Το δημόσιο έξω και πέρα απ’ το Κράτος

“Ο τροχός, όπως λένε, γύρισε: το καθήκον της κριτικής θεωρίας έχει αντιστραφεί. Η αποστολή της ήταν παλιότερα η υπεράσπιση της ιδιωτικής αυτονομίας απέναντι στα επελαύοντα στρατεύματα της ‘δημόσιας σφαίρας’, η απελευθέρωση της από την καταπιεστική εξουσία του παντοδύναμου απρόσωπου κράτους και των πολλών γραφειοκρατικών πλοκαμιών του […].

Η αποστολή της τώρα είναι να υπερασπιστεί τη δημόσια σφαίρα που εξαφανίζεται, ή καλύτερα να την ξανα-αποικίσει με κατοίκους και να αναπληρώσει το αντικείμενο του δημόσιου χώρου, που εκκενώνεται με γοργούς ρυθμούς εξαιτίας μιας διπλής λιποταξίας: την έξοδο του ‘ενεργού πολίτη’, και την απόδραση της πραγματικής ισχύος σε μια περιοχή η οποία[…] μπορεί μονάχα να περιγραφεί σαν ένας τόπος έξω και πέρα από εδώ”.

Zygmunt Bauman, Ρευστή Νεοτερικότητα

Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα , στις ΗΠΑ γινόταν λόγος για τους “σοσιαλιστές των υπονόμων”.i Με αυτόν τον υποτιμητικό, κι ελαφρώς κοροϊδευτικό, χαρακτηρισμό περιέγραφαν οι ιδεολογικοί αντίπαλοι τους προοδευτικούς πολιτικούς που υποστήριζαν ότι οι αρχές της δημόσιας διοίκησης, δημοτικές ή κρατικές, όφειλαν να αναλάβουν ενεργό ρόλο και μεγαλύτερες αρμοδιότητες αναφορικά με τη διαχείριση της καθημερινής ζωής των ανθρώπων, έτσι ώστε να εξασφαλίσουν την ευημερία τους. Ένα από τα εμβληματικά προγράμματα που ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας ήταν η κατασκευή ενός σύγχρονου αποχετευτικού συστήματος στην πόλη του Σικάγο, που θα βοηθούσε τα μέγιστα στην καθαριότητα της πόλης και συνακόλουθα θα συντελούσε καταλυτικά στην προστασία της δημόσιας υγείας. Για εκείνους τους πρώιμους σοσιαλιστές, η συγκρότηση μιας δημόσιας υπηρεσίας για κάθε τομέα αναπαραγωγής της κοινωνικής ζωής θα αποδείκνυε στην πράξη ότι το πρόταγμα του σοσιαλισμού ήταν πέρα ως πέρα ρεαλιστικό και ικανό να δημιουργήσει ακόμη και σήμερα τις συνθήκες ιδεατής κοινωνικής αρμονίας που εκείνοι οραματίζονταν.

Από τότε έχουν περάσει περισσότερα απο εκατό χρόνια. Η έννοια της δημόσιας υπηρεσίας έχει κατακρεουργηθεί σε τέτοιο βαθμό , ώστε είναι αδύνατο για αυτόν που την επικαλείται να την τοποθετήσει στο ίδιο συμφραζόμενο με ουτοπικά οράματα και χειραφετικές συνδηλώσεις. Αναμφίβολα, η απαξιωτική αυτή στάση εν μέρει οφείλεται στην οδυνηρή ιστορική εμπειρία της ταύτισης της ιδέας του δημοσίου με το Κράτος και στη σταδιακή συγχώνευση των κοινωφελών υπηρεσιών πάσης φύσεως, με ένα κοινωνικό παράδειγμα καταπιεστικής βιοπολιτικής εξουσίας που τείνει να ασκεί ασφυκτικό έλεγχο στις ζωές των προλετάριων. Παρ’ όλα αυτά, όταν, το 2013 παύθηκε η λειτουργία της ΕΡΤ με κυβερνητικό διάταγμα, χιλιάδες αλληλέγγυοι έσπευσαν στο ραδιομέγαρο για να συμπαρασταθούν στους εργαζόμενους που έβλεπαν έντρομοι μπροστά τους το φάσμα των μαζικών απολύσεων.

