«Δοξασμένη η στιγμή να αντικρίζει κάποιος έναν ολόκληρο λαό να ορθώνεται. Δεν είναι πια κοπάδι από πρόβατα καψαλισμένα από τον ήλιο, ούτε αξιοθρήνητο πλήθος καρτερικών σκλάβων. Είναι ορδή από εξεγερμένους που ρίχνεται να κατακτήσει τη γη. Και η γη ξαναβρίσκει την περηφάνεια της, γιατί τούτη τη φορά επιτέλους είναι άνθρωποι που την πατούν».

Ρικάρδο Φλόρες Μαγόν, «Το Δικαίωμα στην Εξέγερση»

Το Πορφυριάτο

Δεν είναι δύσκολο να κάνει κανείς μια περιγραφή του προεπαναστατικού Μεξικού. Από το 1876 μέχρι το 1911, η χώρα βρισκόταν κάτω από την απόλυτη εξουσία ενός και μόνο ανθρώπου, του δικτάτορα-στρατηγού Πορφύριο Ντιάζ, γι’ αυτό και η συγκεκριμένη περίοδος της μεξικανικής ιστορίας έμεινε γνωστή ως η μαύρη περίοδος του Πορφυριάτου. Ο «πορφυρισμός» ήταν μια βαθύτατα αντιδραστική ιδεολογία. Η ουσία της κοινωνικής εξουσίας του εκπορευόταν από το τρίπτυχο της βίαιης κρατικής επιβολής, του εγχώριου οικονομικού συγκεντρωτισμού και της εξάρτησης από το ξένο κεφάλαιο. Κάθε έννοια πολιτικής δικαιολόγησης του τυραννικού αυτού συστήματος είχε εκλείψει μαζί με την τροπολογία που ψηφίστηκε από το μεξικανικό κονγκρέσο το 1890, σύμφωνα με την οποία ακυρωνόταν η συνταγματική αρχή της μη-επανεκλογής του προέδρου την οποία ο ίδιος ο Ντίαζ είχε θεσπίσει, και δινόταν το δικαίωμα στον δικτάτορα να παραμείνει στην εξουσία ως ισόβιος πρόεδρος. Με αυτήν την απόφαση συντελέστηκε στην πράξη η υποταγή του συντάγματος στην προεδρική εξουσία. Από εκεί και πέρα, είχαν παραμερισθεί τα εμπόδια που συγκρατούσαν τον Ντίαζ από το να εγκαθιδρύσει την προσωπική δικτατορία του στη χώρα.

Με μεθοδικό τρόπο ο «δον Πορφύριο» επάνδρωσε όλες τις υψηλές θέσεις του κρατικού μηχανισμού με μιγάδες αξιωματούχους προσωπικά αφοσιωμένους σε αυτόν. Το δικαστικό σώμα μετατράπηκε σε πειθήνιο όργανο της πολιτικής εξουσίας, αφού στον πρόεδρο περιήλθε το δικαίωμα να διορίζει και να παύει δικαστές ανάλογα με τις επιθυμίες του. Ο μοναδικός κοινωνικός θεσμός τςη χώρας όπου το καθεστώς διέθετε πραγματική υποστήριξη, παρέμεινε το σώμα των ανώτερων αξιωματικών του ομοσπονδιακού στρατού, κι αυτό γιατί οι περισσότεροι στρατιωτικοί που είχαν προαχθεί στον βαθμό του στρατηγού ήταν παλαιοί συμπολεμιστές και σύντροφοι του Ντίαζ από την εποχή του Μπενίτο Χουαρέζ και των πολέμων της ανεξαρτησίας.

Σύντομα η χούντα είχε επιβάλει τον ασφυκτικό έλεγχο της σε όλους τους τομείς της κοινωνίας των πόλεων. Υπήρχε όμως και το ζήτημα της ανυπότακτης μεξικανικής υπαίθρου. Το κράτος του Μεξικού είχε ομοσπονδιακή δομή που παραχωρούσε περιορισμένα δικαιώματα αυτονομίας και αυτοδιοίκησης στις πολιτείες. Επιπλέον, η απομακρυσμένη ενδοχώρα της μεξικανικής περιφέρειας αποτελούσε terra incognita για την κεντρική κυβέρνηση. Αν εξαιρέσουμε τις επαρχιακές πρωτεύουσες, η ύπαιθρος ήταν κατακερματισμένη σε αναρίθμητα, μικρά ημιαυτόνομα χωριά (πουέμπλος), τα οποία λόγω της ανυπαρξίας οδικού δικτύου, της έλλειψης συγκοινωνιών και συστηματικών επαφών με τον γεωγραφικό τους περίγυρο, είχαν αναπτύξει έντονες τις αρετές της αυτάρκειας αλλά και της αυτοκυβέρνησης μέσω των τοπικών κοινοτικών συνελεύσεων. Με άλλα λόγια, η ύπαιθρος ήταν μια περιοχή όπου η κρατική εξουσία χρειαζόταν να ανορθωθεί.

