Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία της σκέψης του Καρόλου Μαρξ είναι αυτό που προϋποθέτει την πλήρη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων του καπιταλισμού, ώστε να δημιουργηθούν οι συνθήκες για τον σοσιαλισμό. Υπό το πρίσμα αυτής της σκέψης, ο Γερμανός φιλόσοφος περίμενε πως η επανάσταση θα ξεκινήσει  από τις βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες της Κεντρικής ή Δυτικής Ευρώπης, όπως η πατρίδα του η Γερμανία. Η πίστη του στο προλεταριάτο, ιδιαίτερα δηλαδή στους βιομηχανικούς εργάτες, την νέα τάξη που δημιούργησε η πιο ανεπτυγμένη φάση του καπιταλισμού, και η οποία σταδιακά εξελισσόταν στην μεγαλύτερη και περισσότερο εκμεταλλευόμενη, ως το μελλοντικό επαναστατικό υποκείμενο, σχηματοποιήθηκε από διάφορες παραμέτρους και χαρακτηριστικά που έλαβε η τάξη αυτή μέσα στον καπιταλισμό.

Στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε στην Ρωσία (μια από τις χώρες που βρίσκονταν υπό καταπιεστική ασιατική δεσποτεία, σύμφωνα με τον Μαρξ, σε αντίθεση με την αστική κυριαρχία της Δυτικής Ευρώπης) ένα ισχυρό επαναστατικό κίνημα με αναρχίζουσες αλλά και μαρξιστικές  αναφορές, που πέρασε από διάφορες φάσεις, ξεκινώντας με την “Κάθοδο στον Λαό” διαφόρων μορφωμένων νεαρών διανοούμενων με επαναστατικές ιδέες, επηρεασμένο από τον Χέγκελ αλλά και τον Μπακούνιν. Το κίνημα έμεινε στην ιστορία ως Ναροντικό, δηλαδή “Λαϊκιστικό”, όχι με την σημερινή έννοια του όρου, αλλά για να δοθεί έμφαση στην σημασία του “λαού” σχετικά με την επανάσταση.

Σύντομα το κίνημα αυτό, χτυπημένο από την καταστολή, αλλά και τις πολιτικές διαφορές, διασπάστηκε και εξελίχθηκε, τόσο στον επαναστατικό τερορισμό της Ναρόντναγια Βόλια (Λαϊκή Θέληση), όσο και στην αποκήρυξη του από την  Τσόρνι Περεντέλ (Μαύρη/Καθολική Αναδιανομή) του Πλεχάνοφ και της Βέρα Ζασούλιτς. Μέλη της τελευταίας δημιούργησαν στα 1883 στην εξορία την πρώτη ξεκάθαρα μαρξιστική ρωσική οργάνωση, την Οσβομποζντένιε Τρούντα, δηλαδή την “Χειραφέτηση της Εργασίας”.

Η Βέρα Ζασούλιτς, από την εποχή ακόμη της Τσόρνι Περεντέλ, είχε συχνή επικοινωνία με τον Μαρξ, μέσω αλληλογραφίας. Κύριο θέμα που την απασχολούσε ήταν η πιθανότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης, χωρίς την πλήρη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων/σχέσεων, δηλαδή χωρίς την ύπαρξη μαζικής βιομηχανίας και μεγάλης προλεταριακής τάξης. Βλέπετε, η Ρωσία ήταν μια χώρα, της οποίας οι φτωχότερες τάξεις  αποτελούνταν, κατά συντριπτική πλειοψηφία, από αγρότες και φτωχούς γεωργούς και όχι από εργάτες. Οι δε αγρότες αυτοί ήταν οργανωμένοι εδώ και αιώνες σε ένα ιδιότυπο σύστημα “αγροτικού κολεκτιβισμού”, σε κοινότητες (Μιρ) που καλλιεργούσαν από κοινού εκτάσεις γης (Ομπτσίνα) και πλήρωναν φόρο σε μεγαλοτσιφλικάδες (Κουλάκους).

Επάνω σε αυτή την οργάνωση των αγροτών είχαν βασίσει μεγάλο κομμάτι της θεωρητικής τους προσέγγισης οι ναροντικοί και ιδιαίτερα όσοι ήταν επηρεασμένοι από τον Μιχαήλ Μπακούνιν. Ο Ρώσος αναρχικός έβλεπε στις Ομπτσίνες την ήδη υπαρκτή βάση μιας μελλοντικής επαναστατικής οργάνωσης της κοινωνίας, χωρίς κράτος και τάξεις. Αυτή ήταν και μια από τις θεωρητικές του διαφορές με τον Μαρξ, σχετικά με την ταυτότητα του μελλοντικού επαναστατικού υποκειμένου.

