Σπέρνεις κανονικότητα, θερίζεις χούντα.

“Αυτό που οι αρχηγοί των κρατών τα οποία έσπευσαν με τόση επιμέλεια να ποινικοποιήσουν τον εχθρό δεν έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει είναι πως αυτή η ποινικοποίηση μπορεί ανά πάσα στιγμή να στραφεί εναντίον τους. Με αυτή την έννοια σήμερα δεν υπάρχει κανένας αρχηγός κράτους επί της γης ο οποίος να μην είναι δυνητικά ένας εγκληματίας. Όποιος φορά σήμερα τη θλιβερή ρεντιγκότα της κυριαρχίας, γνωρίζει πως μια μέρα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως εγκληματίας από τους συναδέλφους του. Και, σίγουρα, εμείς δεν θα τον συμπονέσουμε. Διότι ο κυρίαρχος που έχει συναινέσει πρόθυμα να εμφανίζεται ως αστυνόμος ή εκτελεστής αποδεικνύει τελικά την πρωταρχική του εγγύτητα με τον εγκληματία”.

Τζ. Αγκάμπεν, Μέσα Χωρίς Σκοπό

Το εκτρωματικό νομοσχέδιο για τις διαδηλώσεις που φέρνει προς ψήφιση στη Βουλή ο υπουργός που έχει κάνει σκοπό της ζωής του να εγγυηθεί τον ήσυχο ύπνο των νεομπουρζουάδων, αναδεικνύει σε όλη της την μεγαλοπρέπεια την εγγενή αντίφαση που διαπερνά από άκρη σ’ άκρη την τρύπια καρδιά της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”. Τόσο ως προς τις καταστατικές συνθήκες πάνω στις οποίες βασίζει τη λειτουργία της ως πολιτειακό καθεστώς, όσο και αναφορικά με τις φαντασιακές σημασίες που προσδίνουν ένα θετικό περιερχόμενο στην πολιτισμική ηγεμονία της. Αποκαλύπτεται στην πραγματική του διάσταση το παράδοξο ενός πολιτικού συστήματος που διατείνεται ότι αντλεί τη νομιμοποίηση του από τον βαθμό στον οποίο επιτρέπει, ή ακόμα κι ενθαρρύνει, την αντίσταση ενάντια στην εξουσία του. Η μόνιμη ιστορική ένταση που ενυπάρχει ανάμεσα στη “δημοκρατία” ως θεσμοποιημένη δομή και στη δημοκρατία ως συλλογική διαδικασία από-τα-κάτω, εκδηλώνεται κάθε φορά με νέα ορμή σε αυτόν τον διαφιλονικούμενο χώρο, όπου κάθε καινούρια νομοθεσία έρχεται για να χαράξει νέα σύνορα και να κατοχυρώσει νέες δικαιοδοσίες σε αυτή τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στην κοινωνία της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης και στο όργανο της μειοψηφικής κυριαρχίας, το Κράτος. Η λεγόμενη “δημόσια τάξη” μπορεί να είναι συλλογικό αγαθό και υπόθεση όλης της κοινωνίας μόνο εφόσον αποτελεί το επιστέγασμα μιας δίκαιης τάξης πραγμάτων. Ειδάλλως, είναι μια κατάσταση που ωφελεί μονάχα τους λίγους ευκατάστατους και αναπαράγει τα ταξικά προνόμια τους σε βάρος των πολλών. Είναι μια “πραγμοποιημένη”, παγωμένη στο χώρο και το χρόνο κοινωνική πραγματικότητα, που υπηρετεί τις πολιτικές ανάγκες του κανιβαλικού καπιταλισμού του 1%, όπως έλεγε και το παλαιό αλλά προφητικό σύνθημα του κινήματος Occupy.