Το πρώτο μέτρο που πήρε ο Ντίαζ προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η κατάργηση των εκλογών για την ανάδειξη του κάθε πολιτειακού κυβερνήτη. Εφεξής οι κυβερνήτες διορίζονταν απευθείας από τον πρόεδρο, πράγμα που διασφάλιζε την υπαγωγή τους στον κυβερνητικό έλεγχο. Το δεύτερο όμως χτύπημα ήταν και το πιο θανάσιμο και απέβλεπε όχι σε μια απλή τροποποίηση του νομικού καθεστώτος που διήπε τις ελευθερίες των πολιτειών, αλλά στην εξολόθρευση των βαθύτερων κοινοτικών παραδόσεων στις οποίες όφειλαν οι χωρικοί την ελεύθερη ύπαρξη τους. Η δικτατορία εξαπέλυσε έναν ανελέητο νεοαποικιακό πόλεμο εναντίον των αγροτών και των ινδιάνικων φυλών που απάρτιζαν την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της υπάιθρου. Μέσα σε λίγα χρόνια, χιλιάδες εκτάρια καλλιεργίσιμης γης απαλλοτριώθηκαν δια της βίας από το κράτος, εκλάπησαν από τους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, τα χωριά, και ενσωματώθηκαν σε τεράστιες ιδιωτικές μονάδες γεωργικής παραγωγής, τα λατιφούντια, που αποτελούσαν ιδιοκτησία ενός και μόνου γαιοκτήμονα. Δημιουργήθηκε έτσι ένα σύστημα φεουδαρχικού δεσποτισμού στην ύπαιθρο που αντικατέστησε σε μεγάλο βαθμό το παραδοσιακό σύστημα συλλογικής ιδιοκτησίας που οι ιθαγενείς εφάρμοζαν για αιώνες. Μάταια οι κοινότητες επιδείκνυαν τους νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας της γης που φύλαγαν ως κόρη οφθαλμού από την εποχή της ισπανικής αντιβασιλείας. Τα αρμόδια πολιτειακά όργανα αρνούνταν να εξετάσουν τις υποθέσεις που έφερναν ενώπιον τους οι δημοτικές συνελεύσεις των χωριών. Πολλές φορές μάλιστα οι αρχές κατέσχεσαν τους τίτλους για να εξαφανίσουν προφανώς τα τεκμήρια της οργανωμένης κλοπής που είχαν διαπράξει σε βάρος των χωρικών.

Απογυμνωμένα από τη γη τους τελικά πολλά ελεύθερα χωριά υπέκυψαν και απορροφήθηκαν από τα λατιφούντια. Οι ελεύθεροι αγρότες μετατράπηκαν σε δουλοπάροικους-πέονες που βρίσκονταν κάτω από την απόλυτη εξουσία του άρχοντα-γαιοκτήμονα που τους επέτρεπε να εργάζονται στη γη του. Ο πέονας ως οικονομική αλλά και κοινωνική μονάδα ήταν ολοκληρωτικά εξαρτημένος από την μεγαλοψυχία του αφέντη του. Ήταν αναγκασμένος να παραχωρεί το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής του στον γαιοκτήμονα και να το ξαναγοράζει από αυτόν υπό την μορφή υπερτιμημένων επεξεργαζμένων προϊόντων από το παντοπωλείο της χασιέντας (φυτείας). Για να εξέλθει από τη φυτεία χρειαζόταν την ειδική άδεια του αφέντη, διαφορετικά διέτρεχε τον κίνδυνο να συλληφθεί. Η αλυσίδα της υποδούλωσης διαιωνιζόταν αφού τα δυσβάστακτα χρέη που βάραιναν τους γονείς μεταβιβάζονταν στους απογόνους τους μετά το θάνατο τους. Έτσι ένα παιδί πέονα χρωστούσε ήδη χίλια πέσος κατά μέσον όρο στον γαιοκτήμονα, πριν ακόμη αυτό γεννηθεί!

Εάν ο πέονας τολμούσε να διαμαρτυρηθεί ή να εξεγερθεί η Guardia Rurale, η τρομερή αγροφυλακή οπλισμένη μέχρι τα δόντια, ήταν εκεί για να τρομοκρατήσει, να δολοφονήσει και να φυλακίσει τον βασανισμένο πληθυσμό. Πράγματι η αγροφυλακή ήταν ένα όργανο της πιο καθαρής ταξικής τρομοκρατίας, ένα σώμα ενόπλων που λειτουργούσε περισσότερο με τη λογική των παραστρατιωτικών ταγμάτων θανάτου, παρά ως επίσημη αγροτική αστυνομία. Απαρτιζόταν από ποινικούς εγκληματίες που τους δινόταν η επιλογή να καταταγούν αντί να εκτίσουν την ποινή τους, ή από αγρότες πρόθυμους να προδώσουν τα αδέλφια τους για λίγα ψήγματα εξουσίας και μια άνετη ζωή μακριά από την εξοντωτική εργασία στους αγρούς. Μπορεί να πει κανείς ότι αν ο ομοσπονδιακός στρατός ήταν το κρατικό όργανο που διεκπεραίωσε την «αγροτική μεταρρύθμιση» του Ντίαζ, οι αιμοδιψείς ρουράλες (αγροφύλακες) ήταν αυτοί που περιφρουρούσαν την ύπαρξη της. Στα χρόνια πριν από την επανάσταση του 1911, όσα χωριά συνέχιζαν να αντιστέκονται βρίσκονταν σε μια διαρκή κατάσταση πολέμου με τις γειτονικές χασιέντες που μονίμως έψαχναν την κατάλληλη ευκαιρία να υφαρπάξουν τα εδάφη τους.

