Marfin

Marfin και νομικές «παραδοξότητες»

από | 24 Σεπ, 2026

Marfin και νομικές «παραδοξότητες»

Ι

Πρόσφατα, σχετικώς, ανακινήθηκε η υπόθεση της Marfin με τις τραγικές, εγκληματικές συνέπειές της. Κατονομάστηκαν, κατά την διάρκεια της αστυνομικής προανάκρισης και της επακολουθήσασας κύριας (τακτικής) Ανάκρισης, δράστες οι οποίοι έγιναν κατηγορούμενοι και αφού απολογήθηκαν, κρίθηκαν, απ΄ τον Ανακριτή και τον Εισαγγελέα, προσωρινά κρατούμενοι (προφυλακιστέοι), φυλακίσθηκαν και παραμένουν και σήμερα στην φυλακή. Κατά την χρονική διάρκεια της προαναφερθείσας δικονομικής διαδικασίας, οι τηλεοπτικοί σταθμοί, κρατικοί και εμπορικοί, μεταμορφώθηκαν σε προθαλάμους των ανακριτικών γραφείων και σε κατάστιχα απαρίθμησης επιβαρυντικών στοιχείων για τους κατηγορουμένους. Έτσι, τόνιζαν ότι οι κατηγορούμενοι, σε χρόνο ανύποπτο, πολύ πρίν το έγκλημα της Marfin, επισημάνθηκαν να φέρουν ενδυμασίες όμοιες, αν όχι ταυτόσημες, με τις ενδυμασίες που έφεραν στην διαδήλωση κατά την ημέρα των γεγονότων της Marfin. Η ένδειξη αυτή παρουσιάζεται ως αποδεικτικό στοιχείο ταυτοποίησης των δραστών-κατηγορουμένων.

Μια άλλη ένδειξη που παρουσιάστηκε ως αποδεικτικό στοιχείο και, μάλιστα, βαρύνουσας σημασίας, είναι ένα ανώνυμο email που έφθασε στις διωκτικές αστυνομικές αρχές, στο οποίο, ο ανώνυμος συντάκτης του και αποστολέας του, κατονόμασε τους συγκεκριμένους ήδη κατηγορούμενους ως δράστες του εμπρησμού με πρόθεση της Marfin και των κατά συρροήν ανθρωποκτονιών με πρόθεση εντός αυτής. Για να μορφοποιήσουμε νομικά τούτη την ένδειξη, πρόκειται για έμμεση μαρτυρία του άρθρου 224 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με τις εγγενείς νομικές αδυναμίες της, που την ακυρώνουν ως νόμιμο αποδεικτικό στοιχείο.

Επιπλέον, τονίστηκε, κατ΄ επανάληψη, ότι για την ταυτοποίηση των δραστών, ως ανθρώπων που συμμετείχαν σ΄ εκείνη την μεγάλη διαδήλωση έξω από την Marfin και ως συμμετόχων του εμπρησμού και των ανθρωποκτονιών, χρησιμοποιήθηκαν, ως επιστημονικά εργαλεία ταυτοποίησης, αλγόριθμοι και τεχνητή νοημοσύνη εκ μέρους των διωκτικών αστυνομικών αρχών. Τούτο το στοιχείο φέρεται να επικαλύπτει, μ΄ έναν μανδύα επιστημονικότητας δηλαδή αδιαμφισβήτητης αξιοπιστίας, το συμπέρασμα της διεξαχθείσας έρευνας στο οποίο προσδίδεται ένα κάποιο κύρος μακριά από πολιτικές-ταξικές σκοπιμότητες. «Τί να λέμε τώρα; Εδώ μιλάει η επιστήμη»!

Τέλος, υπάρχει και μια άλλη ένδειξη, καθοριστικής σημασίας, η οποία διαπερνά σαν ευδιάκριτο κόκκινο νήμα την σύνολη συλλογιστική των διωκτικών αρχών προσδίδοντάς της μιαν άλλη ποιότητα και ένα άλλο είδος συνδηλώσεων, βαθύτατα αντιδικονομικών και εξόχως ανησυχητικών γι΄ αυτό που, τόσο πομποδώς, ονομάστηκε «κράτος δικαίου», δηλαδή για ένα καθεστώς σύννομης διακυβέρνησης. Πρόκειται για τούτο: Σε όλες, μα σε όλες τις σχετικές τηλεοπτικές εκπομπές τονιζόταν, κατ΄ επανάληψη, ότι οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι ήσαν «γνωστοί Αναρχικοί», ότι συμμετείχαν σε προγενέστερες «αναρχικές εκδηλώσεις», ότι ήσαν «γνωστοί ως Αναρχικοί παράγοντες» και άλλες παρόμοιες νοηματικές εκφράσεις.

Ας δούμε, κάπως λεπτομερέστερα μεν, συνοπτικώς δε, την σημασία των προαναφερθεισών ενδείξεων, αυτοτελώς και στην αλληλουχία τους.

ΙΙ

Στο Αστικό Δίκαιο και, πιο συγκεκριμένα, στο Ενοχικό Δίκαιο «ενοχή», κατά τον νομοθετικό ορισμό του άρθρου 287 του Αστικού Κώδικα, αποκαλείται η σχέση με βάση την οποία κάποιος υποχρεούται σε παροχήν προς κάποιον άλλον. Η σχέση αυτή προϋποθέτει δύο (τουλάχιστον) πρόσωπα, φορείς της υποχρέωσης και του δικαιώματος που ονομάζονται «οφειλέτης» και «δανειστής». Όταν πρόκειται για οφειλή πραγμάτων, τότε η παροχή του οφειλέτη μπορεί να είναι ορισμένη κατ΄ είδος ή κατά γένος. Το αντικείμενο της παροχής θεωρείται κ α τ΄ ε ί δ ο ς  ο ρ ι σ μ έ ν ο όταν τούτο προσδιορίζεται δια των ατομικών αυτού γνωρισμάτων, λ.χ αγοραπωλησία του μ΄ αριθμό τάδε αυτοκινήτου ή της δείνα ελαιογραφίας της συλλογής μου. Το αντικείμενο της παροχής θεωρείται κ α τ ά  γ έ ν ο ς  ο ρ ι σ μ έ ν ο, όταν δεν προσδιορίζεται δι΄ ατομικών γνωρισμάτων, αλλά καθορίζεται μόνον κατηγορία πραγμάτων φερόντων κοινά γνωρίσματα, λ.χ αγοραπωλησία διακοσίων ανδρικών μπουφάν αυτού του τύπου, αυτών των χαρακτηριστικών και αυτού του χρώματος. Η φύση της ενοχής γένους, στην οποία καθορίζεται μόνον η κατηγορία πραγμάτων, ενέχει κάποιαν αοριστία και συνήθως έχει ως αντικείμενο πράγματα αντικαταστατά, δηλαδή κινητά.

