμακας, αλλά χαμηλού μισθού βιομηχανίες της περιοχής. Μια σύντομη εισαγωγή στο έργο τους μπορείτε να δείτε εδώ στο κανάλι YouTube του LabourNet.TV.

*****

Ερ: Δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο τρόπο για να το θέσω, αλλά πώς επανδρώνονται οι τοπικές ομάδες του AWW ή του Let’s Get Rooted; Μεταξύ τουλάχιστον των σοσιαλιστών στις δυτικές δημοκρατίες – εσείς ξεχωρίζετε επειδή ακολουθείτε μια στρατηγική που απαιτεί πολύ περισσότερη δέσμευση από όση φαίνεται να μπορούν να δώσουν οι περισσότεροι σοσιαλιστές. Εμείς μερικές φορές δυσκολευόμαστε να κάνουμε περισσότερα από επτά ή οκτώ άτομα να έρθουν στην ομάδα ανάγνωσής μας, κάτι που περιλαμβάνει απλά να διαβάσεις μερικά άρθρα και να περάσεις (από τα γραφεία) για δυο ώρες, μια βραδιά της εβδομάδας.Εσείς ζητάτε από τους ανθρώπους να μετακινηθούν σε μια καινούρια γειτονιά και να αναλάβουν μια νέα, κακοπληρωμένη δουλειά. Για πολλούς ανθρώπους, αυτό σημαίνει μείωση του βιοτικού επιπέδου και μπορεί να σημαίνει εγκατάλειψη του πτυχίου πανεπιστημίου ή της μαθητείας στο εμπόριο ή μιας σταθερής σταδιοδρομίας. Πως το κάνετε;

Απ: Έχετε δίκιο, είναι σπάνιο να βρεις άτομα που βρίσκονται σε ακαδημαϊκή ή σε οποιοδήποτε άλλο είδος «σταδιοδρομίας», ώστε α πιάσουν δουλειές της εργατικής τάξης. Αλλά πάλι, αυτό δεν είναι πραγματικά κάποιο υπαρξιακό ζήτημα, αλλά ένα ζήτημα πολιτικής στρατηγικής. Πιστεύουμε ότι ο καλύτερος τρόπος για να συνεργαστείς με τους εργαζομένους σε στρατηγικούς τομείς είναι να εργαστείς εκεί ο ίδιος, αλλά υπάρχουν φυσικά και άλλοι τρόποι. Θα μπορούσες να αφιερώσεις πολύ χρόνο κοντά σε αυτές τις βιομηχανίες και να κάνεις μεγάλες συζητήσεις με τους εργαζόμενους. Θα μπορούσες να πιάσεις μια πιο εξειδικευμένη εργασία στον κλάδο, όπως αυτή του μηχανικού ή της διοίκησης, αντί να εργαστείς στην καθαριότητα ή την συσκευασία. Αυτές είναι επιλογές για συντρόφους που έχουν επιλογές. Για αυτούς θα εξαρτηθεί από το επίπεδο του πολιτικού ενθουσιασμού τους και της αποφασιστικότητας τους, τα οποία, σε περιόδους περιορισμένων ταξικών αγώνων, θα είναι κυρίως το αποτέλεσμα ιστορικών και πολιτικών συζητήσεων.

Έπειτα όμως, υπάρχουν πολλοί εργαζόμενοι σύντροφοι που έχουν λιγότερες επιλογές. Έχουν κολλήσει έτσι κι αλλιώς σε χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, οπότε το ερώτημα είναι γιατί δεν αναλαμβάνουν θέσεις εργασίας σε πιο ενδιαφέροντες χώρους; Αυτό εξαρτάται κυρίως από το ερώτημα σχετικά με το αν μπορούμε να οικοδομήσουμε μια συλλογική διαδικασία γύρω από όλο αυτό: υποστηρίζουμε εκείνους που εργάζονται σε σκληρές δουλειές αναλαμβάνοντας μέρος της οικιακής τους εργασίας και οργανώνοντας κοινωνικές συναθροίσεις; Τους υποστηρίζουμε κάνοντας αντί γι’ αυτούς κομμάτι της έρευνας γύρω από τον τομέα στον οποίο εργάζονται; Τους υποστηρίζουμε πραγματοποιώντας τακτικές συζητήσεις για το τι συμβαίνει στο χώρο εργασίας τους;