Βιομηχανία, αναρχοσυνδικαλισμός και αναρχοκομουνισμός

Η τεράστια συγκέντρωση καλλιεργήσιμης γης στα χέρια μιας ομάδας μεγαλογαιοκτημόνων συνοδεύτηκε από την εκχώρηση του ελέγχου πάνω σε στρατηγικούς τομείς της βιομηχανίας σε ξένα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, κυρίως εταιρείες από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Γαλλία. Νευραλγικοί τομείς όπως η κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου που προοριζόταν να ενώσει τη χώρα, οι πετρελαιοπηγές καθώς και τα ορυχεία εξόρυξης μεταλλευμάτων πέρασαν στα χέρια του ξένου κεφαλαίου. Ο ιμπεριαλισμός στο Μεξικό πήρε την πιο άγρια μορφή του. Οι εταιρείες δεν διήυθυναν απλώς τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις που είχαν στην κατοχή τους, αλλά είχαν εγκαθιδρύσει ένα είδος βιομηχανικής εθνικής κυριαρχίας πάνω στις αυτοσχέδιες πόλεις-κράτη των εργατών που περικύκλωναν το ορυχείο ή την εργοστασιακή μονάδα, αναπτύσσοντας παράλληλους θεσμούς διακυβέρνησης που υποκαθιστούσαν αυτούς του κράτους. Η εταιρεία διέθετε ένοπλη ιδιωτική αστυνομία που υπαγόταν απευθείας στον αλλοδαπό γενικό διευθυντή. Επίσης λειτουργούσε δίκτυο εταιρικών καταστημάτων απ’όπου οι εργάτες, όπως συνέβαινε στα λατιφούντια, ήταν υποχρεωμένοι να προμηθεύονται τα είδη πρώτης ανάγκης σε τιμές εως και δέκα φορές ακριβότερες από το κανονικό. Ο γενικός διευθυντής της επιχείρισης είχε τις ίδιες αρμοδιότητες με έναν αποικιακό διοικητή. Περιλάμβαναν τα πάντα, από τον καθορισμό των συνθηκών στέγασης των εργατών στους εταιρικούς οικισμούς, μέχρι την απονομή δικαιοσύνης.

Το δικαίωμα στην απεργία δεν ήταν αναγνωρισμένο ενώ απαγορευόταν δια νόμου η σύσταση συνδικαλιστικών ενώσεων ή οποιαδήποτε οργανωμένη εκπροσώπηση του εργατικού δυναμικού. Έτσι οι εργάτες δεν είχαν καν τη δυνατότητα να συγκροτήσουν νόμιμες επιτροπές για να διαπραγματευτούν με την εργοδοσία πάνω στα θεμελιώδη ζητήματα των βιομηχανικών σχέσεων. Ούτε φυσικά μπορούσαν να θέσουν το κίνημα τους υπό την προστασία του επίσημου μεξικανικού κράτους, το οποίο συνιστούσε οργανικό στήριγμα του ιμπεριαλισμού, φτάνοντας στο σημείο να διαθέσει ως σκλάβους τους ιθαγενείς αιχμαλώτους που είχε συλλάβει κατά τη διάρκεια της εκστρατείας εναντίον των επαναστατημένων ινδιάνων Γιάκι, στις αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου.

Παραδόξως, η οπισθοδρομικότητα των μεξικανικών βιομηχανικών σχέσεων και το πρωτόγονο μοντέλο οικονομικής εκμετάλλευσης που είχε επιβληθεί από τη δικτατορία, οδήγησε το προλεταριακό κίνημα να ασπαστεί τις πιο προηγμένες μορφές αυτοοργάνωσης. Από τα σπάργανα του το εργατικό κίνημα στράφηκε προς τον επαναστατικό αναρχισμό που αποτελεί την πιο καθαρή ιδεολογική έκφραση της επιθυμίας των εργατών για κοινωνική απελευθέρωση και για την υπεράσπιση των οικονομικών συμφερόντων τους. Σε μια κοινωνία όπου η κυβέρνηση αναλαμβάνει τον ρόλο του θεματοφύλακα της οικονομικής υποδούλωσης των μη-προνομιούχων τάξεων, είναι λογικό οι μη-προνομιούχες τάξεις να συμπεράνουν πως η κατάργηση της κυβέρνησης συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την προάσπιση των συμφερόντων τους. Έτσι στα 1871, ο «Μεγάλος Κύκλος των Μεξικανών Εργατών» που ελεγχόταν από τους αναρχικούς αριθμούσε περίπου 15.000 μέλη, ενώ το 1876 την οργάνωση αυτή διαδέχτηκε το «Γενικό Συμβούλιο των Μεξικανών Εργατών», ένα αναρχικό συνδικάτο με αριθμητική δύναμη άνω των 50.000 μελών.