Η εκχώρηση στα όργανα καταστολής της αρμοδιότητας να ταξινομούν κατά το δοκούν τις διαδηλώσεις και τις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας ανάλογα με το μέγεθος και τον βαθμό “επικινδυνότητας” τους, δεν είναι τίποτε άλλο από την ξεδιάντροπη ιδιοποίηση εκ μέρους του κρατικού μηχανισμού του δικαιώματος να επιτρέπει ή να απαγορεύει όποια εκδήλωση κοινωνικής ανυπακοής θεωρεί το ίδιο ότι μπορεί να προξενήσει αναταραχή ή να αμφισβητήσει έμπρακτα την κυριαρχία του. Δεν χρειάζεται και πολύ μυαλό για να καταλάβει κάποιος ότι ο επίσημος χαρακτηρισμός μιας κινητοποίησης εκ των προτέρων ως “μικρής” ή “επικίνδυνης” , θα μετατραπεί σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία, αφού η νέα νομοθεσία δίνει τη δυνατότητα για να ληφθούν διοικητικά μέτρα προληπτικής διαχείρισης στον δρόμο, σύμφωνα με την αρχική εκτίμηση της κατάστασης απο την αστυνομία. Τα προτεινόμενα κριτήρια για την κατηγοριοποίηση των συναθροίσεων υποτίθεται πως υπακούν σε μια τεχνοκρατική λογική, ότι είναι πολιτικά ουδέτερα και μακριά από ιδεολογικές αγκυλώσεις. Οι ακροδεξιές ελίτ της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς είναι άλλωστε οι πρώτες κυβερνήσεις της ιστορίας που αυτοπροσδιορίζονται ως “δημοκρατικές”, αλλά ταυτόχρονα δηλώνουν προς πάσα κατεύθυνση ότι βρίσκονται πέρα από τα όρια και τις ιδεολογικές διαφορές της παραδοσιακής δημοκρατικής πολιτικής, χωρίς τις οποίες βέβαια δεν μπορεί να υπάρξει, ούτε έχει κάποιο νόημα η έννοια της “δημοκρατίας”.

Αυτή βέβαια η αποπειρα “αποπολιτικοποίησης” της δημόσιας τάξης, όπως γράφει ο Αναγνωστόπουλος, η αναγωγή της κοινωνικής ειρήνης σε αυταξία, αποκρύπτει το γεγονός ότι είναι η ίδια μια εξόχως πολιτική επιλογή.i Από την εποχή της τρικομματικής “χούντας” του Σαμαρά, υπήρξαν σύντροφοι που εφιστούσαν την προσοχή μας στην ευκολία με την οποία μια μερίδα του χώρου (αλλά και της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς) είχε ενσωματώσει τον όρο αυτόν στις πολιτικές αναλύσεις του για τη συγκυρία. Το ζήτημα δεν ήταν μόνο σημειολογικό, επέμεναν. Ποτέ ξανά δεν θα πρέπει να κάνουμε το λάθος που διέπραξαν οι γερμανοί κομμουνιστές του μεσοπολέμου , όταν έσπευσαν να εξομοιώσουν τον “σοσιαλφασισμό” του SPD με την επερχόμενη ολοκληρωτική λαίλαπα του χιτλερισμού. Όσο άσχημα κι αν είναι τα πράγματα, στη “δημοκρατία” οι προλετάριοι τουλάχιστον έχουν το νόμιμο δικαίωμα να συνδικαλίζονται, να αναλαμβάνουν πολιτική δράση και να επιλέγουν οι ίδιοι τους πολιτικούς “αντιπροσώπους” τους. Μολαταύτα, η ιδέα ότι ένα καθεστώς ενσωματώνει τη διαφωνία μέσα στον θεσμικό τρόπο λειτουργίας του, μπορεί από την μία να νοηθεί σαν μερική κατοχύρωση της ελευθερίας του λόγου μέσα από προδιαγεγραμμένα κανάλια και διαδικασίες. Από την άλλη, η ίδια αυτή πράξη της θεσμοποίησης έχει σαν αποτέλεσμα την “κρατικοποίηση” τόσο της μεθόδου, όσο και του περιεχομένου της διαφωνίας. Τα δύο αυτά στοιχεία βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους και δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θέσουν σε διαπραγμάτευση εκείνο το θεσμικό πλαίσιο που επιτρέπει στη διαφωνία να υπάρχει σαν διακοσμητικό στοιχείο του ετερόνομου πολιτεύματος.

