Η εργατική τάξη γιορτάζει μαζί με την άνοιξη. Τίποτα, μάλλον, δε θα ήταν πιο ταιριαστό.

Την άνοιξη γιορτάζει η Φύση, η ζωή. Κλείνει ο κύκλος των εποχών, της καθόδου στον Άδη. Η Περσεφόνη βγαίνει στο μπαλκόνι για να ατενίσει τον Κόσμο ως κόσμημα, ο Ήλιος ανατέλλει και πάλι, ο βλαστός ξεπηδάει και φέτος μέσα από τη γη. Η ζωή ανίσταται νικώντας τον θάνατο. Έτσι ο θάνατος αποκαλύπτεται σαν ψευδαίσθηση, μια οφθαλμαπάτη που οφείλεται στη στενότητα του ανθρώπινου ορίζοντα.

Γιατί ο κύκλος της Φύσης είναι αιώνιος και ο θάνατος δεν αποτελεί παρά μονάχα μια στιγμή του.

Οι άνθρωποι υποδέχονταν την άνοιξη με ιερουργίες. Με όργια. Ανέστελλαν την κοινωνική τάξη, απεκδύονταν τους παγιωμένους κοινωνικούς ρόλους, κατέλυαν την ιεραρχία, απελευθέρωναν τα ορμέμφυτα, παραβίαζαν τα ταμπού, κατανάλωναν αλόγιστα, παραδίνονταν σε όλων των ειδών τις απολαύσεις, ώστε να βυθιστούν στο αρχέγονο ωκεάνιο Χάος, στην άβυσσο της προ-Δημιουργίας όπου τα πάντα ήταν Ένα, στην στιγμή που όλα ήταν δυνατά. Για να ενθυμηθούν την προ-κοινωνική συνθήκη όπου ο άνθρωπος ήτανε μέσα στη Φύση όπως το ψάρι μέσα στο νερό ή το μωρό μέσα στην κοιλιά της μητέρας του.

Για να επουλώσουν -έστω και προσωρινά- το τραύμα του πολιτισμού, για να αντιστρέψουν την πορεία της Πτώσης, να διασχίσουν το αβυσσαλέο χάσμα που διάνοιξε από τον φυσικό κόσμο η γνώση (το εργαλείο και η έννοια). Για να μιμηθούν ομοιοπαθητικά την ανεξάντλητη αφθονία και γονιμότητα Της Φύσης, την αρνητική μήτρα από την οποία αναβλύζουν, βλασταίνουν, σαρκώνονται οι μορφές και εντός της οποίας μήτρας λανθάνουν όλες οι δυνατότητες.

Για να ξαναενώσουν μέσα στο καζάνι της έκστασης, του οργίου και της μέθης, τα κομμάτια του διαμελισμένου βλαστικού δαίμονα (υιού – εραστή της Μεγάλης Μητέρας Γης), δηλαδή του Κόσμου (που γι’ αυτό συχνά εικονογραφείται ως Δέντρο της Ζωής). Για να κατασταθεί και πάλι ο Κόσμος σώος, ενιαίος, πλήρης, Ιερός, με την ερωτική επιστροφή του στην πλησμονή της Μεγάλης Μήτρας.

Για να αναβιώσουν τελετουργικά την στιγμή που θυσιάζεται η ενότητα ώστε να γεννηθεί ο Κόσμος, δηλαδή την στιγμή που το κάτι ανθίζει μέσα από το τίποτα, μυθοποίηση άμεσων εμπειριών όπως η άνθιση του σπόρου μέσα από το χώμα ή του παιδιού μέσα από την μήτρα (αλλά ίσως και της εικόνας-ιδέας μέσα στον νου). Για να καταληφθούν από τον -και να μεταμορφωθούν στον- βλαστικό δαίμονα, να καταστήσουν μιμητικά τους εαυτούς τους διαύλους των ανεξάντλητων κοσμογονικών δυνάμεων, ώστε όταν μορφοποιήσουν με την σειρά τους το μέχρι πρότινος αμορφοποίητο, όταν κατεργαστούν το μέχρι πρότινος ακατέργαστο (η «εργασία», δηλαδή, με την πλατύτερη δυνατή έννοια της λέξης) να αντανακλάται σε αυτή τους την δημιουργική πράξη η ιερή, θεϊκή πράξη της κοσμογονίας. Να γίνεται λιγότερο βέβηλη η ανθρώπινη δραστηριότητα, δηλαδή, λιγότερο αποξενωμένη από την Φύση, λιγότερο κακοποιητική για Εκείνη.

