Γιατί ΔΕΝ καταδικάζουμε την βία απ’ όπου κι αν προέρχεται και οι υπερβάσεις της Ν. Σμύρνης

“Η βία είναι βία και δεν χρωματίζεται”, λένε κάποιοι. “Η βία φέρνει βία” λένε άλλοι στον αντίποδα, για να δικαιολογήσουν. “Η βία πρέπει να καταδικάζεται απ’ όπου κι αν προέρχεται”, λένε κάποιοι τρίτοι. Όλα τα παραπάνω είναι λάθη ή ψέματα, ως έναν βαθμό.

Η βία δεν είναι κάτι το ενιαίο, ένα φαινόμενο που μπορείς να το καταδικάσεις συλλήβδην χωρίς να πέσεις σε αντιφάσεις. Υπάρχει η βία του δυνατού απέναντι στον αδύναμο, η απαντητική βία του τελευταίου, υπάρχει η συνεχής βία, η στιγμιαία έκφρασή της, η θεσμική βία, η σωματική, η λεκτική και η ψυχολογική βία. Όλα τα παραπάνω περιπλέκονται σε τέτοιον βαθμό, ώστε να μην μπορείς να καθορίσεις αν κάτι είναι αιτία και κάτι άλλο αποτέλεσμα. Και εκεί, σε αυτή την παγίδα είναι που πέφτουν πολλοί συνάνθρωποί μας, βγάζοντας συμπεράσματα και διαμορφώνοντας απόψεις, όπως αυτές που αναφέραμε στην αρχή του κειμένου.

Καταρχήν, η βία ενυπάρχει στο σύστημα που ζούμε καθημερινά. Βία είναι η πείνα του φτωχού, την ίδια ώρα που ο πλούσιος δεν ξέρει τι έχει. Και είναι βία ακριβώς επειδή είναι μια αναγκαία κατάσταση η πείνα του πρώτου και η αιώνια συνέχισή της, ώστε να υπάρχουν τα πλούτη του δεύτερου εσαεί. Και είναι βία επειδή χρειάζεται βία για να σταματήσει να υπάρχει αυτή η συνθήκη, καθώς με την βία καταστέλλεται κάθε προσπάθεια που προσπαθεί να την σταματήσει.

Σε έναν κόσμο του οποίου η βία, με τις διάφορες μορφές της, είναι εγγενές και δομικό στοιχείο, το να είσαι ουδέτερος και να μην διαλέγεις πλευρά, να κρατάς αποστάσεις και να μη διαχωρίζεις το “άσπρο” από το “μαύρο”, τα “δυο άκρα”, δεν σημαίνει ότι εσύ είσαι το “γκρι”. Σε μια κατάσταση όπου κυριαρχεί το μαύρο ολοκληρωτικά και με την βία, αν εσύ δεν είσαι τουλάχιστον μια απόχρωση του άσπρου, αλλά παραμένεις άχρωμος και άοσμος, τότε συντελείς στην διαιώνιση της κυριαρχίας του μαύρου. Το ίδιο ακριβώς και στην αντίστροφη κατάσταση, όπου κυριαρχεί το άσπρο.

Έτσι, στον καπιταλισμό, σε έναν κόσμο βίας και καταπίεσης, αν εσύ δηλώνεις απολιτίκ και ενδιαφέρεσαι μόνο για την προσωπική σου ζωή και τις δουλειές σου, χωρίς να καταλαβαίνεις ότι κάθε επιλογή σου ορίζεται από το πλαίσιο που σου έχει θέσει το σύστημα, τότε δεν είσαι ουδέτερος. Είσαι απλά αμέτοχος. Αλλά και πάλι, όχι με την ουδέτερη έννοια. Για να το πούμε καλύτερα: Είσαι ιδιώτης. Είσαι αυτή η κατηγορία ανθρώπου που περισσότερο από όλα συχαίνονταν οι αρχαίοι Έλληνες (όντα άκρως πολιτικά) αλλά και τόσοι άλλοι λαοί, ώσπου έφτασε η λέξη να περάσει στις ξένες γλώσσες ως “idiot”, δηλαδή ανόητος. Ανόητος επειδή δεν καταλαβαίνεις ότι και η στάση του αμέτοχου είναι στάση που παίρνει θέση, είτε το θέλει είτε όχι. Πάνω στους ανόητους ιδιώτες είναι που πατάει το σύστημα της βίας και της καταπίεσης για να αναπαράγεται και να ατσαλώνει την θέση του.