Αντιλαμβανόμαστε ότι τέτοιου είδους νομικές αναλύσεις ούτε συγκινούν ούτε, πολλώ δε μάλλον, διασκεδάζουν τους αναγνώστες μας. Την θεωρήσαμε, όμως, απαραίτητη για την περίπτωσή μας και να γιατί: Το συγκεκριμένο ένδυμα (μπουφάν, πουκάμισο, παντελόνι ή οτιδήποτε άλλο) που φέρεται να φορούσε ένας κατηγορούμενος ένα χρόνο πριν την Marfin και ξανά στην διαδήλωση μπροστά στην Marfin το αγόρασε, το προμηθεύτηκε τέλος πάντων, ως ενοχήν κατ΄ είδος ορισμένη ή κατά γένος ορισμένη; Πιο απλά και κατανοητά: Το συγκεκριμένο ρούχο που φορούσε ο κατηγορούμενος ήταν το μ ο ν α δ ι κ ό κομμάτι που κατασκεύασε ο δημιουργός του (βιοτέχνης ή βιομήχανος) ή ένα από τα πολλά όμοια που κατασκεύασε ο δημιουργός του, ένα απ΄ τα οποία προμηθεύτηκε ο κατηγορούμενος; Αν συμβαίνει το πρώτο, υπόθεση εξαιρετικώς απίθανη, τότε η αποδεικτική σημασία του γεγονότος τούτου αναβαθμίζει την ένδειξη σε απόδειξη σπουδαιότατη από δικονομική άποψη, μια και η ταυτοποίηση του προσώπου του δράστη εγγίζει την βεβαιότητα. Αν όμως συμβαίνει το δεύτερο, υπόθεση σχεδόν βέβαιη, τότε η αποδεικτική σημασία της πιο πάνω ένδειξης, σχεδόν, εξαερώνεται. Ποιος μας βεβαιώνει ότι ένα παρόμοιο μπουφάν δεν θα μπορούσε να φορά κάποιος άλλος όταν αυτός ο τύπος του μπουφάν δημιουργήθηκε απ΄ τον κατασκευαστή του σε εκατοντάδες ή και χιλιάδες όμοια κομμάτια; Μόλις χρειάζεται να υπομνήσουμε ότι η κατάφαση της κατηγορίας θα έχει βαρύτατες συνέπειες για τους κατηγορούμενους, πράγμα που σημαίνει ότι χρειάζεται ανάλογη περίσκεψη στην αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και, ταυτόχρονη, απεξάρτηση από ιδεολογικές αγκυλώσεις και πολιτικές προκαταλήψεις. Αν, παρ΄ ελπίδα, συμβεί το δεύτερο τότε θα έχουμε σχολικό παράδειγμα «παρακρατουμένης δικαιοσύνης»![1]

ΙΙΙ

Σύμφωνα με το άρθρο 224 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ), ως ισχύει, ο μάρτυρας πρέπει να αποκαλύπτει πώς έμαθε όσα καταθέτει. Αν πρόκειται για γεγονότα που άκουσε από άλλους, πρέπει σε κάθε περίπτωση να κατονομάσει ταυτόχρονα και εκείνους από τους οποίους τα άκουσε, εκτός εάν στον νόμο ορίζεται διαφορετικά. Αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεσή του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορούμενου, εάν δεν υπάρχει κι άλλο, ρητά κατονομαζόμενο στην απόφαση αποδεικτικό μέσο. Πρόκειται για διάταξη θεμελιώδους σημασίας που προσδίδει αξιοπιστία και δικαιοδοτική εγκυρότητα στην αποδεικτική διαδικασία και στην αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, ενώ ταυτόχρονα, αποκλείει καταχρηστικές μεθοδεύσεις με δυνητικά καταστροφικά αποτελέσματα όχι μόνο για τον κατηγορούμενο αλλά για ολόκληρη την έννομη σχέση της ποινικής δίκης η οποία έτσι θα έπαυε να είναι «έννομη» αλλά και «δίκη». Ακόμα κι αν την ονομάζαμε «δίκη» στην πραγματικότητα θα ήταν ένας ευτελής σαρκασμός της κυρίαρχης κοινωνικής βούλησης, ένα βάναυσο αστείο της, μια επιτηδευμένη εκδοχή του ευφημισμού. Αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα της «έ μ μ ε σ η ς  μ α ρ τ υ ρ ί α ς» και τούτο διότι τα φερόμενα ως κατατεθέντα γεγονότα δεν δύνανται να αμφισβητηθούν με κάποια αντιπαραβολή, με κάποια ενδεχόμενη αντεξέταση μια και η πηγή τους είναι άγνωστη για το Δικαστήριο. Αυτός που καλύπτεται απ΄ την αμάχητη ασπίδα της ανωνυμίας μπορεί να είναι οτιδήποτε θελήσει να είναι από κακόβουλος εκβιαστής, εξωφρενικά μνησίκακος, μέχρι μίσθαρνος agent provocateur μιας εκδικητικής και θανατηφόρας κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας που δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση στην νομιμοφανή εξόντωση πολιτικών αντιπάλων της, λ.χ μπορεί ο μάρτυρας να καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος είναι ο δράστης μιας συγκεκριμένης κλοπής διότι αυτό άκουσε από κάποιον άλλον τον οποίο αρνείται να κατονομάσει. Πρόκειται για έμμεση μαρτυρία η οποία δεν μπορεί, απαγορεύεται να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο προκειμένου να αχθεί σε καταδικαστική του απόφαση, εκτός εάν υπάρχει, ρητά κατονομαζόμενο στην απόφαση, άλλο αποδεικτικό μέσο. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων ας προσθέσουμε-διευκρινίσουμε και τούτο: αν οι αστυνομικές προανακριτικές αρχές, εκκινώντας από την πιο πάνω «είδηση» πραγματοποιήσουν νομότυπη έρευνα στο σπίτι του υποδειχθέντος, έστω ανωνύμως, δράστη και ανεύρουν τα φερόμενα ως κλαπέντα αντικείμενα, τότε, και μόνον τότε, η μαρτυρία του αστυνομικού που το βεβαιώνει δεν είναι έμμεση διότι τα κρίσιμα κατατεθέντα γεγονότα είναι προϊόν της δικής του αντίληψης, των δικών του αισθήσεων. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις δεν είναι μόνον ευδιάκριτη αλλά και εξόχως σημαντική.

Στην προκειμένη περίπτωση που μας απασχολεί, το email, με βάση το οποίο κατονομάσθησαν ως δράστες του εγκλήματος της Marfin οι ήδη κατηγορούμενοι, είναι α ν ώ ν υ μ ο δηλαδή είναι άγνωστος ο συντάκτης του και ο αποστολέας του. Μ΄ αυτό το δεδομένο υπόψη είναι εξαιρετικά δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να αντιλέξεις  στο περιεχόμενό του διότι αγνοείς το ποιος είναι ο συντάκτης του και ο αποστολέας του, πράγμα που, κατ΄ επέκτασιν, σημαίνει ότι αδυνατείς να προβείς στην αντεξέτασή του, να ελέγξεις δημοσίως την αξιοπιστία του και να καταδείξεις, την ενδεχόμενη κακοβουλία του ή την μίσθαρνη προβοκατόρικη συμπεριφορά του. Η μαρτυρία του εμφανίζεται ως θέσφατο, αναντίρρητο, αναντίλεκτο!

Από όσα, εν ολίγοις, προεκθέσαμε προκύπτει ότι η αποδεικτική αξία του εν λόγω email είναι, ΚΑΙ νομοθετικά, εξαιρετικά αδύναμη. Κάτι πιο κει, περιβάλλεται από μία λαμπυρίζουσα αχλύν αμφιβολίας, από μία φωσφορίζουσα αύρα υπόνοιας φρικτής μεροληψίας, μάλλον καθοδηγούμενης και ύποπτης. Οι εντυπώσεις αυτές είναι δίδυμες αδελφές της ανωνυμίας γι΄ αυτό και δεν έχουν θέση στο πλαίσιο μιας έννομης σχέσης της ποινικής δίκης. Γι΄ αυτό και τις αντιμετωπίζουμε με περισσήν περίσκεψη. Σε κάθε περίπτωση δεν τις αποδεχόμαστε άκριτα επειδή έτσι επιβάλλεται!