Οι σύντροφοι που ήρθαν μαζί μας τα τελευταία έξι χρόνια κατέληξαν κυρίως να είναι άνθρωποι από φτωχότερες χώρες της ΕΕ: Πολωνία, Σλοβενία, Ισπανία. Οι αυξημένες ευκαιρίες απασχόλησης στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και οι υψηλότεροι μισθοί σε σύγκριση με τις δικές τους χώρες, το έκαναν μια πιο επιθυμητή τοποθεσία εργασίας – τουλάχιστον πριν το αποτέλεσμα του Brexit να φέρει την βύθιση της αξίας της λίρας. Έτσι, αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αυτοί ήταν ήδη σύντροφοι με παρόμοια πολιτική οπτική, σήμαινε ότι όλοι ωφεληθήκαμε από την συναναστροφή μας. Ζούσαμε όλοι μαζί και τα ενοίκια μας ήταν αρκετά χαμηλά. Από τους Άγγλους συντρόφους που προσχώρησαν σε εμάς, είναι ακριβές να πούμε ότι αυτοί που ίσως είχαν πιο «ιδεαλιστικές» τάσεις δεν κράτησαν πολύ. Εκείνοι που εργάζονταν ήδη σε χειρωνακτικές εργασίες έμειναν περισσότερο. Ανασκοπώντας, ο άλλος βασικός παράγοντας για να παραμείνει κάποιος φαίνεται να ήταν το αν είχε κάποιον σύντροφο ή όχι (στην εργασία). Όσοι είχαν, βρήκαν τα πράγματα γενικά ευκολότερα.

Ερ: Συνεχίζοντας από την παραπάνω ερώτηση,υπάρχει μια αίσθηση στο άρθρο σας («Επάνω στην υπεράσπιση της Ύπαρξης της Εργατικής Τάξης ως Επιλογή»), ότι η τρέχουσα de facto στρατηγική μεγάλου μέρους της αριστεράς – «οργανωθείτε εκεί όπου βρίσκεστε» – δεν είναι ικανοποιητική και ότι υπάρχει ανάγκη για μια πιο στοχευμένη στρατηγική, χρησιμοποιώντας τους περιορισμένους αριθμούς που έχουμε ήδη. Πώς προσδιορίζετε το σε ποιες περιοχές θα στοχεύσετε; Πώς διασφαλίζετε ότι επιλέγετε σωστά, αντί να επιλέγετε λανθασμένα έναν κλάδο ή μια γειτονιά που μπορεί να μην υπάρχει σε δέκα χρόνια ή μπορεί να έχει μόνο μια παροδική σημασία στο σήμερα; Η στρατηγική «οργανωθείτε εκεί όπου βρίσκεστε» έχει τους περιορισμούς της, αλλά μπορεί πιθανώς να αποφύγει τον κίνδυνο του “να βάλεις όλα τα αυγά σε ένα καλάθι”.

Απ: Υπάρχουν διαφορετικές στρατηγικές πτυχές. Σε σχέση με κάποιες θέσεις εργασίας, απλά γνωρίζουμε ότι θα έχουν σημασία στους μελλοντικούς αγώνες και στον κοινωνικό μετασχηματισμό μόνο και μόνο από το γεγονός ότι είναι ζωτικής σημασίας για τη συσσώρευση κεφαλαίου ή / και την κοινωνική ύπαρξη, όπως η υγεία, οι μεταφορές, η ενέργεια, η παραγωγή τροφίμων. Θα είναι πάντα στρατηγικά σημαντικό να εργάζεστε στα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα, όπου πολλοί εργαζόμενοι συνεργάζονται στενά, όπως π.χ.ο τομέας των αυτοκινήτων.

