Μια πολιτική ματιά στην ταινία Don’t Look Up

Το “Don’t Look Up” του Νetflix αποτελεί -δικαιολογημένα- την ίσως πιο πολυσυζητημένη ταινία των τελευταίων μηνών. Πολλές και αντικρουόμενες οι απόψεις  που εκφράστηκαν για αυτήν, από διθυράμβους μέχρι αναθέματα και από την πλήρη αποδοχή της ως αριστούργημα μέχρι τον σκεπτικισμό. Μάλιστα, θέση επί της ταινίας αισθάνθηκε την ανάγκη να πάρει και το… ΣΚΑΪ, το site του οποίου χαρακτήρισε το θέμα και το χιούμορ της ταινίας περισσότερο…”meme στο Facebook, παρά πολιτική σάτιρα“. Και πως θα μπορούσε να κάνει αλλιώς ο ανεπίσημος τηλεοπτικός σταθμός της Κυβέρνησης Μητσοτάκη, αφού ένα από τα κυριότερα θέματα που θίγει η ταινία είναι ακριβώς η σχέση των καθεστωτικών ΜΜΕ με τις Κυβερνήσεις και ο ρόλος τους ως ιμάντα μεταφοράς της κρατικής -και καπιταλιστικής- προπαγάνδας.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από τη αρχή και προειδοποιούμε τον αναγνώστη που δεν έχει δει ακόμη την ταινία, ότι μπορεί να πέσει επάνω σε μερικά καλά spoiler.

Η υπόθεση

Το Don’t Look Up των Adam McKay (σκηνοθέτης και σεναριογράφος) και David Sirota (πρωτότυπη ιστορία) είναι μια ταινία που συγκεντρώνει αρκετά “βαριά” ονόματα του Hollywood, όπως ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο και η Τζένιφερ Λώρενς -που έχουν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους- αλλά και οι φοβερές και τρομερές Μέριλ Στριπ και Κέιτ Μπλάνσετ σε δεύτερους, αλλά εξίσου σημαντικούς.

Η υπόθεση της ταινίας περιφέρεται γύρω από δυο αστρονόμους του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, την Kate Dibiasky (που κάνει το διδακτορικό της) και τον Randall Mindy (που είναι ο επιβλέπων καθηγητής της), οι οποίοι ανακαλύπτουν ότι ένας κομήτης πρόκειται να συγκρουστεί με την Γη σε περίπου έξι μήνες, κάτι που θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την καταστροφή του πλανήτη. Μετά την ανακάλυψή τους αυτή, προσπαθούν να επικοινωνήσουν και να προειδοποιήσουν την Κυβέρνηση των ΗΠΑ και την Πρόεδρό τους (Μέριλ Στριπ), η οποία όμως, βουτηγμένη στα σκάνδαλα και την προεκλογική της καμπάνια, αρχικά δεν τους δίνει σημασία, ενώ τα κουτσομπολίστικα ΜΜΕ (Κέιτ Μπλάνσετ) τους παίρνουν στο ψιλό ή απλά τους χρησιμοποιούν.

Ωστόσο, μετά την δημοσιοποίηση του θέματος, η Κυβέρνηση, παρακινημένη εκτός των άλλων και από την ανάγκη της να στρέψει την κοινή γνώμη μακριά από πολιτικά σκάνδαλα, σε ευνοϊκή για αυτήν τροχιά, δεν έχει άλλη οδό από το να παραδεχθεί την αλήθεια και να οργανώσει -έστω και καθυστερημένα- μια διαστημική αποστολή της NASA, με στόχο την εκτροπή της πορείας του κομήτη. Παρ’ όλα αυτά, τα πράγματα περιπλέκονται, όταν στην υπόθεση ξεκινάει να εμπλέκεται ένας μεγάλος κολοσσός τηλεπικοινωνιών και τεχνολογίας, η BASH, η οποία θεωρεί ότι μπορεί να αντλήσει τεράστια κέρδη από διάφορα ορυκτά μεταλλεύματα που βρίσκονται στο εσωτερικό του κομήτη. Έτσι η Κυβέρνηση πείθεται να αναβάλει την δική της αποστολή εκτροπής για να οργανώσει μια νέα, σε συνεργασία με την BASH, η οποία θα διαλύσει τον κομήτη σε μικρότερα, θεωρητικά ακίνδυνα κομμάτια, τα οποία θα πέσουν “με ασφάλεια” στην Γη και θα μπορέσουν να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης από την Κυβέρνηση των ΗΠΑ και την BASH.

Η ταινία κορυφώνει με την επιχείρηση της BASH να αποτυγχάνει λόγω λαθών, κακών υπολογισμών και τεχνικών δυσκολιών, τον κομήτη να πέφτει στην Γη και να προκαλεί χάος, ενώ διάφοροι πλούσιοι επιχειρηματίες και πολιτικοί -μέσα στους οποίους φυσικά ο πρόεδρος της BASH (ο Μαρκ Ράιλανς σε μια αξιοπρεπέστατη ερμηνεία) και η Πρόεδρος των ΗΠΑ, έχουν ήδη οργανώσει αποστολή εκκένωσης και διάσωσης (των εαυτών τους) με ένα διαστημόπλοιο, το οποίο θα ψάξει για τον επόμενο κατοικήσιμο πλανήτη -και τον βρίσκει.

