Η Ακαδημαϊκή Κοινότητα δεν μπορεί να πρωτοστατήσει στον αγώνα για την αλλαγή

(Μετάφραση από τα Αγγλικά. Το πρωτότυπο κείμενο αλιεύθηκε από το site Nerd Teacher. Σημαντική σημείωση-αποσαφήνιση: Με την φράση ” Ακαδημαϊκή Κοινότητα “ μεταφράζουμε τον Αγγλικό -δανεισμένο από την ελληνική γλώσσα- όρο “Academia”, που περιλαμβάνει τους καθηγητές-ακαδημαϊκούς, τα ίδια τα ιδρύματα και την έρευνα που παράγεται μέσα σε αυτά. Δηλαδή με λίγα λόγια, έναν θεσμό. Στην ” Ακαδημαϊκή Κοινότητα “, τουλάχιστον όπως ο όρος χρησιμοποιείται στο κείμενο, δεν συμπεριλαμβάνονται οι φοιτητές και οι απλοί εργαζόμενοι, όσο δεν δρουν δηλαδή ως κομμάτι της παραπάνω σχέσης, αλλά απλά εργάζονται ή εκπληρώνουν τις σπουδές τους ώστε να μετατραπούν σε εργατικό δυναμικό στο μέλλον).


Το status quo γύρω από τη βαθμολόγηση είναι εν μέρει μια απάντηση στις απαιτήσεις του κολεγίου, όπως αυτές γίνονται αντιληπτές,  επομένως είναι ταιριαστό το ότι τα κολέγια θα ηγηθούν της προσπάθειας προς τα εμπρός.

Barry J. Fishman

Μια συχνή θέση που συναντώ καθώς διαβάζω για τις μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση (αλλά ακόμη και σχετικά με τον ευρύτερο στόχο της αλλαγής της κοινωνίας) είναι ότι τα πανεπιστήμια θα πρωτοστατήσουν. Οι ακαδημαϊκοί συνθέτουν περιγράμματα για το πώς το πανεπιστήμιο έχει κεντρικό ρόλο σε όλα και, ως αποτέλεσμα της ύπαρξής του, έχει αναγκάσει οτιδήποτε υπάρχει να αλλάξει «προς το καλύτερο». Μέσω του υποτιθέμενου πλούτου της έρευνας και της γνώσης τους, τα πανεπιστήμια θα είναι αυτά που θα ρίξουν φως στο τι πρέπει να αλλάξει, τι μπορεί να αλλάξει και πώς πρέπει να το αλλάξουμε. Πάρα πολλοί ακαδημαϊκοί το διακηρύσσουν αυτό χωρίς ίχνος ειρωνείας, και το κάνουν με περισσότερο ζήλο από ο,τι έχω δει ποτέ τους πιο επίμονους για την σωτηρία των μαθητών καθηγητές πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (μερικοί από τους οποίους σκέφτονται επίσης έτσι, αν και είναι συχνά πιο συγκεκριμένοι στο ότι αυτό αφορά τη δική τους διδακτική πρακτική).

Αλλά η Ακαδημαϊκή Κοινότητα, όπως και τα συστήματα των υποχρεωτικών σχολείων, δεν θα «πρωτοστατήσουν». Δεν μπορούν, γιατί, για να είναι η κοινωνία πιο υγιής, αυτά τα ιδρύματα πρέπει να πάψουν να υπάρχουν.

Φαίνεται να υπάρχει μια σταθερή υπόθεση ότι τα πανεπιστήμια, σε κάποια χρονική στιγμή, ήταν «πεδία πνευματικής ανάπτυξης» που – λόγω του επελαύνοντος νεοφιλελευθερισμού στο θεσμό, όπως ισχυρίζονται πολλοί – μετατράπηκαν σε «παζάρια αυτοπροβολής». Δεν νομίζω ότι αυτό ισχύει καθόλου, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορία τόσο των σχολείων όσο και των πανεπιστημίων. Ξεκινώντας ως θεσμοί που ήταν διαθέσιμοι μόνο στην ελίτ, για να διαιωνίσουν το ίδιο το σύστημα από το οποίο επωφελήθηκαν, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια ήταν πραγματικά «δημόσια» ιδρύματα για λιγότερο από μερικές εκατοντάδες χρόνια (και αυτό ποικίλει ριζικά, ανάλογα με την τοποθεσία που συζητείται).