Έπειτα, υπάρχουν τομείς που αντιμετωπίζουν ταχύτατες αλλαγές, νέες δυναμικές, νέους εργαζόμενους ή τεχνολογίες – και καθίσταται στρατηγικής σημασίας το να κατανοήσουμε τις αλλαγές εκεί. Θα μπορούσαμε εδώ να σκεφτούμε τα τηλεφωνικά κέντρα ή την εφοδιαστική αλυσίδα (logistics): Ο τομέας αυτός είναι αποτέλεσμα της αποσύνθεσης των βιομηχανικών οχυρών της δεκαετίας του 1970, κάτι που σημαίνει ότι η εφοδιαστική αλυσίδα κατέστη σημαντική για τη σύνδεση των διαφόρων γεωγραφικά διεσπαρμένων μονάδων παραγωγής των πρώην μεγάλων βιομηχανικών συγκροτημάτων. Τις τελευταίες δεκαετίες, έχουμε δει ότι οι αποθήκες και οι κόμβοι μεταφορών αυξήθηκαν μαζικά – μια μεγάλη αποθήκη της Amazon απασχολεί τόσους εργαζομένους όσο ένα εργοστάσιο συναρμολόγησης αυτοκινήτων. Βλέπουμε έναν νέο τύπο εργαζομένου, συχνά με μεταναστευτικό υπόβαθρο, συχνά πολύ-ειδικευμένο, αν και χωρίς ιδιαίτερη επαγγελματική προσκόλληση στην συγκεκριμένη εργασία. Αυτό είναι ίσως ένα μεσοπρόθεσμο επίπεδο στρατηγικής εστίασης.

Ένα άλλο επίπεδο θα ήταν να επικεντρωθούμε σε τομείς που μας επιτρέπουν να απαντήσουμε σε συγκεκριμένες στρατηγικές ερωτήσεις. Μια από αυτές είναι η σχέση μεταξύ πνευματικής εργασίας (μηχανικοί, εργαζόμενοι στην τεχνολογία, «ειδικοί») και μαζικής χειρωνακτικής εργασία σήμερα. Πόσα γνωρίζουν οι μεμονωμένοι και συλλογικοί χειρώνακτες σε έναν συγκεκριμένο βασικό τομέα σχετικά με τον τρόπο οργάνωσης της εργασίας τους, το πώς αναπτύσσεται το προϊόν, το πως σχεδιάζονται τα μηχανήματα, πως διευθετείται η αλυσίδα εφοδιασμού; Πόσο εξαρτώνται από τους «διανοούμενους εργαζόμενους» και πώς μοιάζει η μεταξύ τους σχέση; Π.χ. οι χειρώνακτες εργαζόμενοι έχουν την οποιαδήποτε επαφή με τους «πνευματικούς» εργαζόμενους, οι «πνευματικοί εργαζόμενοι» αναλαμβάνουν επίσης διαχειριστικές λειτουργίες; Διαμεσολαβείται η επαφή μέσω της τεχνολογίας;

Όλα αυτά τα ερωτήματα είναι σημαντικά αν θέλουμε να κατανοήσουμε πώς θα μπορούσε να μοιάζει σήμερα μια «κατάληψη των μέσων παραγωγής». Ο καλύτερος τρόπος για να μάθουμε – εκτός από την εμπειρική έρευνα μεγάλης κλίμακας – είναι να βρούμε θέσεις εργασίας στις διασταυρώσεις μεταξύ πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας σε βιομηχανίες μεγάλης κλίμακας. Υπάρχουν πολλές άλλες σημαντικές ερωτήσεις όπως αυτό, π.χ. σχετικά με τη νέα σύνθεση της μεταναστευτικής εργατικής τάξης, το ερώτημα σχετικά με το πώς συνδέονται και σκέπτονται οι εργαζόμενοι στην ενέργεια, τις μεταφορές ή στην γεωργία για την κλιματική αλλαγή και ούτω καθεξής.