Το όνομα της ταινίας “Don’t Look Up” αναφέρεται στην καμπάνια της Κυβέρνησης, της BASH και των συντηρητικών κύκλων, στην προσπάθειά τους να υποτιμήσουν την σημασία και την επικινδυνότητα του κομήτη και ήταν απάντηση στην έκκληση των πρωταγωνιστών της ταινίας αστρονόμων Dibiasky και Mindy προς τους πολίτες απλά να “κοιτάξουν ψηλά”, για να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τον κομήτη που πλησίαζε την Γη. Ο τίτλος αυτός θέλει να καταδείξει το ότι, πολλές φορές, τυφλωμένοι από την προπαγάνδα των ΜΜΕ για λογαριασμό κράτους και κεφαλαίου, δεν μπορούμε να διακρίνουμε ούτε τα πιο φανερά ζητήματα που ταλανίζουν τον πλανήτη, ενώ όλες οι αποδείξεις είναι μπροστά στα μάτια μας (ή στην περίπτωση αυτή, πάνω από τα κεφάλια μας) και δεν έχουμε απλά να σηκώσουμε το βλέμμα μας για να τις δούμε.

Οι κριτικές από δεξιά κι αριστερά

Όπως είπαμε, η ταινία δίχασε το κοινό -ή μάλλον καλύτερα, επιβεβαίωσε διχασμούς που ήδη προϋπήρχαν. Μιας και το κύριο θέμα της -η όλη ταινία μπορεί να ιδωθεί ως αλληγορία- ουσιαστικά είναι η αδιαφορία των Κυβερνήσεων απέναντι σε σοβαρά κοινωνικά ζητήματα -όπως π.χ. το φλέγον της κλιματικής αλλαγής αλλά, γιατί όχι και του Covid-19- και η εξάρτησή τους από τα επιχειρηματικά συμφέροντα και το κεφάλαιο, ακόμη και όταν οι επικείμενες επιπτώσεις είναι πασιφανείς και τεράστιες, οι γνώμες που κατατίθενται δημόσια από τις πολλές “Δεξιές” και τις πολλές “Αριστερές” επάνω στα θέματα αυτά ουσιαστικά αποτέλεσαν και μια αντανάκλαση των κριτικών που έγιναν στην ταινία.

Η “Δεξιά” άσκησε μια προβλέψιμη κριτική, η γκάμα της οποίας ξεκινούσε από την παραδοσιακή συντηρητική θέση που θέλει το “προοδευτικό Hollywood” να “κάνει φιλελεύθερη προπαγάνδα“, να “είναι εργαλείο της αριστεράς” και να “μας κάνει κήρυγμα” κ.λπ. και έφτανε μέχρι καλλιτεχνικοφανείς γνώμες, που ασκούσαν αδικαιολόγητα σκληρή κριτική στο παίξιμο των ηθοποιών, στον τρόπο με τον οποίο θίγονταν τα πολιτικά ζητήματα και την ποιότητα του χιούμορ (βλέπε γνώμη του…ΣΚΑΪ παραπάνω) και άλλα τέτοια όμορφα, με απώτερο σκοπό να αποδημήσουν την ταινία ή τουλάχιστον να προκαταβάλουν αρνητικά τον θεατή.

Από την άλλη, η “Αριστερά” -ή μάλλον οι “αριστερές”- διχάστηκε. Το κομμάτι του κόσμου αυτού που βρίσκεται πιο κοντά σε μια φιλελεύθερη, δικαιωματικού τύπου (σοσιαλ)δημοκρατική έκφραση της Αριστεράς, που στην Αμερική συσπειρώνεται γύρω από τη πιο προοδευτική -όσο αυτό είναι δυνατόν- πτέρυγα των Δημοκρατικών, εκστασιάστηκε με το Don’t Look Up. Ένιωσε ότι η ταινία αυτή εξέφραζε ακριβώς όλες τις δικές της αγωνίες και τις προσπάθειες που έχουν καταβληθεί μέσα από πολιτικούς και κοινωνικούς φορείς, από κινήματα, μέχρι και έδρανα του Κογκρέσου, ενάντια στην “διαφθορά”, υπέρ του “Green New Deal” και γενικά υπέρ μιας πιο συνετής και “πράσινης” διαχείρισης του καπιταλισμού, με αφετηρία “την σωτηρία του πλανήτη” και περισσότερη “ισότητα”.