IV

Ως προαναφέραμε, στην αρχή της παρούσας, κατά την τηλεοπτική μετάδοση της διαδικασίας της αστυνομικής προανάκρισης, της σύλληψης και της προσωρινής κράτησης (προφυλάκισης) των ήδη κατηγορουμένων για το έγκλημα της Marfin, χρησιμοποιήθηκαν, ως επιστημονικά εργαλεία ταυτοποίησης των δραστών, α λ γ ό ρ ι θ μ ο ι  και τ ε χ ν η τ ή  νοημοσύνη προσδίδοντας έτσι έναν μανδύα επιστημονικότητας και αξιοπιστίας στο καταληκτικό συμπέρασμα της διεξαχθείσας έρευνας.

Σήμερα, βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη στιγμή, όπου οι ψηφιακές τεχνολογίες αυτοματισμού, οι οποίες συχνά αναφέρονται μ΄ ένα βαρύγδουπο λεξιλόγιο ως «αλγόριθμοι» και «τεχνητή νοημοσύνη», είναι έτοιμες να μεταμορφώσουν τόσο την εργασία όσο και την διακυβέρνηση, ή τουλάχιστον έτσι μας λένε. Οι τεχνολογίες αυτές, αντλώντας από την τεράστια πληθώρα ψηφιοποιημένων πληροφοριών, τα «μεγάλα δεδομένα» που παράγονται από την δημιουργία πληροφοριοποιημένων δραστηριοτήτων, υπόσχονται να μεταμορφώσουν κάθε είδους απασχόληση, επηρεάζοντας την σταδιοδρομία ακόμα και υψηλής κατάρτισης επαγγελματιών σε τομείς όπως η ν ο μ ι κ ή  και η ιατρική.

Αυτή η αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων πολλαπλασιάζεται και εγκαθιδρύεται σε όλο το φάσμα των κρατικών θεσμών. Σύμφωνα με τον καθηγητή νομικής Φρανκ Πασκουάλε, ο αντίκτυπος της αυτοματοποίησης στο νομικό (δικαιοδοτικό) σύστημα είναι δυνητικά κ α τ α σ τ ρ ο φ ι κ ό ς: Η εξάλειψη της ανθρώπινης κρίσης μέσω της υποκατάστασής της από αλγόριθμους σημαίνει το τέλος του κράτους δικαίου! Λ.χ ο αλγόριθμος αξιολόγησης προφίλ σωφρονιστικών παραβατών για εναλλακτικές κυρώσεις χρησιμοποιεί «προγνωστική ανάλυση» για να παρέχει στους δικαστές κατευθυντήριες γραμμές στην επιβολή ποινών, ένα είδος δηλαδή εκτίμησης κινδύνου σχετικά με την πιθανότητα οι κατηγορούμενοι να διαπράξουν εγκλήματα στο μέλλον. Επειδή, όμως, ο αλγόριθμος είναι εμπορικό μυστικό, η εσωτερική λειτουργία του ΔΕΝ είναι προσβάσιμη από το κοινό! Πρόκειται για όψη αυτού που ο Πασκουάλε αποκαλεί διαφαινόμενη «κοινωνία του μαύρου κουτιού». Ο αλγόριθμος για την αξιολόγηση προφίλ σωφρονιστικών παραβατών ουσιαστικά παρέχει μυστικά στοιχεία που δεν υπόκεινται σε αμφισβήτηση ή αντεξέταση, ανατρέποντας έτσι την δέουσα νομική διαδικασία!  Ο νόμος και η τάξη του αλγόριθμου ευνοεί την αποδοτικότητα και όχι άλλες αξίες όπως το δ ί κ α ι ο, γι΄ αυτό και ισοδυναμεί με την «βιομηχανική παραγωγή της αδικίας»[2]. Γίνεται κατανοητό ότι η τηλεοπτική διαφήμιση αλγορίθμων και τεχνητής νοημοσύνης κατά των φερόμενων ως δραστών του εγκλήματος της Marfin, δεν μπορεί να διεκδικήσει δάφνες δικονομικής και δικαιοδοτικής αξιοπιστίας και εγκυρότητας. Ίσως-ίσως να συμβαίνει και το ακριβώς αντίθετο.

V

Ας κάνουμε μια δελεαστική αναδρομή στην ρωμαϊκή πρωτοχριστιανική ιστορία, ίσως είναι διαφωτιστική του θέματος μας λαμβάνοντας υπόψη, όμως, την σοφή παρατήρηση του E.J. Bickermann: «Η αξία των αναλογιών δεν είναι αποδεικτική, αλλά μόνο διαφωτιστική και, συνακόλουθα, ευρετική. Μπορούν να μας βοηθήσουν να αναγνωρίσουμε πλευρές των γεγονότων οι οποίες διαφορετικά θα έμεναν κρυμμένες από εμάς»[3].

