Η χθεσινή συνέντευξη τύπου του εκπροσώπου της ΕΛΑΣ κατέδειξε με εμφατικό τρόπο μια σημαντική οπισθοχώρηση της Κυβέρνησης στο θέμα της συνάθροισης στις πλατείες και τους δημόσιους χώρους:

«Η ελληνική Αστυνομία σε καμία περίπτωση δεν αστυνομεύει τις δραστηριότητες των πολιτών. Είτε σε πλατείες , είτε σε παραλίες η αστυνομία δεν έχει δουλειά, παρά μονό για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος. Για τον κορονοϊό συνεργάζεται και λειτουργεί υποστηρικτικά και συμβουλευτικά όταν και όπου χρειαστεί, είτε με μεγάφωνο είτε με συζήτηση»

Αυτές οι δηλώσεις αντανακλούν με τον καλύτερο τρόπο τον απόηχο μιας ήττας, ή τουλάχιστον μιας κατάστασης αδιεξόδου, στην οποία βρέθηκε το κράτος μετά τα τελευταία γεγονότα. Η πολιτική της βίαιης καταστολής και της άμεσης επέμβασης, που εφαρμόστηκε ή τουλάχιστον επιχειρήθηκε στην Κυψέλη, την Αγία Παρασκευή αλλά και σε άλλα μέρη σε όλη την χώρα, δεν απέδωσε τους απαραίτητους καρπούς και η αναθεώρησή της κρίθηκε απαραίτητη.

Από την μια, αυτή η οπισθοχώρηση λαμβάνει χώρα εξαιτίας του φόβου της Κυβέρνησης για τον όγκο των αντιδράσεων και των αντιστάσεων που θα ξεπηδήσουν στις γειτονιές, σε μια εποχή που ο τουρισμός έχει αναχθεί σε “Σωτήρα του Κράτους” και το Κράτος σε σωτήρα του τουρισμού και τα εσωτερικά μέτωπα πρέπει να εκλείψουν. Από την άλλη, θα μπορούσε κανείς να πει πως το (φαινομενικό) μονοπώλιο της Δεξιάς και η απόλυτη ηγεμονία της στην κοινωνία, της προσδίδει την ευκολία να πράξει όπως γουστάρει και να κάνει κάθε απαραίτητο ελιγμό, ακόμη και μακριά από τις αρχικές της θέσεις, ώστε να διασφαλίσει την σταθερότητά της και τα συμφέροντα του κεφαλαίου το οποίο υπηρετεί. Πιθανότατα μάλιστα να είναι ο συνδυασμός αυτών των δυο θέσεων που οδήγησε στην απόφαση να χαλαρώσει η άμεση καταστολή στον δημόσιο χώρο.

Αυτή η απόφαση όμως δεν έγινε δεκτή με τον καλύτερο τρόπο από μερίδα των μπάτσων οι οποίοι θεωρούν πως βρέθηκαν στην “πρώτη γραμμή” της προηγούμενης στρατηγικής καταστολής και θεωρούν εαυτούς “ριγμένους”. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για την μερίδα αυτή της αστυνομίας που είναι γνωστή για της “δημοκρατικές” της απόψεις, η οποία έχει συνηθίσει να δρα ανεξέλεγκτα, με μια εσάνς “σερίφη” και με έμφαση στην “καγκουριά”, δηλαδή τους Ειδικούς Φρουρούς.

Μετά τις δηλώσεις της επίσημης ΕΛ.ΑΣ, αυτής δηλαδή που απηχεί την φωνή του Κράτους, ήταν η σειρά του προέδρου των ειδικών φρουρών, Βασίλη Ντούμα, να βγει στο κανάλι που έχει δώσει τον περισσότερο χώρο στην πιο σκληρή, ακροδεξιά και νεοφιλελέ μερίδα της πολιτικής, της κοινωνίας και κάθε λογής “φορέα”, δηλαδή το ΣΚΑΪ, και αντιδρώντας στην νέα “γραμμή”, να δηλώσει τα εξής:

 «Η αστυνομία ήταν παρούσα σε όλες τις δραστηριότητες πολιτών: ΔΕΗ, ΑΤΜ, Εκκλησίες, σούπερ μάρκετ, πλατείες –κάποιες φορές μάλιστα με ρόλο κατασταλτικό…Αν μη τι άλλο, με αυτή τη δήλωση δικαιώνονται οι αναρχικοί, ο Ρουβίκωνας, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, καθώς εκείνοι ήταν που θεωρούσαν ότι η αστυνομία δεν έχει καμία θέση σε πλατείες και δραστηριότητες πολιτών. Δεν εννοώ ότι η επίσημη ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ τους δικαιώνει ακριβώς, αλλά έχει όμοια σημεία»