Το κύριο πράγμα είναι να γνωρίζεις το τι βρίσκεις πολιτικά ενδιαφέρον σε μια δουλειά και στη συνέχεια να προσπαθήσεις να μάθεις ή να εργαστείς σε αυτό τον τομέα, ενώ βρίσκεσαι σε αυτήν τη δουλειά. Τα αποτελέσματα –αν κοινοποιηθούν– θα είναι πάντα χρήσιμα. Δεν χρειάζεται να μείνεις στο ίδιο μέρος για δέκα χρόνια ή κάτι τέτοιο! Όπως σε κάθε δουλειά, μόλις νιώσεις ότι έχεις κάνει ό, τι μπορείς ή έχεις φτάσει σε κάποιο αδιέξοδο, ψάχνεις κάτι άλλο…

Ερ: Ένας από τους προβληματισμούς που διατυπώθηκαν στην ομάδα μας ήταν ότι η προσέγγισή σας θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα είδος «εργατισμού», όπου οι εργαζόμενοι σε ορισμένες βιομηχανίες όπως η εφοδιαστική αλυσίδα ή η παραγωγή τροφίμων έχουν προτεραιότητα εις βάρος εκείνων που εργάζονται σε τομείς λιγότερο εμφανώς απαραίτητους για τη διαδικασία παραγωγής, όπως οι δάσκαλοι, οι εργαζόμενοι στη φροντίδα των παιδιών, οι φροντιστές, οι σεξεργάτριες κ.λπ. Οι χειρώνακτες εργάτες που κάνουν «αρσενική» δουλειά “ρομαντικοποιούνται”, ενώ εκείνοι που συνήθως έχουν «θηλυκή» εργασία παραμελούνται Πώς διασφαλίζετε ότι λαμβάνεται υπόψιν ολόκληρη η τάξη, όχι μόνο συγκεκριμένα κομμάτια της;

Απ: Πρώτα απ ‘όλα, θα αμφισβητούσαμε το ότι η χειροκίνητη μαζική εργασία είναι «αρσενική». Η παραγωγή τροφίμων, η δουλειά σε αποθήκη, η συλλογή, η συσκευασία, ο καθαρισμός, η γεωργική εργασία, οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία, η κατασκευή ηλεκτρονικών ειδών ή ενδυμάτων – είναι όλες δουλειές όπου εργάζονται πολλές γυναίκες. Αλλά έχετε δίκιο, ο ορισμός της στρατηγική είναι το αντίθετο του να εστιάζεις σε όλα. Δεν διστάζουμε να παραδεχτούμε το γεγονός ότι πιστεύουμε πως ορισμένοι τομείς έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες μαζικής πάλης και μεγαλύτερη σημασία για τον κοινωνικό μετασχηματισμό από άλλους. Αυτό δεν είναι δική μας επιλογή, αλλά συμβαίνει λόγω του τρόπου δομής του καπιταλισμού. Υπάρχουν εκατομμύρια εργαζόμενοι των οποίων η δουλειά είναι να φροντίζουν άλλα άτομα της εργατικής τάξης – παιδιά, άρρωστους, ηλικιωμένους – και ο αριθμός τους μπορεί κάλλιστα να αυξάνεται, καθώς και μέση ηλικία του πληθυσμού αυξάνεται. Και είναι αλήθεια ότι εάν αυτή η εργασία δεν εκπληρωθεί, ο αντίκτυπος στο παραγωγικό κύκλο θα ήταν σοβαρός.

Το πρόβλημα εδώ είναι διπλό. Εάν ο καπιταλισμός έχει επιτύχει κάτι, αυτό είναι ότι έχει ελαχιστοποιήσει ριζικά το χρόνο που απαιτείται για την «κοινωνική αναπαραγωγή». Η οικιακή εργασία, σε σύγκριση με τον ρόλο της σε προηγούμενες κοινωνίες, γίνεται πραγματικά λιγότερο σημαντική – και αυτό μπορεί να μην είναι κακό! Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι στην τρέχουσα κοινωνία, αυτή η εργασία στον τομέα της φροντίδας αποσπάται από τη διαδικασία της υλικής μεταβολής της κοινωνίας. Μέσα από αυτού του είδους την εργασία μπορεί να αναπτύξουμε την αντίληψη ότι οι ανθρώπινες σχέσεις χρειάζονται περισσότερο χρόνο και χώρο, αλλά είμαστε διαχωρισμένοι από τα μέσα με τα οποία μπορούμε δημιουργήσουμε πραγματικά περισσότερο χρόνο και χώρο – μέσω της μείωσης του χρόνο που χρειάζεται για να παραγάγουμε αυτά που χρειαζόμαστε για να ζήσουμε (ρούχα , στέγαση, ενέργεια, τρόφιμα κ.λ.π.) και να αλλάξουμε φυσικά το περιβάλλον γύρω μας (κατασκευές, κηπουρική, αγρο-προγραμματισμός).