Ωστόσο, ακόμη και ως «δημόσια» σχολεία, δεν προορίζονταν ποτέ πραγματικά για δημόσια εκπαίδευση. Ενώ τα πλούσια λευκά αγόρια είχαν πάντα απεριόριστη πρόσβαση στα σχολεία και τους σχετικούς πόρους, κάτι που τους παρείχε πρόσβαση σε θέσεις εξουσίας και συνεχή πλούτο, αυτό δεν ίσχυε πάντα για όλους τους άλλους. Εξαρχής, τα φτωχά λευκά αγόρια λάμβαναν αρχικά την ελάχιστη εκπαίδευση σε σύγκριση με τους πλούσιους συνομηλίκους τους, η οποία επικεντρωνόταν σε μεγάλο βαθμό σε βασικές δεξιότητες αλφαβητισμού και αριθμητικής, που θα τους βοηθούσαν στις καθημερινές «επαγγελματικές συναλλαγές» στο μέλλον τους. Μόνο ελάχιστες φορές ένα τυχερό λευκό αγόρι θα ξεριζωνόταν από τον «σωρό των σκουπιδιών» των φτωχών, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει και να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο με τους πλουσιότερους συνομηλίκους του, κάτι που θα του έδινε τη δυνατότητα να επιτύχει την «κοινωνική κινητικότητα» και να βοηθήσει στην οικοδόμηση του μύθου του συστήματος που είναι βασισμένο εξ ολοκλήρου στην αξιοκρατία (ενώ λειτουργεί επίσης και ως τρόπος για την προώθηση του «αμερικανικού ονείρου» στο πλαίσιο των ΗΠΑ).

Αυτό το εξαιρετικά κλιμακωτό σύστημα προσπάθησε επίσης να αφομοιώσει διαφορετικούς λαούς, ώστε να ακολουθήσουν την κουλτούρα των δυνάμεων που προσπαθούσαν να τους κυριεύσουν και να τους εξαλείψουν, ειδικά όσον αφορά τους αυτόχθονες και τους μαύρους. Πολλοί αυτόχθονες πληθυσμοί αναγκάστηκαν να φοιτήσουν σε εσωτερικά σχολεία, που υποστηρίζονταν είτε από το κράτος, είτε από θρησκευτικά ιδρύματα όπως διάφορες χριστιανικές εκκλησίες (και μερικές φορές, υποστηρίζονταν και από τους δύο). Τα παιδιά κλάπηκαν από τις οικογένειές τους και εξαναγκάστηκαν να φοιτήσουν σε αυτά τα βασανιστικά και γενοκτονικά ιδρύματα. Δεκάδες χιλιάδες από τα παιδιά που στάλθηκαν εξαναγκαστικά σε αυτά τα σχολεία δολοφονήθηκαν, όπως αποδεικνύεται από τους πολλούς τάφους που βρέθηκαν στον Καναδά. Σε πολλές άλλες περιπτώσεις, τα παιδιά που μεγάλωσαν σε αυτά τα σχολεία είναι ενήλικες σήμερα και αναγκάζονται να θυμηθούν τις κακοποιήσεις που υπέστησαν για την σύνταξη κυβερνητικών εκθέσεων (που μπορεί να οδηγήσουν σε πολύ λίγες, έως καθόλου, συνέπειες για τους ανθρώπους και τα ιδρύματα που διέπραξαν σοβαρές πράξεις γενοκτονία).