Όσοι εγκατάσταθηκαν μέσα και γύρω απ’ το ραδιομέγαρο, ήθελαν ακόμα να δείξουν έμπρακτα ότι η διατήρηση μιας δημόσιας τηλεόρασης ήταν συλλογικό αίτημα ολόκληρης της κοινωνίας. Στο φαντασιακό των λεγόμενων “λαϊκών” τάξεων, τα κρατικά κανάλια υπήρχαν για να υπηρετούν το συμφέρον του “κοινωνικού συνόλου” και μπορούσαν να το κάνουν αυτό εφόσον η κρατική χρηματοδότηση τους επέτρεπε να λειτουργούν με μη-εμπορευματικά κριτήρια. Μια συνέλευση αλληλεγγύης συγκροτήθηκε γρήγορα σε σώμα, δίπλα στις καθημερινές συνεδριάσεις της ολομέλειας του συνδικαλιστικού οργάνου των εργαζόμενων στην ραδιοτηλεόραση. Από την μεριά των αλληλέγγυων, διατυπώθηκε γρήγορα , αν και με συγκεχυμένη, εμβρυακή μορφή, ο προγραμματικός στόχος η δημόσια τηλεόραση να διοικείται από τους εργαζόμενους σε αυτήν. Παράλληλα, το ανταγωνιστικό κίνημα μιλούσε για την εγκαθίδρυση κάποιας μορφής κοινωνικής λογοδοσίας πάνω στη λειτουργία των κρατικών καναλιών, ώστε το περιεχόμενο του προγράμματος τους να μην στραφεί ποτέ ξανά ενάντια στα συμφέροντα της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας.

Όπως όλοι γνωρίζουμε, η ΕΡΤ τελικά σώθηκε, όμως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν συνέβη. Αντί για ένα πεδίο ελεύθερης έκφρασης και δημόσιου αναστοχασμού των συλλογικών προβληματισμών των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων, η “δημόσια” τηλεόραση επέστρεψε σιωπηρά στον προηγούμενο αποκρουστικό ρόλο της, ενός αποτελεσματικού μηχανισμού προπαγάνδας της πολιτικής ελίτ. Αντί να λειτουργούν ως αντίβαρο στην απροκάλυπτη ταξική μεροληψία των ιδιωτικών ΜΜΕ, τα κρατικά κανάλια διατυπώνουν λόγο μονολιθικό και συναγωνίζονται μεταξύ τους για το ποιος θα καλοπιάσει με περισσότερη δουλικότητα τον εκάστοτε ηγεμόνα. Ιδωμένη από τη σκοπιά της κοινωνικής πάλης, που είναι και η μόνη που μας ενδιαφέρει, η κρατική τηλεόραση δεν αποτελεί “δημόσιο” αγαθό, ούτε από την άποψη του ποιος ασκεί τον έλεγχο της καθημερινής της λειτουργίας, ούτε από την άποψη του προγράμματος που εκπέμπει. Όπως και η ΔΕΗ, ένας άλλος, “δημόσιος” κατ’ όνομα οργανισμός, που επιστρατεύτηκε σαν εργαλείο εκφοβισμού ενάντια στους προλετάριους προκειμένου εκείνοι να υποχρεωθούν σε συμμόρφωση και να καμφθούν οι αντιστάσεις στην φορολεηλασία των εισοδημάτων τους , έτσι και η ΕΡΤ συνιστά ένα βαρύ όπλο που χρησιμοποιείται συστηματικά από τις κυρίαρχες ελίτ σε βάρος των υποτελών τάξεων.

Ο G. Caffentzis, που μαζί με την Federici επεξεργάστηκαν την έννοια των “κοινών”, δείχνει πως έχει επίγνωση αυτής της παραχάραξης της έννοιας του δημοσίου από το Κράτος. Της αντινομίας που βρίσκεται στον πυρήνα μιας κρατικιστικής διάρθρωσης των υπηρεσιών που κατά τα άλλα βρίσκονται στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου. Γι΄αυτό είναι ξεκάθαρος όταν γράφει πως τα κοινά διαφοροποιούνται από την έννοια του δημοσίου, “στο ότι [το δημόσιο] ανήκει, διαχειρίζεται, ελέγχεται κι εποπτεύεται από και για το Κράτος, κι έτσι συνιστά, με τον τρόπο του, μια ακόμα σφαίρα ιδιωτικής κυριαρχίας”.ii Παρ’ όλα αυτά, παραδέχεται ότι το δημόσιο αποτελεί τον προνομιακό χώρο μέσα στον οποίο έχει συσσωρευτεί μεγάλο μέρος των πόρων και της συλλογικής εργασίας της κοινωνίας.