Πάμε ξανά στην βία. Την αστυνομική, την κρατική αυτή την φορά. Το κράτος είναι ένα “κοινωνικό συμβόλαιο”, υποτίθεται, ανάμεσα στους πολίτες του, που σκοπό έχει να διαφυλάξει την αναμεταξύ τους τάξη και την κοινωνική ειρήνη.  Σύμφωνα με μια γρήγορη αναζήτηση στην wikipedia, μπορεί κάποιος να βρει πως, σε ένα κοινωνικό συμβόλαιο, όπως το κράτος, τα άτομα έχουν συγκατατεθεί, είτε ρητά είτε σιωπηρά, για να παραδώσουν κάποιες από τις ελευθερίες τους και να τις υποβάλουν στην αρμόδια αρχή του ηγεμόνα ή κυβερνήτη (ή στην απόφαση μιας πλειοψηφίας), με αντάλλαγμα την προστασία των υπολοίπων δικαιωμάτων τους“. Μια από τις ελευθερίες που έχουν παραδώσει οι πολίτες ενός κράτους στην Αρχή του, είναι και αυτή του μονοπωλίου της βίας από μεριάς του κράτους, η δημιουργία δηλαδή ενός ή παραπάνω ένοπλων σωμάτων, που ελέγχονται από το κράτος και ως σκοπό έχουν την “προστασία των δικαιωμάτων” των πολιτών. Κανείς άλλος πέρα από αυτά τα σώματα εν έχει έννομο δικαίωμα να ασκεί βία.

Στην τωρινή όμως μορφή κράτους και κοινωνικού συστήματος που ζούμε, δεν έχουμε όλοι μας ούτε τα ίδια συμφέροντα, ούτε τα ίδια δικαιώματα επάνω στα αγαθά, τις πρώτες ύλες και τις υπηρεσίες. Το αστικό καπιταλιστικό κράτος είναι ένα κράτος που εμπεριέχει κοινωνικές αντιφάσεις και τεράστιες οικονομικές διαφορές ανάμεσα στα μέλη του. Ωστόσο, το κοινωνικό του συμβόλαιο ορίζει πως όλοι αυτοί πρέπει να ζουν σε αρμονία και σύμφωνα με τον νόμο, διαφορετικά θα υποστούν τις συνέπειες του μονοπωλίου της βίας από το κράτος. Όλοι πρέπει να σέβονται τα δικαιώματα του άλλου. Να υπάρχει τάξη.