Σε αυτό το εκστατικό μεταίχμιο, σε αυτό το ρήγμα του παγιωμένου, σε αυτό το οριακό, ρευστό σημείο μεταξύ ήδη υπαρκτού και όχι-ακόμα-υπαρκτού συλλαμβάνεται αυτό που θα κυοφορηθεί και θα ανθίσει, αυτό που θα διαδεχτεί το παλιό. Δηλαδή η νέα μορφή διάρθρωσης των κοινωνικών σχέσεων και ο νέος τρόπος (αυτό)συγκρότησης του ατόμου. Ο νέος μύθος.

Όμως όσο παγιώνεται κοινωνικά η ιεραρχία και ο καταμερισμός, όσο αυξάνεται ο κατακερματισμός και τα χάσματα βαθαίνουν, όσο η πολεμικο-πατριαρχική φιγούρα συγκεντρώνει και συσσωρεύει, τόσο η οργιαστική μέθη από το κέντρο μετακινείται στην περιφέρεια. Όσο περισσότερο το πεδίου του Ιερού μετατοπίζεται από την ερωτική επιστροφή στην παραδείσια Μήτρα της προ-Δημιουργίας, στην ίδια την πράξη της Δημιουργίας και άρα στον Δημιουργό, τόσο περισσότερο ιεροποιείται η μορφοποίηση ενώ η πρώτη ύλη εκλαμβάνεται ως παθητική. Η Δημιουργία παύει πλέον να είναι ερωτικό σμίξιμο, αμοιβαία συνάντηση, ανοιχτός διάλογος, μετοχή και μέθεξη και γίνεται σχέση κυριαρχίας. Σχέση εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Το Ιερό εξαϋλώνεται, γίνεται Πνεύμα και άρα διαχωρίζεται από την Φύση νομιμοποιώντας έτσι την εργαλειοποίησή  Της.

 Όταν η Φύση αντικειμενοποιείται, όταν γίνεται αντιληπτή σαν πόρος προς εκμετάλλευση, τότε ανοίγει ο δρόμος να μεταφερθεί αυτή η σχέση και εντός της κοινωνίας. Άνθρωποι, οι δούλοι και οι γυναίκες κατ’ αρχάς, γίνονται αντιληπτοί σαν πόροι, σαν αντικείμενα. Η έκσταση από ανεξάντλητη πηγή νέων νοημάτων και μορφών εκπίπτει σε οριοθετημένο μηχανισμό ασφαλούς εκτόνωσης των καταπιεσμένων. Σε μηχανισμό επιβεβαίωσης του παλιού.

Έτσι το Ιερό, που υπήρξε κάποτε ταυτόσημο με την Φύση, αποϋλοποιείται σε καθαρή αφαίρεση, σε απόλυτη απουσία της Φύσης. Δηλαδή σε Θεό και Ιδέα. Αυτό που μέσα στο αναστραμμένο είδωλο τής -θεολογικής και φιλοσοφικής-  μεταφυσικής θεωρείται νίκη έναντι της Φύσης, υπέρβαση της, έξοδος από την φυλακή της, αποτέλεσε κάποτε ιερή φανέρωση της ουσίας Της Φύσης. Ερωτικό σμίξιμο μαζί Της και εμπειρία του άθραυστου δεσμού που συνέχει τον Κόσμου. Κοινωνία του ομοούσιου.

Την άνοιξη γιορτάζει ο έρωτας. Γιορτάζει δηλαδή η άρση των διαχωρισμών, η ενοποίηση των μερών, το εκστατικό πλάτεμα του εαυτού -προαπαιτούμενο για το σμίξιμο με τον άλλον. Στο αλχημιστικό καμίνι της ηδονής τα δυο γίνονται ένα, για να εξαφανιστούν για λίγο στο μηδέν της έκστασης, και να γίνουν μετά πάλι δύο, ώστε να έχουν την δυνατότητα να ξανά-απολαύσουν το εκστατικό σμίξιμό τους. Nα έχουν την δυνατότητα να επαναλάβουν τον κύκλο, ή καλύτερα, την χορευτική τους σπείρα. Γιατί δεν είναι τα ίδια δύο αυτά που βγαίνουν από την συν-ουσία με αυτά που μπήκαν. Καθένα πλέον φέρει στα σπλάχνα του τον σπόρο του άλλου. Η κυοφορία και το άνθισμα αυτού του σπόρου, σημάνει την μεταστοιχείωση του πρότερου εαυτού, τον θάνατό του και την μετεξέλιξή του σε κάτι νέο, καινοφανές, που εμπεριέχει και τον άλλον. Ο καρπός του ερωτικού σμιξίματος, το «τέκνο» -με την πλατύτερη δυνατή έννοια της λέξεις- που βλασταίνει από την δυάδα, την μετατρέπει σε τριάδα. Δηλαδή σε κίνηση. Σε χορό.