Αυτό το βλέπουμε να εκφράζεται και μέσω των περιορισμών σε όσα πραγματικά μπορούν να δημιουργήσουν οι διαδηλώσεις στους δρόμους, π.χ. στις ελεύθερες ζώνες στις ΗΠΑ. Ναι, υπάρχουν κουζίνες με φαγητό ή αυτοσχέδιοι βρεφονηπιακοί σταθμοί ή κέντρα υγείας, αλλά παραμένει μια μάλλον συμπτωματική διαδικασία, αρκετά χρονοβόρα και, σε τελική ανάλυση, συχνά απογοητευτική λόγω των ελλείψεων της. Επομένως, οι πραγματικά νέες συλλογικές φαντασιώσεις μιας διαφορετικής κοινωνίας θα προκύψουν κυρίως από τους μαζικούς αγώνες εκείνων των εργαζομένων που απασχολούνται στις παγκόσμιες αλυσίδες μεταφορών, τις μηχανές, την παραγωγική γνώση, την υποβάθμιση της ποιότητας του εδάφους κ.λ.π. Καθημερινά.

Η κατηγορία περί «εργατισμού» ισχύει υπό την έννοια ότι πιστεύουμε ότι η μισθωτή εργασία σε «βασικούς» τομείς ενέχει τις περισσότερες δυνατότητες για θεμελιώδεις κοινωνικές αλλαγές. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πιστεύουμε ότι άλλα τμήματα της τάξης μας είναι ασήμαντα. Το πρόβλημα φαίνεται πάντα να είναι ότι τα περισσότερο μαχητικά τμήματα, αυτά ας πούμε των δασκάλων, δεν έχουν οργανική σχέση με τους αγωνιζόμενους εργαζόμενους στα τρόφιμα. Και χωρίς αυτή την σύνδεση με τμήματα της τάξης που δουλεύουν πραγματικά για να καλύψουν τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες, σκαλώνουμε. Πιστεύουμε ότι η δουλειά μας ως επαναστάτες πρέπει να είναι το να βοηθήσουμε στην ανάπτυξη αυτών των δεσμών μεταξύ διαφορετικών τμημάτων της τάξης, αλλά αυτό απαιτεί από όλα τα τμήματα να αγωνίζονται. Και σε γενικές γραμμές, οι «απαραίτητοι» εργαζόμενοι (σ.τ.μ. αυτοί δηλαδή που εργάζονται σε δουλειές κομβικής σημασίας για την παραγωγή) «αγωνίζονται» – τουλάχιστον ανοιχτά – πολύ λιγότερο. Γι ‘αυτό επιλέξαμε να επικεντρωθούμε σε αυτούς.

Ένας άλλος τρόπος με τον οποίο προσπαθήσαμε να ενώσουμε διαφορετικά τμήματα της τάξης μας ήταν μέσα από το δίκτυο αλληλεγγύης μας. Αυτό προσπάθησε να φέρει, ας πούμε, σε επαφή τους ανθρώπους που έχουν προβλήματα με τον ιδιοκτήτη τους, με άτομα που έχουν προβλήματα με τον εργασιακό τους πράκτορα (σ.τ.μ “temp agency”, γραφεία που βρίσκουν προσωρινή εργασία, παρακρατώντας μέρος της αμοιβής του εργαζομένου). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο συμμετείχαμε σε τοπικές εκστρατείες για την σωτηρία των βιβλιοθηκών ή για το χτίσιμο περισσότερων κοινωνικών (εργατικών) κατοικιών μέσα σε μια αναδιοργάνωση ενός κέντρου αναψυχής. Η οικοδόμηση ενός τοπικού δικτύου ανθρώπων της εργατικής τάξης , το οποίο να μπορεί τουλάχιστον να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τον εαυτό του ήταν ο γενικός στόχος. Αλλά αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι αποτελεσματικό καθαρά και μόνο ως μια ομάδα «πολιτών», κι αυτός είναι ο λόγος που προσπαθούσαμε πάντα να δημιουργούμε διασυνδέσεις στο χώρο εργασίας παράλληλα με τις κοινοτικές εκστρατείες. Μόνο όταν αυτά τα δύο μπορούν να ενώσουν τις δυνάμεις τους, μπορούμε να περάσουμε στο κομμάτι των επιθετικών αγώνων.