Ο Μαρξ τώρα, προς τα τέλη της ζωής του, σίγουρα επανεξέταζε αρκετές από τις “βεβαιότητες” με τις οποίες είχε προσεγγίσει νωρίτερα το έργο του. Όταν λοιπόν, στα 1881, η Ζασούλιτς του έθεσε αυτούς τους προβληματισμούς, ο Γερμανός είδε πως στην Ρωσία υπήρχε ένα αρκετά ανεπτυγμένο θεωρητικά επαναστατικό κίνημα, το οποίο όμως δεν ήταν κομμάτι ενός μαζικού εργατικού κινήματος, αλλά δρούσε σε μια χώρα με σχετικά μικρό ακόμη προλεταριάτο (η βιομηχανία θα άρχισε να αναπτύσσεται μόνο κατά την επόμενη δεκαετία) και τεράστια αγροτική τάξη, οργανωμένη κατά βάση όπως αναφέραμε παραπάνω. Η περίπτωση λοιπόν να ξεσπάσει μια σοσιαλιστική επανάσταση στην Ρωσία, μέσω αυτής της καταπιεζόμενης τάξης των αγροτών, εξετάστηκε πολύ σοβαρά από τον Μαρξ, ενώ η απάντηση που έδωσε, μέσω επιστολής, στην Ζασούλιτς είναι χαρακτηριστική:

«Αγαπητέ πολίτη (σ.σ. εννοεί την Β.Ζ.)

 …Αναλύοντας την γένεση της καπιταλιστική παραγωγής, έχω γράψει (σ.σ. στο Κεφάλαιο) πως

“Το καπιταλιστικό σύστημα είναι βασισμένο στον πλήρη διαχωρισμό του παραγωγού από τα μέσα παραγωγής…Η βάση όλης αυτής της διαδικασίας είναι η απαλλοτρίωση του αγροτικού παραγωγού. Αυτό έχει πραγματοποιηθεί σε ριζικό βαθμό μόνο στην Αγγλία…Αλλά όλες οι άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης περνούν πλέον από αυτή την διαδικασία…”

Έτσι, η ιστορική αναγκαιότητα (το ιστορικά αναπόφευκτο) αυτής της διαδικασίας, αναφέρω ξεκάθαρα πως αφορά μόνο την Δυτική Ευρώπη. Ο λόγος αυτού του περιορισμού καταδεικνύεται στο ακόλουθο απόσπασμα (και πάλι από το Κεφάλαιο):

“Στην Δυτική Ευρώπη, αυτή η διαδικασία είναι ζήτημα μετατροπής μιας μορφής ιδιωτικής ιδιοκτησίας σε μια άλλη μορφή ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Στην περίπτωση των Ρώσων χωρικών, κάποιος θα έπρεπε να μετατρέψει την κοινή τους ιδιοκτησία σε ιδιωτική… »

Ο Μαρξ τελειώνει το γράμμα του λέγοντας πως, σύμφωνα με τα παραπάνω, τίποτα από όσα γράφει στο Κεφάλαιο δεν απαγορεύει την βιωσιμότητα μιας επανάστασης με βάση την αγροτική κοινότητα στην Ρωσία. Αναφέρει μάλιστα πως ο ίδιος είναι πεπεισμένος πως οι κοινότητες αυτές είναι το “υπομόχλιο” (fulcrum), δηλαδή η βάση της κοινωνικής αναγέννησης της Ρωσίας, αν απαλλαγούν φυσικά από τις καταστρεπτικές επιρροές και αφεθούν να αναπτυχθούν με φυσικό τρόπο.

Κάπου εδώ λοιπόν ο Μαρξ έρχεται να συμφωνήσει με τις πρότερες θέσεις του Μπακούνιν, σχετικά με την εν δυνάμει επαναστατική φύση της Ομπτσίνα. Φυσικά, ως Μαρξ, δεν θα ανέφερε ποτέ του την συμφωνία και την σύγκλιση των θέσεών του με έναν από τους κυριότερους ιδεολογικούς του αντιπάλους. Άλλά έτσι είναι η ζωή και μας διδάσκει να αποφεύγουμε τις νομοτέλειες (γκουχ)…