Δεν θα σταθούμε εδώ στο γεγονός ότι η αντίληψη των κοινών που υπερασπίζεται ο Caffentzis με την έμφαση στη δημιουργία πολλών μικρών συνεργατικών εγχειρημάτων, δεν εξετάζει καθόλου το ζήτημα της υλικής βάσης πάνω στην οποία μπορούν αυτά τα εγχειρήματα να συνδεθούν στρατηγικά , έτσι ώστε να ενεργήσουν απο κοινού για να πραγματώσουν και να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τον αντι-καπιταλιστικό τους χαρακτήρα. Κατά την άποψη μου, το μεγαλύτερο πρόβλημα με την έμμεση προτροπή του προς το ταξικό κίνημα να επικεντρώσει τις δυνάμεις του αποκλειστικά σε ένα πρόταγμα δημιουργίας πολλαπλών συλλογικών υποκειμένων στις παρυφές της παραγωγής και της πολιτικής οικονομίας του Κράτους, είναι ότι δεν έχει πρόβλημα να εγκαταλείψει κρίσιμα εδάφη της κοινωνικής αναπαραγωγής αμαχητί στα χέρια του ταξικού αντιπάλου. Αν η πανδημία μας δίδαξε ένα πράγμα , αυτό είναι ότι οι συλλογικοί πόροι της κοινωνίας παραείναι πολύτιμοι για να τους αφήσουμε στα χέρια ενός Κράτους που έχει κατά νου μόνο να τους καταστρέψει ή να τους ξεπουλήσει για ψίχουλα στο εγχώριο και διεθνοποιημένο κεφάλαιο.

Η ιστορική κίνηση του καπιταλισμού σε σχέση με τα συλλογικά αγαθά της κοινωνίας είναι διττή και καταδεικνύει μιαν ιστορική αντίφαση. Από την μια μεριά, η οικονομία της αγοράς τείνει να καταβροχθίζει το φυσικό περιβάλλον και να αναδιαρθρώνει την αλληλεπίδραση με τον φυσικό κόσμο μέσα από διαδικασίες που συντελούν στην αξιοποίηση και αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Απαγορεύει την ελεύθερη πρόσβαση επιβάλλοντας τη διαμεσολάβηση της χρηματικής συναλλαγής και με αυτόν τον τρόπο, δρομολογεί την εξάλειψη των κοινών, τόσο, ως ενός αγαθού που βρίσκεται κάτω απ’ τη συλλογική ιδιοκτησία της κοινότητας, όσο και σαν ένας τομέας όπου είναι δυνατός ο αυτοκαθορισμός της κοινωνικής ολότητας μέσα από αμεσοδημοκρατικές δομές κοινοτικού ελέγχου.

Από την άλλη, περισσότερο από κάθε άλλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης που εμφανίστηκε πριν απ’ αυτόν, ο καπιταλισμός έχει πολλαπλασιάσει τους συλλογικούς πόρους της κοινωνίας, δημιουργώντας υλικές υποδομές και θεσμούς που φέρνουν κάτω απ΄τη σφαίρα της κρατικής μέριμνας όψεις της κοινωνικής αναπαραγωγής που παλαιότερα αφορούσαν καθαρά τον ιδιωτικό βίο του ατόμου. Η ανάδυση ενός κρατικού συστήματος υγείας, το οδικό δίκτυο που επιτρέπει την αδιάλειπτη διακίνηση των εμπορευμάτων και παρέχει στο Κράτος μια υλική διάσταση συνοχής αφού καθιστά δυνατή την ομαλή διέλευση από κάθε σημείο της συμβολικής κυριαρχίας του, οι κοινωφελείς υπηρεσίες που μετατρέπουν σε υπόθεση του κρατικού μηχανισμού την αποκομιδή των απορριμάτων και την καθαριότητα στους κοινόχρηστους χώρους, συνιστούν παραδείγματα του βαθμού κατά τον οποίο το καπιταλιστικό κράτος έχει επεκτείνει τις αρμοδιότητες του έτσι ώστε να ενσωματώνει το σύνολο σχεδόν των διαδικασιών που έχουν να κάνουν με βασικές πτυχές του συλλογικού βίου.