Βέβαια, όταν το “ιερότερο δικαίωμα” σε αυτή την κοινωνία είναι αυτό της ιδιοκτησίας, τότε μπορούμε πολύ εύκολα να καταλάβουμε πως, επί του πρακτέου, όσοι έχουν μεγαλύτερη ιδιοκτησία και περιουσία, έχουν πρακτικά μεγαλύτερα και περισσότερα δικαιώματα, έχουν περισσότερο “ζωτικό χώρο” από εκείνους με τα λιγότερα. Το κοινωνικό συμβόλαιο δεν αντιμετωπίζει ως έγκλημα την οικονομική και κοινωνική εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, αντίθετα αφήνει διάφορους νόμους της οικονομίας να ορίζουν το μέγεθος αυτής, ενώ αντίθετα  αντιμετωπίζει ως έγκλημα κατά της έννομης τάξης κάθε μη θεσμική προσπάθεια να σπάσει αυτή η συνθήκη. Φυσικά, αυτή η “τάξη” ορίζεται κάθε φορά από αυτούς που έχουν την μεγαλύτερη δυνατότητα να επηρεάζουν τα πράγματα, κυρίως με οικονομικούς και δευτερευόντως με κοινωνικούς όρους (τους οποίους σχεδόν πάντα μετατρέπουν και σε οικονομικούς). Οι πλούσιοι μπορούν να αγοράσουν ανθρώπους και θεσμούς, να εξαρτήσουν άλλους από την δική τους οικονομική επιφάνεια, κλπ. Έτσι, το κράτος δεν είναι ουδέτερος μηχανισμός, αλλά πρακτικά αποτελεί πολιτικό όργανο των εχόντων. Και μαζί με αυτό, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τα σώματα στα οποία οι πολίτες, βάσει του κοινωνικού συμβολαίου, έχουν εκχωρήσει τα δικαιώματά τους. Ένα τέτοιο είναι και η αστυνομία (και ο στρατός), η οποία όπως είπαμε εκφράζει την δομή με την οποία το κράτος ασκεί το μονοπώλιο της βίας.

Βασική προϋπόθεση όμως για την τήρηση αυτής της συνθήκης από μεριάς πολιτών, είναι να αισθάνονται πως προστατεύονται οι ελευθερίες και τα δικαιώματα, για τα οποία έχουν εκχωρήσει στο κράτος το εκάστοτε μονοπώλιο, στην περίπτωση που εξετάζουμε, αυτό της βίας.  Τι γίνεται όμως όταν αυτό δεν συμβαίνει;

Εκ των πραγμάτων, σε ένα κράτος που λειτουργεί μεροληπτικά υπέρ των πλουσίων, που η αστική τάξη έχει την ιδεολογική και οικονομική ηγεμονία και οι κυβερνήσεις του είναι απλά όργανα των συμφερόντων της, το ίδιο συμβαίνει και με την αστυνομία. Σίγουρα υπάρχει μια κλιμάκωση και μια διαφοροποίηση στις περιόδους ηρεμίας, όπου το κοινωνικό σώμα θεωρεί πως το κράτος και η Κυβέρνηση που έχει ψηφίσει δρουν προς όφελός του. Όταν δηλαδή οι κοινωνικές-οικονομικές συνθήκες αναμειγνύονται άψογα με την επικράτηση της ψευδούς αστικής ιδεολογίας επάνω στα φτωχά λαϊκά στρώματα. Τότε την πατάνε μόνο οι συνειδητές ριζοσπαστικές πολιτικές και κοινωνικές μειοψηφίες, που προσπαθούν να αντιπαλέψουν αυτή την αντίληψη και να φέρουν στο φως την πραγματική ουσία του κράτους και του καπιταλιστικού συστήματος, δηλαδή την εκμετάλλευση και την καταπίεση. Συνήθως σήμερα αυτοί είναι οι αναρχικοί και παλαιότερα οι κομμουνιστές, και διαχρονικά οι συνδικαλιστές εργάτες κλπ (και κοινωνικές μειονότητες όπως οι μετανάστες κλπ, που “απειλούν την κοινωνική συνοχή” και παίζουν τον ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου). Δέχονται την βία και την καταστολή, αλλά  επειδή είναι μειοψηφίες, δεν διαταράσσεται η ισορροπία του κοινωνικού συμβολαίου. Αντίθετα, η αστική τάξη έχει όλα τα ιδεολογικά και προπαγανδιστικά όπλα να τους αποδομήσει κοινωνικά και να τους περιθωριοποιήσει, όπως π.χ. προσπάθησε να κάνει και στην περίπτωση του νεαρού που δέχτηκε την αστυνομική βία στην Νέα Σμύρνη, λέγοντας πως είναι αναρχικός, πως συμμετείχε σε έκνομες ενέργειες κλπ.