Ο αυτοκράτορας Νέρων, για να κατασιγάσει την ευρύτατα διαδεδομένη πεποίθηση ότι ήταν υπεύθυνος για την πυρκαγιά που, σχεδόν, κατέστρεψε την Ρώμη, κατηγόρησε ψευδώς και τιμώρησε σκληρά τους χριστιανούς. Αρχικά, εκείνοι που παραδέχονταν ότι ήσαν χριστιανοί διώκονταν, και κατόπιν, με βάση πληροφορίες που οι ίδιοι παρείχαν (αναμφίβολα μετά από βασανιστήρια), πολλοί καταδικάζονταν, όχι τόσο σύμφωνα με τον Λατίνο ιστορικό Τάκιτο για το έγκλημα του εμπρησμού όσο για το μίσος τους ενάντια στην ανθρωπότητα («odio humani generis»). Ο Τάκιτος, όπως και ο φίλος του Πλίνιος και ο σύγχρονός τους Σουητώνιος, απεχθάνονταν τους χριστιανούς. Αν και δεν πίστευε ότι προκάλεσαν την φωτιά, εν τούτοις λέει ότι ήσαν «μισητοί εξαιτίας των βδελυρών πράξεών τους (flagitia) και τους αποκαλεί «εγκληματίες που άξιζαν παραδειγματική ποινή». Έβαλαν, λοιπόν, τους χριστιανούς στο στόχαστρο ως αποδιοπομπαίους τράγους, επειδή τα πλήθη ήδη πίστευαν ότι ήσαν ικανοί για αποτρόπαια εγκλήματα (flagitia)[4]. Ο όρος flagitia δηλώνει εγκλήματα άκρως δυσάρεστα και επαίσχυντα, όπως κανιβαλισμό και αιμομιξία, εγκλήματα για τα οποία τόσο συχνά κατηγορήθηκαν οι πρώτοι χριστιανοί. Επρόκειτο για βδελυρές πράξεις που τις συναποτελούσαν τα Θυέστεια δείπνα και οι Οιδιπόδειες μίξεις και, φυσικώ τω λόγω, άκρως απωθητικές[5]. Από την στιγμή που καταδικάστηκαν τα πρώτα θύματα του Νέρωνα, τίποτε δεν εμπόδιζε τον πρώτο τυχόντα αξιωματούχο που διεξήγε τις δίκες να καταδικάσει και τους υπόλοιπους, απλώς με την κατηγορία ότι «ήσαν χριστιανοί». Τούτο στάθηκε δυνατό και ευχερές επειδή στην κοινή γνώμη των Ρωμαίων εθνικών (και όχι μόνον) οι χριστιανοί καλύπτονταν από ένα ευρύτερο «σύμπλεγμα ενοχής» όπως εύστοχα το ονόμασε ο A. Momigliano. Τι σήμαινε αυτό στην πράξη; Απλά τούτο: Μόνο και μόνο το ότι ήσαν χριστιανοί ήταν ένα γεγονός που συσχετιζόταν εξ ο ρ ι σ μ ο ύ  με συμμετοχή τους σε μία αντικοινωνική και δυνάμει εγκληματική συνωμοσία[6]. Με σημερινή ορολογία θα μιλούσαμε για «εγκληματική οργάνωση»![7] Όπως προαναφέραμε στην αρχή του παρόντος κειμένου μας, τονίστηκε, ξανά και ξανά, απ΄τον ηλεκτρονικό Τύπο ότι οι συλληφθέντες ως δράστες του εγκλήματος της Marfin και ήδη προφυλακισθέντες κατηγορούμενοι «είναι Αναρχικοί», συμμετείχαν σε προγενέστερες «αναρχικές εκδηλώσεις», ότι ήσαν «γνωστοί ως Αναρχικοί παράγοντες» αναφέροντας κι άλλες παρόμοιες νοηματικές εκφράσεις. Μια τέτοια συχνή-πυκνή αναφορά πού αποσκοπούσε; Τι εξυπηρετούσε; Για τον μέσο Έλληνα το άκουσμα της λέξης «Αναρχικός» τι σηματοδοτεί; Μερικοί ανατριχιάζουν, αρκετοί καταλαμβάνονται από ένα αόριστο αίσθημα ανησυχίας ενώ οι υπόλοιποι αισθάνονται μια δυσαρέσκεια άκρως ενοχλητική γι΄ αυτούς. Στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων ο «Αναρχικός» σηματοδοτεί ένα απερίσκεπτο, ταραχοποιό στοιχείο, οι δε κατά καιρούς εμφανιζόμενες αναρχικές συσσωματώσεις, αντιμετωπίζονται, συνειδησιακά, ως κάτι το οχληρό, εμφανώς αντικοινωνικό και δυνάμει εγκληματικό φαινόμενο που επιβεβλημένο είναι, να παταχθεί πριν λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις και προφανή επικινδυνότητα. Για να ξαναθυμηθούμε την αριστουργηματικής συμπύκνωσης έκφραση του A. Momigliano, οι αναρχικοί, αυτοί καθ΄ εαυτοί, καλύπτονται από ένα «ε υ ρ ύ τ ε ρ ο  σ ύ μ π λ ε γ μ α  ε ν ο χ ή ς» απλώς και μόνον διότι είναι αναρχικοί. Το ότι είναι αναρχικοί συσχετίζεται ε ξ  ο ρ ι σ μ ο ύ με συμμετοχή τους σε μίαν αντικοινωνική και δυνάμει εγκληματική συνωμοσία. Συνακόλουθα, τα κατασταλτικά μέτρα του κρατικού μηχανισμού κατά των Αναρχικών έχουν ένα τεκμήριο ορθότητας και λογικής συνέπειας, δεν γίνονται απλώς ανεκτά, αλλά αποδεκτά ευχαρίστως, ενίοτε δε ενθαρρύνονται κι όλας από τους «επαγγελματίες Έλληνες»[8] και, ιδίως, από τους μαστροπούς της κοινής γνώμης που καταρρυπαίνουν τις τηλεοπτικές μας οθόνες. Όταν, λοιπόν, οι κατηγορούμενοι, ως αναρχικοί, επικαλύπτονται από ένα «ευρύτερο σύμπλεγμα ενοχής» και συσχετίζονται εξ ορισμού με μιαν αντικοινωνική και δυνάμει εγκληματική συνωμοσία, τότε οι όλως ασθενείς και ασταθείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος τους προσλαμβάνουν άλλες διαστάσεις και, το σπουδαιότερο, άλλην ποιότητα. Παύουν να εκτιμώνται ως «ασθενείς, ανεπαρκείς ενδείξεις ενοχής» εις βάρος των κατηγορουμένων και αναβαθμίζονται αυτοδικαίως ως «σοβαρές και σημαντικές αποδείξεις ενοχής τους». «Για Αναρχικούς πρόκειται βρε αδερφέ συνεπώς είναι ένοχοι». Αυτό είναι το προαναφερόμενο ευδιάκριτο, κόκκινο νήμα που διαπερνά την σύνολη συλλογιστική των διωκτικών αρχών κυρίως της Αστυνομίας αλλά δυστυχώς όχι μόνον της Αστυνομίας!

Εν κατακλείδι: Η μέχρι τούδε δικαστική διαδικασία κατά των φερομένων ως δραστών του εγκλήματος της Marfin, εμφανίζει σοβαρές ενδείξεις εξωδικαιϊκών κριτηρίων που κατευθύνουν την εξέλιξη και την λειτουργία της. Μια τέτοια εξέλιξη δεν βλάπτει μόνον όσους κατηγορούνται για το έγκλημα της Marfin, αλλά και το σύνολο του δικαιοδοτικού μηχανισμού που τόσο ανιστόρητα και εξόχως παραπλανητικά αποκαλείται, petitio principii[9], «δικαιοσύνη» ενώ πρόκειται για κρατικό δικαιοδοτικό μηχανισμό που διατείνεται αυτάρεσκα ότι απονέμει δικαιοσύνη. Το αν τελικά απονέμει δικαιοσύνη είναι το ζητούμενο αλλά τα μέχρι τούδε δεδομένα καταδεικνύουν απλώς και μόνον έναν μηχανισμό αναπαραγωγής ιεραρχιών.

VI

Το ότι οι Αναρχικοί θεωρούνται άνομα, ταραχοποιά στοιχεία με κλινικότροπη συμπεριφορά που τους καθιστά επικίνδυνους για την κοινωνία και την έννομη τάξη, δεν αποτελεί ισχυρισμό μόνον τωρινό, τουναντίον έχει χρονική διάρκεια και ποικιλόχρωμες εκδοχές και επισημάνσεις. Λ.χ ο εγκληματολόγος-ανθρωπολόγος Cesare Lombroso υποστήριξε ήδη το 1894 ότι ο «αναρχικός χώρος είναι γεμάτο ‘ανώμαλους’»[10]. Όπως εύστοχα υπογραμμίζεται στην ελληνική εισαγωγή του προαναφερθέντος έργου του, προσπάθησε να «μετατρέψει την πολιτική του αντίθεση, σε επιστημονικό επιχείρημα». Μόλις χρειάζεται να τονίσουμε πως κάθε χώρος της πραγματικότητας έχει την δική του νομοτέλεια. Συνεπώς, η ιατρική και η βιολογία, δεν είναι τα πλέον κατάλληλα εργαλεία για την αξιολόγηση, την ανάλυση και την εξήγηση πολιτικών και κοινωνικών εξεγέρσεων και επαναστάσεων[11]! Παρόμοιες «επιστημονικές» διακριβώσεις δεν αφορούν μόνον τους Αναρχικούς. Κατά καιρούς έχουν «τιμήσει» όλους τους αγωνιστές που παλεύουν για την εξάλειψη του εκμεταλλευτικού καθεστώτος και για την εγκαθίδρυση ενός ά λ λ ο υ κοινωνικού καθεστώτος με αντίμαχες, προς τις επικρατούσες, αξίες και προτάγματα. Λ.χ ο βιοϊατρικός λόγος μετά το 1924 αντιμετωπίζει τον κομμουνιστή ως α λ λ ό φ ρ ο ν α  τον δε κομμουνισμό τον ταυτίζει με την αλλοφροσύνη ως μια μορφή ψυχικής νόσου· και είναι ψυχικό νόσημα γιατί ακριβώς ενισχύει τις νευρώσεις και τις ψυχώσεις[12]! Ο Ιωάννης Β. Ζησιάδης, αργότερα επιφανής καθηγητής της Ποινικής Δικονομίας στην Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, «διπλωματούχος της Σχολής Εγκληματολογίας και των Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου των Παρισίων», είχε γράψει το 1931 ένα άκρως αποκαλυπτικό βιβλίο με τον ερεθιστικό τίτλο «Το Ποινικόν Δίκαιον ως όπλον καταπολεμήσεως του Μπολσεβικισμού», Θεσσαλονίκη, 1931, με το οποίο ανέλυε το «Ιδιώνυμο» του 1929 του Ελευθερίου Βενιζέλου. Εκεί, ενώ κακίζει την θέσπιση του «Ιδιώνυμου» την οποία αποδίδει «…εις την πρόθεσιν της καταπνίξεως πάσης κραυγής πόνου της πενομένης εργατικής και αγροτικής μάζης…», ενώ ομιλεί για «ανύπαρκτον κομμουνιστικόν κίνδυνον» και τονίζει, με αξιομνημόνευτη δηκτικότητα και ευστοχία, την φράση «…μόνον αμβλύνους αστυνομικός δύναται να φαντασθή ότι δια του τυφεκισμού μιας εκατοντάδος διακεκριμένων κομμουνιστών θα εξολοθρευθή ο μπολσεβικισμός», συνεχίζοντας αναγράφει και τ’ ακόλουθα που μας ενδιαφέρουν τα μέγιστα για το θέμα μας: θεωρεί τον κομμουνιστή «αιρεσιακόν» πρόσωπο που τελεί υπό «ιδιόρρυθμον ψυχολογικήν κατάστασιν» και διεπόμενο υπό «αιρεσιακόν πνεύμα» (esprit des sectes) και μας παραπέμπει ως προς την ενδεδειγμένην θεραπείαν στον Sighele και στο έργο του Psychologie des sectes(sic)[13].