Η ειλικρίνεια του Ντούμα φανέρωσε με τον καλύτερο τρόπο το πώς πραγματικά αντιλαμβάνεται το βαθύ κράτος και η καταστολή την αλλαγή στάσης, δηλαδή ως ήττα και ως “δικαίωση των αναρχικών”.Γιατί φυσικά δεν είναι μόνο οι ειδικοί φρουροί που πιστεύουν πως από εκεί που τους “έριξαν στην φωτιά”, σε ένα μέτωπο στο οποίο είχαν να αντιμετωπίσουν την οξεία κοινωνική κριτική και δυσαρέσκεια, τώρα τους “αδειάζουν”. Υπάρχουν πολλοί μέσα τα σώματα ασφαλείας που αισθάνονται ακριβώς το ίδιο. Τα λόγια του Ντούμα φανέρωσαν επίσης και την πλασματικότητα του αφηγήματος της αρραγούς ενότητας στις τάξεις της αστυνομίας και των σωμάτων ασφαλείας, καθώς και τα παιχνίδια εξουσίας που παίζονται το εσωτερικό τους. Και ακόμη περισσότερο πως, ένα οπλισμένο σώμα, όπως αυτό των Ειδικών Φρουρών, ακόμη και με την πιο ευνοϊκή για το ίδιο πολιτική ηγεσία στο τιμόνι της χώρας (μιλώντας πάντα για τα δεδομένα αστικής δημοκρατίας), δηλαδή μια (ακρο)δεξιά νεοφιλελέ κυβέρνηση, πάντα θα έχει “αποσχιστικές” τάσεις και πάντα θα εκμεταλλεύεται την εξουσία που του παρέχει η θέση του για να ασκεί αντιπολίτευση, όταν αισθάνεται πως θίγονται τα συμφέροντά του.

Για το επαναστατικό κίνημα όμως, καθώς και για όλους όσους μάχονται ώστε να μην παραδοθούν όλοι οι δημόσιοι χώροι στο ιδιωτικό κεφάλαιο ως πεσκέσι, επ ευκαιρίας του κορονοϊού και της καραντίνας, η απόσυρση της ορατής και άμεσης καταστολής, δηλαδή των κάθε είδους μπάτσων, δεν θα πρέπει να είναι το μοναδικό επίδικο. Η μερική οπισθοχώρηση της Κυβέρνησης δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τελική νίκη σε αυτή την μάχη, αλλά μόνο ως στρατηγικός ελιγμός του εχθρού, ο οποίος όμως σίγουρα θα συνεχίσει την επίθεσή του με άλλος τρόπους. Ήδη έχει κατατεθεί η ρύθμιση, που αναμένεται να ψηφιστεί το επόμενο διάστημα, η οποία αυξάνει κατά 100% τον δημόσιο χώρο που μπορούν να καταλαμβάνουν τα τραπεζοκαθίσματα κάθε καταστήματος εστίασης, χωρίς την ανάλογη αύξηση των δημοτικών τους τελών. Στην σημερινή κατάσταση, ο δημόσιος χώρος έχει μετατραπεί -περισσότερο από ποτέ- σε Lebensraum (ζωτικό χώρο) του κεφαλαίου, που από την φύση του ασφυκτιά εν μέσω κρατικών περιορισμών και ρυθμίσεων.

Όπως είχαμε προειδοποιήσει πριν λίγο καιρό, εν μέσω του “πολέμου” στην Αγ. Παρασκευή, ακόμη και αν οι μπάτσοι απουσιάζουν από τις πλατείες και τα μέρη που αράζουμε, είναι πολύ πιθανό την θέση τους να πάρουν τραπεζάκια και καρέκλες μαγαζιών. Ο μοναδικός τρόπος που μπορεί αυτό να αποφευχθεί είναι η συνεχής δική μας παρουσία στον δημόσιο χώρο, πάντα με προσοχή και προφυλάξεις (και φυσικά με αίσθηση της ευθύνης, όχι μόνο σε σχέση με τον κορονοϊό, αλλά και για την καθαριότητα του χώρου, αφού οι στοίβες σκουπιδιών που αφήνουν συχνά πίσω τους οι πιο ανεύθυνοι από εμάς γίνονται όπλο στα χέρια της κρατικής προπαγάνδας).

Να υπερασπιστούμε με την φυσική μας παρουσία τον δημόσιο χώρο και να θέσουμε στην πράξη ένα σημαντικό εμπόδιο στην επέκταση του κεφαλαίου και των εμπορευματικών σχέσεων, που θέλουν να καταλάβουν κάθε εκατοστό, κάθε δευτερόλεπτο, ακόμη και της ίδιας μας της ζωής.