Σε περιόδους όμως όπως η σημερινή, που η Κυβέρνηση (λιγότερο όμως η αστική τάξη συνολικά) κινδυνεύει να χάσει το status του τηρητή της λαϊκής εντολής, όπου τα σκάνδαλα πέφτουν βροχή, η εγκληματική διαχείριση της πανδημίας έχει φέρει πάνω από 6000 νεκρούς και η πολιτική σκοπιμότητα πίσω από τα αλλοπρόσαλλα lockdown είναι πλέον πασιφανής, η κοινωνική οργή  θεριεύει. Ιστορικά, είναι σε τέτοιες περιόδους που οξύνεται η κρατική καταστολή και απλώνεται σε όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού, πέραν από τους “συνήθεις υπόπτους” αναρχικούς και λοιπούς επαναστάτες. Άνθρωποι που μπορεί να έδειχναν με το δάκτυλο τους αγωνιστές, επειδή έτσι τους έλεγαν τα δελτία ειδήσεων, πλέον μπορεί να βρουν τους εαυτούς τους στην άλλη άκρη ενός πτυσσόμενου γκλοπ ή να εισπνέουν δακρυγόνα.

Η εκάστοτε πολιτική και κατασταλτική διαχείριση, αναλόγως της εποχής και των πολιτικών φίλτρων, είναι διαφορετική. Κάποιες φορές μπορεί να ρίξει το τυράκι του κατευνασμού και των παραχωρήσεων. Άλλες φορές όμως, όπως και σήμερα, είτε επειδή δεν υπάρχουν περιθώρια, είτε επειδή είναι τέτοια η πολιτική και ιδεολογική προσήλωση στην “πάταξη της ανομίας” και στο “τάξης και ηθική”, επιλέγεται η ωμή καταστολή. Αποτέλεσμα αυτού, όλο και μεγαλύτερο κομμάτι των πολιτών να αισθάνεται ότι έχει διαρραγεί ο βασικός όρος του κοινωνικού συμβολαίου ως προς το μονοπώλιο της βίας, δηλαδή η φύλαξη της ελευθερίας και των δικαιωμάτων του. Αρκετές φορές δε, καταφέρνει να κάνει και την υπέρβαση της αμφισβήτησης της ίδιας τη έννοιας του κοινωνικού συμβολαίου ως κενό κέλυφος.

Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι που αποφασίζει μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, κλιμακωτά, να αμφισβητήσει αυτό το μονοπώλιο. Είτε αντιδρώντας εναντίον του, είτε αμυνόμενο, είτε, σε τελικό στάδιο, επιτιθέμενο. Αυτή η τελευταία συνθήκη είναι η μορφή της βίας που έχει απελευθερωτικά χαρακτηριστικά, που μπορεί να σπάσει την λογική της ηττοπάθειας και της αποδοχής του μονοπωλίου της βίας από το κράτος (άρα από την αστική τάξη που το ελέγχει). Είναι αυτό που ονομάζουμε “αντιβία”. Δεν είναι ακριβώς επίθεση, αλλά αντεπίθεση. Αναλόγως του επιπέδου συνείδησης, οργάνωσης, μαζικότητας, αλλά και της στόχευσης των φορέων της αντιβίας, αυτή μπορεί να παίξει κομβικό ρόλο σε μια ημέρα ταραχών και ανταπάντησης ως προς την καταστολή, προκειμένου να της βάλει φραγμό, σε μια εξέγερση, ακόμη και σε μια Επανάσταση.