Αυτό το σύστημα –η ίδια η πράξη της απομάκρυνσης των παιδιών από τις οικογένειες και τις κοινότητές τους προκειμένου να τα «προστατέψουν»– ζει με τη μορφή ανάδοχης φροντίδας. Είναι ένα σύστημα που συνεχίζεται γιατί αρνούμαστε να δημιουργήσουμε δίκτυα που υποστηρίζουν οικογένειες που έχουν ανάγκη, επιτρέποντας σε κάθε μέλος να έχει ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον. Συνεχίζεται επίσης επειδή δεν επιτρέπουμε στα παιδιά να έχουν την δυνατότητα να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με το να εγκαταλείψουν τις οικογένειες που τα βλάπτουν, δίνοντάς τους την ευκαιρία να ζήσουν με άτομα που ξέρουν ότι τα νοιάζονται και ότι θα τα φροντίζουν. Και είναι ένα σύστημα που συνεχίζεται γιατί, όπως συμβαίνει με τα πάντα, οι λευκοί επωφελούνται από την καταστροφή των μη λευκών οικογενειών.

Τα πάντα έχουν δημιουργηθεί για να είναι τόσο επιβλαβή όσο η κοινωνία επιτρέπει, και αυτό είναι εξ ολοκλήρου προσχεδιασμένο.

Όσο για το δημόσιο σχολικό σύστημα, έχει αλλάξει λίγο με την πάροδο του χρόνου. Τα σχολεία παρέχουν πλέον πρόσβαση σε περισσότερα άτομα και προωθούν εκείνους που μπορούν να ακολουθήσουν καλύτερα τους κανόνες, έχοντας την ικανότητα να πληρούν κριτήρια τα οποία μπορεί να είναι ή να μην είναι στην πραγματικότητα «σημαντικά». Αλλά εξακολουθεί (το δημόσιο σχοείο) να βασίζεται αποκλειστικά στην αποικιοκρατία, τον ρατσισμό, τη μισογυνία, τον μισαναπηρισμό, τον εθνοκεντρισμό και την ταξικότητα. Είναι ακόμα κατασκευασμένο για να κάνει μεγαλύτερο κακό στους ανθρώπους που δεν «ταιριάζουν» για οποιονδήποτε λόγο, να βλάψει τους ανθρώπους που αμφισβητούν ο,τι συμβαίνει γύρω τους, ο,τι διδάσκονται και που απαιτούν κάτι καλύτερο. Το σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί επειδή συνεχίζει να τιμωρεί τους ανθρώπους που αμφισβητούν τις ρατσιστικές και αποικιακές δομές (κάτι που βλέπουμε τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε σχέση με τη συντηρητική προπαγάνδα ενάντια στη Κριτική Θεωρία της Φυλής – Critical Race Theory).

Πολλοί άνθρωποι βλέπουν μια πορεία προς έναν «καλύτερο» θεσμό της εκπαίδευσης μέσω της μεταρρύθμισης αυτού που υπάρχει. Αυτοί οι άνθρωποι απαιτούν πρωτοβουλίες που “βελτιώνουν” την ποικιλομορφία, την ισότητα και την ένταξη (DEI) μέσω αφηρημένων προγραμμάτων που δεν αντιμετωπίζουν ποτέ τα βασικά ζητήματα. Ποτέ δεν εξηγούν πώς όλο αυτό υποτίθεται ότι θα βοηθήσει μακροπρόθεσμα, επειδή απλώς υποτίθεται ότι θα ήταν καλύτερο απλά να δώσουμε θέσεις σε μερικά ακόμη άτομα σε ένα τραπέζι που έχει ήδη σχεδιαστεί για να αποκλείει άλλους. Βλέπουν την «εκπροσώπηση» (δηλαδή την ύπαρξη ατόμων από μειονοτικές κοινωνικές ομάδες σε έναν θεσμό) ως τη λύση που μπορεί να διορθώσει έναν θεσμό που αναπτύσσεται γύρω από τον ελιτισμό και την μισαλλοδοξία.

Αν και η «εκπροσώπηση» είναι απίστευτα σημαντική, αυτή η άποψη είναι εντελώς ανόητη. Δεν μπορεί κανείς να μεταρρυθμίσει έναν θεσμό που δημιουργήθηκε για να αποκλείσει πλήρως όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους. Δεν μπορεί κανείς να μεταρρυθμίσει έναν θεσμό που έχει ως θεμέλιο την ευγονική. Το να διατηρήσεις ανέπαφη τη βασική δομή,  ενώ εναλλάσσεις τα πρόσωπα είναι πολύ λίγο για να προκαλέσει κάποια ουσιαστική αλλαγή και δεν είναι καν βέβαιο εάν τα νέα πρόσωπα που θα έρθουν είναι πρόθυμα να κάνουν δουλειά ώστε να διασφαλίσουν ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα. Μερικές φορές καταλήγουν εντάσσονται στο status quo, διαιωνίζοντας μεγάλο μέρος του ίδιου του προβλήματος που υπήρχε ήδη, αλλά σε διαφορετική κλίμακα ή χρησιμοποιώντας «πιο ευγενικό» λεξιλόγιο.