Είναι σημαντικό σε αυτό το σημείο να προσπαθήσουμε να διακρίνουμε ανάμεσα στις κρατικές υπηρεσίες που αναπτύχθηκαν ιστορικά με πρωτοβουλία από-τα-πάνω, για ν’ αποτελέσουν τη συμπληρωματική υποδομή που ήταν απαραίτητη προκειμένου να λειτουργήσει ομαλά το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και σ΄εκείνους τους θεσμούς αλληλεγγύης που αψηφούν την οικονομίστικη λογική του καπιταλισμού και των οποίων η καθιέρωση δεν μπορεί να εξηγηθεί με μια απλή αναγωγή στις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας. Για παράδειγμα, η καθιέρωση ενός σύγχρονου εκπαιδευτικού συστήματος εξηγείται από τους ιστορικούς μελετητές με βάση την αναβάθμιση που επέφερε ο καπιταλισμός στις τεχνολογικές υποδομές της παραγωγικής βάσης. Η ανάγκη για ένα μορφωμένο εργατικό δυναμικό το οποίο θα μπορούσε να χειρίζεται τα μηχανήματα που εισήγαγαν μαζικά οι καπιταλιστές στα εργοστάσια τους, μπορεί να εξηγήσει μάλλον ικανοποιητικά την ξαφνική υποχρέωση που αισθάνθηκαν οι πολιτικοί διαχειριστές του κεφαλαίου να εξυψώσουν το μορφωτικό επίπεδο των μαζών.iii Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για τη θέσπιση του επιδόματος ανεργίας, που δεν είναι παρά το μέσο για τη διατήρηση ενός εφεδρικού στρατού εργασίας, διά της αναπαραγωγής των εγαζόμενων στα όρια της φυσικής επιβίωσης.

Υπάρχουν όμως και θεσμοί κοινωνικής αλληλεγγύης που , με μια πρώτη ανάγνωση τουλάχιστον, δεν φαίνεται να συμβαδίζουν με τη δυναμική της καπιταλιστικής συσσώρευσης, ή να εξυπηρετούν καταφανώς τα συμφέροντα των ελίτ της αγοράς. Το δημόσιο σύστημα υγείας είναι το πιο τυπικό παράδειγμα που μπορεί κανείς να σκεφτεί, εφόσον μέσα σε ένα κοινωνικό παράδειγμα που ανταμοιβεί με τιμές, ανέσεις και αξιώματα τους “ικανούς” και τους “άριστους”, ενώ τιμωρεί τους λιγότερο προικισμένους παρακρατώντας από αυτούς ακόμα και τα βασικά αγαθά της ζωής, η φροντίδα για την υγεία εύκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ταξικό προνόμιο μονάχα των ισχυρών. Ειδικά από τη στιγμή που η κερδοφορία του κεφαλαίου συναρτάται ολοένα και λιγότερο στην τρέχουσα ιστορική συγκυρία από την άμεση εκμετάλλευση της ζωντανής εργασίας, οι οικονομικές ελίτ του διεθνοποιημένου καπιταλισμού παύουν να έχουν κάποιο ορθολογικό συμφέρον στη διατήρηση ενός λειτουργικού συστήματος προστασίας της υγείας για τα κατώτερα στρώματα του πληθυσμού.

Η μέριμνα για τους ηλικιωμένους, με την μορφή μιας σύνταξης που εξασφαλίζει μια αξιοπρεπή ζωή, είναι επίσης έξω από την έμφυτη λογική του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Ο Τομά Ντερύ γράφει ότι, “Στη Δύση, δείχναμε έναν ορισμένο σεβασμό στους παλαιότερους ή στους προγόνους, γιατί θεωρούσαμε πως όσο μεγάλωνε κανείς τόσο περισσότερη πείρα και σοφία αποκτούσε. Σήμερα, οι ηλικιωμένοι, οι γέροι, οι πρεσβύτεροι, οι άνθρωποι τρίτης ηλικίας, της χρυσής ηλικίας, κλείνονται σε ιδρύματα μακριά απ’ την κοινωνία”.iv Η βαθμιαία αυτή απαξίωση είναι σίγουρα σύμπτωμα της ριζικής αλλαγής που επέφερε στο πολιτισμικό κλίμα της εποχής η νικηφόρα προέλαση του μοντερνισμού, με τη σημασία που αποδίδει στην αμφισβήτηση, την επινοητικότητα και το κριτικό πνεύμα, ιδιότητες που συνήθως οι ηλικιωμένοι δεν διαθέτουν σε ικανοποιητικό βαθμό. Είναι ωστόσο απόλυτα σαφές ότι η ανικανότητα για εργασία έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην ιστορική διαδικασία αποκαθήλωσης της τρίτης ηλικίας από τη θέση κύρους που κατείχε στους προηγούμενους κοινωνικούς σχηματισμούς. Η κυνική στάση απόλυτης αδιαφορίας, για να μην πω απροκάλυπτης μνησικακίας, της νεοφιλελεύθερης πολιτικής εξουσίας απέναντι στους ευάλωτους ηλικιωμένους συνανθρώπους μας , νομίζω συνοψίζεται περίφημα από την ντροπιαστική δήλωση που είχε κάνει ο υπουργός οικονομικών της κυβέρνησης της Ιαπωνίας το 2002, όταν παρότρυνε τους συνταξιούχους που ήθελαν να προσφέρουν μια τελευταία υπηρεσία στη χώρα τους, “να βιαστούν να πεθάνουν”, μιας και επιβάρυναν με μη-παραγωγικές δαπάνες τον κρατικό προϋπολογισμό.v