Η ανοχή που επεδείκνυε το κράτος απέναντι στα πρώιμα αυτά συνδικαλιστικά φαινόμενα τερματίστηκε με την έλευση του Πορφυριάτου, αλλά παρά τα σκληρά κατασταλτικά μέτρα που έλαβε η δικτατορία για να επιτύχει τη διάλυση των οικονομικών οργανώσεων των εργατών, το πνεύμα του επαναστατικού αναρχισμού που παρακινούσε τους εργάτες να αντισταθούν δεν στάθηκε δυνατό να εξαλειφθεί. Διασώθηκε σε ένα δίκτυο παράνομων εργατικών συμβουλίων που συστάθηκε σε όλη την επικράτεια του Μεξικού, με κυριότερα τις «λέσχες αντίστασης στον καπιταλισμό» που δημιούργησαν οι βιομηχανικοί εργάτες του Ρίο Μπλάνκο και της Κανανέα στον βορρά. Η πολιτική της σαλαμοποίησης και της φυσικής εξόντωσης που ακολούθησε η κυβέρνηση απέναντι στο εργατικό κίνημα όχι μόνο δεν κατόρθωσε να συντρίψει τις επαναστατικές φιλοδοξίες των εργατών, αλλά ουσιαστικά τις τοποθέτησε στο σωστό πλαίσιο τους. Και αυτό γιατί, όπως γράφει ο αναρχικός συγγραφέας Ρούντολφ Ρόκερ, ο αναρχισμός δεν επιζητά τη συνεννόηση με τις αρχές και το φιλικό διακανονισμό των κοινωνικών αντιθέσεων, αλλά την ισχυροποίηση και αυτοτέλεια της εσωτερικής οργάνωσης του προλεταριάτου προκειμένου να καταστούν οι εργάτες μια συμπαγής κοινωνική δύναμη ικανή να επιβάλλει δια της βίας την επαναστατική λύση.

Αναμφίβολα, ο κυριότερος εκφραστής της επαναστατικής τάσης μέσα στο εργατικό κίνημα ήταν ο αναρχικός διανοητής Ρικάρδο Φλόρες Μαγόν. Παρά το γεγονός ότι πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του εξόριστος ή φυλακισμένος στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Μαγόν μέσω της εφημερίδας Regeneracion(Αναγέννηση) που εξέδιδε, και μέσω του Μεξικανικού Φιλελεύθερου Κόμματος (PLM) στο οποίο εντάχθηκε το 1901, άσκησε αποφασιστική επιρροή στο εργατικό κίνημα του Μεξικού. Το PLM αρχικά αποτέλεσε έναν χαλαρό, μετριοπαθή συνασπισμό των αντιδικτατορικών δυνάμεων της μεξικανικής κοινωνίας. Περιλάμβανε στις τάξεις του καπιταλιστές αστούς, φιλελεύθερους αντικληρικούς, δημοκράτες, γιακωβίνους και ριζοσπάστες αναρχικούς. Με την προσχώρηση του Μαγόν όμως υιοθέτησε μια πολύ πιο σκληρή γραμμή και μετατράπηκε σε πυρήνα της αντιπολίτευσης ενάντια στη δικτατορία. Το 1901 το PLM εξέδωσε ένα πρότυπο πολιτικό πρόγραμμα – προοίμιο του φιλελεύθερου συντάγματος που σκόπευε να εισαγάγει στο Μεξικό το οποίο προέβλεπε τη σαφή απαγόρευση της επανεκλογής του προέδρου, την αντικατάσταση του ομοσπονδιακού στρατού από μια εθελοντική εθνοφρουρά, τον αναδασμό της γης στους ακτήμονες αγρότες, την εθνικοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, την καθιέρωση γενικής υποχρεωτικής παιδείας και τη θέσπιση οκτάωρης εργασίας και κατώτατου μισθού ενός πέσο για τους βιομηχανικούς εργάτες.

Ο Μαγόν είχε ενεργό συμμετοχή σε οτι αφορά τη σύνταξη αυτού του υποδειγματικού φιλελεύθερου κειμένου. Όμως οι ιδέες του για το μέλλον του Μεξικού έφταναν πολύ πιο πέρα από την εγκαθίδρυση μιας σύγχρονης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ήταν πεπεισμένος πως το γενεσιουργό αίτιο της πολιτικής τυραννίας βρισκόταν στην οικονομική ανισότητα που χαρακτήριζε την μεξικανική κοινωνία και γι’αυτό θεωρούσε απαραίτητη την από κοινού κατοχή των μέσων παραγωγής και τη δημιουργία μιας αναρχικής κομούνας στο Μεξικό. Είναι σαφές πως οι παραδόσεις κοινοκτημοσύνης των ινδιάνικων αγροτικών κοινοτήτων της χώρας, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τη ριζοσπαστική σκέψη του Μαγόν. Χαρακτηριστικά έγραψε στη Regeneracion: «Μεξικάνοι: θυμηθείτε πως έχουν ζήσει οι αγροτικοί πληθυσμοί του Μεξικού. Ο κομουνισμός έχει ήδη εφαρμοστεί στην πράξη στις καλύβες της υπαίθρου. Και από κανέναν δεν έλειψε η εξουσία […] Υπάρχει έλλειψη εξουσίας μόνο εκεί όπου υπάρχει κοινωνική ανισότητα».