Την άνοιξη γιορτάζει η εργατική τάξη. Τιμάει τους νεκρούς της, αυτούς που έδωσαν το αίμα τους αγωνιζόμενοι για την έλευση ενός κόσμου ελευθερίας. Μια έλευση που ακόμα εκκρεμεί.

Την άνοιξη γιορτάζει η εργατική τάξη γιατί εντός του καπιταλισμού είναι εκείνη ίσως που δύναται να κυοφορήσει την αλλαγή, την ανατροπή του παλιού κόσμου ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την έλευση του καινούριου. Και αυτό γιατί βρίσκεται στην καρδιά της καπιταλιστικής αντίφασης. Είναι η ίδια, αυτή η τραγική αντίφαση. Ο πλούτος της κοινωνίας παράγεται από την εκμετάλλευση και καταπίεσή της, πλούτος που η ίδια δεν μπορεί να οικειοποιηθεί γιατί υφαρπάζεται από το Κεφάλαιο. Η εργατική τάξη, όντας βίαια αποξενωμένη τόσο από τα μέσα παραγωγής όσο και από το παραγόμενο από την εργασία της προϊόν, μπορεί να επιβιώσει μόνο πουλώντας στους κεφαλαιοκράτες τον εαυτό της. Πουλώντας την εργασιακή της δύναμη. Πουλώντας το μόνο εμπόρευμα που το κεφάλαιο δεν κατέχει, το μόνο εμπόρευμα που μπορεί να παράγει άλλα εμπορεύματα και άρα κέρδος. Εξαιτίας αυτού ακριβώς όμως είναι και δυνητικά ικανή να ανατρέψει την ετερόνομη ταξική κοινωνία καθώς ο μόνος τρόπος για να οργανωθεί με γνώμονα την υπεράσπιση των υλικών της συμφερόντων είναι να ξεπεράσει τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της και με προοπτική την αυτοκατάργησή της να συγκρουστεί με το Κράτος και το Κεφάλαιο. Να ενοποιηθεί πρώτα η ίδια για να ενοποιήσει (πιθανώς) εν τέλει και την -σπαραγμένη από τον ανταγωνισμό- κοινωνία, οδηγώντας την στην έξοδο από την δαντική κόλαση του Κράτους και του Κεφαλαίου. Στην έξοδο από την δαντική κόλαση της εξουσίας.

Μήπως και ανατείλει τότε επιτέλους μια εποχή στην οποία οι κοινωνικές σχέσεις αλλά και η σχέση της κοινωνία με την φύση, θα καταστούν σχέσεις αλληλοπεριχώρησης και διαλογικές, σχέσεις μεθεκτικές και ερωτικές.

Την άνοιξη γιορτάζει η εργατική τάξη. Δεν γιορτάζει όμως την συνθήκη στην οποία βρίσκεται. Δεν γιορτάζει τον εαυτό της. Γιορτάζει τις στιγμές άρνησης αυτής της συνθήκης, τις στιγμές υπέρβασης αυτού του εαυτού. Γιορτάζει το μέλλον που δεν έχει ακόμα έρθει. Γιορτάζει την προσπάθεια διάρρηξης του παλιού κόσμου, του κόσμου του Κεφαλαίου, του κόσμου της νεκρής εργασίας, για να  γεννηθεί ο καινούριος κόσμος, αυτός της ζωής και της ελευθερίας, της αλληλεγγύης και της ισότητας. Ο κόσμος στον οποίο η εργασία θα μοιάζει με αυτό που για μας σήμερα είναι η Τέχνη και το παιχνίδι.

Μέσα στους αγώνες της εργατικής τάξης βλέπουμε ήδη την προεικόνιση αυτού του κόσμου, την ανάδυση αυτών των ποιοτήτων, την ίδρυση ενός άλλου τρόπου του σχετίζεσθαι. Μέσα στους αγώνες της ανθίζει ήδη το καινούργιο. Ανθίζει όμως αποφατικά, αρνητικά, ως δημιουργική καταστροφή του υπάρχοντος, διαφυλάττοντας έτσι την άρρητη (οργιαστική) ουσία του πυρήνα γύρω από τον οποίο περιστρέφονται τα πάντα. Διαφυλάττοντας δηλαδή τον απύθμενο πλούτο του εν δυνάμει.

Και είναι λογικό. Γιατί αν μπορούμε στο τώρα να δούμε κάπου το αντικαθρέφτισμα του εν δυνάμει δεν είναι παρά στους αγώνες των καταπιεσμένων του σήμερα, στις ρωγμές του υπάρχοντος, εκεί που το παλιό φτάνει στα όριά του. Και αυτό θα ισχύει για κάθε κοινωνικό σχηματισμό που το εσωτερικό του διασχίζουν σχέσεις ιεραρχίας και ιδιοκτησίας, σχέσεις καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Σχέσεις εξουσίας. Θα ισχύει  για κάθε κοινωνικό σχηματισμό που τα -όλο και πιο έντονα- κατακερματισμένα και ανταγωνιζόμενα μέρη του δεν ενοποιούνται, δεν επουλώνονται, αλλά συγκεντρώνονται ακριβώς ως τμήματα από την ψευδώς ενοποιητική βία της εξουσίας.