Από αυτή την άποψη, φαίνεται ότι δεν είναι μακριά ο καιρός που οι οργανικοί διανοούμενοι του συστήματος της οικονομίας της αγοράς θα αναθεωρήσουν και τυπικά τις ιδεολογικές δεσμεύσεις του καπιταλιστικού Κράτους απέναντι στους υπηκόους του και θα κατοχυρώσουν, με νομικούς όρους πλέον, την μεταχείριση με δύο μέτρα και δύο σταθμά, των μερίδων του πληθυσμού που έχουν εξοριστεί να ζουν μόνιμα στις παρυφές του καπιταλιστικού συστήματος. Δεν είναι δηλαδή μακριά ο καιρός που θα θεσμοθετηθεί εκ νέου, και μάλιστα με τρόπο πανηγυρικό, η ανισότητα. Ας μην ξεχνάμε ότι προτού η καταπολέμηση της φτώχειας θεωρηθεί σαν ένα επιτακτικό κοινωνικό ζήτημα που μας αφορά όλους, η ύπαρξη των φτωχών είτε περνούσε εντελώς απαρατήρητη από τις θεσμισμένες εξουσίες της πρώιμης βιομηχανικής περιόδου, ή ερμηνευόταν σαν ένα σύμπτωμα της φυσικής τάξης των πραγμάτων, το ίδιο αναπόφευκτο με τη βροχή το φθινόπωρο, ή το ψύχος τους μήνες του χειμώνα.vi

Η μεταστροφή των διανοουμένων της εποχής και η αναγνώριση από μέρους τους ότι το Κράτος είχε την ευθύνη να ενεργήσει συστηματικά και συγκροτημένα προκειμένου να αποκρούσει την επιδημία της ένδειας που έμοιαζε να κυριεύει ένα ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα των εργαζόμενων τάξεων, στηρίχτηκε στη αργή συνειδητοποίηση ότι η διαδικασία αγοραιοποίησης στερούσε απ’ όλο και περισσότερους ανθρώπους τα απαραίτητα μέσα για τη φυσική επιβίωση τους, καταστρέφοντας ολοσχερώς τους σταθερούς συλλογικούς θεσμούς που μέχρι τότε εξασφάλιζαν την κοινωνική συνοχή και την αλληλεγγύη, χωρίς να βάζει τίποτα στη θέση τους. Επιπλέον, για πρώτη φορά υπήρχε πλεονάζον κοινωνικό προϊόν που θα μπορούσε να διαμοιραστεί με τρόπο περισσότερο ορθολογικό έτσι ώστε να αποφευχθεί η ανθρωπιστική καταστροφή και η ραγδαία αύξηση του πλούτου μιας αφηρημένης “ανθρωπότητας” να μην γίνει συνώνυμη με την μόνιμη εξαθλίωση της πλειοψηφίας των μεμονωμένων, πραγματικών ανθρώπων. Από αυτή την άποψη, η ανάδυση ιστορικά των μηχανισμών του λεγόμενου προνοιακού κράτους δεν ήταν παρά η θεσμική λύση που δόθηκε στην ανάγκη για ανασύσταση σε μια καινούρια, πιο συγκεντρωτική βάση, των θεσμών κοινωνικής συνοχής οι οποίοι είχαν πληγεί ανεπανόρθωτα από την εδραίωση της κυριαρχίας της αγοράς σε όλες τις πτυχές του οργανωμένου κοινωνικού βίου.

