Εισβολή των Μαύρων Πανθήρων στο Καπιτώλιο (1967)

Στις 2 Μαΐου του 1967 δύο 12μελείς ομάδες πάνοπλων Μαύρων Πανθήρων εισέβαλαν στο κρατικό Καπιτώλιο της Καλιφόρνιας. Έχοντας υπό την κατοχή τους πιστόλια, τουφέκια και κυνηγετικά όπλα και φορώντας μπερέδες, μαύρα γυαλιά και δερμάτινα μπουφάν, εισέβαλαν στο εσωτερικό του επιβλητικού αυτού κτιρίου. Δέκα από τα μέλη τους κατάφεραν να φτάσουν μέχρι την Aίθουσα της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης προτού αφοπλιστούν και απομακρυνθούν από τις αστυνομικές δυνάμεις.

Με την αιφνίδια ”επίσκεψη” τους θέλησαν να εκφράσουν την εναντίωση τους στο νεοφερμένο νομοσχέδιο του Ρεπουμπλικάνου βουλευτή Don Mulford. Ένα νομοσχέδιο περί απαγόρευσης της δημόσιας κυκλοφορίας πολιτών με γεμάτα όπλα. Ο τότε Κυβερνήτης της Καλιφόρνιας και επικεφαλής του Κόμματος των Ρεπουμπλικάνων, Ρόναλντ Ρήγκαν, βρισκόταν στην αυλή του Καπιτωλίου όταν η ένοπλη ομάδα των Μαύρων Πανθήρων προσέγγισε το κτίριο. Ενώ υποδεχόταν μια ομάδα μαθητών της όγδοης τάξης, ξαφνικά αντίκρισε αποφασισμένους αγωνιστές, οι οποίοι τον έκαναν να τραπεί άμεσα σε φυγή προς το εσωτερικό του Καπιτωλίου.

Η Ολομέλεια του Καπιτωλίου πραγματοποιούσε την Κοινοβουλευτική της Συνέλευση εκείνη τη στιγμή, όταν ο προσωρινός Πρόεδρος Carlos Bee διέταξε τους άντρες να απομακρυνθούν από την αίθουσα. Τα οπλισμένα μέλη των Μαύρων Πανθήρων επιχείρησαν να διαβάσουν την πολιτική τους διακήρυξη όμως αφοπλίστηκαν από τις αστυνομικές δυνάμεις έξω από την αίθουσα, παρά τις αντεγκλήσεις τους ότι μπορούν να κυκλοφορούν μ’ αυτά εφόσον δεν τα έχουν κρυμμένα. Εκείνη την εποχή στην Καλιφόρνια ήταν νόμιμο να οπλοφορείς, αρκεί να μην σημαδεύεις κάποιον με το όπλο σου.

Ένας επίσης βασικός λόγος που κατάφεραν να φτάσουν μέχρι την αίθουσα της Συνέλευσης, ήτανε το γεγονός ότι δεν είχαν κρυμμένα τα όπλα τους. Αφού πρώτα ρωτήθηκαν για τα όπλα, έπειτα τους τα επέστρεψαν καθότι δεν είχαν παραβιάσει κανένα νόμο κατά την εισβολή τους. Η εν λόγω εισβολή δημιούρησε σάλο στον Τύπο της εποχής και γρήγορα το νέο απέκτησε τεράστιες διαστάσεις. Τα πρωτοσέλιδα των αστικών εφημερίδων είχανε για τίτλο την επόμενη ημέρα «Εισβολή στο Καπιτώλιο», με τη συνοδεία φωτογραφιών από ένοπλα μέλη των Μαύρων Πανθήρων μέσα και έξω από το κτίριο. Οι φωτογραφίες αυτές ήταν προορισμένες για να μείνουν ανεξίτηλες στις σελίδες της επαναστατικής ιστορίας.