Αυτό έχει συμβεί επανειλημμένα σε άτομα με ειδικές ανάγκες, και το ξέρω από προσωπική εμπειρία. Το να αποκτήσω πρόσβαση σε καταλύματα ως φοιτητής συχνά έμοιαζε αδύνατο και ήταν μια μάχη που δεν ήθελα ποτέ να δώσω εξαρχής, ακόμη και ως ενήλικας φοιτητής. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν κάτι εύκολο για μένα. Τα ιδρύματα που ισχυρίζονταν ότι νοιάζονταν για το αν θα μπορούσα να έχω πρόσβαση στο πρόγραμμα σπουδών και στο περιεχόμενο τους αρνήθηκαν να γίνουν πιο προσιτά, ωθώντας με συνεχώς σε κατάρρευση από την ψυχική εξάντληση, λόγω του όγκου της δουλειάς που έπρεπε να καταβάλω για να ολοκληρώσω τις σπουδές μου. Μάλωσα με καθηγητές (συμπεριλαμβανομένου ενός που -τι ειρωνεία!- δίδασκε μια ενότητα «ειδικής αγωγής» για το πτυχίο μου) για να κάνω τα πράγματα πιο προσιτά για μένα και τους άλλους, και συχνά μου έλεγαν ότι «δεν πρέπει να είμαι εκεί» γιατί ξεκάθαρα «δεν το άντεχα».

Ως δάσκαλος είχα τις ίδιες διαφωνίες με τους συναδέλφους μου. Αγωνίστηκα για τις ανάγκες μου στις συναντήσεις του προσωπικού μας, επειδή ήμουν το μόνο άτομο με αναπηρία στο προσωπικό και αγωνιζόμουν για τις ανάγκες των μαθητών μου κάθε φορά που κάποιος προσπαθούσε να τους αρνηθεί κάτι. Παρά τους ισχυρισμούς σε κάθε σχολείο στο οποίο εργάστηκα ποτέ ότι αποτελούσαμε «περιβάλλοντα χωρίς αποκλεισμούς», είχε καταστεί σχεδόν αδύνατο για τους μαθητές και το προσωπικό με ειδικές ανάγκες να πάρουν αυτό που χρειάζονταν για να πετύχουν. Πετούσαν συνεχώς δικαιολογίες του τύπου «είναι απλώς τεμπέληδες» ή «δεν προσπαθούν αρκετά σκληρά» αντί να συνεργαστούν με κάποιο από τα άτομα με αναπηρία στο σχολείο. Οι ίδιοι οι συνάδελφοί μου με αποκάλεσαν «αναξιόπιστο» όταν έχανα συνεχώς τις προθεσμίες, αφού αρνήθηκαν να ικανοποιήσουν ένα απλό αίτημα, δηλαδή να καταχωρούνται τα πάντα σε ένα ημερολόγιο στο οποίο θα μπορούσαμε όλοι να έχουμε πρόσβαση, και το οποίο θα ήταν πάντα ενημερωμένο. Ακόμα και όταν έφτιαξα ένα προσωπικό ημερολόγιο για αυτόν τον σκοπό, άλλαζαν τις προθεσμίες και δεν μου το έλεγαν.