Ερ: Το είδος της στρατηγικής σας ήταν πιο συνηθισμένο στη δεκαετία του ’70 και του ’80 (και νωρίτερα), όταν οι περισσότερες αριστερές ομάδες είχαν κάποιο επίπεδο σκόπιμης παρουσίας στην εργατική τάξη. Για τον έναν ή τον άλλο λόγο, οι περισσότερες από τις ομάδες και τα άτομα που εμπλέκονταν τότε σε αυτές τις στρατηγικές αντιτίθενται τώρα σε αυτές. Πώς αξιολογείτε αυτήν την εποχή της «εκβιομηχάνισης» της αριστεράς; Πώς διαφοροποιείστε από αυτούς και πώς διασφαλίζετε ότι δεν θα κάνετε τα ίδια λάθη που έκαναν;

Απ: Η “αριστερά της μεσαίας τάξης“ στρέφεται πάντα προς την εργατική τάξη όταν οι εργαζόμενοι αγωνίζονται και τους γυρίζει την πλάτη μόλις νικηθούν. Δεν έχουμε πολλά περισσότερα να πούμε γι ‘αυτό.

Ερ: Εκτός από το δικό σας άρθρο, διαβάσαμε επίσης ένα άλλο που αφηγείται την ιστορία μιας ομάδας Τροτσκιστών από την Νέα Ζηλανδία, που ακολούθησαν μια στρατηγική «εκβιομηχάνισης» σε εργοστάσια επεξεργασίας κρέατος, τις δεκαετίες του εβδομήντα και του ογδόντα, κάτι που αναφέρθηκε παραπάνω. Το άρθρο αναφέρει πώς προσπάθησαν να εισαγάγουν πολιτικούς αγώνες στον χώρο εργασίας, όπως το κίνημα κατά του απαρτχάιντ – κάλεσαν ομιλητές κατά του απαρτχάιντ να μιλήσουν με τους εργαζομένους κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού διαλείμματος. Εσείς δοκιμάζετε παρόμοια πράγματα, προσπαθείτε να προωθήσετε ακτιβιστικούς αγώνες ως μέρος της δραστηριότητάς σας; Γιατί/γιατί όχι?

Απ: Βέβαια. Ως κομμουνιστές πρέπει φυσικά να λέμε τι πιστεύουμε για τον ρατσισμό, την κλιματική αλλαγή, την άμβλωση, τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων. Πρέπει επίσης να καταλάβουμε ότι υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ του τι σκέφτονται οι εργαζόμενοι επάνω σε αυτά τα ζητήματα, εάν τους ρωτήσετε ξεχωριστά τον κάθε ένα, και του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζουν αυτά τα ζητήματα όταν βρίσκονται σε μια συλλογική διαδικασία ή παλεύουν μαζί. Δεν πιστεύουμε ότι το κύριο καθήκον μας είναι να πείσουμε τους κάθε εργαζόμενο ξεχωριστά για αυτό ή το άλλο ζήτημα. Το κύριο καθήκον μας είναι να υποστηρίξουμε τη συλλογική πάλη και τη δύναμη των εργατών. Μόνο οι εργαζόμενοι που αισθάνονται ένα δυνατοί ως έναν βαθμό, νοιώθουν ότι μπορούν να είναι ανοιχτοί στο να καλωσορίσουν τις μειονότητες.