Ωστόσο, το κομμάτι της πιο ριζοσπαστικής Αριστεράς, των ταξικών και κοινωνικών κινημάτων, αυτό που όντως προτάσσει την κοινωνική επανάσταση και όχι απλά έναν πιο “ανθρώπινο” καπιταλισμό, κράτησε μικρό καλάθι. Υποστηρίζει -δικαίως- αυτή η κριτική πως η ταινία αυτή είναι γέννημα του Hollywood (αν και είναι Netflix), ενός θεσμού που για δεκαετίες έχει συμβάλει στην “ηλιθιοποίηση” του αμερικανικού πληθυσμού, με την κουλτούρα του υπερ-καταναλωτισμού, του θεάματος, του εφήμερου, της “γκλαμουριάς” κλπ. Επίσης, είναι ένας θεσμός που έχει προσφέρει τα μέγιστα στην διαμόρφωση της αίσθησης πολιτισμικής ανωτερότητας των ΗΠΑ, στην επέλαση και επικράτηση του δυτικού τρόπου ζωής -το λεγόμενο Californication- ενώ, όταν χρειάστηκε, έδωσε και το απαραίτητο πουσάρισμα στον πατριωτισμό, τον εθνικισμό, σιγοντάροντας τις πολεμικές επιχειρήσεις της αυτοκρατορίας. Τι θέλει λοιπόν να μας πει τώρα ένα τέτοιο πολιτισμικό υπό-παράγωγο της δυτικής κουλτούρας όπως είναι ειδικά το Netflix και γενικά ο “αόρατος μπαμπάς” του Hollywood; Ιδίως όταν μιλάμε για ένα θέμα, όπως αυτό της καταστροφής του πλανήτη, που είναι υπαρκτό επί δεκαετίες; Μήπως το Hollywood αποφάσισε να κάνει milking στο κύμα της αμφισβήτησης και της αγανάκτησης των τελευταίων ετών; Μήπως κάπου χώνεται και ο Mark Fisher με τις θεωρίες του για τις “εναλλακτικές” που ο ίδιος ο καπιταλισμός μας προωθεί, οι οποίες όμως δεν είναι τίποτα άλλο παρά εκφάνσεις του ίδιου του καπιταλισμού και άρα ακίνδυνες για την ύπαρξή του;

Το περίεργο είναι πως καμία από τις παραπάνω κριτικές δεν έχει -από την μεριά της- εντελώς άδικο: Το Hollywood είναι παραδοσιακό προπύργιο των Φιλελεύθερων Δημοκρατικών, αυτό που στην Ελλάδα και στην Ευρώπη θα ήταν απλά ένα Προοδευτικό Κέντρο, αλλά στην Αμερική θεωρείται -τουλάχιστον- Κεντροαριστερά, για να μην πούμε κάτι περισσότερο. Επίσης, η ταινία όντως κινείται στην κατεύθυνση της καταγγελίας της διαφθοράς και της αδιαφορίας των Κυβερνήσεων για φλέγοντα ζητήματα, χωρίς όμως να εμβαθύνει υπερβολικά πολύ στην ρίζα του προβλήματος, το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, τον καπιταλισμό τον ίδιο, παρά μόνο στην “ανήθικη” εκδοχή του, αυτή που θέλει να αντλήσει υπερ-κέρδος ακόμη και από μια φυσική καταστροφή, αυτή που περιπλέκεται με την εξουσία και συναγελάζεται με την πολιτική στους διαδρόμους των υπουργείων και του Λευκού Οίκου. Φυσικά, θα ήταν σχεδόν παράλογο να απαιτούμε από μια εμπορική ταινία -και δη του Netflix ή του Hollywod- να θίξει ζητήματα από την οπτική γωνία της ριζοσπαστικής αριστεράς ή του αναρχισμού, αυτή η κριτική δεν παύει όμως να έχει βάση, στο κομμάτι που αφορά στον μετριασμό του ενθουσιασμού και του εκθειασμού που προκλήθηκε από μεριάς των απανταχού προοδευτικών φιλελεύθερων προς την ταινία.

Ωστόσο, αν και όλα τα παραπάνω ισχύουν, θα ήταν πολύ καλό να βλέπαμε τους κύριους πυλώνες της κριτικής που ασκεί η ίδια η ταινία στο σύστημα και μερικά κρυφά μηνύματα που φαίνεται να θέλει να μας περάσει.

Η κριτική στα ΜΜΕ 

Οκ, αυτό είναι αρκετά φανερό και ο καθένας θα συμφωνήσει αρκετά εύκολα στο κύριο κομμάτι του: Πως τα ΜΜΕ είναι αλληλένδετα με και εξαρτημένα από την πολιτική και οικονομική εξουσία, ενώ, ακόμη κι αν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί να την “ελέγξουν” για δευτερεύοντα ζητήματα πολιτικού εποικοδομήματος (βλέπε το σκάνδαλο με τον πολιτικό που είναι μέλος του κυβερνώντος κόμματος), όταν το ζήτημα φτάσει σε θέματα που αγγίζουν την ίδια την βάση του συστήματος, θα συμμορφωθούν (βλέπε την διαχείριση της κρίσης από την Κυβέρνηση, την συμφωνία με την BASH  και την συστράτευση των ΜΜΕ μαζί τους). Θα “δολοφονήσουν χαρακτήρες” όταν χρειαστεί (βλέπε το ρεζίλεμα της Dibiasky) και θα δημιουργήσουν “ομιλούσες κεφαλές” (talking heads) όταν τις έχουν ανάγκη (βλέπε τον Dr Mindy όσο ήταν υποχείριο της εξουσίας).