Η έκδηλη ροπή του Μαγόν και των οπαδών του προς τον αναρχισμό δεν άργησε να επιφέρει τη ρήξη στο εσωτερικό του PLM, που διασπάστηκε ανάμεσα στα ριζοσπαστικά στοιχεία του και στους μετριοπαθείς που εκπροσωπούσε ο καπιταλιστής γαιοκτήμονας Φρανσίσκο Μαδέρο. Φαινομενικά η ρήξη επήλθε στο πεδίο της τακτικής που έπρεπε να ακολουθήσει η αντιπολίτευση για να προκαλέσει την ανατροπή του δικτάτορα. Ενώ ο Μαγόν υποστήριζε την άποψη πως οι επαναστάτες όφειλαν να πάρουν τα όπλα και επιθυμούσε να προετοιμάσει μια ένοπλη εξέγερση στο εσωτερικό της χώρας, ο Μαδέρο παρέμενε προσηλωμένος στις νόμιμες μορφές αγώνα με το επιχείρημα πως δεν ήθελε να είναι υπεύθυνος για την πρόκληση εμφυλίου πολέμου. Τα ιστορικά γεγονότα βεβαίως δικαίωσαν τον Μαγόν. Το 1911, ήταν ο Μαδέρο αυτός που τελικά υποχρεώθηκε να απευθύνει στον μεξικανικό λαό από το εξωτερικό έκκληση για ένοπλη εξέγερση ενάντια σε ένα καθεστώς που κατέπνιγε με πρωτοφανή βαρβαρότητα την παραμικρή απόπειρα για εισαγωγή δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων στη χώρα. Όμως κάτω από τη διαμάχη για την τακτική, υπέβοσκε η διάσταση απόψεων περί του τελικού στόχου. Ο Μαδέρο δεν επιθυμούσε να κατστρέψει την εξουσία, αλλά να την κατακτήσει για λογαριασμό του. Αντίθετα, ο Μαγόν ήθελε να καταργήσει ολοκληρωτικά τις κυβερνήσεις μέσω ενός επαναστατικού πολέμου και να εναποθέσει την εξουσία στα χέρια του λαού.

Οι άγριες απεργίες σε Κανανέα, Ρίο Μπλάνκο

Το 1906-1907 ξέσπασαν μεγάλης έκτασης βιομηχανικές ταραχές στα ορυχεία Κανανέα της πολιτείας Σονόρα και στα εργοστάσια υφαντουργίας του Ρίο Μπλάνκο στο βόρειο τμήμα του Μεξικού. Οι απεργίες στο βιομηχανικό σύμπλεγμα του μεξικανικού βορρά υπήρξαν το επιστέγασμα της επαναστατικής πολιτικής των οπαδών του Φλόρες Μαγόν και αποτέλεσαν προπομπό του επερχόμενου γενικού ξεσηκωμού. Και οι δύο βιομηχανίες βρίσκονταν στην κατοχή αλλοδαπών οικονομικών συμφερόντων. Τα ορυχεία ανήκαν στην Αμερικανική εταιρεία εξόρυξης Κούπερ, ενώ τα υφαντουργεία βρίσκονταν στα χέρια του Γαλλικού ιμπεριαλισμού.

Το 1906, το CGOL, αναρχοσυνδικαλιστικό όργανο των μεταλλωρύχων της Κανανέα, κήρυξε απεργία εννέα ημερών διεκδικώντας την εφαρμογή του οκταώρου, την καθιέρωση κατώτατου μισθού, την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στις βιομηχανικές παραγκουπόλεις καθώς και την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων σε βάρος του εγχώριου εργατικού δυναμικού. Η εργοδοσία αρνήθηκε να ικανοποιήσει τα αιτήματα και στην πόλη ξέσπασε ένοπλη εξέγερση. Οι εργάτες κατέλαβαν εξ εφόδου το εργοτάξειο και ανακοίνωσαν την επίταξη του στο όνομα των απεργών.

Ο κυβερνήτης της Σονόρα υποχρεώθηκε να ζητήσει βοήθεια από τον βορειοαμερικανό γείτονα για να αποκαταστήσει την τάξη. Ένα σύνταγμα συνοριοφυλάκων ρέιντζερ από την Αριζόνα διέσχισε τα σύνορα και κατευθύνθηκε προς την Οριζάμπα για να «προστατεύσει τις ζωές των αμερικανών πολιτών». Οι απεργοί τους υποδέχτηκαν με πυροβολισμούς και στις οδομαχίες που ακολούθησαν 17 εργάτες έχασαν τη ζωή τους, ενώ άλλοι 80 τραυματίστηκαν. Η εξέγερση της Κανανέα είχε λάβει τέλος.

Τη σκυτάλη πήραν οι εργάτες στο Ρίο Μπλάνκο το 1907. Ένα απόσπασμα από αναρχοσυνδικαλιστές επιτέθηκε στη φυλακή της πόλης και με την πολεμική κραυγή, «Θάνατος στον Ντίαζ!», την κατέλαβε και ελευθέρωσε τους κρατούμενους. Ένα άλλο οπλισμένο απόσπασμα κινήθηκε με φορτηγά προς το Νογκάλες και τη Σάντα Ρόζα. Εκεί ενώθηκε με τους απεργούς και έβαλε φωτιά στα τοπικά εταιρικά καταστήματα. Επιστρέφοντας από αυτή την επιδρομή οι εργάτες αναχαιτίστηκαν από κυβερνητικά στρατεύματα που ήδη είχαν αναπτυχθεί στην περιοχή, έπεσαν σε ενέδρα και σφαγιάστηκαν. Όσοι επέζησαν κατόρθωσαν να επιστρέψουν στο Ρίο Μπλάνκο, όπου άλλη μια ένοπλη εξέγερση βρισκόταν σε εξέλιξη. Η εργατική πολιτοφυλακή είχε κυριεύσει το κέντρο της πόλης και προσπάθησε να την οχυρώσει για την επερχόμενη επίθεση των κυβερνητικών.