Η εργατική τάξη γιορτάζει την άνοιξη όχι γιατί θέλει να αποδράσει από την Ιστορία, αλλά γιατί θέλει να εκκινήσει την Ιστορία ως ελευθερία, ξυπνώντας τον εαυτό της και τον κόσμο από τον εφιάλτη της ετερόνομης, εξουσιαστικής συνθήκης. Δηλαδή της Ιστορίας ως πλάνης, ως φυλακής.

Στις εξεγέρσεις της εργατικής τάξης ακούμε τον αντίλαλο των οργιαστικών τελετουργιών. Στην βίαιη κατάπνιξη των εξεγέρσεών της βλέπουμε τον παλιό κόσμο να επιστρέφει θριαμβευτικά. Να επιστρέφει ενισχυμένος. Η επανάσταση δεν θα είναι παρά το άνθισμα του καινούργιου κόσμου μέσα από τα συντρίμμια του παλιού. Θα είναι όταν το εξεγερσιακό στοιχείο διατρέξει την σπειροειδή τροχιά για να βρεθεί στο κέντρο, στον πυρήνα. Το στοίχημα, το διαρκές διακύβευμα και η ισόβια αγωνία, θα είναι να παραμείνει το εξεγερσιακό αυτό στοιχείο ο πυρήνας του κοινωνικού, να παραμείνει δηλαδή η επανάσταση διαρκής. Σκόπιμα και συνειδητά να αναζητούνται κάθε μέρα καινούργιοι τρόποι ώστε το (εκάστοτε) υπάρχον να μεταστοιχειώνεται, να ερωτοτροπεί με τις δυνατότητες του, να κυοφορεί διαρκώς το καινούριο. Ίσως έτσι να μοιάζει μια κοινωνία πραγματικά αυτο-θεσπιζόμενη και αυτο-οργανωμένη. Μια κοινωνία δηλαδή που έχει επίγνωση της ατέλειας της και αυτό το γεγονός, αντί να το καταπιέζει και να το απωθεί, θα το γιορτάζει. Μια κοινωνία που θα υμνεί την άσβεστη δίψα της για ελευθερία, για έρωτα, για την διαρκή έλευση της άνοιξης. Με μία λέξη, μια κοινωνία Αναρχική.

Την άνοιξη γιορτάζει η εξέγερση. Και η εξέγερση δεν πεθαίνει, όσο και αν ο παλιός κόσμος προσπαθεί να την θάψει. Γιατί η εξέγερση είναι σπόρος.

Την άνοιξη γιορτάζει η εργατική τάξη γιατί είναι εκείνη αυτή που ίσως δύναται να κυοφορήσει αυτόν τον σπόρο και να τον κάνει εν τέλει να ανθίσει.

 

Φτάνουν πια της σκλαβιάς τα χρόνια
Όλοι εμείς οι ταπεινοί της γης
Που ζούσαμε στην καταφρόνια
Θα γίνουμε το παν εμείς.

(δεύτερη στροφή της Διεθνούς)

Ηλιάδης Αλέξανδρος

Παραμονές 1ης Μαΐου 2020

Υ.γ Το παραπάνω σημείωμα επ’ ουδενί δεν έχει θρησκειολογικές, ανθρωπολογικές ή φιλοσοφικές αξιώσεις. Όποιος/α ενδιαφέρεται για τέτοιες προσεγγίσεις θα μπορούσε ενδεικτικά να αναζητήσει έργα όπως: Ελιάντε Μ., Κόσμος και ιστορία, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1999, Τέρνερ Β., Από την τελετουργία στο θέατρο, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2015, Χορκχάιμερ Μ. και Αντόρνο Τ., Η διαλεκτική του διαφωτισμού, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα, 1986, Τερζάκης Φ., Μελέτες για το Ιερό, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1997, Τερζάκης Φ., Τα ονόματα του Διονύσου, εκδ. Οξύ, 2000, Τερζάκης Φ., Αποσπάσματα μιας φιλοσοφίας της φύσης, εκδ. Futura, Αθήνα, 2003.

Το σημείωμα αυτό, λοιπόν, μαρτυρεί απλώς έναν εργατικό και ανοιξιάτικο ενθουσιασμό. Μέχρι εκεί.

*εικόνα: Καραβάτζο, Άρρωστος Βάκχος, 1593