Αντίθετα, η ταινία αναδεικνύει ξεκάθαρα ως αντίβαρο τον ρόλο που μπορούν (ακόμη) να παίξουν τα Social Media, αφού η όποια αντίδραση και αντίθεση στα ψέμματα της Κυβέρνησης προήλθε από εκεί. Και με αυτό το μέσο όμως θα πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός, αφού, όπως δείχνει και η ταινία, μπορεί (επίσης ακόμη) να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο από τον καθένα, προοδευτικό ή συντηρητικό. Η επίδραση δε που έχουν στην καθημερινότητα των ανθρώπων, το πόσο πολύ έχουν αντικαταστήσει το απτό κοινωνικό πεδίο, φαίνεται από την τρομερή post-credit σκηνή, όπου ο μοναδικός επιζήσαντας Τζόνα Χιλ προσπαθεί να ανεβάσει video στα social media.

Μια άλλη πολύ εύστοχη κριτική που γίνεται στα ΜΜΕ είναι και η “ελαφρότητα” με την οποία αντιμετωπίζουν σοβαρά ζητήματα και ο λίγος χώρος και χρόνος που τους δίνεται στον αέρα σε σχέση με άλλα, εντελώς γελοία και δευτερεύοντα (showbiz – ευχάριστη έκπληξη η Αριάνα Γκράντε), με μοναδικό κριτήριο τις προτιμήσεις του κοινού και την τηλεθέαση. Ενός κοινού όμως το οποίο έχει διαμορφωθεί από την ίδια αυτή την υπερ-έκθεση σε τέτοια θέματα, “ηλιθιοποιημένου” από το εφήμερο, το θέαμα και τον καταναλωτισμό, όπως είπαμε πιο πριν, από θεσμούς όπως είναι και το Hollywood, το lifestyle κλπ. Εδώ κάπου ίσως να βλέπουμε και μια (ακούσια ή εκούσια) αυτοκριτική από τους συντελεστές της ταινίας.

Φυσικά, τρομερή λεπτομέρεια για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η πλειοψηφία των δημοσιογράφων στα mainstream media, από το μεγαλύτερο όνομα μέχρι τον τελευταίο ρεπόρτερ τοπικής εφημερίδας, ήταν η μεταστροφή του πρώην συντρόφου της Dibiasky (Χιμες Πατέλ) και σχετικά αποτυχημένου δημοσιογράφου σε κατήγορό της, με σκοπό να εκμεταλλευτεί την πρότερη σχέση τους για να βγάλει λεφτά και να αποκτήσει φήμη, ενώ η νεαρή αστρονόμος δεχόταν πανταχόθεν επίθεση.

Η κριτική στο ίδιο το κοινό και στους καθημερινούς ανθρώπους

Πέρα από την κριτική στην εξουσία, την οποία θα αναλύσουμε αμέσως μετά, η ταινία ασκεί καθ’ όλη την διάρκειά της, μια λιγότερο ή περισσότερο κεκαλυμμένη κριτική και στους ίδιους τους πολίτες, τους καθημερινούς ανθρώπους, στο κοινό.

Η αντιμετώπιση της Dibiasky από τον περίγυρό της και την κοινωνία, η memeοποίησή της  στο internet μετά το απελπισμένο ξέσπασμά της στην τηλεόραση (We’re all gonna die!), η συνεχής κοροϊδία από όλους πλην λίγων (όπως το μετέπειτα αγόρι της, το οποίο ενσαρκώνει ένα must όνομα των τελευταίων χρόνων στο Hollywood, ο Τιμοτέ Σαλαμέ), αποτέλεσε τον έτερο πυλώνα (μαζί με τα ΜΜΕ) ώστε να συντελεστεί η δολοφονία του χαρακτήρα της. Ουσιαστικά η ταινία θέλει να μας πει πως, ο,τι και να μας πλασάρουν τα ΜΜΕ, είναι η δική μας αποδοχή που μετράει σε τελική ανάλυση για το αν θα περάσει η προπαγάνδα τους ή όχι.

Στην ίδια την υπόθεση του κομήτη, η ταινία ασκεί δριμεία κριτική σε όλους αυτούς που, ενώ υπάρχουν όλα τα απτά επιστημονικά στοιχεία και δεδομένα (“we have all the data” που λέει και ξαναλέει ο Dr. Mindy, αλλά και η τρομερή ατάκα “We saw it with our own eyes using a telescope. I mean, for God’s sake, we took a fucking picture of it! What other proof do we need?” ), δοσμένα μάλιστα με απλό τρόπο στο κοινό, επιμένουν να επεξεργάζονται δικές τους θεωρίες συνωμοσίας και να αμφισβητούν την πραγματικότητα (χαρακτηριστική η σκηνή με τον Ντι Κάπριο να μαλώνει online με αρνητές του κομήτη). Σαφής εδώ ο υπαινιγμός και η σύνδεση που μπορούμε να κάνουμε, τόσο σε σχέση  με την κλιματική αλλαγή, το λιώσιμο των πάγων κλπ, όσο και με τον Covid-19 και τους αρνητές του, τους αντιεμβολιαστές κ.λπ.