Ειδικά σε αυτή τη τελευταία περίπτωση, είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε πως κάθε, ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή, κάθε επαναστατική προσπάθεια, ανεξαρτήτου απόχρωσης, ήρθε μέσα από αυτή την διαδικασία αμφισβήτησης του (εκάστοτε) κοινωνικού συμβολαίου και μέσω της χρήσης της απελευθερωτικής βίας, τη αντιβίας. Από την Αγγλική, την Αμερικανική και την Γαλλική Επανάσταση, μέχρι και την Ρωσική, ακόμη και στην Ελληνική, βασικός παράγοντας της επικράτησης των καταπιεσμένων επί των καταπιεστών τους ήταν η χρήση της επαναστατικής, απελευθερωτικής βίας. Είτε απέναντι στον Βασιλιά της Αγγλίας, είτε απέναντι στην ίδια την Βρετανική Αυτοκρατορία, στον Λουδιβίκο, στον Τσάρο, στους Οθωμανούς και τους Χριστιανούς κολαούζους τους. Πολύ απλά, γιατί η εκάστοτε εξουσία, οικονομική, εθνική, πολιτική, δεν είναι ποτέ (ή σχεδόν ποτέ) διατεθειμένη να παραδώσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα επί των καταπιεσμένων.

Αυτό που έγινε στην Νέα Σμύρνη δεν ήταν επανάσταση, ούτε καν εξέγερση. Ήταν μια ημέρα απαντητικών ταραχών και αντιβίας μιας μερίδας των από-τα-κάτω, απέναντι στον κωλοπαιδαρισμό και την οξυμένη καταστολή της αστυνομίας, απέναντι σε ένα σώμα πραιτοριανών, που πλέον δεν έχει κανένα χαλινάρι και χρησιμοποιείται και το ίδιο (ίσως χωρίς να το καταλαβαίνει εντελώς) ως το απόλυτο εκτελεστικό όργανο μιας πολιτικής εξουσίας, που προσπαθεί με νύχια και με δόντια να επιβιώσει και ταυτόχρονα να επιτεθεί στα κεκτημένα των από-τα-κάτω, ενώ βλέπει πως ο τροχός γυρίζει. Μιας μερίδας των από-τα-κάτω που, αν ποτέ την ενδιέφερε πραγματικά αυτό το “κοινωνικό συμβόλαιο” ως μορφή συνοχής, τώρα βλέπει ότι δεν εκπληρώνεται καμία από τις προϋποθέσεις του: Πείνα, βία, καταστολή, θάνατος, φτώχεια είναι το μόνο που έχει να τους προσφέρει το κράτος.

Στο σκηνικό στην Νέα Σμύρνη καθαυτό τώρα. Είναι εντελώς υποκριτικό να χύνουμε κροκοδείλια δάκρυα για τον χτυπημένο αστυνομικό (που θα μπορούσε να είναι και νεκρός, αν η ενστικτώδης αντιβία των από-τα-κάτω δεν είχε κάποιες ποιοτικές διαφορές -έστω και σε αυτή την όχι εντελώς πολιτική μορφή της- από την κρατική βία και καταστολή), την ίδια στιγμή που βλέπουμε πως, λίγα δευτερόλεπτα πιο πριν, είχε ορμήσει μέσα σε μάζα κόσμου μαζί με άλλους συναδέλφους του ΔΙΑΣ/ΔΕΛΤΑ με μηχανάκια, χωρίς ενδοιασμό. Την ίδια στιγμή που έχουν βγει στο φως άλλα τόσα video από τα χθεσινοβραδυνά, τα οποία δείχνουν αστυνομικούς να ουρλιάζουν “πάμε να τους σκοτώσουμε”, αναφερόμενοι σε διαδηλωτές, σε πολίτες που υποτίθεται πως -βάσει του κοινωνικού συμβολαίου- προστατεύουν. Όταν υπάρχουν κι άλλα ακόμη video που δείχνουν αστυνομικούς να βιαιοπραγούν απέναντι σε άοπλο και ακινητοποιημένο πολίτη, χωρίς προφανή αιτία, την ίδια ώρα που συνέβαιναν όλα τα παραπάνω. Και τέλος, όταν υπάρχει ξεκάθαρη φωτογραφία που δείχνει αστυνομικό του ίδιου σώματος (θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και ο ίδιος), να έχει τραβήξει όπλο και να το έχει στραμμένο σε ευθεία βολή (Η κεντρική φωτογραφία του άρθρου).