Φυσικά, όπως αποδείχθηκε, μάλλον κανείς από τους δυο τους δεν είχε δίκιο, καθώς από την μια, ο Μαρξ δεν είχε προβλέψει τις ιδιαιτερότητες μιας βιομηχανικά μη ανεπτυγμένης χώρας ως προς την επαναστατική της προοπτική και δυναμική, από την άλλη δε, ο Μπακούνιν είχε υποτιμήσει τον υποκειμενικό παράγοντα της πνευματικής κατάστασης των Ρώσων αγροτών και την επιρροή του τσαρικού δεσποτισμού επάνω τους. Το αποτέλεσμα ήταν πως οι περισσότεροι επαναστάτες που “κατέβηκαν στον λαό”, παραδίδονταν στις αρχές από τους ίδιους τους φτωχούς και καταπιεσμένους μεν, συντηρητικούς και θρησκόληπτους δε, αγρότες.

Όταν εντέλει έγινε η Οκτωβριανή Επανάσταση στην Ρωσία, μπορεί να είχε ως κινητήρια δύναμη τους εργάτες, αυτοί όμως δεν αποτελούσαν σε καμία περίπτωση την  “πολυπληθέστερη και πιο καταπιεσμένη τάξη”, ενώ χρειάστηκε η συμμαχία με την γιγαντιαία αγροτική τάξη, αλλά και οι μανούβρες των Μπολσεβίκων, ώστε να σταθεροποιηθεί η επανάσταση. Βέβαια, η εξέλιξή της είναι γνωστή, τόσο ως προς την πολιτική κατεύθυνση στην οποία την έστρεψαν οι Λένιν και σια, όσο και προς την οικονομική, λίγο αργότερα με την ΝΟΠ/ΝΕΠ κλπ. Αυτή η τελευταία έχει άμεση σχέση με το ζήτημα της αγροτικής τάξης, της μικροϊδιοκτησίας κλπ, που μπορεί να αναζητηθεί σε αυτές τις κουβέντες στο εσωτερικό του παλαιού ναροντνικού κινήματος.

Κάπου εδώ μπαίνει στην κουβέντα μας ο Ολλανδός μαρξιστής Άντον Πάνεκουκ, μέλος του αριστερού κομματιού του KPD (ΚΚ Γερμανίας) που αποσχίστηκε και δημιούργησε το αντικοινοβουλευτικό κομμουνιστικό κόμμα KAPD. Ο Πάνεκουκ είναι επίσης σημαντικός θεωρητικός των εργατικών συμβουλίων. Ο Ολλανδός, όπως και όλοι οι συμβουλιακοί (βασικά όπως και κάθε μαρξιστής κάθε τάσης) θεωρεί ότι κατέχει την πιο σωστή ανάλυση επάνω στο έργο του Μαρξ. Όταν όμως στο βιβλίο του “Παγκόσμια επανάσταση & Κομμουνιστική Τακτική” (1920) αναπτύσσει την θεωρία της “Μεταφοράς του κέντρου του κόσμου”, μάλλον ξεφεύγει ελαφρώς από τον “ορθόδοξο μαρξισμό”.

Συγκεκριμένα, ο Πάνεκουκ αναφέρει πως ιστορικά, το “κέντρο του κόσμου”, η περιοχή δηλαδή στην οποία συνέβαιναν οι μεγαλύτερες και πιο καινοτόμες αλλαγές και εξελίξεις κάθε εποχής, μεταφερόταν διαρκώς ανά του αιώνες, πχ από την Μέση ανατολή στην Νότια Ευρώπη κατά την αρχαιότητα, μετά τον μεσαίωνα πέρασε στην Δυτική και Κεντρική Ευρώπη με τον μερκαντιλισμό και τις αποικίες, και τέλος ισχυροποιήθηκε και σταθεροποιήθηκε στην Αγγλία με καπιταλισμό. Σημαντικότερη παράμετρος αυτής της αλλαγής είναι, για τον Ολλανδό, όχι η πλήρης ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κάθε εποχής, όπως όρισε ο Μαρξ, αλλά αντίθετα, η μη τελειοποίηση και σταθεροποίηση αυτών. Δηλαδή, κάθε φορά, τα νέα κοινωνικά και οικονομικά συστήματα ξεπηδούσαν σε περιοχές όπου δεν ήταν παγιωμένα αυτά που- για την κάθε εποχή- θεωρούνταν τα πιο προηγμένα.