Αυτοί οι άνθρωποι κατέβαλαν προσπάθεια στο να μας σαμποτάρουν και να κάνουν πιο δύσκολη την επιτυχία σε ένα σύστημα που δεν θα έπρεπε καν να υπάρχει, και αυτό ήταν το ζητούμενο από τότε που τα σχολεία άρχισαν να «φιλοξενούν» ανθρώπους που θεωρούνταν «κατώτεροι». Σε ένα άρθρο που μιλούσε για την επιρροή της ευγονικής στα δημόσια σχολεία της Ιντιάνα στις αρχές του 20ου αιώνα, ο Robert Osgood έγραψε:

«Οι υπεύθυνοι του σχολείου επέμεναν να λένε στο κοινό ότι η διδασκαλία των ψυχικά ελαττωματικών μαθητών δεν χρειάζεται να περιλαμβάνει ακαδημαϊκή εργασία επειδή “αποφασίσαμε ότι [αυτοί] δεν μπορούσαν να μάθουν“. Όταν αμφισβητήθηκαν από «τα δικαστήρια ή κάποιον» που είπε “Πώς περιμένετε να μάθει αν δεν προσπαθείτε καν να τον διδάξετε;”, ο Χέρμαν Γιανγκ, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Ιντιάνα και σύμβουλος στη σχολική περιοχή Μπλούμινγκτον, συμβούλεψε τους δασκάλους της περιοχής να συνεχίσουν για λίγο προσπαθώντας να κάνουν το αδύνατο, προσπαθώντας να δώσουν ακαδημαϊκή δουλειά σε αυτά τα παιδιά που δεν μπορούσαν να την πραγματοποιήσουν, ώστε να πείσουν τους ανθρώπους ότι δεν μπορούν να το κάνουν ».

Αυτού του είδους τα σχόλια αντικατοπτρίζουν πολλά παρόμοια πράγματα που έχω ακούσει συναδέλφους να λένε σχεδόν 100 χρόνια αργότερα, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί συχνά εναντίον μαθητών που προέρχονται από οποιοδήποτε περιθωριοποιημένο υπόβαθρο. Αυτά είναι σχόλια που γίνονται σε όλη τη διάρκεια των πειθαρχικών διαδικασιών, υπογραμμίζοντας πόσο άσχημα σκέφτονται πραγματικά πολλοί εκπαιδευτικοί για αυτά τα παιδιά.

Αυτό δεν μπορείς να το μεταρρυθμίσεις.

Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που ζητούν μεταρρυθμίσεις είναι οι ίδιοι άνθρωποι που βλέπουν πώς μια μεγαλύτερη αλλαγή, όπως η κατάργηση του σχολείου, θα μπορούσε να επηρεάσει την καριέρα τους. Τους ανησυχεί ότι, εάν αυτοί οι θεσμοί καταργούνταν και αντικαθίσταντο από κάτι εντελώς διαφορετικό, θα έχαναν τη δύναμη που πιστεύουν ότι έχουν. Υπάρχουν τόσοι πολλοί άνθρωποι που βλέπουν την εκπαίδευση ως καριέρα ενώ δεν θα έπρεπε ποτέ να συμβαίνει κάτι τέτοιο.

(Η Εκπαίδευση) Είναι ένα ταξίδι για να κατανοήσουμε τον κόσμο που ζούμε και την θέση μας σε αυτόν. Να μάθουμε το πώς οι ενέργειές μας μπορούν να επηρεάσουν την κοινότητά μας και τον ευρύτερο κόσμο. Να μάθουμε πώς να είμαστε μέλη της κοινότητάς μας. Αυτό δεν είναι κάτι που θα έπρεπε ποτέ να γίνει καριέρα.

Η Ακαδημαϊκή Κοινότητα έχει εδραιώσει περαιτέρω αυτήν την ιδέα σε ολόκληρη τη δομή (της Εκπαίδευσης). Τοποθετημένοι στην κορυφή της ιεραρχίας, οι ακαδημαϊκοί θεωρούνται συχνά ως οι «καλύτεροι γνώστες» και οι «πιο αντικειμενικοί». Πολλά από αυτά προέρχονται από το γεγονός ότι η έρευνα συχνά διαχωρίζεται από τους ανθρώπους που επηρεάζει πραγματικά, καθώς το σύστημα διαιωνίζει την ιδέα ότι θα είναι υποκειμενικοί και ότι οι προκαταλήψεις τους θα είναι πρόβλημα (για την ερευνητική διαδικασία). Ξεχνούν ή παραμελούν το γεγονός ότι οι ερευνητές που απασχολούν είναι εγγενώς προκατειλημμένοι και συχνά πλαισιώνουν τα πράγματα μέσω των πεποιθήσεών τους και όχι της πραγματικότητάς μας.