Την ίδια νύχτα τρία συντάγματα του ομοσπονδιακού στρατού κατέφθασαν στην πόλη και παρά την λυσσασμένη αντίσταση των πολιτοφυλάκων, εισέβαλλαν στην πόλη, γκρέμισαν τα οδοφράγματα και ανέκτησαν τον πλήρη έλεγχο. Στις ολονύχτιες μάχες κατά των ομοσπονδιακών 200 εργάτες απώλεσαν τη ζωή τους. Οι στρατιώτες είχαν 17 νεκρούς και 40 τραυματίες. Οι ηγέτες της εξέγερσης παραπέμφθηκαν σε στρατοδικείο κι εκτελέστηκαν με την κατηγορία της έσχατης προδοσίας.

Οι εργατικές εξεγέρσεις σε Κανανέα και Ρίο Μπλάνκο απέτυχαν να εκπληρώσουν τους οικονομικούς στόχους που είχαν θέσει. Πολιτικά όμως οι αναρχοσυνδικαλιστές βγήκαν κερδισμένοι. Δίνοντας μια άνιση μάχη κατά του διεθνούς ιμπεριαλισμού πέτυχαν να ενεργοποιήσουν τα αντιαποικιοκρατικά αντανακλαστικά της μεξικανικής κοινωνίας και αναζωπύρωσαν τον εθνικισμό ενάντια στα ξένα συμφέροντα. Ακόμη περισσότερο, στα μάτια της κοινής γνώμης η δικτατορία είχε ατιμασθεί, αφου είχε επιτρέψει την είσοδο των μισητών αμερικανικών στρατευμάτων στη χώρα για να συντρίψει τα νόμιμα αιτήματα των μεξικανών εργατών.

Η Κομούνα της Μπάχα Καλιφόρνια

Στα 1908 το PLM ενορχήστρωσε από τις ΗΠΑ όπου βρισκόταν το εξόριστο αρχηγείο του, μια εκστρατεία ανταρτοπολέμου ενάντια σε μια σειρά από πόλεις του βόρειου Μεξικού. Μικρές ομάδες ένοπλων αναρχικών παρεισέφρυσαν στην μεξικανική επικράτεια από τις ΗΠΑ και διενήργησαν ταυτόχρονες επιθέσεις εναντίον της Βέρα Κρους, της Κουαχίλα, της… . όπως προέβλεπε το στρατηγικό πλάνο που είχε καταστρώσει το Πολεμικό Συμβούλιο (junta στα ισπανικά) του PLM. Εκτός από την Βέρα Κρους, όπου περίπου 1.000 μαχητές των Φιλελευθέρων έφτασαν μια ανάσα από το να κυριεύσουν το δημαρχιακό μέγαρο της πόλης, οι επιχειρήσεις των ανταρτών στο υπόλοιπο Μεξικό είτε αποκρούστηκαν με ευκολία από τον ομοσπανδιακό στρατό, ή επιβίωσαν ως τμήμα του γενικότερου ανταρτοπολέμου που διεξήγαγαν στον βορρά οι καλύτερα εξοπλισμένες ομάδες που πρόσκεινταν πολιτικά στον Μαδέρο. Ο λόγος για αυτήν την αποτυχία ήταν τα ελλειπή μέτρα που είχε λάβει το συμβούλιο για να προετοιμάσει την εκστρατεία καθώς και η ρομαντική πίστη των μελών της σε μια αυθόρμητη εξέγερση των μαζών. Άλλωστε το 1906 το πολεμικό συμβούλιο συνέγραψε μια οδηγία προς τους επαναστατικούς πυρήνες του PLM σύμφωνα με την οποία η οργάνωση αναλάμβανε να εξοπλίσει τους εθελοντές με λαθραία όπλα από τις ΗΠΑ, πλην όμως ξεκαθάριζε πως τα εφόδια και τα απαραίτητα για τη συνέχιση του πολέμου όφειλαν οι μαχητές να τα προμηθευτούν από τις περιοχές που θα έθεταν υπό τον έλεγχο τους.