Ο Πάνεκουκ δίνει το παράδειγμα των ζώων που αναπτύσσουν όλα τα χαρακτηριστικά τους, ώστε να φτάσουν στην τέλεια μορφή, που θα τους εξασφαλίσει την επιβίωση σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο, μόνο για να έρθει η ριζική αλλαγή της περιόδου αυτής, που θα τα οδηγήσει στην εξαφάνιση, λόγω της πολύ ανεπτυγμένης και σταθεροποιημένης τους μορφής, που όμως αφορά την προηγούμενη περίοδο και δεν μπορεί να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Οι μορφές ζωής που εξελίσσονται και συνεχίζουν να υπάρχουν είναι οι πιο ατελείς, αυτές που μπορούν ακόμη να μεταβληθούν προς κάτι νέο, σύμφωνο με την νέα εποχή. Την ανάλυση αυτή δανείζεται από τον Δαρβίνο και συγκεκριμένα από την δική του οπτική στο έργο του. Την θεωρία αυτή την ονομάζει “Survival of the Unfitted” και αναφέρει πως συμπληρώνει την “επιβίωση του ικανότερου”, του Άγγλου πολυ-επιστήμονα.

Έτσι, λέει ο Πάνεκουκ, το νέο “κέντρο του κόσμου” θα είναι εκεί όπου θα ξεπηδήσει η νέα, πιο τέλεια μορφή οργάνωσης, ο κομμουνισμός. Σύμφωνα με αυτή την θεωρία, ήταν φυσικό η επανάσταση να μην ξεκινήσει από την Δυτική Ευρώπη, στην οποία ο καπιταλισμός ήταν πολύ καλά ριζωμένος και είχε αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό τις δυνάμεις του, άρα ήταν πιο ισχυρός και δυσκολότερο να ανατραπεί. Αντίθετα, η πιο “καθυστερημένη” βιομηχανικά Ρωσία ήταν το τέλειο μέρος για να ξεκινήσει η νέα ζωή. Η “μεταφορά του κέντρου του κόσμου στην Μόσχα” ήταν αυτό που περίμενε ο Πάνεκουκ να συμβεί στο άμεσο μέλλον, όταν έγραφε το έργο του αυτό.

Αυτό φυσικά ερχόταν πολύ κοντά στην θέση των αναρχικών, σχετικά με την άρνηση της μαρξιστικής νομοτέλειας και την ανάγκη για πλήρη ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας. Ο Πάνεκουκ όμως δεν ήταν αναρχικός, αλλά μαρξιστής και έτσι βάσιζε όλη την ορολογία του, όλο το πρόταγμά του γύρω από τα εργατικά συμβούλια, στην μαρξιστική θεωρία και ορολογία, ακόμη κι εκεί που οι θέσεις του φαίνονταν να είναι εν μέρει αντίθετες, τόσο με βασικές θέσεις του Μαρξ, όσο (και πολύ περισσότερο) και με των υπόλοιπων μαρξιστικών ρευμάτων. Ο Πάνεκουκ ήξερε ότι το προλεταριάτο δεν ήταν η “μεγαλύτερη και πιο καταπιεσμένη τάξη” στην Ρωσία πριν την Οκτωβριανή, ήξερε πως οι τεράστιες μάζες των αγροτών ήταν πολλαπλάσιες. Ωστόσο, υποστήριξε τόσο την θεωρία της “μεταφοράς του κέντρου” και του Survival of the Unfitted”, όσο και αυτή της ανάγκης για δικτατορία του προλεταριάτου (όπως αυτός την φανταζόταν) και της κυριαρχίας της εργατικής τάξης, της σημασίας της ως το επαναστατικό υποκείμενο της Οκτωβριανής. Ως μαρξιστής, δεν ήταν διατεθειμένος να παραδεχτεί αναρχικές θέσεις, αν και στην συνέχεια της πολιτικής του σταδιοδρομίας θα το έκανε σε μεγάλο βαθμό.

Τι έχουμε να κρατήσουμε στο σήμερα από όλα τα παραπάνω και γιατί τα αναφέρουμε με τόσο εκτενή τρόπο;

Πρώτον, αντιλαμβανόμαστε πολύ καλά πως ο καπιταλισμός έχει εξελιχθεί τρομακτικά μέσα σε έναν αιώνα και η τεχνοβιομηχανική του μορφή, αλλά και ο ιμπεριαλιστικός του χαρακτήρας, έχουν εξαπλωθεί στο μεγαλύτερο κομμάτι της υφηλίου. Έτσι λοιπόν, οι όροι “εργατική τάξη”, “προλεταριάτο” κλπ έχουν εν πολλοίς αλλάξει περιεχόμενο, μάλλον καλύτερα έχουν διευρυνθεί, καθώς το κεφάλαιο απαλλοτρίωσε ολοκληρωτικά σχεδόν τα μέσα παραγωγής από τον ίδιο τον παραγωγό και μετέτρεψε το μεγαλύτερο κομμάτι των καταπιεζόμενων τάξεων σε μισθωτούς εργάτες, δημιουργώντας φυσικά το απαραίτητο μαξιλαράκι των μεσαίων τάξεων, των μικροαστών κλπ.