Φυσικά, κανείς δεν πρέπει να απαξιώνει το ιδανικό ενός πολιτικού συστήματος που δίνει τη δυνατότητα για μια ειρηνική επίλυση των κοινωνικών διαφορών εντός των θεσμικών μηχανισμών που αυτό έχει καθιερώσει. Στο κάτω, κάτω, η άμεση δημοκρατία δεν είναι παρά μια τελειοποιημένη εκδοχή πολιτικής αυτοθέσμισης της κοινωνίας που θεσμοποιεί τη διαφωνία ως δομικό στοιχείο του πολιτεύματος. Όχι όμως μια διαφωνία με την μορφή ενός διαρκούς πολέμου χαρακωμάτων ανάμεσα σε αμετακίνητους κοινωνικούς συνασπισμούς, που αντικατοπτρίζει τις ταξικές συγκρούσεις ενός ιεραρχικού κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, αλλά σαν τη ρευστή διάσταση απόψεων ανάμεσα στις διαρκώς εναλασσόμενες πλειοψηφίες και μειοψηφίες μιας αυτόνομης κοινωνικής ολότητας. Στιγμιαίες πολιτικές συσσωματώσεις που θα διαλύονται το ίδιο γρήγορα όπως θα σχηματίζονται και ποτέ δεν θα έχουν τον χρόνο ή την ευκαιρία να αποκτήσουν πιο μόνιμα χαρακτηριστικά. Όσο κι αν είναι συγκινητική (κι ενίοτε ελαφρώς διασκεδαστική) η προσπάθεια του ΚΚΕ να προσαρμόζεται διαρκώς στις ολοένα και πιο παράλογες υποδείξεις του Κράτους περί “νόμιμων” συγκεντρώσεων, διοργανώνοντας κάποια χάπενινγκ “λαϊκής” ανυπακοής που θυμίζουν στην πειθαρχημένη διάταξη τους τις χορογραφίες των δημόσιων εκδηλώσεων του πρώην ανατολικού μπλοκ, γίνεται πια εύκολα αντιληπτό ότι η κοινωνική “διαμαρτυρία”, όταν αφήνει να ορίζεται η μορφή και το περιεχόμενο της από το εγχειρίδιο διαχείρισης συγκεντρώσεων του υπουργείου ΠΡΟΠΟ, έχει ήδη αποδεχτεί την ήττα πριν ακόμα αποφασίσει να κατέβει στον δρόμο.