Το όλο σύστημα είναι σκόπιμα σπασμένο σε μικρότερα κομμάτια, προσπαθώντας να κρύψει πώς η γνώση του ενός πεδίου επηρεάζει ένα άλλο. Για παράδειγμα, αρνούνται να αναγνωρίσουν πώς η ιστορία μπορεί να βρεθεί μέσα στα πάντα και ότι είναι απαραίτητο να εξερευνήσουμε την ιστορία πεδίων όπως η επιστήμη για να κατανοήσουμε πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να βλάψουν τους ανθρώπους. Αυτό είναι μόνο ένα μέρος της αιτίας του γιατί το Πανεπιστήμιο του Οτάγκο κατάφερε να εφεύρει το πρώτο στον κόσμο σύστημα μαγνητικής καλωδίωσης στο στόμα, σχεδιασμένο να στιγματίζει και να βασανίζει περαιτέρω τους υπέρβαρους ανθρώπους. Αυτός είναι επίσης ο λόγος που υποβαθμίζουν κάθε κριτική σε μια συσκευή που, πέρα ​​από το σχεδιασμό της, δεν είναι καθόλου νέα ιδέα και ισχυρίζονται ότι προορίζεται να είναι «χρήσιμη». Ισχυρίζονται ότι «ξέρουν καλύτερα» από εμάς τους υπόλοιπους, όταν όλη η έρευνα (που μάλλον αγνοούν) δείχνει ότι οι παχύσαρκοι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να πεθάνουν εξαιτίας των επιβλαβών προκαταλήψεων του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης, που μας λέει συνεχώς να χάσουμε βάρος αντί να μας παίρνει σοβαρά.

Αλλά η ιστορία δεν είναι ένας τομέας στον οποίο ο ακαδημαϊκός κόσμος θέλει να εστιάζει ούτως ή άλλως. Αυτό φανερώνεται από το πώς επιτίθενται συνεχώς και αφαιρούν πόρους από τους τομείς των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Είναι επίσης κάτι το προφανές προφανές, όταν ξεκινάς να διαβάζεις τις δικές τους ιστορίες, οι οποίες είναι σε μεγάλο βαθμό γραμμένες από αυτούς και συχνά είναι πρόθυμοι να αγνοήσουν αποτρόπαιες πράξεις στις οποίες υπήρξαν συνένοχοι, επειδή προτιμούν να «γιορτάζουν» (συσκοτίζουν) την αλήθεια της ύπαρξής τους. Ειλικρινά, πόσο συχνά στα φυλλάδια για οποιαδήποτε σχολή του συστήματος του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια συζητούν τη συμμετοχή τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης Ιαπώνων, όταν μελετούν τη «μεγάλη αναστάτωση» του «ιαπωνοαμερικανικού μειονοτικού προβλήματος;» Πόσα πανεπιστήμια στις Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν, μέχρι σήμερα, να παραβιάζουν το NAGPRA (Νόμος για την προστασία των τάφων και τον επαναπατρισμό των ιθαγενών της Αμερικής);

Σε καμία περίσταση αυτά τα ιδρύματα δεν ήταν ποτέ αληθινά εκεί που πραγματικά λαμβάνει χώρα η μάθηση. Είχαν πάντα αυτά τα προβλήματα, αλλά η κοινωνία μας ήταν πρόθυμη να ακούσει την ίδια προπαγάνδα σχετικά με την υπερμεγέθη σημασία τους (των πανεπιστημίων).

Επίσης, η Ακαδημαϊκή Κοινότητα και το Μη Κερδοσκοπικό Βιομηχανικό Συγκρότημα προσπάθησαν να οικειοποιηθούν την επανάσταση, να πάρουν τα εύσημα, να αλλάξουν τη γλώσσα και να είναι πάλι οι «νόμιμες» μορφές αγώνα. Η Ακαδημαϊκή Κοινότητα απομακρύνει τους ανθρώπους από τις κοινότητές τους εάν είναι έγχρωμοι και καταπιεσμένοι. Προσπαθούν να ορίσουν τον αγώνα για τους ανθρώπους από τον Πύργο του Ελεφαντόδοντου και έχουν το μονοπώλιο της βιβλιογραφίας, απρόσιτο για την πλειοψηφία της κοινωνίας.