Έτσι, τόσο οι χειρώνακτες εργάτες, όσο και αυτοί του γραφείου, οι εργάτες στην βιομηχανία και οι εργάτες γης, αλλά και οι εν δυνάμει εργάτες, δηλαδή οι άνεργοι και οι φοιτητές των “λαϊκών στρωμάτων”, ανήκουν πλέον σε αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε ξεκάθαρα “σύγχρονη εργατική τάξη” ή “σύγχρονο προλεταριάτο” ή όπως αρέσκονται αρκετοί σύντροφοι να το αποκαλούν, “κοινωνική βάση”. Η απουσία ιδιοκτησίας σε μέσα παραγωγής και η εκμετάλλευση της υπεραξίας τρίτων είναι οι καθοριστικοί παράγοντες (μαζί φυσικά με διάφορους άλλους) που μπορούν να ορίσουν την τάξη μας στο σήμερα.

Ως αναρχικοί, είμαστε ένα συνειδητοποιημένο κομμάτι -κατά κύριο λόγο- της σύγχρονης εργατικής τάξης, το οποίο επιδιώκει την καταστροφή του υπάρχοντος καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος και του πολιτικού του εποικοδομήματος, του αστικού κράτους. Στην θέση του θέλουμε έναν κόσμο ελευθερίας, ισότητας και κοινοκτημοσύνης, χωρίς κράτη και σύνορα. Υπό αυτή την έννοια, ο αγώνας μας γίνεται “μέσα στην καρδιά του θηρίου”, δηλαδή μέσα στον μοντέρνο δυτικό καπιταλισμό, το σημερινό διευρυμένο “κέντρο του κόσμου”, ως κομμάτι της μεγαλύτερης και περισσότερο εκμεταλλευόμενης τάξης” που αυτός έχει δημιουργήσει. Γι’ αυτό και ρίχνουμε το βάρος της απεύθυνσης μας και της οργάνωσής μας στην τάξη αυτή, την δική μας, την παγκόσμια εργατική τάξη, με τις πάμπολλες ιδιαιτερότητες της, αναλόγων των τοπικών συνθηκών, υποκειμενικών και αντικειμενικών. Είναι αλήθεια πως την μεγαλύτερη ζημιά στον καπιταλισμό μπορούμε να την επιφέρουμε εμείς που είμαστε εγκλωβισμένοι στο εσωτερικό του.

Αν ρίξουμε όμως μια ματιά στις επαναστατικές απόπειρες του χθες, από την Ρωσία του 1905 και του 1917, την Ουκρανία της ίδιας περιόδου, την Ιταλία του Biennio Rosso, και κυρίως την Ισπανία του ’36, τότε θα συνειδητοποιήσουμε πως οι μεγαλύτερες ευκαιρίες μας δόθηκαν σε περιόδους και περιοχές όπου ο βιομηχανικός καπιταλισμός δεν είχε πατήσει πολύ γερά το πόδι του. Επιπλέον, κύριο στοιχείο των επαναστατικών αυτών στιγμών ήταν πως μια φτωχή αγροτική τάξη, είτε συνεργάστηκε καθαυτή με το προλεταριάτο, είτε βρέθηκε σε ένα χρονικό σημείο, στο οποίο έπρεπε να μετατραπεί σταδιακά η ίδια σε προλεταριάτο και, αρνούμενη ίσως αυτή την συνθήκη και τις ιδιαιτερότητές της προσαρμογής, επιτέθηκε στην αστική τάξη από κοινού με το ήδη υπάρχον προλεταριάτο. Τέλος, δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε τον ρόλο που έπαιξαν οι εκάστοτε πόλεμοι, στην διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης της συνείδησης των επαναστατικών υποκειμένων.

(Ένα άλλο κοινό στοιχείο είναι πως όλες αυτές οι προσπάθειες ποδηγετήθηκαν και εξετράπησαν, από μια πολιτική ηγεσία με δικές τις σκοπιμότητες. Αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο.)