Τέτοιες «επιστημονικές» απόψεις δεν ‘ξεχύνονταν’ μόνον από απύλωτα στόματα μοναρχικών, αντιδραστικών και αντεπαναστατών in petto, αλλά, καθώς είχαν γίνει του συρμού, κατέκτησαν και άλλους θώκους πέρα από «αμβλύνοες αστυνομικούς» και μίσθαρνους μαστροπούς της κοινής γνώμης. Λ.χ ο διακεκριμένος καθηγητής της Οξφόρδης Eric Robertson Dodds (1893-1979) ο συγγραφέας του θαυμάσιου εκείνου έργου με τίτλο «Οι ‘Ελληνες και το παράλογο»[14] και της έξοχης Εισαγωγής του στις Βάκχες του Ευριπίδη[15] ως και του άκρως αισθαντικού και μεστού βαθιάς ευαισθησίας ήδη προαναφερθέντος έργου του με τίτλο «Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας»[16], μάλλον δεν μπόρεσε να απελευθερωθεί από το δόκανο της πολιτικής και ιδεολογικής προκατάληψής του γι’ αυτό και λέει τα ακόλουθα, στο τελευταίο των προαναφερομένων βιβλίων του, που άπτονται ευθέως και άμεσα με το θέμα μας: «Όπως όλες οι πίστεις που απαιτούν την πλήρη αφοσίωση του ατόμου-ο κομμουνισμός, για παράδειγμα, στις μέρες μας-ο πρώιμος χριστιανισμός ήταν ισχυρή αιτία διχόνοιας. Κάθε πόλη και κάθε σπίτι, λέει ο Ευσέβιος, έχουν διαιρεθεί από έναν εμφύλιο πόλεμο που έχει ξεσπάσει ανάμεσα σε χριστιανούς και εθνικούς. Ο Ιουστίνος μας λέει για μια χριστιανή που την κατήγγειλε ο εθνικός σύζυγός της·ο Τερτυλλιανός μας μιλάει για περιπτώσεις όπου η σύζυγος διώχτηκε ή οι γιοι αποκληρώθηκαν επειδή έγιναν χριστιανοί·στη διήγηση της Περπέτουας για τις σχέσεις με τον πατέρα της βλέπουμε πως μια οικογένεια μπορεί να κομματιαστεί λόγω των θρησκευτικών διαφορών…Ο χριστιανισμός, όπως και ο κομμουνισμός, τάρασσε την οικογενειακή γαλήνη…»[17].

Το ότι ο «κομμουνισμός τάρασσε την οικογενειακή γαλήνη» είναι ένας ισχυρισμός ο οποίος έρχεται αληθείας στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, δηλαδή στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όταν γόνοι πολιτικά αντιδραστικών ή, έστω, συντηρητικών οικογενειών ακολουθούσαν πολιτικές οργανώσεις με μαρξιστική-λενινιστική αναφορά. Ας μας επιτραπεί, όμως μια παρατήρηση-ερώτηση: Γιατί τάρασσε την οικογενειακή γαλήνη της οικογένειας ο νεαρός κομμουνιστής και όχι ο ηλικιωμένος πατέρας του πολιτικά αντιδραστικός ή συντηρητικός ο οποίος δεν διδάχθηκε τίποτε απ’ την επτάχρονη φασιστική δικτατορία; Όπως και να έχει όμως το ζήτημα σήμερα εμφανίζει σημαντική σπανιότητα μια και τα ήθη, ως προς αυτό το σημείο, άλλαξαν σημαντικά. Επικρατεί κλίμα ανοχής. Δεν σταματάει όμως εδώ ο συγγραφέας μας (E. R. Dodds) αλλά συνεχίζοντας καθιστά τις προθέσεις του και τις σκέψεις του διαυγέστερες: «Μπορεί η παγανιστική κριτική να χλεύαζε την χριστιανική αδιαλλαξία αλλά σε εποχές αγωνίας κάθε ‘ολοκληρωτική’ πίστη ασκεί ισχυρή έλξη· μπορούμε να αναλογιστούμε τη γοητεία του κομμουνισμού σε πολλά σαστισμένα μυαλά στις μέρες μας…»[18].

Ώστε «σαστισμένα μυαλά» γοητεύονται από τον κομμουνισμό! Μάλλον θα πρόκειται για την βρετανική εκδοχή του «αλλόφρονος». Εν τέλει τι μας λέει; Ο άνθρωπος που εκκινώντας από αγνή και ζέουσα εσωτερική παρακίνηση να καταργήσει το «αίσχος του υπάρχοντος», να εξαλείψει την έσχατη ανηθικότητα που ταυτίζεται με την ταξική συγκρότηση της ζωής, που ανατριχιάζει σύγκορμα και εξεγείρεται ολόκληρο το είναι του μπροστά στα κοκκαλιάρικα χέρια της πείνας και τον βρόγχο της ανελευθερίας, αυτός που αναλώνει ολόκληρη την ύπαρξή του για να ανθρωπέψει ο άνθρωπος, διακρίνεται από «σαστισμένο μυαλό»; Πρόκειται για αντιστροφή εννοιών με ταξικό υπόβαθρο ξεκάθαρο, ωμό, απωθητικό!