Ακριβώς όπως οι “αρνητές του κομήτη”, που όμως δεν έχουν κάποιο ιδιωτικό οικονομικό συμφέρον στην άρνηση αυτή (όπως η Κυβέρνηση και η BASH) και είναι απλά σκεπτικιστές ή συνωμοσιολόγοι, έρχονται αντιμέτωποι με την πικρή αλήθεια στην ταινία μόνο όταν τον βλέπουν πάνω από τα κεφάλια τους -εν μέσω μάλιστα μιας συγκέντρωσης υπέρ της καμπάνιας “Don’t Look Up” της Κυβέρνησης έξω από τον Λευκό Οίκο- έτσι και οι απλοί πολίτες, που δεν είναι κομμάτια των επιχειρηματικών ελίτ και των Κυβερνήσεων, αλλά αρνούνται να δουν την πραγματικότητα, θα την καταλάβουν πολύ αργά, όταν οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής φτάσουν στην πόρτα τους ή όταν -δυστυχώς- νοσήσουν βαριά από την Covid-19.

Γενικά, η συμμετοχή του κοινού και των απλών πολιτών στα σχέδια των Κρατών και των επιχειρηματικών ελίτ, είτε μέσω της παθητικής τους αποδοχής, είτε μέσω της ενεργής τους συμμετοχής, είναι κι αυτός ένα από τους κύριους πυλώνες της κριτικής που ασκεί η ταινία. Η μπερδεμένη ομιλία του Τζόνα Χιλ στο κοινό μιας συγκέντρωσης που λέει πως “εσείς η εργατική τάξη δίνεται σε εμάς την δύναμη…” να κάνουν όσα κάνουν, αν και σε πρώτη ανάγνωση παρουσιάζεται ως παράλογη και χωρίς ειρμό, σε τελική ανάλυση είναι εντελώς χαρακτηριστική.

Η κριτική στην Πολιτική Εξουσία και το Κεφάλαιο

Η κριτική στην Πολιτική Εξουσία στην ταινία Don’t Look Up ασκείται κυρίως σε δυο επίπεδα. Το πρώτο έχει να κάνει με την φαινομενική επιπολαιότητα με την οποία αντιμετωπίζει σημαντικά ζητήματα σε σχέση με άλλα, δευτερεύοντα, καθώς και η προτεραιότητα που δίνεται στην διατήρηση της ίδιας της εξουσίας έναντι της επίλυσης των σημαντικών αυτών θεμάτων. Αυτό το επίπεδο της κριτικής είναι πολύ έντονο κατά την αρχή της ταινίας, όταν η Πρόεδρος των ΗΠΑ αποπαίρνει τους πρωταγωνιστές και δεν τους δίνει την δέουσα σημασία όταν της αποκαλύπτουν ουσιαστικά πως ο κόσμος θα καταστραφεί σε μερικούς μήνες, επειδή ιεραρχεί υψηλότερα κάποια πολιτικά σκάνδαλα στα οποία εμπλέκεται, καθώς και τις επερχόμενες εκλογές. Γίνεται δε εντελώς ξεκάθαρο όταν η Κυβέρνηση αποφασίζει να ασχοληθεί με το ζήτημα, όχι πρωτίστως επειδή κατανοεί  και ενδιαφέρεται για την σημασία και την βαρύτητά του, αλλά επειδή θέλει να το χρησιμοποιήσει ως εργαλείο αυτοπροβολής και βελτίωσης της εικόνας της και της δημοφιλίας της, να φανεί δηλαδή ως σωτήρας του έθνους και της ανθρωπότητας. Αυτό μαρτυράται και στον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να διαχειριστεί την όλη καμπάνια, με θεαματικούς και όχι ουσιαστικούς όρους.

Το δεύτερο επίπεδο έχει να κάνει με την διαπλοκή της πολιτικής εξουσίας με τα οικονομικά και επιχειρηματικά συμφέροντα και η εξάρτησή της από αυτά. Αυτό είναι μια από τις κύριες θεματικές της ταινίας γενικά και φανερώνεται καλύτερα από ποτέ μέσα στην ροή της με την ακύρωση της πρώτης αποστολής για την εκτροπή της πορείας του κομήτη -μιας επιχείρησης αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων- ενώ αυτή ήδη έχει ξεκινήσει και τα σκάφη βρίσκονται ήδη στον ουρανό. Η επιχείρηση ακυρώνεται επί τόπου, μόλις η Κυβέρνηση μαθαίνει ότι η εταιρία BASH έχει επεξεργαστεί σχέδια οικονομικής εκμετάλλευσης του κομήτη. Εδώ αναδεικνύεται τόσο η εξάρτηση από μια εταιρία κολοσσό όπως η BASH, η οποία είχε την δύναμη να ακυρώσει μια αποστολή διάσωσης ολόκληρου του πλανήτη για να εξυπηρετήσει τα δικά της συμφέροντα, όσο και η προσκόλληση των καπιταλιστικών κρατών γενικά στην λογική του κέρδους πάω από τις ανθρώπινες ζωές.