Βρίσκω την εξήγηση αυτή περισσότερο πειστική από την εναλλακτική εκδοχή της ανάγκης για την ανάπτυξη μιας εγχώριας καταναλωτικής βάσης που θα μπορούσε να απορροφήσει τα προϊόντα του εθνικού κεφάλαιου. Η εκδοχή αυτή έχει υποστηριχθεί λόγου χάρη για την περίπτωση της Γερμανίας του Bismarck, στην οποία πρωτοεμφανίστηκαν μηχανισμοί όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία, ή οι κρατικοί οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης. Μολαταύτα, το πιο εκτεταμένο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας εμφανίστηκε στην Μεγάλη Βρετανία, για την οποία κανείς ιστορικός ερευνητής δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν διέθετε υπερπόντιες αγορές όπου θα μπορούσε να διοχετεύσει τα προϊόντα της. Δυστυχώς όμως, ζητήματα περί του “κοινού καλού” που φαίνεται ότι είχαν επιλυθεί οριστικά εδώ και εκατό περίπου χρόνια, επανέρχονται τώρα μέσα από τον πολεμοχαρή ταξικό λόγο των οργανικών διανοουμένων του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, οι οποίοι εμφανίζουν σαν τολμηρή μεταρρύθμιση το πισωγύρισμα σε προηγούμενα ιστορικά στάδια της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Θα ήταν λοιπόν φόνιμο κατα την άποψη μου, να υιοθετήσουμε μια διευρυμένη ερμηνεία της έννοιας των “κοινών”, αντίθετα με όσα υποστηρίζει ο Caffentzis. Η ερμηνεία αυτή περιλαμβάνει όχι απλώς έναν αγώνα οπισθοφυλακής για τη διατήρηση των κρατικών υπηρεσιών κοινής ωφελείας στην κατάσταση που βρίσκονται σήμερα, αλλά για την μετατροπή τους σε υπηρεσίες που θα τεθούν κάτω απ’ τον άμεσο έλεγχο του κοινωνικού συνόλου. Η αυτοδιαχείριση φαίνεται πως είναι το επόμενο λογικό βήμα σε μια τέτοια διαδικασία κοινωνικοποίησης των μηχανισμών αναπαραγωγής της κοινωνικής ολότητας. Ωστόσο, από μόνη της η κατάργηση της διοικητικής ιεραρχίας και η υπαγωγή των οργανισμών αυτών στον άμεσο συλλογικό έλεγχο των εργαζομένων, δεν νομίζω ότι αρκεί για να βάλει τα θεμέλια για έναν μόνιμο φιλολαϊκό χαρακτήρα των δημόσιων υπηρεσιών. Υπάρχουν διάφορα είδη εργατικού ελέγχου στην οικονομία και η εργατική αυτοδιεύθυνση , που είναι η πληρέστερη εφαρμοσμένη μορφή του κολλεκτιβιστικού ιδανικού, είναι νοητή μόνο μέσα σε ένα καθολικό πλαίσιο γενικότερης κοινωνικοποίησης της παραγωγής και της διανομής. Ειδάλλως, μιλάμε απλώς για μια μορφή συλλογικής ιδιοκτησίας της επιχείρησης μέσα σε ένα καπιταλιστικό θεσμικό πλαίσιο.

Το πρακτικό και θεωρητικό πρόβλημα ωστόσο παραμένει. Για να είναι άξια του ονόματος της, η αυτοδιαχείριση συνεπάγεται την ουσιαστική ανεξαρτητοποίηση της κάθε παραγωγικής μονάδας, την απόσπαση της από το σύνολο του παραγωγικού δικτύου του οποίου είναι μέρος και την αυτόνομη, συντεχνιακή διαχείριση της. Από την άλλη, η ενίσχυση της κοινωνικοποιημένου υπόβαθρου και της αλληλεξάρτησης ανάμεσα στους τομείς της παραγωγής, της διανομής και της κατανάλωσης, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για μια κομμουνιστική οργάνωση της κοινωνίας. Σίγουρα, η πιθανότητα ή και το ίδιο το περιεχόμενο που μπορεί να έχει η πολυδιάσπαση σε πολλές αυτοδιοικούμενες μονάδες εξαρτάται πρώτα απ’ όλα από τις τεχνικές προδιαγραφές της ίδιας της διαδικασίας. Για παράδειγμα, η ενότητα του σιδηροδρομικού δικτύου διασφαλίζεται από την ίδια τη φύση της δραστηριότητας των υπερτοπικών συγκοινωνιών, που έχει νόημα μόνο εφόσον διατηρείται η συνδεσιμότητα ανάμεσα στους μεμονωμένους σταθμούς ως μέρος ενός ευρύτερου, ενοποιημένου δικτύου. Δεν θα είχε πολύ νόημα για τους εργαζόμενους π.χ. στον σιδηροδρομικό σταθμό της Κατερίνης, να διακηρύξουν την αυτονομία τους απέναντι σε όλους τους άλλους σταθμούς του σιδηροδρομικού δικτύου, να καθορίσουν δικές τους ώρες για τα δρομολόγια των τραίνων και για τη λειτουργία του σταθμού, να αλλάξουν τα τεχνικά χαρακτηριστικά του δικτύου (π.χ. Πλάτος και μήκος των ραγών), χωρίς να λάβουν υπόψιν τις συνολικές ανάγκες του δικτύου, των οποίων ο σταθμός Κατερίνης δεν είναι παρά μία υποδιαίρεση. Από αυτή την άποψη, ο σιδηρόδρομος είναι μια ήδη κοινωνικοποιημένη δραστηριότητα, που όπως σωστά είχαν διαγνώσει οι αναρχικοί της Ιβηρικής, οι οποίοι ήταν εργάτες πάνω απ’ όλα, απλώς περιμένει την κομμουνιστική διαχείριση της από τα συλλογικά όργανα των προλετάριων.