Joaquin Cienfuegos

Ωστόσο, οι άνθρωποι θέλουν να πιστεύουν ότι η Ακαδημαϊκή Κοινότητα θα μπορούσε κάποτε να αποτελέσει έναν χώρο για την οποιαδήποτε ριζοσπαστική παράδοση ή αλλαγή. Αυτό είναι αδύνατο γιατί, εκτός από λίγους ριζοσπάστες ανθρώπους που κατάφεραν να υπάρχουν μέσα στο σύστημα, το όλο οικοδόμημα αρνείται να παραδεχτεί όλους τους τρόπους με τους οποίους έχει βλάψει τόσους πολλούς ανθρώπους. Από την κυριολεκτική κλοπή ανθρώπων, με σκοπό τις περισσότερες δυνατές δημοσιεύσεις, έως τον εισοδισμό τους μέσα σε ολόκληρα κινήματα, με σκοπό αυτά να φιμωθούν και οι ίδιοι να χτίσουν τη δική τους καριέρα, θα πρέπει να είναι σαφές πώς η Ακαδημαϊκή Κοινότητα δεν υπήρξε ποτέ πηγή ριζικών αλλαγών.

Πάντα αγωνιζόταν ενάντια στην αλλαγή, και αυτό ισχύει πρακτικά από την αρχή της ύπαρξής της. Οι φοιτητές μπορεί να έχουν υπάρξει καταλύτες για την αλλαγή στον ακαδημαϊκό χώρο και στην ευρύτερη κοινωνία, αλλά ποτέ δεν ήταν έτσι για τον ίδιο το θεσμό. Δεν θα μπορούσε ποτέ να ήταν έτσι, γιατί δεν ήταν ποτέ αυτός ο σκοπός για την Ακαδημαϊκή Κοινότητα.

Αντίθετα, απορρόφησε τα φοιτητικά και νεανικά κινήματα και τα μετέτρεψε σε μονοπάτια καριέρας. Επέτρεψε στους ανθρώπους, καθώς γέρασαν και είδαν ότι θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην εμπορευματοποίηση των κινημάτων, να τα πουλήσουν πίσω στις κοινότητές τους σε μικρά κομματάκια, καθιστώντας επίσης αδύνατη την οικονομική πρόσβαση (στα πανεπιστήμια) χωρίς να λάβουν δυσβάσταχτα δάνεια για να το πράξουν. Και οι άνθρωποι που έχτισαν την καριέρα τους στις πλάτες των κινημάτων, κατέστησαν δυνατό το να αποστραγγιστεί κάθε ριζοσπαστικό νόημα από τα αιτήματα των ακτιβιστών.

Όπως το έθεσε τόσο συνοπτικά η Judicaelle Irakoze, σχετικά με την κατάχρηση της απο-αποικιοποίησης από την Ακαδημαϊκή Κοινότητα:

Οι ακαδημαϊκοί που υποστηρίζουν τη λέξη «απο-αποικιοποίηση», μέσα από θεσμούς που πρέπει να καταργηθούν αν θέλουμε να απο-αποικιοποιήσουμε ποτέ οτιδήποτε, αυτή είναι η απόλυτη ειρωνεία.

Και αυτή είναι μια συνεχής διαδικασία. Δεν θα σταματήσει μέχρι να εξαφανιστούν αυτά τα ιδρύματα. Θα συνεχίσουν να ξεφτιλίζουν τα κινήματα και θα μας κρατούν σιωπηλούς δίνοντάς μας ψίχουλα, γιατί αυτός είναι ο σκοπός τους. Κάθε αλλαγή που ζητάμε θα μετατρέπεται σε καριέρα για μια χούφτα ανθρώπων που θα πιαστούν από αυτό, αντί για κάτι που θα βοηθά στην οικοδόμηση της κοινότητας.

Δεν μπορούν και δεν πρόκειται ποτέ να φέρουν αποτελεσματική αλλαγή.


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