Άλλες πτυχές της κριτικής στην πολιτική εξουσία είναι η χειραγώγηση των ΜΜΕ, όπως αναφέραμε παραπάνω  και ο νεποτισμός, ο οποίος προσωποποιείται στον ρόλο που ενσαρκώνει ο κωμικός Τζόνα Χιλ, που είναι ταυτόχρονα και σύμβουλος της Προέδρου των ΗΠΑ αλλά και γιος της. Οι δυο κύριοι προφανώς λόγοι για τους οποίους ο ΣΚΑΪ αποφάσισε πως η ταινία δεν αξίζει και πάρα πολύ.

Επίσης, γίνεται κριτική στην παρακολούθηση των πολιτών και τον ρόλο των μυστικών υπηρεσιών, αλλά σε ένα εντελώς ακίνδυνο επίπεδο, στα όρια της καρικατούρας (ένας πράκτορας παριστάνει τον τυφλό πολίτη, οι κουκούλες που φοράνε στους πρωταγωνιστές όταν τους απαγάγουν) και δεν αγγίζει ουσιαστικά τον ρόλο των CIA, FBI, κλπ στην καθημερινότητα χιλιάδων ανθρώπων που το κράτος των ΗΠΑ (και κάθε κράτος) έχει φορέσει την ταμπέλα του “εσωτερικού εχθρού”. Ο πανίσχυρος και εν πολλοίς ανεξάρτητος και ανεξέλεγκτος χαρακτήρας αυτών των υπηρεσιών υποβαθμίζεται στην ταινία σε σώματα που φαίνονται σαν απλά εκτελεστικά όργανα της Κυβέρνησης, τα οποία μπορεί να διατάξει μέχρι και ο τελευταίος σύμβουλος της Προέδρου.

Η κριτική στο ίδιο το Κεφάλαιο, τις επιχειρηματικές ελίτ κλπ είναι μάλλον επιφανειακή και περιορίζεται στο ηθικό επίπεδο. Το όλο καπιταλιστικό εποικοδόμημα δεν δέχεται τόσο ισχυρή κριτική και η υπόθεση περιορίζεται στις ανήθικες μεθόδους των μεγάλων κολοσσών (BASH), που βάζουν ως προτεραιότητα το υπερ-κέρδος, ακόμη και όταν βρισκόμαστε συλλογικά υπό την απειλή της ολοκληρωτικής εξαφάνισης του ανθρωπίνου είδους και του πλανήτη συνολικά. Επίσης, η τάση των εταιριών αυτών να μετατρέπουν τα πάντα σε νούμερα και ποσοστά -δηλαδή σε κέρδος ή χασούρα, ακόμη και όταν έχουν να κάνουν με ανθρώπους, αναδεικνύεται τόσο στην σκηνή της σταδιακής κατάρρευσης της αποστολής της BASH στον κομήτη, όσο και στην (προ)τελευταία σκηνή, αυτή στον νέο πλανήτη, όπου ο ιδιοκτήτης της εταιρίας αισθάνεται ικανοποιημένος που οι προβλέψεις του σχετικά με τα ποσοστά όσων θα επιβίωναν το ταξίδι ήταν ακριβείς(;), αν και εν τέλει πέθαναν περίπου οι μισοί!

Έτσι βλέπουμε πως, αν και περιορισμένου βάθους, η κριτική είναι αρκετά οξεία ως προς την ένταση, αναδεικνύοντας με τον καλύτερο τρόπο πως το κυνήγι του κέρδους, απαλλαγμένο από κάθε ηθικό περιορισμό, μπορεί να οδηγήσει τους καπιταλιστές στο να πάρουν παράλογες αποφάσεις ακόμη και στις πιο κρίσιμες στιγμές και να  καταστρέψουν εν τέλει όλον τον πλανήτη. Άλλη μια αλληγορία σχετικά με το θέμα της μόλυνσης, του λιωσίματος των πάγων, της υπερθέρμανσης κλπ λόγω των πολιτικών που ακολουθούν οι μεγάλες εταιρίες με σκοπό την μάξιμουμ αποκομιδή κέρδους και εξοικονόμησης κεφαλαίων.