Παρ’ όλα αυτά, σε περιπτώσεις που η ενότητα του όλου εγχειρήματος δεν διασφαλίζεται από τα τεχνικά χαρακτηριστικά της ίδιας της δραστηριότητας, σίγουρα δεν θα αρκούσε μια απλή παραίνεση προς τους εργαζόμενους να μην ενεργούν με αποκλειστικό γνώμονα το στενό και εγωιστικό τους, συντεχνιακό συμφέρον. Για παράδειγμα , τι θα συνέβαινε αν οι εργαζόμενοι στον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Ηρακλείου κήρυτταν την ανεξαρτησία τους και αποφάσιζαν να μην εντάξουν την μονάδα τους στις νέες κοινωνικοποιημένες δομές παραγωγής δωρεάν ενέργειας; Το ηθικοπλαστικό κούνημα του δαχτύλου σίγουρα δεν θα είχε αποτέλεσμα σε μια τέτοια περίπτωση και θα έπρεπε να βρεθεί ένας άλλος τρόπος υπεράσπισης, των ζωτικών αναγκών της αυτόνομης κοινότητας.

Μήπως αυτός ο συλλογισμός μας φέρνει επικίνδυνα κοντά σε μια γραφειοκρατική αντίληψη μιας αφηρημένης κοινωνίας “πολιτών”; Ο αναρχικός στοχαστής και ακτιβιστής Abad de Santillian, αναφερόταν σε αυτόν τον τύπο κοινωνίας σαν παράδειγμα προς αποφυγή και ως το ακριβώς αντίθετο της οργανικής κοινωνίας που ήθελαν να οικοδομήσουν οι αναρχικοί της Ιβηρικής, οι οποίοι έπαιρναν σαν αφετηρία για το κοινωνικό όραμα τους τον παραγωγό, τα ζωτικά συμφέροντα και τις επιθυμίες του.vii Σύμφωνα με τον Santillian και τους συντρόφους του, η κοινωνική θέσμιση της σύγχρονης ετερονομίας ταυτίζεται ιστορικά με την άνοδο της έννοιας του πολίτη του “δημοκρατικού” Κράτους, ως απτής έκφρασης μιας αφηρημένης συμβολικής ενότητας που αψηφά ή ακυρώνει τα “αυθεντικά” ταξικά συμφέροντα των συστατικών μερών της, είτε μιλάμε για άτομα, ή για ευρύτερες κοινωνικές συσσωματώσεις. Για τον λόγο αυτόν, οι θεσμοί της πολιτικής ενότητας όφειλαν να καταφύγουν στον καταναγκασμό και τη συγκέντρωση της δύναμης με την μορφή των ταξικών προνομίων που καθιέρωσε το έθνος-κράτος προκειμένου να φέρουν σε πέρας τον βαθμό κοινωνικής ομοιογένειας που ήταν αναγκαίος για τη λειτουργία και την αναπαραγωγή τους.

Σε αυτή την ιστορική τερατογένεση η αναρχική παράδοση αντέδρασε αντιπαραβάλλοντας τις άμεσες σχέσεις της παραγωγικής δομής μεγάλης κλίμακας ως το υλικό υπόβαθρο που διασφαλίζει την οργανική ενότητα της κοινωνίας. Μια ενότητα που δεν θα χρειάζεται να επαφίεται στον εκφοβισμό από τον τιμωρητικό μηχανισμό του Κράτους, αλλά θα προκύπτει αβίαστα από την εσωτερική λογική της ίδιας της συλλογικής δραστηριότητας την οποία επιτελούν από κοινού οι παραγωγικές τάξεις. Έτσι, η CNT και η FAI υποστήριξαν την ιδέα μιας βιομηχανικής δημοκρατίας , μιας δημοκρατίας των εργαζόμενων στην οποία τα παρασιτικά οικονομικά στρώματα δεν θα είχαν θέση και συνακόλουθα θα εξέλειπε και κάθε ίχνος αλλοτρίωσης των μαζών από τη διαδικασία λήψης των σημαντικών κοινωνικών αποφάσεων. “Η κυβέρνηση πάνω σε ανθρώπους αντικαθίσταται από τη διαχείριση των πραγμάτων”, όπως το διατύπωσε κάποτε όμορφα ο Ένγκελς.

