Ο επαγγελματικός αθλητισμός, όπως και όλοι οι υπόλοιποι επαγγελματικοί κλάδοι που αφορούν λιγότερο ή περισσότερο το θέαμα, έχει δεχθεί ένα ισχυρό πλήγμα εν μέσω της πανδημίας του κορονοϊού και της συνεπακόλουθης καραντίνας. Σε αυτό το κείμενο θέλουμε να εξετάσουμε πιο συγκεκριμένα το άθλημα του ποδοσφαίρου, τις επιπτώσεις και τις δυναμικές που δημιουργήθηκαν από την συνθήκη αυτή.

Το επαγγελματικό ποδόσφαιρο είναι ίσως ο πιο βρώμικος αλλά και σημαντικός πυλώνας του αθλητισμού και του θεάματος ταυτόχρονα: Στημένοι αγώνες, ντοπαρισμένοι παίκτες, οπαδικοί στρατοί στην υπηρεσία μαφιόζων προέδρων, οι οποίοι (πρόεδροι) αποτελούν τον απόπατο της σκατίλας της (υπερ)λούμπεν ελληνικής αστικής τάξης. Επιπλέον, άκρατη εμπορευματοποίηση του αθλήματος, ακριβά εισιτήρια και δυνατότητα παρέμβασης (ανησυχητικά αυξημένης) τα τελευταία χρόνια των φασιστών στις κερκίδες, συνθέτουν ένα δυστοπικό πεδίο, το οποίο φυσικά δεν στερείται της απαραίτητης ταξικής διαστρωμάτωσης:

Εκατομμυριούχοι παράγοντες, παίκτες και προπονητές από την μια, απέναντι σε άλλους, λιγότερο ή και καθόλου αμειβόμενους αθλητές και υπάλληλους που την βγάζουν με τρεις κι εξήντα. Στο εξωτερικό παρατηρείται (και σε αρκετές περιπτώσεις προωθείται) το φαινόμενο των χλιδάτων “φίλαθλων”, ουσιαστικά απλών θεατών, προερχόμενων από περιβάλλον άσχετο με το άθλημα, που το αντιλαμβάνονται ως glamourιά, πολυτέλεια και status, απέναντι σε φτωχούς ανθρώπους της εργατικής τάξης που δυσκολεύονται να μαζέψουν τα απαραίτητα λεφτά για το (όλο και ακριβότερο) εισιτήριο και όλο και περισσότερο ωθούνται μακριά από την κερκίδα.

Στο κομμάτι των συλλόγων/επιχειρήσεων είδαμε πως, εν μέσω καραντίνας, οι περισσότεροι αντιμετώπισαν πρόβλημα εσόδων-κερδών, όσον αφορά τα λεφτά που στερήθηκαν από τα εισιτήρια και τις χορηγίες (και ίσως κάποια τηλεοπτικά). Για τις μεγάλες ομάδες, τους τοπ συλλόγους με τα πετροδολλάρια και τα ναρκοευρώ των ζάπλουτων ιδιοκτητών, το ζήτημα δεν ήταν τόσο μεγάλο ώστε να καταστεί θέμα επιβίωσης. Κάποιες απόπειρες για περικοπή των μισθών των αθλητών αλλού απέδωσαν καρπούς και αλλού όχι, αλλά και πάλι, η απώλεια εσόδων δεν ήταν ολοκληρωτική, αφού αυτοί οι γιγάντιοι οργανισμοί αποκομίζουν κέρδος από χίλιους δυο πόρους, που σχετίζονται με τα τηλεοπτικά συμβόλαια, τις μεγάλες χορηγίες σε φανέλες και γήπεδα και γενικά κάθε εμπορική πλευρά του ποδοσφαίρου. Εξ ου και η πίεση από τους διεθνής οργανισμούς του αθλήματος, για να ολοκληρωθούν τα πρωταθλήματα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ώστε να περιοριστεί η χασούρα και να αναδιοργανωθεί ο “χώρος” στην μοιρασιά της πίτας της επόμενης σεζόν.