Το κόμμα των Μαύρων Πανθήρων συγκροτήθηκε πάνω στην αναγκαιότητα της περιφρούρησης και της αυτοάμυνας των μαύρων γειτονιών και κοινοτήτων που βίωναν καθημερινά την συνθήκη των φυλετικών διακρίσεων, της εκμετάλλευσης και των επιθέσεων από τις κρατικές και παρακρατικές συμμορίες των ΗΠΑ. Σε μια περίοδο όπου οι μαύροι δολοφονούνταν σωρηδόν από λευκούς ακροδεξιούς και δυνάμεις της αστυνομίας, υπό την ανοχή του νομικού και δικαστικού συστήματος των Ηνωμένων Πολιτειών, η συγκρότηση ένοπλων πολιτοφυλακών για την αναχαίτιση της καθημερινής ρατσιστικής βίας ήταν μονόδρομος για την επιβίωση τους.

Όλως τυχαίως, έξι μήνες από την ίδρυση της οργάνωσης των Μαύρων Πανθήρων, το κόμμα των Ρεπουμπλικάνων κατέθεσε προς ψήφιση το νομοσχέδιο απαγόρευσης της δημόσιας οπλοφορίας πολιτών. Μια πολύ καλά σχεδιασμένη κίνηση αφοπλισμού ενός μαχητικού και ριζοσπαστικού κινήματος που έδειχνε να αναδύεται πολύ δυναμικά και να αποκτά απειλητικές διαστάσεις για το αστικό πολιτικό στερέωμα των ΗΠΑ. Οι οργανωμένες ένοπλες πολιτοφυλακές των Μαύρων Πανθήρων άρχισαν να αποτελούν πηγή έμπνευσης και δύναμης για τους μαύρους προλετάριους των γκέτο που συνέθεταν τον πάτο της κοινωνικής και ταξικής πυραμίδας των ΗΠΑ. Το πολιτικό κύρος και η επαναστατική ακεραιότητα της συγκεκριμένης οργάνωσης εκδηλώνεται και από το γεγονός ότι είχε ριζώματα και σε αγωνιστικά κομμάτια της λευκής εργατικής τάξης, προτάσσοντας την συστράτευση και τον μετωπικό αγώνα όλων των εκμεταλλευόμενων, με ξεκάθαρο αντικαπιταλιστικό πρόσημο.

Ο Ρήγκαν υπερψήφισε το νομοσχέδιο, δηλώνοντας ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να κυκλοφορούν οι πολίτες οπλισμένοι την σήμερον ημέρα. Απ’ ότι φαίνεται όταν ομάδες ακροδεξιών Αμερικανών και αστυνόμοι – σερίφηδες κυκλοφορούσαν βαριά οπλισμένοι και πυροβολούσαν αδιακρίτως μαύρους στις φτωχογειτονιές των πολιτειών και οι ρατσιστικές δολοφονίες δεν έμπαιναν στο στόχαστρο της αστικής δικαιοσύνης, δεν ετίθετο κανένα ζήτημα περί οπλοφορίας πολιτών. Όταν οι μαύροι όμως αποφάσισαν να πάρουν τις τύχες στα χέρια τους και να οργανώσουν την αυτοάμυνα και αντεπίθεση τους, σύσσωμο το πολιτικό προσωπικό των ΗΠΑ βγήκε να εκφράσει τις ”φιλειρηνικές” του πεποιθήσεις.