VII

Και η Δικαιοσύνη (δηλαδή ο κρατικός δικαιοδοτικός μηχανισμός, η δικαστική εξουσία) ποιάν στάση κράτησε απέναντι στους «αλλόφρονες» ή στα «σαστισμένα μυαλά»; Νομιμοποίησε τις ταξικές επιλογές της κυρίαρχης κοινωνικής βούλησης και του πολιτικού-υπηρετικού προσωπικού της φροντίζοντας, παράλληλα, για την προσήκουσα υφολογικήν ένδυση αυτής της επιλογής ώστε να ομοιάζει με «απονομή δικαιοσύνης». Έτσι, την, εν τοις πράγμασιν, απονομιμοποίηση του Έλληνα κομμουνιστή και ως Έλληνα υπηκόου και ως ανθρώπινου όντος, την αποδέχθηκε και της έδωσε, διάτρητη, έστω, νομικήν επικάλυψη. Δεν περιοριζόταν μόνον στην σιωπηρή συγκάλυψη της δολοφονικής δράσης του εμφυλιακού καθεστώτος, αλλά εμπλεκόταν ενεργά και στον «αντισυμμοριακόν αγώνα», εκδίδοντας, κατά μέσον όρο, πέντε έως επτά θανατικές καταδίκες ημερησίως. Ο αριθμός των ποινικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν στους αριστερούς αγωνιστές ήσαν επτά με δέκα φορές μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο των δοσιλόγων. Η σύγκριση με τον υπερεκατονταπλάσιο αριθμό εκτελέσεων των αριστερών κρατουμένων φέρνει στο φως την α π ο τ ρ ό π α ι η  όψη της μεταπολεμικής ελληνικής Δικαιοσύνης[19]. Πολλοί δικαστικοί δεν αρκέστηκαν στην δήλωση πίστης και υποταγής στο νέο καθεστώς: αναλαμβάνοντας να παίξουν τον ρόλο αιχμής του δόρατος, πέρασαν στην αντεπίθεση, θέτοντας τους κομμουνιστές εκτός του υπό διαμόρφωση πεδίου νομιμότητας. Στις αρχές του 1946, ο Γεώργιος Μαύρος, ως υπουργός Δικαιοσύνης, εξέφρασε την εκτίμηση ότι «το ενενήντα τοις εκατόν των δικαστών ανήκαν στην άκρα Δεξιά»[20]. Και αν όλα αυτά «δικαιολογούνται» λόγω της εμφύλιας σύρραξης και των αυξημένων αναγκών στην αγορά οργανωμένης βίας (!) τότε πώς συμπεριφέρθηκε η ελληνική Δικαιοσύνη σε συνθήκες πολιτικής ομαλότητας, σε χρόνο ανύποπτο από το καθεστώς του «Εθνάρχη» Ελευθερίου Βενιζέλου; Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, «πατέρας» της Δημοκρατίας κι αυτός, δημιούργησε τις διαβόητες κατά τόπους Επιτροπές Ασφαλείας (ΝΔ 19/21-4-1924). Η μαρτυρία ενός αστυνομικού αρκούσε για να εκτοπιστεί κάποιος με απόφαση της Επιτροπής Ασφαλείας. Ο πολιτικός αποκλεισμός υποκατέστησε την απονομή της δικαιοσύνης. Ο βενιζελικός Νόμος 5174/1931 θα επαναφέρει την διοικητική εκτόπιση για κάθε ύποπτο δράσης όχι μόνον εναντίον της δημόσιας ασφάλειας αλλά και για απλή διατάραξη της δημόσιας τάξης. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, δηλαδή το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της χώρας με γνωμοδότησή του το 1931 όρισε, για πρώτη φορά, την διοικητική εκτόπιση ως αστυνομικό μέτρο το οποίο ΔΕΝ παραβίαζε τις συνταγματικές εγγυήσεις περί προσωπικής ελευθερίας. Η επιβολή του δεν περιόριζε την ελευθερία του ατόμου, όπως δεν το έκανε η επιβολή της απομόνωσης σε λεπρό για λόγους δημόσιας υγείας (sic). Η έκφραση συγκεκριμένων πολιτικών ιδεών (κομμουνιστικών) εξομοιώθηκε με τον κίνδυνο εξάπλωσης μιας μόλυνσης, της λ έ π ρ α ς[21]. Αυτό δεν το αποφάσισαν ενυπογράφως «αμβλύνοες αστυνομικοί» αλλά τηβεννοφόροι Ανώτατοι Δικαστές «εν πλήρη δημοκρατία» και «πολιτική ομαλότητι». Λες και ενδιέφερε τον δύστυχο εκτοπισμένο ενός ξερόνησου η «νομική φύση» και η «επιστημονική ονομασία» του μαρτυρίου που αναίτια βίωνε ο ίδιος και η οιονεί απορφανισθείσα οικογένειά του! Εν συμπεράσματι: Η δικαστική ιστορία είναι ένα κοινωνικό-ιστορικό φαινόμενο που διαπλέκεται με τα κοινωνικά και πολιτικά συμφραζόμενα. Τούτο σημαίνει πως το διακύβευμα εντός της αίθουσας του δικαστηρίου συνδέεται, επικοινωνεί, καθορίζει και καθορίζεται με ό,τι συμβαίνει εκτός της αίθουσας, από τους συσχετισμούς που εξελίσσονται στην κοινωνία ταυτόχρονα με την δίκη. Δυνατόν, τότε, το παρόν (και οι ανάγκες του) να καθορίζουν το παρελθόν[22]. Κρίσιμο στοιχείο της δικαστικής διαδικασίας είναι οι κατά καιρούς ανάγκες της πολιτικής συγκυρίας όπως διερμηνεύονται από τους εκπροσώπους της κυρίαρχης κοινωνικής βούλησης.

VIII

Όσοι μας αντιτείνουν ότι τα όσα συμβαίνουν στην κατά των συγκεκριμένων κατηγορουμένων δικαστική διαδικασία αφορούν μόνον μια περιθωριακή, ίσως, πολιτική ομάδα (Αναρχικούς) και ουδένα άλλον, χαρακτηρίζονται από ισχνή κατανόηση του ζητήματος, από λειψή εκλογίκευσή του. Φυσικά και δεν είναι στο χέρι μας να σημαίνουν οι λέξεις εκείνο που εμείς θέλουμε. Ασφαλώς και η σημασία μιας λέξης δεν επιλέγεται ποτέ από κάποιο επιτελείο που την καθορίζει πίσω από κλειστές πόρτες για να εξυπηρετήσει τα όποια κίνητρά του. Ωστόσο αποτυπώνει συσχετισμούς, και δη κοινωνικούς, ακριβέστερα δε ιδεολογικούς· υπόκειται, με άλλα λόγια, στον κοινωνικό ανταγωνισμό και, καθορίζεται από την έκβασή του[23]. Οι «Αναρχικοί» του σήμερα εύκολα βαπτίζονται αύριο «Αναρχοκομμουνιστές», η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά μετονομάζεται σε αντικοινοβουλευτική Αριστερά εξ ίσου εύκολα η φιλοδέσποτη Αριστερά αύριο κατονομάζεται σε «Άκρα Αριστερά» ως και οι αξιοπρεπείς συντηρητικοί πολίτες εύκολα διασύρονται ως «συνοδοιπόροι» της Αριστεράς. Αρκεί να το απαιτήσουν οι ανάγκες της κοινωνικής και πολιτικής συγκυρίας και όλα, μα όλα γίνονται. Ιδού και η απόδειξη: Ο Νόμος ΤΟΔ/1871 «περί καταστολής της ληστείας»[24], χρησιμοποιήθηκε το 1914 από τον «Εθνάρχη» Ελευθέριο Βενιζέλο για να καταδιώξει Έλληνες σοσιαλιστές εξορίζοντας στην Νάξο τους Ισραηλίτες σοσιαλιστές Μπεναρόγια και Γιονά γιατί διέπραξαν το «έγκλημα» της διοργάνωση μίας απεργίας. Το 1945 νεκραναστήθηκε εκ νέου για την μαζική δίωξη των οπαδών της Αριστεράς και πρώην Αντιστασιακών. Δηλαδή οι τελευταίοι εξισώθηκαν με τους κοινούς ληστές του δέκατου ένατου αιώνα.

Με το βενιζελικό «Ιδιώνυμο» (Ν. 4229/1929) τον διαβόητο αντικομμουνιστικό Νόμο, καταδικάστηκαν και εξορίστηκαν οι «κομμουνιστοφάγοι» βενιζελικοί που τον θεσμοθέτησαν, έξι μόλις χρόνια από την θέσπισή του από την επανακάμψασα Τσαλδαρική Δεξιά. Η φασιστική Χούντα, πάνω στον επιθανάτιο ρόγχο της, εφάρμοσε τον αντικομμουνιστικό Α.Ν 509/1947 που ψήφισε η Μοναρχική Δεξιά για να καταδικάσει, φυλακίσει και εξορίσει τους Δεξιούς και Βασιλόφρονες αντιπάλους της[25].