Πως μπορεί ένας εργαζόμενος που αισθάνεται απομονωμένος και ανίσχυρος να υποδεχτεί νέους μετανάστες που αναζητούν επίσης θέσεις εργασίας και στέγαση; Πως μπορεί ένας εργαζόμενος – άνδρας ή γυναίκα – του οποίου το κύριο υλικό καταφύγιο είναι η οικογένεια και όχι η τάξη του, να είναι ανοιχτός προς τη «μη ετεροκανονικότητα» ή ακόμη και τα δικαιώματα της άμβλωσης; Πως μπορεί ένας εργάτης σε αεροδρόμιο ή στα πετρέλαια, ο οποίος μόλις και μετά βίας μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο της επόμενης εβδομάδας, να αγκαλιάσει το οικολογικό κίνημα, που θέλει να κλείσει τη δουλειά του; Η μεσαία τάξη μπορεί να έχει το προνόμιο να είναι φιλελεύθερη σχετικά με αυτά τα ερωτήματα, οι εργαζόμενοι γενικά δεν το έχουν. Μόνο στην προοπτική της ταξικής πάλης θα υπάρχουν τα ευήκοα ώτα σχετικά με γεγονός ότι η αλληλεγγύη με τους μετανάστες θα αυξήσει πραγματικά τη δύναμή μας ως τάξη ή ότι ως εργαζόμενοι έχουμε τη δύναμη να καθορίσουμε το αποτέλεσμα της «ενεργειακής μετάβασης» προς το συμφέρον της τάξης μας και των μελλοντικών γενεών.

Ερ: Το άρθρο των Wildcat που αναφέρετε στο κείμενό σας, λέει στους επαγγελματίες (σ.τ.μ τους εξειδικευμένους εργάτες) να πάνε στο διάολο και πως όλοι μπορούν να μάθουν τα πάντα, αλλά πώς το κάνουμε αυτό πρακτικά; Πώς προτείνετε να ξεπεράσουμε τον καταμερισμό της εργασίας και τον διαχωρισμό μεταξύ των κυρίως πνευματικών και των κυρίως χειρωνακτών εργαζομένων στην πράξη; Ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψιν ότι αυτοί της πρώτης κατηγορίας είναι συγκριτικά εύποροι σε σύγκριση με εκείνους της δεύτερης, και έτσι, δεν θα είχαν την ίδια ώθηση να ενωθούν μαζί τους στην ταξική πάλη. Για παράδειγμα, οι μηχανικοί και οι εργαζόμενοι στη γραμμή παραγωγής ζουν σε δυο διαφορετικούς κόσμους.

Απ: Αυτό είναι ένα μεγάλο ερώτημα, που θα απαιτούσε περισσότερη έρευνα. Συνεργαστήκαμε με άτομα που είχαν πτυχία μηχανικού και που εργάστηκαν με τον ελάχιστο μισθό για να αποκτήσουν «εργασιακή εμπειρία» στη μεταποίηση. Υπάρχουν τεράστιες μισθολογικές διαφορές μεταξύ προγραμματιστών λογισμικού ή «ακαδημαϊκών». Οι πρόσφατες διαμαρτυρίες εργαζομένων στην τεχνολογία στη Microsoft ή την Google έδειξαν ότι υπάρχει δυσαρέσκεια – ελάχιστη ίσως, αλλά έντονη. Η δυσαρέσκεια αυτή είναι μια έκφραση του ότι αισθάνονται αποξενωμένοι από τη δουλειά τους και το αποτέλεσμά της, π.χ. αυτοί οι εργαζόμενοι στην τεχνολογία επικρίνουν τη χρήση των των προϊόντων της εργασίας τους από τον στρατό. Αυτές είναι ρωγμές και θα εξαρτηθεί κυρίως από τη μάζα των εργαζομένων στον ουσιαστικό τομέα (τους πιο σημαντικούς παραγωγικούς τομείς) να δείξουν σε αυτούς τους «πνευματικούς εργάτες» ότι η εργατική τάξη έχει τη δική της δημιουργική δύναμη και ότι οι «εργαζόμενοι στην τεχνολογία» και οι γνώσεις τους είναι απαραίτητες, όχι ως εμπειρογνώμονες που μπορούν να βρουν μια τεχνολογική λύση, αλλά ως ταξικοί αδελφοί και αδελφές.