Είναι επίσης υποκριτικό να συγκρίνουμε την βία που ασκεί μεθοδευμένα και συστηματικά ένα έμμισθο σώμα που οπλοφορεί, που έχει εξάρτηση και -υποτίθεται- εκπαίδευση επάνω στην βία και που με πρωτοφανή μεθοδικότητα παραβαίνει καθημερινά τον τυπικό του ρόλο στην κοινωνία -με την αντιβία των από-τα-κάτω. Η αντιβία αυτή είναι μια μορφή κοινωνικής αυτοδικίας απέναντι σε ένα σώμα που δεν λογοδοτεί σε κανένα για τις καφρίλες του. Και όπου υπάρχει έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης, εκεί και μόνο εκεί είναι που ανθεί η αυτοδικία. 

Ελαχιστότατη, απαντητική και μάλλον αμυντική (ως προς το να βάλει φραγμό στην αστυνομική ασυδοσία) ήταν η χθεσινή βία που ασκήθηκε απέναντι στην αστυνομία στην Νέα Σμύρνη. Τώρα, οι ίδιοι οι αστυνομικοί που δεν προστάτευσαν καν τον συνάδελφό τους, ειδικά ο οδηγός της μηχανής στην οποία επενέβαινε, θα πρέπει να αισθάνονται ντροπή για τον εαυτό τους ως σώμα και ως άνθρωποι, τόσο σε σχέση με την αποστολή που είχαν να φέρουν εις πέρας, όσο και με τον “ανδρισμό” και την “μαγκιά” που προβάλουν όταν βρίσκονται απέναντι σε πιο αδύναμους. Πέρα από επικίνδυνοι για την κοινωνία, πέρα από έμμισθοι προστάτες της αστικής τάξης, είναι και ανίκανοι να προστατεύσουν τους εαυτούς τους και τους συναδέλφους τους από κάποιον πραγματικό κίνδυνο, ακόμη και όταν έχουν την υπεροπλία σε εξοπλισμό και τον νόμο στο πλευρό τους να τους ξελασπώσει. Αυτό πρέπει να γίνει μάθημα σε όλους μας.

Τέλος, σχετικά με το υποκείμενο που εξαπέλυσε την χθεσινή απαντητική βία,  δηλαδή κατά κύριο λόγο τους χούλιγκανς και τους οπαδούς των ομάδων, έχουν ειπωθεί πολλά και μπορούν να γραφτούν ακόμη περισσότερα. Εγώ θα πω τα εξής:

Σε μια συνθήκη που μιλάμε για μια μαζική κοινωνική κινητοποίηση (σίγουρα πάνω από 15.000), είναι απολύτως φυσιολογικό να συμμετέχουν πολλές κοινωνικές ομάδες, που από ταξική και κοινωνική θέση υφίστανται τις επιπτώσεις αυτής της παράλογης και εγκληματικής κατασταλτικής πολιτικής της Κυβέρνησης. Οι οπαδοί των ομάδων είναι, κατά την πλειονότητά τους,  παιδιά εργατικών και φτωχικών οικογενειών, ανήκουν οργανικά στην εργατική τάξη. Αν σε αυτή την ιδιότητά τους προσθέσουμε και την καταστολή που δέχονται έτσι κι αλλιώς από την αστυνομία ως οπαδοί (για λόγους που δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε), βλέπουμε πως πρόκειται περί μια κοινωνικής ομάδας που βιώνει από πολλαπλές θέσεις την συνθήκη της κρατικής βίας. Η εξοικείωσή τους δε με την βία και η όποια αφοβία έχουν συλλογικά ή ατομικά αναπτύξει, τους καθιστά προνομιακό φορέα εκδήλωσης αυτής της εξεγερτικής αντιβίας. Το ότι όλα τα παραπάνω δεν συνέβησαν σε κάποιον ποδοσφαιρικό αγώνα, ότι δεν στράφηκαν ενάντια σε άλλους οπαδούς διαφορετικών ομάδων, αλλά αντίθετα, εν πολλοίς ενώθηκαν μεταξύ τους, σε μια κινητοποίηση ενάντια στην καταστολή και την αστυνομική βία (αλλά και το ότι πρακτικά μιλάμε κυρίως για αντιφασίστες οπαδούς, κάτι εξαιρετικά σημαντικό ως προς την ποιότητα της ιστορίας),  μας δίνει δυο κρατούμενα:

Πρώτον, οι ίδιοι οι οπαδοί υπερέβησαν τον κοινωνικό τους ρόλο και την οπαδική τους ταυτότητα μέσα στο εν λόγω σκηνικό (φυσικά κρατώντας ακέραια χαρακτηριστικά της κουλτούρας τους, θετικά και αρνητικά)  και ανα- βαπτίστηκαν, μέσω των συνθηκών, στα όργανα αυτά της απαντητικής, εν πολλοίς ταξικής βίας, της αντιβίας.

Δεύτερον, ακόμη και η ίδια η βία που άσκησαν, μεταμορφώθηκε -από τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε- από την παραδοσιακή οπαδική βία που συναντάμε στις μεταξύ τους αναμετρήσεις ή απέναντι στην αστυνομία, σε αντιβία, με -αρχικά- απαντητικά χαρακτηριστικά, η οποία εν δυνάμει θα μπορούσε να μετατραπεί και σε απελευθερωτική, αλλά συνεχίζει να διατηρεί τα δικά της, ιδιαίτερα, μητροπολιτικής φύσης χαρακτηριστικά.

Αν οι αναρχικοί και οι λοιποί επαναστάτες θεωρούμε ότι στις περιστάσεις που ζούμε αρμόζει ένα άλλο, περισσότερο πολιτικό και στοχευμένο επίπεδο βίας, με ξεκάθαρα αντιεξουσιαστικά απελευθερωτικά χαρακτηριστικά και με στόχευση την ολοκληρωτική αμφισβήτηση του μονοπωλίου της βίας από το κράτος, τότε καλά θα κάνουμε να οργανωθούμε επάνω σε αυτό.

Η κοινωνία βρίσκεται σε αναβρασμό. Η παρατεταμένη καραντίνα και η στέρηση των πολιτικών ελευθεριών, σε συνδυασμό με την εγκληματική διαχείριση της πανδημίας προς όφελος του κεφαλαίου και την συνεχιζόμενη οικονομική ανέχεια, αλλά και την όξυνση της καταστολής και της αυταρχικότητας, έχουν φέρει τις αντικειμενικές συνθήκες σε ένα ιστορικό υψηλό. Χωλαίνουν πάντα οι υποκειμενικές συνθήκες, δηλαδή η δουλειά και η παρέμβαση των επαναστατικών δυνάμεων προς την κατεύθυνση της ταξικής αυτο-συνειδητοποίησης του προλεταριάτου.Παρά τις αντιφάσεις μας, παρά την καταστολή που δεχόμαστε διαχρονικά και χωρίς σταματημό, οφείλουμε να παίξουμε όσο καλύτερα μπορούμε το ιστορικό μας ρόλο.

Και όπως λέει και ένα παλιό αφρικανικό γνωμικό:

Μέχρι το λιοντάρι να μάθει να γράφει, όλες οι αφηγήσεις θα δοξάζουν τον κυνηγό

Ας κάνουμε όλοι τις αναλογίες μας.


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