Ας ρίξουμε τώρα μια δεύτερη ματιά, στο σήμερα αυτή την φορά: Παρ’ όλη την συνολική και συντριπτική επικράτηση του καπιταλισμού διεθνώς, υπάρχουν κάποιες περιοχές, των οποίων οι παραγωγικές σχέσεις και δυνάμεις, είτε κρατήθηκαν επίτηδες σε χαμηλό επίπεδο -ώστε να συντελείται πχ μεγαλύτερη και ευκολότερη εκμετάλλευση των πρώτων υλών τους από το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο τρίτων χωρών-, είτε καταστράφηκαν από πολέμους, πιθανότατα για τους ίδιους λόγους, είτε τέλος, δεν αναπτύχθηκαν ποτέ εντελώς, για λόγους που έχουν να κάνουν με την γεωγραφία, την προσβασιμότητα και την εκεί βιωσιμότητα του κεφαλαίου.  Σε κάποιες από τις περιοχές αυτές βλέπουμε να ξεπηδούν επαναστατικά κινήματα, με αντικαπιταλιστικό πρόσημο, τα οποία δεν αρκούνται στην ένοπλη αντίσταση, αλλά δημιουργούν και νέα παραδείγματα (αυτο-οργάνωσης, αγώνα, επιβίωσης).

Είναι κινήματα όπως αυτά της Ροζάβα, αλλά και των Ζαπατίστας, που μας κάνουν να σκεφτόμαστε με όρους λίγο διαφορετικούς από την ξεκάθαρη αντίθεση Κεφάλαιο/Εργασία. Αν και μεγάλο κομμάτι της ιδεολογίας τους και της οργάνωσής τους βασίζεται επάνω στην άρνηση της συνθήκης αυτής (όπως είπαμε είναι ξεκάθαρα αντικαπιταλιστικά, ίσως και αντι-κρατικά), επηρεασμένη ξεκάθαρα από μια εκ των προτέρων οργανωμένη ριζοσπαστική μειοψηφία στο εσωτερικό τους, ωστόσο τούτα τα κινήματα δεν ξεπήδησαν αυτά-καθ’ αυτά από κάποιο ριζοσπαστικό κομμάτι της εργατικής τάξης και του ταξικού αγώνα, αλλά μέσα από την (ένοπλη) αντίσταση στον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό ή την υπεράσπιση των αυτοχθονικών δικαιωμάτων, ακόμη και της ίδιας τους της ύπαρξης ως πληθυσμών σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική θέση.

Το πόσο αυτή η ανάλυση μπορεί να είναι παρωχημένη για κάποιους, αυτό εξαρτάται από την ανάλυση που θα κάνουν σε σχέση με την σύσταση και την υπόσταση των υποκειμένων αυτών πριν τον πόλεμο, αλλά και τον χαρακτήρα που θα θελήσουν εκ των προτέρων να δώσουν στις προσπάθειες αυτές (αστικές, εθνικοαπελευθερωτικές κλπ). Ο πραγματικός τους χαρακτήρας όμως φαίνεται καθημερινά στις προσπάθειες και τις υπερβάσεις που κάνουν, στην κοσμογονία που δημιουργούν, παρ όλες τις αντίξοες συνθήκες.

Και για να κλείσει κάπως αυτό το άρθρο, ευχόμαστε πως τα κινήματα αυτά δεν θα πάψουν ποτέ να μας κάνουν να ελπίζουμε πως, εν τέλει, οι Μπακούνιν και Μαρξ, ακόμη και ο Πάνεκουκ, μπορεί μέσα στην συμφωνία-διαφωνία τους να είχαν δίκιο. Μπορεί να υπάρχει αυτή η μικρή πιθανότητα να δούμε, ακόμη και σήμερα, ή μάλλον καλύτερα σε κάποιο μεσοπρόθεσμο μέλλον, μέσα στην εποχή της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, ένα νέο “κέντρο του κόσμου” να ξεπηδάει από την καπιταλιστική περιφέρεια, εκεί που το σύστημα δεν είναι τόσο βαθιά ριζωμένο, ιδίως στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Το οποίο κίνημα, με τα αντικρατικά και αντιεξουσιαστικά του προτάγματα, θα αποτελέσει φάρο ελπίδας για τους απανταχού καταπιεσμένους και εκμεταλλευόμενους. Και κυρίως, θα αποτελέσει ένα παράδειγμα για τον πιο σημαντικό συντελεστή της επαναστατικής εξίσωσης, που είναι σταθερά εδώ και δυο αιώνες, η παγκόσμια εργατική τάξη.