Τι σημαίνουν τα προπαρατεθέντα ιστορικά παραδείγματα; Ο Νόμος, ειδικότερα ο Ποινικός Νόμος, αποκτάει δυναμική και πεδίο εφαρμογής, ανεξαρτήτως των προθέσεων του ιστορικού νομοθέτη του. Η εφαρμογή του στον χρόνο, συχνά-πυκνά, παραλλάσσει ανάλογα με τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες και σκοπιμότητες που τις οριοθετεί και τις ιεραρχεί η εκάστοτε κυρίαρχη κοινωνική βούληση και οι πολιτικοί διαχειριστές της τελευταίας. Αυτή η τελευταία θα είναι εκείνη που πάντοτε θα προσδίδει το συνάδον στα ταξικά της συμφέροντα, κοινωνικό και νομικό νόημα στις αξιολογικές έννοιες που θα εμπεριέχονται στις εσκεμμένα χαώδους αοριστίας, νομικές διατάξεις! Πάντα θα βρίσκονται εισαγγελείς και δικαστές εξαιρετικά πρόθυμοι να υλοποιήσουν εμπειρικά την πιο πάνω βούληση[26]. Και η «πιο πάνω βούληση» ενδιαφέρεται πρωτίστως για το τί είναι οι κατηγορούμενοι και όχι για το τί έπραξαν. Αυτό το δεύτερο κρίνεται, κυριαρχικώ τω τρόπω, υπό το πρίσμα του πρώτου. Καλόν είναι να μην το λησμονούμε τούτο διότι, διαφορετικά θα μας το υπομνήσουν εμπράκτως. Αυτό μας διδάσκει η πρόσφατη ιστορία του ελληνικού δικαιοδοτικού μηχανισμού με τις διαχρονικές «παραδοξότητές» του.

 

Αλμωπία, 12 του Σεπτέμβρη 2026

Πέτρος Πέτκας

[1] Πρβλ. Πέτρος Πέτκας, Όψεις μεταπολεμικής δικαιοσύνης. Απ΄την μετακατοχική «παρακρατουμένη δικαιοσύνη» στην μεταπολιτευτική «προνομιακή δικαιοσύνη». Με αφορμή την δίκη της Χρυσής Αυγής, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2022.

[2] Βλ. Gavin Mueller, Σπάζοντας πράγματα στη δουλειά, σε μτφρ. Γιώργου Καλαμπόκα και Αντώνη Φάρα, εκδόσεις Εκτός Γραμμής, Αθήνα, 2024, σελ. 167, 169 και 170.

[3] Σημ: Η έμφαση δική μας. Βλ. G.E.M DE STE. CROIX, Ο ταξικός αγώνας στον αρχαιοελληνικό κόσμο. Από την Αρχαϊκή Εποχή ως την Αραβική Κατάκτηση, σε μτφρ. Γιάννη Κρητικού, εκδόσεις Ράππα, Αθήνα, 1998, σελ. 719 όπου παρατίθεται επιδοκιμαστικώς. Πρόκειται για μνημειώδες έργο.

[4] Βλ. το εξαίρετο G.E.M DE STE. CROIX, Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη. Διωγμοί, Αιρέσεις και Ήθη, σε μτφρ. Ιωάννας Κράλλη, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2005, σελ. 32-34.

[5] Βλ. ό.π, σελ. 121 και 72.

[6] Βλ. ό.π, σελ. 34.

[7] Ο Τάκιτος δεν ήταν ο μόνος Ρωμαίος συγγραφέας που εκφράζεται ονειδιστικά για τους χριστιανούς. Ο Σουητώνιος χαρακτηρίζει τους χριστιανούς ως «superstitio nova ac malefica» (νέα και βλαβερή δεισιδαιμονία). Ο Τάκιτος τους χαρακτηρίζει ως «exitiabilis superstitio» (ολέθρια δεισιδαιμονία), ενώ ο Πλίνιος ο Νεότερος, σύγχρονος του Σουητώνιου και του Τάκιτου, τους χαρακτηρίζει ως «superstitio prava et immodica» (φαύλη και χωρίς μέτρο δεισιδαιμονία). Βλ. Σουητώνιος, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια, Νίκος Πετρόχειλος, τόμ. Β, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1999, σελ. 76 και 344 όπου σημείωση μ΄αριθμό 36, ή για τους πιο ειδικούς, Νέρων, XVI, 2, Τάκιτος, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια, Νίκος Πετρόχειλος, τόμ. Β, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2012, σελ. 277 και 429 όπου σημείωση μ΄αριθμό 59 ή αλλιώς Τάκιτος, XV, 44.4. Όταν διανοούμενοι, της ποιότητας των προαναφερθέντων συγγραφέων, επιδοκίμαζαν τα ανήκουστης σκληρότητας μέτρα κατά των χριστιανών απλώς και μόνον διότι ήσαν χριστιανοί, τότε τι ανέμενε κανείς απ΄τον ευάγωγο και απληροφόρητο Ρωμαϊκό όχλο; Τα τρισχειρότερα! Να γιατί η ιστορία της υπαιτιότητάς τους για την Μεγάλη Πυρκαγιά έγινε τόσο εύκολα αποδεκτή. [7] Βλ. E.R. Dodds, Εθνικοί και Χριστιανοί σε μιαν εποχή αγωνίας, σε μτφρ. Κώστα Αντύπα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1995, σελ. 172.

[8] «Επαγγελματίες Έλληνες», οι επάγγελμα έχοντες την εις τα εθνικά ζητήματα ιδιοτελή ανάμιξιν.

[9] Petitio principii: Συλλογισμός στον οποίο αυτό που πρέπει να αποδειχθεί θεωρείται έμμεσα ως κάτι το αυταπόδεικτο

[10] Βλ. Τσέζαρε Λομπρόζο, Οι Αναρχικοί, Ισνάφι, Ιωάννινα, 2011.

[11] Βλ. Πέτρος Πέτκας, Οι γραβατοφόροι και οι ροπαλοφόροι, ήδη στο Πέτρος Πέτκας, Ανεπίκαιροι στοχασμοί, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2023, σ. 46-70 και ιδία σ. 67.

[12] Βλ. το ενδιαφέρον Κώστας Παλούκης, Όταν οι αστοί τρόμαξαν…Η υπόθεση Μιχάλη Μπεζεντάκου: στιγμιότυπα ενός «κοινωνικού εμφυλίου πολέμου», εκδόσεις ‘Ο μωβ σκίουρος’, Αθήνα, 2025, σ. 227.

[13] Βλ. Ιωάννης Β. Ζησιάδης, Το Ποινικόν Δίκαιον ως όπλον καταπολεμήσεως του Μπολσεβικισμού, Θεσσαλονίκη, 1931, σ. 104, 102, 58, καθως και Πέτρος Πέτκας, Salus patriae suprema lex esto-Υπέρτατος Νόμος ας είναι η σωτηρία της Πατρίδας-.Μια αναδρομή και μια…υπόμνηση!, ήδη στο Πέτρος Πέτκας, Ανεπίκαιροι στοχασμοί, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2023, σ. 13-45 και ιδία σ. 34-35.

[14] Σε μτφρ. Γιώργη Γιατρομανωλάκη, δεύτερη έκδοση, αναθεωρημένη, Ινστιτούτο του βιβλίου, Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1996.

[15] Κριτική και ερμηνευτική έκδοση E. R. Dodds, σε μτφρ. Γ. Υ. Πετρίδου, Δ. Γ.  Σπαθάρα, Ινστιτούτο του βιβλίου-Καρδαμίτσα, Αθήνα, 2004.

[16] Σε μτφρ. Κώστα Αντύπα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1995.

[17] Βλ. ό.π, σ. 180,181.