ΥΓ. Τις ώρες που γραφόταν αυτό το κείμενο έγινε γνωστή η τρίτη επίσημη απαγόρευση συγκεντρώσεων από τον διευθυντή της αστυνομίας, που τούτη τη φορά στρέφεται απροκάλυπτα ενάντια στην πολιτική δραστηριότητα της ριζοσπαστικής αντιπολίτευσης του δρόμου. Κι αυτό γιατί η αποστασιοποίηση για λόγους υγειονομικού πρωτοκόλλου έχει προ πολλού καταστρατηγηθεί στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στις μεγάλες μονάδες της παραγωγής, στις εκκλησίες και πλέον και στα εμπορικά καταστήματα που έχουν επαναλειτουργήσει. Πραγματικά, δυσκολεύομαι να αποφασίσω τι με ανατριχιάζει περισσότερο. Ίσως η φανερή προθυμία της ακροδεξιάς νεοφιλελεύθερης συμμορίας που κυβερνάει να κινηθεί πέρα από τα όρια του νόμου και να χρησιμοποιήσει την υγειονομική κρίση σαν εργαλείο για την καταστολή των κοινωνικών αντιστάσεων. Πράγμα που δείχνει καθαρά ότι οι άνθρωποι αυτοί ενδιαφέρονται για τη “δημοκρατία” μόνο σαν ένα μέσο που θα τους επιτρέψει να αναρριχηθούν στην εξουσία. Από εκεί και πέρα, δεν έχουν κανένα απολύτως πρόβλημα να ξεφορτωθούν με μια τροπολογία εδώ και μια νομοθετική ρύθμιση εκεί, όλα εκείνα τα δομικά στοιχεία που υπαινίσσονται την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, ή μάλλον επιρροής, και μπορεί να αποβούν εξόχως ενοχλητικά για την απρόσκοπτη εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος του νεοφιλελεύθερου μπλοκ εξουσίας. Ίσως πάλι να πρέπει να σταθούμε στην κατάπτυστη στάση της “αριστερής” αντιπολίτευσης, που ενδεχομένως να σκέφτεται ότι το προηγούμενο αυτό της ολοκληρωτικής εξάλειψης των ταξικών αντιστάσεων μπορεί να την εξυπηρετήσει θαυμάσια στο μέλλον, όταν κληθεί να αναλάβει με τη σειρά της ξανά τη διακυβέρνηση μιας κοινωνίας στα πρόθυρα της γενικής κατάρρευσης. Ας προσέξουν όμως οι “προοδευτικοί” τυχοδιώκτες διότι, όπως έγραψαν πρόσφατα οι αμερικανοί σύντροφοι της συλλογικότητας Crimethinc, όποιος κάνει πολιτικές πλάτες στη σταδιακή συγκρότηση της υλικής υποδομής του φασισμού, κινδυνεύει στο τέλος να γίνει και ο ίδιος θύμα του.ii Τέλος, θα πρέπει να πούμε για την πλήρη ακινησία που έχει καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας μπροστά σε αυτή την ξεδιάντροπη καταπάτηση των πιο θεμελιακών της δικαιωμάτων. Καμιά αντίδραση δεν διαφαίνεται από τα συνδικάτα, τους φορείς της “κοινωνίας των πολιτών”, από μεμονωμένα έστω άτομα, που υποτίθεται ότι κατέχουν την ιδιότητα του “πολίτη” μιας “δημοκρατικής” χώρας. Για όλους αυτούς, η δημοκρατία πιο πολύ κάνει αισθητή την παρουσία της στο κοινωνικό πεδίο με όρους μιας περιστασιακής ενόχλησης στην καθημερινότητα τους, μιας διασάλευσης της “κανονικότητας” που τόσο πολύ επιθυμούν, παρά σαν ζωντανό μέσο αυτοέκφρασης. Σαν συλλογική δραστηριότητα που επιτρέπει την ταξική αυτοθέσμιση και την εκπλήρωση στόχων που ξεπερνούν τις δυνάμεις και τις δυνατότητες του μεμονωμένου, αλλοτριωμένου ατόμου. Σχεδόν πρόκειται για κάτι που φαίνεται να μην αφορά πια κανέναν και γι’ αυτό καλό θα ήταν να τελειώνουμε επιτέλους μ’ αυτήν. Ο φασισμός άλλωστε δεν στηρίχθηκε μόνο στη φυσική βία του κράτους και τη δύναμη της ωμής επιβολής. Άσχετα απο το τι μας αρέσει να πιστεύουμε, ένας βαθμός κοινωνικής συναίνεσης ήταν μέσα στους παράγοντες που υπέθαλψαν κι ενίσχυσαν ιστορικά την παγίωση της δικτατορικής εξουσίας.

i Δ. Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, Ο Μαυροκόκκινος Δεκέμβρης (Εκδόσεις Τόπος).
ii January 6: A mass base for fascism, https://crimethinc.com/2021/01/07/january-6-the-debut-of-a-mass-base-for-fascism.


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