Αν όμως για τους μεγάλους συλλόγους δεν υπήρξε και τόσο τραγικό θέμα, το αντίθετο ακριβώς συνέβη με τους μικρότερους. Στην Ελλάδα π.χ., πέραν της Σούπερ-Λίγδας (που κι εκεί πάλι παίζεται το θέμα) υπάρχουν λίγες ομάδες που λειτουργούν με βάση επαγγελματικά στάνταρ, που σημαίνουν και τυπικές εργασιακές σχέσεις για τους αθλητές και το προσωπικό. Εκατοντάδες ημι-επαγγελματικές και ερασιτεχνικές ομάδες βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στα λιγοστά εισιτήρια που κόβουν για να βγάλουν την χρονιά, δηλαδή να πληρώσουν πρώτα και κύρια εγκαταστάσεις, παράβολα και την αμοιβή των διαιτητών, και μετά, αν υπάρχει αυτή η συνθήκη, να δώσουν κάποια λιγοστά φράγκα σε ποδοσφαιριστές, υπαλλήλους κλπ, τους οποίους είναι ένα καλό θέμα συζήτησης αν τους αντιλαμβανόμαστε ως χομπίστες ή ως part-time εργαζόμενους (αφού όσο να πεις, παράγουν θέαμα και αναπαράγουν ένα μικροσκοπικό έστω κεφάλαιο). Φυσικά, ο μικρότερος χορηγός που έδινε το κάτι έξτρα για να δει το όνομα της εταιρίας του σε λαμαρίνα στον μαντρότοιχο του γηπέδου, ή σε μια ξεθωριασμένη στάμπα στην φτηνή φανέλα, πλέον, χωρίς κανέναν στην κερκίδα, δεν έχει λόγο να συνεχίσει να το πράττει. Επιπλέον, πέραν του οικονομικού, υπάρχει πάντα το θέμα του ρίσκου που θα κληθούν να πάρουν για την υγεία τους οι αθλητές και οι λοιποί, σε ένα επίπεδο που δεν τους παρακινεί κάτι σημαντικό να συνεχίσουν και μάλιστα υπό “αόρατες” εργασιακές συνθήκες και σχέσεις, χωρίς συμβάσεις και ασφάλιση.

Έτσι, το ημι-επαγελματικό και ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο, υπό την μορφή που το ξέραμε μέχρι σήμερα, βρίσκεται στο μεταίχμιο της ολικής καταστροφής. Η λέξη κλειδί όμως στην όλη υπόθεση είναι η “μορφή”.

Όσοι ασχολούνται με τις πιο μικρές κατηγορίες του αθλήματος ξέρουν πολύ καλά πως ο όρος “ερασιτέχνης”, δηλαδή “εραστής της τέχνης”, πολύ δύσκολα αντανακλάται στις συνθήκες που συναντά ένας αθλητής, φίλαθλος κλπ. Εδώ η λαμογιά, ο παραγοντισμός, τα μικρο-πολιτικά συμφέροντα, έρχονται να αντικαταστήσουν τα αντίστοιχα μεγαλύτερης κλίμακας του επαγγελματικού αθλητισμού, ενώ στο οργανωτικό κομμάτι, η προχειρότητα, η κακή κατάσταση των εγκαταστάσεων και η σχεδόν μηδαμινή μέριμνα οδηγούν πολλούς νεαρούς ποδοσφαιριστές, που πραγματικά αγαπούν το άθλημα, στην παραίτηση. Η πανδημία, λοιπόν, μπορεί να παρασύρει στο διάβα της και όλα αυτά μαζί. Το θέμα είναι τι μπορεί να αφήσει πίσω.

Το ποδόσφαιρο πρέπει να ξαναγίνει από μαζικό θέαμα, άθλημα του λαού. Με αυτή την έκφραση θέλουμε να κάνουμε τον σαφή διαχωρισμό ανάμεσα σε ένα εμπορικό προϊόν, που μαζεύει τα εκατομμύρια των θεατών, ως απλούς καταναλωτές, με την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να έχουν καθοριστικό ρόλο στο αποτέλεσμα (χωρίς να υποτιμούμε τον ρόλο του “άυλου”, όπως η “ατμόσφαιρα” που δημιουργείται σε ένα κατάμεστο στάδιο), σε άθλημα που να συμπεριλαμβάνει στις λειτουργίες του τον ίδιο τον “λαό”, δηλαδή όλους τους ανθρώπους που αγαπούν το σπορ εξίσου, από διάφορες θέσεις: Του αθλητή, του φροντιστή, του ενεργού φιλάθλου ή και σε κάποιες από αυτές ταυτόχρονα. Το ποδόσφαιρο πρέπει να γίνει πραγματικά “ερασιτεχνικό”. Επειδή όμως είναι ουτοπία (και δεν υπάρχει και κάποιος προφανής οικονομικός λόγος) αυτή την στιγμή να σκεφτόμαστε ότι οι μεγάλες ΠΑΕ και οι ευρωπαϊκοί σύλλογοι μπορούν να διαλυθούν και να αναδιοργανωθούν, ας ξεκινήσουμε από μια ευκαιρία που -ίσως- μας δίνεται, από τα χαμηλά.