Ωραία κριτική γίνεται επίσης και στο φαινόμενο σημαντικοί επιχειρηματίες και ιδιοκτήτες εταιριών – κολοσσών να παρουσιάζονται ως  οι σωτήρες της ανθρωπότητας, απέναντι σε προβλήματα που δημιούργησαν ουσιαστικά οι ίδιοι και το υπερ-εκμεταλλευτικό καπιταλιστικό τους σύστημα. Στην ταινία, ο ιδιοκτήτης της BASH, αφού έχει καταφέρει να ακυρώσει την πρώτη επιχείρηση της Κυβέρνησης για εκτροπή του κομήτη, καταφέρνει επίσης, σε συνεργασία και πάλι μαζί της, να αποκλείσει κάθε άλλη υπερδύναμη από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων που θα αντληθούν από τον κομήτη μόλις προσγειωθεί στην Γη. Αυτό οδηγεί σε διαίρεση των προσπαθειών του πλανήτη για την εξάλειψη του κινδύνου, αναγκάζει άλλες υπερδυνάμεις να συμμαχήσουν για να κάνουν την δική τους επιχείρηση απέναντι στον κομήτη, αλλά αυτή αποτυγχάνει μυστηριωδώς, μετά από μια έκρηξη στις εγκαταστάσεις, κάτι που καθιστά την επιχείρηση της BASH και πάλι την μοναδική εναλλακτική που “θα σώσει τον πλανήτη”.

Αν και, όπως είπαμε, η οικονομική βάση του καπιταλιστικού συστήματος δεν αγγίζεται επαρκώς από την κριτική της ταινίας, ωστόσο υπάρχουν σαφείς υπαινιγμοί που διαθέτουν κάποια βασική ταξική ανάλυση. Ένα παράδειγμα είναι η υποτίμηση των επιστημόνων που ανήκουν σε θεωρητικά κατώτερα πανεπιστήμια, όπως αυτό του Μίσιγκαν, το οποίο είναι δημόσιο, σε αντίθεση με αυτά του “Ivy League”, που είναι ιδιωτικά και στα οποία σπουδάζουν οι πιο πλούσιοι γόνοι των ΗΠΑ και θεωρούνται συνώνυμα της “Αριστείας” (αν μας θυμίζει κάτι).

Αλλά το πιο τρανταχτό παράδειγμα “κρυφού μηνύματος” ταξικής κατεύθυνσης είναι οι τελευταίες στιγμές της ταινίας. Εκεί όπου οι ίδιοι άνθρωποι που τα έχουν κάνει μαντάρα, που ουσιαστικά ευθύνονται για την καταστροφή του πλανήτη, δηλαδή οι καπιταλιστές και η πολιτική ελίτ, έχουν εξασφαλίσει την δική τους επιβίωση και την επιχείρηση διαφυγής και διάσωσης των εαυτών τους με ένα ιδιωτικό διαστημόπλοιο, που διαθέτει τα μέσα για να κρατήσει τους περισσότερους από αυτούς ζωντανούς για χιλιάδες χρόνια, μέχρι να βρουν έναν νέο κατοικήσιμο πλανήτη. Το μήνυμα της ταινίας εδώ είναι το εξής: Οι πλούσιοι είναι αυτοί που ενδιαφέρονται λιγότερο γα την καταστροφή του πλανήτη, καθώς είναι αυτοί που θα έχουν τα περισσότερα μέσα για να επιβιώσουν μιας γενικευμένης οικολογικής καταστροφής. Οπότε το ζήτημα της καταστροφής του πλανήτη δεν μπορεί να αφορά εξίσου τους καταπιεσμένους και τα αφεντικά τους, ώστε να συμμαχήσουν  για την διάσωσή του. Οι πλούσιοι πάντα θα αντιλαμβάνονται τον πλανήτη ως μια αποθήκη φυσικών πόρων προς εκμετάλλευση και έχουν τους λιγότερους λόγους να φοβούνται μια επικείμενη κατάρρευση, αφού νιώθουν άτρωτοι. Ή τουλάχιστον, έτσι νομίζουν οι ίδιοι, όπως μας φανερώνει ο βάρβαρος θάνατος της Προέδρου από ένα…Μπρόντεροκ!

Η κριτική την τεχνολογία και στην επιστήμη

Ένα τελευταίο κομμάτι κριτικής που θα ήθελα να αναδείξω πως ασκείται στην ταινία είναι αυτό απέναντι στην τεχνολογία και την επιστήμη.

Για την τεχνολογία ως κλάδο της αγοράς ισχύουν λίγο-πολύ όσα είπαμε στο κομμάτι της κριτικής στο κεφάλαιο, αφού η εταιρία – κολοσσός BASH είναι μια τεχνολογική εταιρία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως έχει η κριτική που επιφυλάσσει η ταινία σχετικά με την κατεύθυνση που έχει πάρει η τεχνολογία γενικότερα ως υπόσταση, όπου κι εκεί να πει δυο ξεκάθαρες κουβέντες: Το γεγονός ότι η BASH μπορεί να γνωρίζει τα πάντα για τους χρήστες των προϊόντων της, μέχρι και το πως θα πεθάνουν (γίνεται χρήση μιας υπερβολής εδώ, που ωστόσο τονίζει το μέγεθος του προβλήματος), παρουσιάζεται εντελώς ωμά, ώστε να μας κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου αναφορικά με τον όγκο των προσωπικών δεδομένων που μπορεί να συλλέγουν, με την συγκατάθεσή μας μάλιστα -ακόμη κι αν την δίνουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε καν τις περισσότερες φορές- αυτού του είδους οι εταιρίες τεχνολογίας, όπως η Facebook, η Google, η Apple κλπ (των οποίων συνδυασμός θεωρώ ότι είναι η BASH στην ταινία). Επιπλέον, η ατάκα σε ανύποπτο χρόνο, ενός εκ των γιων του Dr. Mindy, ότι το κινητό του  αγόρασε από μόνο του τον δίσκο ενός καλλιτέχνη, όταν η τηλεθέαση και η δημοφιλία του έσπασε τα κοντέρ, είναι ακόμη μια “πιπεράτη” λεπτομέρεια και “μπηχτή” ως προς την καταναλωτική κατεύθυνση της τεχνολογίας.