Μιλάμε για την εποχή όπου τα κοινωνικά κινήματα των ΗΠΑ βρισκόντουσαν στην καμπή τους, με την κατασταλτική στρατηγική και την τρομοκρατία των αστυνομικών δυνάμεων να είναι το ίδιο αναβαθμισμένες. Για την εποχή όπου ακόμα και ειρηνικές διαδηλώσεις αντιμετωπίζονταν με μάνικες, χημικά και γκλοπ, με τους μαύρους να είναι πάντα τα νούμερο ένα θύματα αστυνομικών δολοφονιών. Καλό θα ήταν να ξεκαθαριστεί ότι η ”ελαστικότητα” του νόμου σε σχέση με την οπλοφορία στις Ηνωμένες Πολιτείες προέκυψε για την ικανοποίηση των μισάνθρωπων ρατσιστικών ενστίκτων των αντιδραστικών κομματιών των ΗΠΑ και της εγχώριας λευκής αστικής τάξης. Τα δικαιώματα περί οπλοκατοχής προέκυψαν στην 2η τροπολογία των ΗΠΑ, για να συνεχίζονται απρόσκοπτα οι δολοφονίες στα σύνορα, οι γενοκτονίες των ιθαγενών λαών και για την αντιμετώπιση επικείμενων εξεγέρσεων των σκλάβων του Νότου. Τα δικαιώματα αυτά λοιπόν δεν ήταν παρά προνόμιο των λευκών σε όλη την ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αυτό φαίνεται άλλωστε από το γεγονός ότι σε όλες τις ιστορικές φάσεις, όταν οι μαύροι, οι εκμεταλλευόμενοι και άλλα περιθωριοποιημένα κοινωνικά κομμάτια πήραν την απόφαση να οπλιστούν απέναντι στην κρατική και παρακρατική βαρβαρότητα, είτε αφοπλίστηκαν άμεσα, είτε εκτελέστηκαν, είτε χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν καινούρια νομοσχέδια και τροπολογίες σε σχέση με την κατοχή όπλων. Ο εθνικός νόμος περί όπλων του 1934 ήρθε σαν απάντηση στην οπλοφορία Ιταλών και Ιρλανδών μεταναστών. Ο νόμος περί μεγαλύτερου ελέγχου των όπλων του 1968 τέθηκε έν μέρει σε ισχύ λόγω των εξεγέρσεων για τα πολιτικά δικαιώματα. Ο νόμος του Mulford αντίστοιχα ψηφίστηκε για την καταστολή και τον αφοπλισμό του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων. Ο νόμος τύπου «Saturday Night Special» τη δεκαετία του ’70, που έκρινε παράνομα τα πιστόλια μικρού διαμετρήματος, πέρασε για να δημιουργήσει πλήγμα στις κοινότητες των μαύρων, οι οποίες χρησιμοποιούσαν κατά κόρον τέτοιου τύπου όπλα.

Αν μπορεί να αποτυπώσει και να συμπυκνώσει κάτι η ένοπλη εισβολή που πραγματοποίησε 54 χρόνια πριν, η επαναστατική οργάνωση των Μαύρων Πανθήρων, μέσα στην καρδιά του κτήνους, τότε αυτό δεν είναι άλλο από τον υψηλό δείκτη ριζοσπαστικοποίησης των κινημάτων της εποχής. Ο ιστορικός χρόνος τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 στο αμερικανικό έδαφος είναι σημαδεμένος από κύκλους κοινωνικών-ταξικών αγώνων, άγριες εργατικές απεργίες, αντιπυρηνικά και αντιπολεμικά κινήματα, εξεγέρσεις στις φυλακές, ένοπλες πολιτοφυλακές και αγώνες των μαύρων κοινοτήτων, κινήματα ριζοσπαστικής έκφρασης και αντικουλτούρας, αγώνες ομοφυλόφιλων και τρανς για ορατότητα και ίσα δικαιώματα, καταλήψεις στέγης και αγώνες φοιτητών στα κάμπους των πανεπιστημιουπόλεων. Είναι εποχή οξυμένων κοινωνικών αντιθέσεων, όπου η ταξική πάλη διεξάγεται με αμείωτη ένταση, η πολυεθνική εργατική τάξη βρίσκεται σε ανώτατο στάδιο συνειδητότητας του ρόλου της και των συμφερόντων της και τα πολύμορφα ανταγωνιστικά κινήματα έχουν θέσει πολύ ψηλά τον πήχη των διεκδικήσεων και των επιθυμιών τους. Οι φωτογραφίες των οπλισμένων Μαύρων Πανθήρων είναι το απαύγασμα των συγκεκριμένων πολιτικών και κοινωνικών συσχετισμών που ενυπάρχουν στις κοινωνίες των Ηνωμένων Πολιτειών.