Παρ’ όλα αυτά, το 1911 μια νέα ευκαιρία παρουσιάστηκε στο PLM για να εξαπολύσει ένα δεύτερο κύμα εχθροπραξιών. Από τις ΗΠΑ, ο Φρανσίσκο Μαδέρο κάλεσε τους οπαδούς του να πάρουν τα όπλα. Πολλοί οπλαρχηγοί όπως ο Πάντσο Βίγια στον βορρά ανταποκρίθηκαν παρά την αρχική αποτυχία του σχεδίου εισβολής που είχε καταρτίσει το επιτελείο των μαδερικών. Ο Μαγόν και τα υπόλοιπα μέλη του συμβουλίου του PLM κινητοποίηθηκαν άμεσα. Μετακόμισαν σύσσωμα στο Λος Άντζελες όπου εγκατέστησαν ένα κέντρο επιχειρήσεων για να οργανώσουν την μεγαλύτερη ως τότε στρατιωτική επιχείρηση του PLM, την κατάληψη της χερσονήσου της Μπάχα Καλιφόρνια στο βόρειο άκρο της μεξικανικής επικράτειας. Τα κριτήρια επιλογής της Μπάχα ως στρατηγικού στόχου ήταν για πρώτη φορά ορθολογικά. Λόγω γεωγραφικής θέσης, η χερσόνησησος ήταν αποκομμένη από την υπόλοιπη χώρα, ενώ οι αμυντικές οχυρώσεις του ομοσπονδιακού στρατού δεν ήταν ιδιαιτέρως ισχυρές. Επιπλέον, στην Καλιφόρνια δεν δρούσαν τα ανταγωνιστικά αντάρτικα αποσπάσματα των μαδερικών και η περιοχή βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από το αρχηγείο του Λος Άντζελες. Συνολικά, η junta μπόρεσε να συγκεντρώσει 500 μαχητές από τους οποίους οι 100 ήταν αμερικανοί, μέλη της αναρχοσυνδικαλιστικής ένωσης «Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου» (IWW), που διατηρούσε στενούς ιδεολογικούς δεσμούς με το PLM.

Παρά τον φτωχό τους οπλισμό οι μαγονικοί αντάρτες μπόρεσαν να νικήσουν τα κυβερνητικά στρατεύματα υπό τον συνταγματάρχη Κέλσο Βέγκα και στις 29/11/1911 κατέλαβαν την πρωτεύουσα Μεξικάλι. Στις 08/02 ο διοικητής Πρισιάνο Σίλβα κυρίευσε την Γκουανταλούπε και στις 09/05, ο Ουαλός αναρχικός διοικητής Πράις μπήκε με το στράτευμα του στην Τιχουάνα. Οι αναρχικοί είχαν τώρα στη σφαίρα επιρροής τους μια λεπτή εδαφική ζώνη στα σύνορα με τις ΗΠΑ που περιλάμβανε την κοιλάδα της Μεξικάλι, την Τιχουάνα και πολλά γειτονικά πουέμπλος. Η προέλαση όμως σταμάτησε αναγκαστικά λόγω έλλειψης πολεμοφοδίων. Η στρατιωτική αδυναμία των κυβερνητικών οχυρώσεων της Καλιφόρνια ήταν ο πρωταρχικός λόγος που οδήγησε στην επιτυχία της εκστρατείας του PLM, αλλά και ο βασικός λόγος της τελικής αποτυχίας της. Οι αναρχοκομμουνιστές κυρίευσαν εύκολα πόλεις και χωριά, αλλά η κατάληψη τους δεν οδήγησε στον εμπλουτισμό του περιορισμένου οπλοστασίου των αναρχικών δυνάμεων αφού το πολεμικό υλικό που κατασχέθηκε από τους ομοσπονδιακούς ήταν πενιχρό. Επιπλέον, το πολεμικό συμβούλιο του PLM αδυνατούσε να παράσχει σταθερή επιμελητειακή υποστήριξη στους μαχητές της πρώτης γραμμής. Οι ΗΠΑ αντιμετώπισαν με καχυποψία την προοπτική της δημιουργίας μιας αναρχικής κομούνας στην Μπάχα. Κατόπιν επίσημου αιτήματος της δικτατορίας, έκλεισαν τα σύνορα τους απαγορεύοντας τη διέλευση φορτίων με πολεμοφόδια για τους επαναστάτες και εξαπέλυσαν αστυνομικούς διωγμούς ενάντια στην εξόριστη ηγεσία του Λος Άντζελες. Έτσι η περικύκλωση των αναρχικών από βορρά και νότο υπήρξε ολοκληρωτική.

Οι αρχικές οδηγίες που είχαν λάβει οι δυνάμεις του PLM από το πολεμικό συμβούλιο προέτρεπαν τους αντάρτες να σεβαστούν την περιουσία των κατοίκων της Μπάχα, να εκδίδουν αποδείξεις στο όνομα του πολεμικού συμβουλίου για τυχόν απαλλοτριώσεις τις οποίες πραγματοποιούσαν και να ασχοληθούν ενεργά με τη δημιουργία των κοινωνικών προϋποθέσεων για την ίδρυση μιας αναρχικής κομούνας στην περιοχή. Όμως, η απουσία εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης, υποχρέωσε τους μαχητές να επιβάλλουν έκτακτες επαναστατικές εισφορές στα εμπορικά καταστήματα της Καλιφόρνιας. Επίσης η κακή διαχείριση των οικονομικών του αγώνα από τη χούντα και οι οργανωτικές αδυναμίες που επέδειξε, είχαν σαν αποτέλεσμα να πάψουν οι αναρχικοί να προσβλέπουν στο ανώτατο στρατιωτικό όργανο του PLM για καθοδήγηση. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε πως ο στρατηγός Πράις επισκέφθηκε επανειλημμένα τη junta για να της μεταφέρει την κατάσταση που επικρατούσε στην Μπάχα και να ζητήσει την αγορά ενός πυροβόλου όπλου που θα αναβάθμιζε ποιοτικά την μαχητική ικανότητα των ανταρτών απέναντι στα σύγχρονα τυφέκια Μάουζερ και τα πολυβόλα Κολτ του ομοσπονδιακού στρατού. Παρ’ όλο που τυπικά τα σχετικά κονδύλια εγκρίθηκαν από το συμβούλιο, το όπλο ποτέ δεν στάλθηκε από το αρχηγείο του Λος Άντζελες στις μαχόμενες μονάδες του PLM.