Όσον αφορά την ίδια την επιστήμη, μεγάλο μέρος του κοινού και των κριτικών είχε σπεύσει να αποταθεί πως το Don’t Look Up υπερασπίζεται τους επιστήμονες και τον κόπο που καταβάλουν προκειμένου να μας πείσουν για τα προβλήματα του πλανήτη και τις επικείμενε καταστροφές. Ωστόσο, αυτό που αποτυγχάνουν (ή δεν θέλουν) να διακρίνουν οι εν λόγω κριτικές είναι πως και στην ίδια την ταινία η επιστήμη και οι επιστήμονες αντιμετωπίζονται ως αυτό που είναι πραγματικά: Ένα μη ενιαίο σύνολο ανθρώπων και θεσμών που εφορμούν από διαφορετικές αρχές και συμφέροντα, έχουν διαφορετικές προτεραιότητες και ηθικές αξίες, ακόμη και αν σε γενικότερο πλαίσιο υπηρετούν όλοι τον ίδιο πυλώνα του καπιταλισμού.

Έτσι, για κάθε ηθικά άμεμπτη Dibiasky υπάρχει ένας Dr. Mindy που αποφάσισε να ξεπουληθεί. Αλλά και για κάθε ξεπουλημένο Dr. Mindy υπάρχει ο άλλος Dr. Mindy, αυτός που δεν άντεξε εν τέλει να τον χρησιμοποιούν και ξέσπασε ζωντανά στην τηλεόραση (“Right, well, the president of the United States. Is fucking. Lying!”), με αποτέλεσμα να παραγκωνιστεί. Τέλος, για κάθε επιστήμονα που προσπαθεί να μας προειδοποιήσει για τις επιπτώσεις της εκμετάλλευσης του πλανήτη και τις επερχόμενες φυσικές καταστροφές, υπάρχουν εκείνοι που θα συνεργαστούν με το κεφάλαιο και θα πλαισιώσουν τα σχέδιά τους, όπως βλέπουμε στην ταινία να κάνουν οι ειδικοί επιστημονική σύμβουλοι της BASH, τα μέλη της περίφημης “Ivy League”. Υπάρχουν αυτοί που θα “ανακατέψουν” τα στοιχεία και τα δεδομένα και θα πραγματοποιήσουν πληρωμένες έρευνες, με σκοπό να “ξεπλύνουν” τα αφεντικά τους. Στο τέλος-τέλος, μέσα στον καπιταλισμό, η επιστήμη δεν είναι παρά εμπόρευμα και οι επιστήμονες, είτε το θέλουν είτε όχι, δεν είναι παρά υπηρέτες του κεφαλαίου, ενώ για  όσα θετικά μας έχει προσφέρει (ιατρική, φάρμακα, ευκολότερη επικοινωνία κλπ), έχει προσφέρει πολλαπλάσιες υπηρεσίες στους δυνάστες μας (όπλα, τεχνοβιομηχανία, κλπ).

Συνοψίζοντας 

Το Don’t Look Up είναι μια ταινία που σίγουρα αξίζει να δει κανείς. Μέσα στον ορυμαγδό των εύπεπτων ταινιών δράσης, των χαζο-κωμωδιών και των υπερπαραγωγών του βαθιού, κλασικού Hollywood, η ταινία αυτή μπορεί τουλάχιστον να μας βάλει σε σκέψεις σχετικά με κάποια πολύ υπαρκτά ζητήματα. Και αν κάποιες φορές αποτυγχάνει να φτάσει στο βάθος της κριτικής που εμείς θα θέλαμε να φτάσει ή έχουμε συνηθίσει να ασκούμε στο αδηφάγο καπιταλιστικό σύστημα, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως το Don’t Look Up δεν είναι παρά μια εμπορική ταινία, που ως κύριο σκοπό της έχει να αποφέρει κέρδος στους δημιουργούς, τους συντελεστές και τους παραγωγούς και αναγνώριση στους ηθοποιούς. Σε γενικές γραμμές πάντως κινείται sε μια πολύ θετική κατεύθυνση και θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εφαλτήριο συνείδησης για ανθρώπους που δεν έχουν μεγάλη επαφή με τα ριζοσπαστικά κινήματα.


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