[18] Βλ. ό.π, σ. 205. Η έμφαση δική μας.

[19] Βλ. το αξιόλογο, νηφάλιο και τεκμηριωμένο βιβλίο του Δημήτρη Κουσουρή, Δίκες των δοσιλόγων 1944-1949, Δικαιοσύνη, συνέχεια του κράτους και εθνική μνήμη, ανατύπωση της πρώτης έκδοσης, σε μτφρ. Απ΄τα Γαλλικά Αγγελικής Τσέλιου, Πόλις, Αθήνα, 2025, σ. 565, 594.

[20] Βλ. ό.π, σ. 221.

[21] Βλ. Θανάσης Μπαρλαγιάννης, Η συγκρότηση του αστυνομικού κράτους, στο τόμο το «Νέον Κράτος»-Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, ιδία σ. 170 και 172, έκδοση της εφημερίδας «Το Βήμα», Αθήνα, 2026.

[22] Βλ. Κώστας Παλούκης, ό.π, σ. 317 όπου και περαιτέρω παραπομπή στον Δημήτρη Κουσουρή.

[23] Βλ. Gavin Mueller, ό.π, σημείωμα της ελληνικής έκδοσης.

[24] Σημείωση: μέχρι τις 31-12-1912 οι Νόμοι της Ελληνικής Πολιτείας έφεραν ελληνική αρίθμηση, μετά την 1-1-1913 εισήχθη η αραβική αρίθμηση που ισχύει μέχρι και σήμερα.

[25] Βλ. αναλυτικότερα, Πέτρος Πέτκας, Η …αφελής(;) Αριστερά, ήδη στο Πέτρος Πέτκας, Ανεπίκαιροι στοχασμοί, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2023, σ. 479-482.

[26] Σημείωση: Γενικότερα για την λειτουργία και την φύση της Δικαιοσύνης βλ. αναλυτικά-λεπτομερώς στο Πέτρος Πέτκας, Δικαιοσύνη:Θεραπαινίδα της πολιτικής; (Justitia:Ancilla Politicae?). Σκέψεις για την Δικαιοσύνη και την Ανεξαρτησία της, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2019.

Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης… Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ

Εξάρχεια: Αντανακλαστική πορεία για την πρόσφατη καταγγελία βιασμού (Βίντεο)

 Εξάρχεια: Αντανακλαστική πορεία για την πρόσφατη καταγγελία βιασμού (Βίντεο) Βίντεο από την αντανακλαστική πορεία από την πλατεία Πρωτομαγιάς στα Εξάρχεια από 300 περίπου άτομα, μετά την ανοιχτή συνέλευση την Κυριακή 13/9/2026 για την πρόσφατη καταγγελία βιασμού. Νέα...

Αλληλεγγύη στη Σαμάρ και το Ohana

Αλληλεγγύη στη Σαμάρ και το Ohana. 𝚶𝚰 𝚺𝚰𝛀𝚴𝚰𝚺𝚻𝚰𝚱𝚬𝚺 𝚨𝚷𝚬𝚰𝚲𝚬𝚺 𝚫𝚬𝚴 𝚳𝚨𝚺 𝚽𝚶𝚩𝚰𝚭𝚶𝚼𝚴, 𝚳𝚨𝚺 𝚷𝚬𝚰𝚺𝚳𝛀𝚴𝚶𝚼𝚴 Οι σιωνιστικές χυδαιότητες που λαμβάνουν χώρα στην Ερεσό τις τελευταίες μέρες θα μας ξάφνιαζαν αν δεν είχε γίνει αντιληπτή η ενορχηστρωμένη, κρατική και μη, προσπάθεια...

Θα μας σκοτώσει η Τεχνητή Νοημοσύνη ή η Εξουσία; | Μια τεχνική, οικονομική και πολιτική προσέγγιση

Θα μας σκοτώσει η Τεχνητή Νοημοσύνη ή η Εξουσία; | Μια τεχνική, οικονομική και πολιτική προσέγγιση. Στις 8 Σεπτεμβρίου 2026 ο Jacob Coxon, μαθηματικός και ερευνητής Τεχνητής Νοημοσύνης με εξειδίκευση στο pretraining, ανακοίνωσε την παραίτησή του από την Anthropic.[1]...

Αλληλεγγύη στο Autistici/Inventati

Αλληλεγγύη στο Autistici/Inventati. Aναδημοσίευση από το gizmo_lab. Στις 6 Σεπτεμβρίου 2026, η ιστορική κολεκτίβα Autistici/Inventati (A/I) αναγκάστηκε να ανακοινώσει το οριστικό της κλείσιμο. Πρόκειται για την επίσημη, κρατικά οργανωμένη εξόντωση ενός από τα πιο...

Macklemore και Kanye West: Δυο πολύ διαφορετικές περιπτώσεις

Macklemore και Kanye West: Δυο πολύ διαφορετικές περιπτώσεις Ό,τι χρειάζεται να ξέρουμε για το πως λειτουργεί το σιωνιστικό λόμπι στις ΗΠΑ, αλλά και η μεγαλύτερη απόδειξη ότι ο Σιωνισμός δεν έχει καμία σχέση με την "προστασία των Εβραίων" που ευαγγελίζεται, μπορεί να...

Δράση στη Θεσσαλονίκη στη μνήμη του Παύλου Φύσσα

Δράση στη Θεσσαλονίκη στη μνήμη του Παύλου Φύσσα. 13 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΦΥΣΣΑ ΑΠΟ ΤΑΓΜΑ ΕΦΟΔΟΥ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ. ΔΕΝ ΣΥΓΧΩΡΟΥΜΕ. Δεκάδες συντρόφια το βράδυ της Τετάρτης, συγκεντρωθήκαμε στα κάστρα και αποδώσαμε φόρο τιμής στον σύντροφο και...

Οι τακτικές της κακοποίησης και η απάντηση των θυμάτων

Οι τακτικές της κακοποίησης και η απάντηση των θυμάτων Με αφορμή το κείμενο καταγγελίας (link) αποφάσισα να γράψω αυτή την ανάλυση, με σκοπό να βοηθήσω κι άλλες γυναίκες που βίωσαν ή βιώνουν μια παρόμοια κατάσταση. Ένα από τα πιο δύσκολα στάδια της κακοποίησης, είναι...

Σχετικά με τον εκλογικό θρίαμβο των φασιστών του AfD

Σχετικά με τον εκλογικό θρίαμβο των φασιστών του AfD στην Σαξονία-Άνχαλτ και τις ευθύνες της Αριστεράς και των κινημάτων. Δεν είναι η “woke κουλτούρα”. Είναι η ταξική πάλη. Μετά την αναμενόμενη μεγάλη νίκη της ακροδεξιάς του AfD στην Σαξονία-Άνχαλτ - η οποία μάλλον...

Αἰδώς Ἀργεῖοι: Quis custodies custodiet? (Ποιος φυλάσσει τους φύλακες;)

Αἰδώς Ἀργεῖοι: Quis custodies custodiet? (Ποιος φυλάσσει τους φύλακες;) Ι Τις βραδυνές ώρες του Σαββάτου 11 Ιουλίου 2026 ξεψύχησε, στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν, ο εικοσάχρονος Θοδωρής Ζαβραδινός-Καραμπαμπάς μια και ενωρίτερα δέχτηκε είκοσι έναν πυροβολισμούς από...

Μήπως ο Προυντόν είχε δίκιο;

Μήπως ο Προυντόν είχε δίκιο; “Η δυστυχία να σε εκμεταλλεύονται οι καπιταλιστές δεν είναι τίποτα μπροστά στη δυστυχία να μην σε εκμεταλλεύεται κανένας”. Joan Robinson, Οικονομική Φιλοσοφία Πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου ένας τόμος που εξέδωσε η ιδεολογική επιτροπή της...