Στο μεταξύ, ο πόλεμος που είχε κηρύξει ο Μαδέρο ενάντια στο καθεστώς είχε πάρει την μορφή ενός διάχυτου αγροτικού ανταρτοπολέμου που είχε ήδη αποφέρει τις πρώτες καταλήψεις πόλεων και απειλούσε να σαρώσει τα πάντα στο πέρασμα του. Στον βορρά, η προέλαση του αγροτικού στρατού ενός πρώην ληστοσυμμορίτη, του χαρισματικού επαναστάτη στρατηγού Πάντσο Βίγια, κατάπινε την μία πόλη πίσω από την άλλη και στις λόγχες του κουβαλούσε τις αρχές της επανάστασης. Στον νότο, ενέδρευε μια ακόμη πιο θανάσιμη απειλή για την καθεστυκία τάξη, αφού εκεί δρούσε ο αγρότης-στρατηγός Ζαπάτα με την ορδή των 20.000 έφιππων πολεμιστών του. Αντίθετα από τον Βίγια, ο Ζαπάτα ουδέποτε δήλωσε υποταγή στον Μαδέρο και εφάρμοζε μια ριζοσπαστική αγροτική μεταρρύθμιση στα εδάφη που κατακτούσε. Περισσότερο από κάθε άλλο εμφύλιο πόλεμο στην ιστορία, η Μεξικανική Επανάσταση ενσάρκωνε τη συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Οι ταξικές σχέσεις και συμμαχίες διαπερνούσαν τα εμπόλεμα στρατόπεδα, υπερέβαιναν την επίσημη γραμμή πυρός και προκαλούσαν μετατοπίσεις και αλλαγές στις στρατιωτικές συμμαχίες των εμπόλεμων παρατάξεων. Έτσι εξηγείται το γεγονός πως τρομοκρατημένοι μπροστά στο φάσμα μιας επερχόμενης αγροτικής επανάστασης, ο γαιοκτήμονας Μαδέρο και ο γηραιός δικτάτορας Ντίαζ υπέγραψαν το Σύμφωνο της Θιουδάδ Χουαρές με το οποίο κήρυσσαν την παύση των εχθροπραξιών. Ο Ντίαζ δέχτηκε να παραιτηθεί και να παραδώσει τα ηνία της εξουσίας στον Μαδέρο. Οι αγροτικές πολιτοφυλακές όφειλαν να αφοπλιστούν άμεσα και να διαλυθούν στα εξ ων συνετέθησαν.

To PLM αρνήθηκε να επικυρώσει το προδοτικό σύμφωνο και διακήρυξε πως θα συνέχιζε την επανάσταση από τα εδάφη που κατείχε στην Μπάχα Καλιφόρνια. Ο εξαίρετος διοικητής Πράις αντικαταστάθηκε αφου κρίθηκε ακατάλληλος. Νέος γενικός αρχηγός των δυνάμεων του PLM εξελέγη ο αμερικανός Τζακ Μόσμπυ των I.W.W., που ήταν επίσης ο αρχηγός της «Δεύτερης Διεθνούς Ταξιαρχίας». Όμως, το στράτευμα υπέφερε από σοβαρές ελλείψεις σε πυρομαχικά και εξοπλισμό, ενώ η άκομψη αποπομπή του Πράις είχε αποξενώσει ένα σημαντικό τμήμα των ξένων εθελοντών που πολεμούσαν υπό τη σημαία του PLM. Όταν η νέα κυβέρνηση του Μαδέρο απέστειλε τον συνταγματάρχη Βέγκα για να ανακαταλάβει την Μπάχα με ένα ισχυρή δύναμη ομοσπονδιακών, οι αναρχικοί δεν είχαν ούτε τα υλικά μέσα αλλά ούτε το ηθικό για να αντισταθούν. Στις 17/06/1911 η μεξικανική «Πρώτη Ταξιαρχία» που επάνδρωνε τη φρουρά της Μεξικάλι, διαπραγματεύτηκε με μια επιτροπή ειρήνης τους όρους για την ειρηνική παράδοση της πρωτεύουσας στους μαδερικούς. Η Δεύτερη Ταξιαρχία απέρριψε τη συνθηκολόγηση κι έσπευσε να συναντήσει τα κυβερνητικά στρατεύματα. Στις 22 του ίδιου μήνα, ο Μόσμπυ οδήγησε 200 αναρχικούς μαχητές ενάντια σε μια υπέρτερη δύναμη 600 ομοσπονδιακών που στρατοπέδευαν στις παρυφές της Τιχουάνα. Οι αναρχικοί πολέμησαν γενναία όμως μετά από τρεις ώρες σκληρής μάχης, υπέκυψαν στην αριθμητική ανωτερότητα του εχθρού και διασκορπίστηκαν στους γύρω λόφους. Αυτό ήταν και το τελευταίο επεισόδιο στην ιστορία της αναρχικής κομούνας της Μπάχα Καλιφόρνια.