Οι αυτο-οργανωμένοι ποδοσφαιρικοί και αθλητικοί σύλλογοι ξεπετάγονται σαν τα μανιτάρια τα τελευταία 10+ χρόνια σε όλη την Ελλάδα: Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Λάρισα, Βόλος, Γιάννενα, Λιβαδειά, Χαλκίδα, Χανιά, Ηράκλειο, Ρέθυμνο, Κέρκυρα, Αλεξανδρούπολη, Βέροια. Όλες αυτές οι πόλεις έχουν από ένα τέτοιο σύλλογο, που μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα για τον κοινωνικό-αθλητικό του περίγυρο, στο πως μπορεί να “παιχτεί μπαλίτσα” και χωρίς προέδρους, χορηγούς κλπ. Επίσης, με το οργανωτικό τους παράδειγμα, μπορούν να συσπειρώσουν τον κόσμο σε ένα αθλητικό μέτωπο από-τα-κάτω, ώστε να ασκήσουν πίεση στους κρατικούς φορείς, που φαίνεται πως σκοπεύουν να αφήσουν τον ερασιτεχνικό αθλητισμό την μοίρα του μετά την πανδημία, ασχολούμενοι μόνο με την Λίγδα και την διεξαγωγή της. Ταυτόχρονα μαζί με τους φιλάθλους/συμμετέχοντες, μπορούν, παίρνοντας όλα τα απαραίτητα μέτρα προστασίας, να σπάσουν τον φόβο της κρατικής καταστολής στο ζήτημα της συνάθροισης. Άλλωστε, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ένα ματς επαγγελματικού ποδοσφαίρου, ακόμη και χωρίς φιλάθλους στις κερκίδες, μαζεύει περισσότερο κόσμο στο ίδιο μέρος (υπαλλήλους, δημοσιογράφους, τηλεοπτικά κρου και λοιπούς “αναγκαίους”) από ένα ερασιτεχνικό ματς, όπου οι φίλαθλοι θα κρατούν κάποιες τυπικές αποστάσεις. Η ευκαιρία λοιπόν του αυτο-οργανωμένου ποδοσφαίρου -και ευρύτερα του αθλητισμού- να καταστεί η κεφαλή και η πρωτοπορία του ερασιτεχνικού, είναι μεγάλη. Χρειάζεται όμως μια γενναία απόφαση, πρώτα και κύρια για να ξεφύγει ο κόσμος από το αρχικό μούδιασμα και να σκεφτεί πέρα από τις αγκυλώσεις των επίσημων φορέων που τόσα χρόνια έχουν πνίξει το άθλημα, από τα ανώτερα μέχρι και τα κατώτερα κλιμάκια.

Ακόμη όμως και αν αυτό δεν καταστεί δυνατό, είναι φανερό υπάρχει μια χρυσή ευκαιρία για την σταδιακή “κάθαρση” του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου, την ανάδειξη των ακαδημιών και των νεαρών αθλητών που πραγματικά αγαπούν να παίζουν μπάλα. Ίσως είναι μια κατεύθυνση που θα κληθούν αναγκαστικά να πάρουν αρκετοί σύλλογοι στο άμεσο μέλλον, αφού ξεμείνουν εντελώς από έσοδα και εναλλακτικές.

Μην ξεχνάμε όμως ποτέ πως ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο το οργανωμένο. Υπάρχει και αυτό που αγαπήσαμε από παιδιά, στην αλάνα (όσοι πρόλαβαν), στην αυλή του σχολείου, ακόμη και στο 5*5. Όπως είχε γραφτεί κάποτε (ίσως και με κάποια υπερβολή) και σε ένα κείμενο μιας αναρχικής συλλογικότητας της Θεσσαλονίκης:

…Το ποδόσφαιρο της αλάνας μας έμαθε ότι δεν χρειάζονται εξωτερικοί νόμοι και κανόνες για να διασκεδάσεις (και κατ’ επέκταση για να ζήσεις), μόνο αυτοί που θα συμφωνήσεις με την υπόλοιποι παρέα. Μας έμαθε να λειτουργούμε ομαδικά, τόσο μέσα στο παιχνίδι, όσο και έξω από αυτό, για να καταφέρουμε να παίξουμε. Μας έμαθε την αλληλεγγύη και το συλλογικό πνεύμα, μέσα και από την απογοήτευση όταν για τον έναν ή τον άλλο λόγο δεν μπορούσαμε να παίξουμε κι έπρεπε να σκαρφιστούμε όλοι μαζί μια λύση. Μας δίδαξε να στηριζόμαστε στον διπλανό μας και να τον στηρίζουμε και οι ίδιοι, πράγμα πολύ σημαντικό αφού όλη η ζωή είναι ένα “ομαδικό παιχνίδι”. Ο τι κάθε ένας είναι σημαντικός, συμπαίκτης ή “αντίπαλος” και πως κανείς δεν είναι ανώτερος από τον άλλο. Επίσης, μέσα στο γήπεδο, ο ρατσισμός απέναντι στο μεταναστάκι, που χωρίς να το καταλαβαίνουμε μας προωθούσαν οι γύρω μας, εξαφανιζόταν στην πράξη, όταν αυτός ή αυτή μας “τρέλαινε” με τις ικανότητές του/της και τον/την θέλαμε στην ομάδα μας-και μετά το παιχνίδι στην παρέα μας. Και όπως στην ζωή μας θέλουμε να είμαστε ενάντια στις ταξικές διακρίσεις και να τις πολεμάμε, εκεί το καταλαβαίναμε όταν λίγο μας ένοιαζε, ποιος είχε τα πιο φανταχτερά ρούχα ή αν είχε ποδοσφαιρικά παπούτσια. Αρκεί να συμπληρώναμε τις ομάδες μας.

Κι αν μερικές φορές κάποια από αυτά τα “μαθήματα” δεν τα μαθαίναμε καλά, αυτό σίγουρα έχει να κάνει με το ότι, παρ’ όλο που ήμασταν μικρά παιδιά, επηρεαζόμασταν από το περιβάλλον γύρω μας, την οικογένεια, το σχολείο, την τηλεόραση.

Ωστόσο, βιώναμε, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μια συλλογική συνθήκη τόσο κοντινή σε αυτό που γενικευμένα οραματιζόμαστε για τον κόσμο γύρω μας: την Αναρχία.”.

Η αναδιοργάνωση λοιπόν του ερασιτεχνικού αθλητισμού και ο ρόλος που μπορεί να παίξει σε αυτήν ένα ενωμένο και αποφασισμένο μέτωπο των από τα κάτω, με τις αυτο-οργανωμένες ομάδες στην κεφαλή του, ως αιχμή του δόρατος, μπορεί ίσως να σημάνει μια νέα επαναπροσέγγιση της κατάστασης της άγριας ελευθερίας του παιχνιδιού-ποδοσφαίρου στην αλάνα, με το άθλημα-ποδόσφαιρο στο γήπεδο.

Μέχρι τότε όμως, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως και στον επαγγελματικό αθλητισμό και δη στο ποδόσφαιρο, δεν υπάρχουν μόνο οι εκατομμυριούχοι παίκτες-προπονητές-παράγοντες, αλλά και χιλιάδες άλλοι εργαζόμενοι που πλήττονται από την πανδημία, όπως και μεγάλη μερίδα των εργαζομένων σε άλλους κλάδους της οικονομίας. Και καλούνται να πληρώσουν με τη σειρά τους τα σπασμένα, σε έναν επαγγελματικό χώρο που οι ταξικές αντιθέσεις είναι τεράστιες, ακόμη και μέσα στην ίδια χώρα, στον ίδιο σύλλογο. Με αυτούς τους ανθρώπους φυσικά και στεκόμαστε αλληλέγγυοι, ως αναρχικοί, ως κομμάτι των καταπιεζόμενων τάξεων.

Να ξανακάνουμε το ποδόσφαιρο άθλημα της εργατικής τάξης, αποσπώντας το από τα χέρια των καπιταλιστικών ελίτ και των πολυεθνικών.

Να στηρίξουμε και να στελεχώσουμε τα αυτο-οργανωμένα αθλητικά εγχειρήματα, ωθώντας τα να κάνουν το βήμα παραπάνω.

Στις κερκίδες μας (όταν ξαναβρεθούμε εκεί) να τσακίσουμε τον φασισμό.

Να σταθούμε δίπλα στους (πραγματικούς) εργαζόμενους του αθλητισμού.