Ωστόσο, ακόμα και στην Ισπανία του 1936,όπου το αναρχικό κίνημα μπορούσε να υπολογίζει στη στήριξη μερικών εκατομμυρίων φλογερών ακτιβιστών, η ταξική συνείδηση με την καθολική έννοια που εμείς θέλουμε να την ερμηνεύουμε, πολλές φορές υποχώρησε μπροστά στο στενό, συντεχνιακό οικονομικό συμφέρον της ανεξάρτητης κολλεκτίβας, η οποία δεν μπόρεσε να αντιληφθεί τούτο το “άμεσο” συμφέρον ως κομμάτι του γενικότερου συμφέροντος της κοινωνικής τάξης από την οποία εξαρτιόταν για την επιβίωση της. Με άλλα λόγια, παρά τα θαυμαστά αποτελέσματα που πέτυχε το κολλεκτιβιστικό κίνημα των Ισπανών αναρχικών στη σφαίρα της παραγωγής, όταν η εγωιστική επιθυμία μιας μεμονωμένης κολλεκτίβας έπρεπε να παραμεριστεί για να επιδείξει έμπρακτα την αλληλεγγύη της σε ένα λιγότερο εύρωστο προλεταριακό εγχείρημα, πολλές φορές οι εργάτες επέλεξαν να ενεργήσουν σαν μονάδες και όχι ως συνειδητά υποκείμενα μιας ευρύτερης ολότητας με ταξικά χαρακτηριστικά.viii Η εμπειρία της Ισπανικής Επανάστασης δείχνει λοιπόν ότι η αυτοδιαχείριση θα πρέπει να νοείται πιο πολύ ως ένα καθεστώς εργατικού ελέγχου μέσα στους χώρους εργασίας και λιγότερο ως μια συνολική δομή κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης, η οποία θα πρέπει να ασκείται από ευρύτερες συνομοσπονδιακές συνελεύσεις.

Όπως το βλέπω εγώ, το κρίσιμο καθήκον που θα κληθούν να εκπληρώσουν αυτά τα συλλογικά όργανα θα είναι να εξασφαλίσουν ότι η οικονομία σαν δομή και σαν ζωντανή δραστηριότητα θα τεθεί εκ νέου κάτω απ’ τον έλεγχο του κοινωνικού σώματος και θα υπηρετεί τις άμεσες υλικές και διανοητικές ανάγκες του. Αυτή είναι μια σχέση που μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του συστήματος της αγοράς έχει αντιστραφεί, με την οδυνηρή πραγμοποίηση που έχει επιφέρει στις κοινωνικές σχέσεις. Η “διαχείριση των πραγμάτων” την οποία περιέγραψε με ποιητική διάθεση ο Ένγκελς, δεν είναι τελικά ένα στάδιο της κοινωνικής εξέλιξης από το οποίο έχει οριστικά εκλείψει η ανάγκη για μια πολιτική θέσμιση της κοινωνίας. Κι αυτό γιατί τα “πράγματα”, δηλαδή η οικονομία, μπορεί να διεκδικεί αυτόνομη υπόσταση μόνο σε μια αλλοτριωμένη καπιταλιστική κοινωνία η οποία στέκεται ανήμπορη απέναντι στην παραγωγική δραστηριότητα την οποία η ίδια επιτελεί.

Αρχική εικόνα: Η Πυρπόληση του Ανακτόρου της Tuileries, του George Jule Victor Clairin (1871)

i E. M. Fink, Sewer Syndicalism: Worker Self-Managment in Public Services, https://scholars.law.unlv.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1542&context=nlj.

ii G. Caffentzis & S. Federici, Commons Against and Beyond Capitalism, https://europhilomem.hypotheses.org/files/2016/02/Upping-the-Anti.pdf.

iii T. Fotopoulos, From (mis)education to Paideia, https://www.inclusivedemocracy.org/dn/vol9/takis_paideia.htm.

iv F. Dupuis & Th. Deri, Εξηγώντας την Αναρχία στον μπαμπά μου (Στάσει Εκπίπτοντες), σελ. 9.

v Let elederly people ‘hury up and die’, says Japanese minister, https://www.theguardian.com/world/2013/jan/22/elderly-hurry-up-die-japanese.

vi Για μια ιστορική επισκόπηση της εννοιολόγησης του ζητήματος της φτώχειας στο σύστημα της οικονομίας της αφοράς, βλ. K. Polanyi, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός (Νησίδες), σελ. 103-129.

vii D. Abad de Santillian, Ένα Ελευθεριακό Πρόταγμα : Ιστορία, εξέλιξη και πράξη (Στάσει Εκπίπτοντες), σελ. 235-251.

viii Π. Δράκος, Επανάσταση μέσα στην επανάσταση; Κροστάνδη, 1921, στο Lenin ist Kaputt! (Futura), σελ. 99.


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