Επιτροπή Αυτοάμυνας Ανενκουίλκο

Το 1909 ο Εμιλιάνο Ζαπάτα εκλέχθηκε πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου και της επιτροπής άμυνας του χωριού Ανενκουίλκο στην πολιτεία Μορέλος του κεντρικού Μεξικού. Ο Ζαπάτα ήταν νεαρός, μόλις 30 ετών, αλλά απολάμβανε της εμπιστοσύνης των συγχωριανών του και είχε τη φήμη ενός ανθρώπου της δράσης, αρετή ανεκτίμητη σε μια εποχή που τα πουέμπλος της Μορέλος έδιναν καθημερινά μια απελπισμένη μάχη επιβίωσης ενάντια στα λατιφούντια. Ένα κύμα αγροτικών καταλήψεων σάρωνε τις χασιέντες της πολιτείας, καθώς οι ελεύθεροι χωρικοί αγωνίζονταν να ανακτήσουν τον έλεγχο των κοινοτικών γαιών που είχαν πάρει υπό την κατοχή τους οι γαιοκτήμονες. Μπροστά σε αυτή την εκρηκτική κατάσταση ο νεαρός δήμαρχος του Ανενκουίλκο δεν έμεινε άπραγος. Λίγες ημέρες μετά την εκλογή του, μετέβη στην πρωτεύουσα και αποπειράθηκε να συναντήσει προσωπικότητες της αντιπολίτευσης που θα αναλάμβαναν να βοηθήσουν τους αγρότες να διατηρήσουν την κυριότητα των εδαφών τους. Ιδιαιτέρως, επιδίωξε μια συνάντηση με τον Μαγόν χωρίς όμως να την κατορθώσει, αφού εκείνη την εποχή ο αναρχικός διανοούμενος ζούσε εξόριστος στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η κεντρική κυβέρνηση είχε μόλις ψηφίσει έναν νόμο που επέτρεπε στις κοινότητες να εγείρουν τις νόμιμες απαιτήσεις τους σχετικά με τις κατειλημμένες γαίες και να τις υποβάλλουν στην κρίση των πολιτειακών δικαστηρίων. Όμως στην πράξη τα αρμόδια όργανα είτε κωλυσιεργούσαν, είτε παρακώλυαν την εφαρμογή της διαδικασίας επικαλούμενα νομικά προσχήματα.

Λόγω της δραστηριότητας που είχε αναπτύξει στην πρωτεύουσα ο νεαρός δήμαρχος συνελήφθη και υποχρεώθηκε να καταταγεί στον στρατό, όπου διακρίθηκε ως ικανός ιππέας. Παρ’ όλα αυτά, η σιδηρά στρατιωτική πειθαρχία δεν μπόρεσε να κάμψει το αδάμαστο πνεύμα του Ζαπάτα. Έπειτα από τρεις μήνες παραμονής σε στρατόπεδο του Μέξικο Σίτυ, ο Εμιλιάνο δραπέτευσε κι επέστρεψε στο χωριό του για να οργανώσει την επιτροπή αυτοάμυνας η οποία δεχόταν έντονη πίεση από τη γειτονική χασιέντα Οσπιταλέτ. Ο Ζαπάτα συγκάλεσε το συμβούλιο του χωριού στο οποίο πάρθηκε απόφαση ότι οι χωρικοί θα έπρεπε να αναλάβουν δράση χωρίς άλλη χρονοτριβή. Την επόμενη νύκτα συγκεντρώθηκε μια ομάδα από 80 άνδρες, μερικοί από αυτούς οπλισμένοι, οι οποίοι επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στη χασιέντα, έτρεψαν τους φρουρούς σε φυγή και κατέλαβαν τις διαφιλονικούμενες εκτάσεις για λογαριασμό της κοινότητας.

Με την μέθοδο της άμεσης δράσης, ο Ζαπάτα είχε επιλύσει ένα εδαφικό ζήτημα το οποίο παρέμενε άλυτο επί σειρά ετών. Γρήγορα η φήμη της επιτροπής αυτοάμυνας εξαπλώθηκε στις γύρω περιοχές. Όλο και περισσότερα χωριά προσέτρεχαν στην ομάδα του Εμιλιάνο, τους «ζαπατίστας», για να ζητήσουν τη συνδρομή της στις δικές τους διαμάχες με τις γειτονικές χασιέντες. Έτσι η ομάδα αυτοάμυνας επέκτεινε σταδιακά την δικαιοδοσία της στις γύρω περιοχές. Για να ανταπεξέλθει στις απιτήσεις του νέου ρόλου του, ο Ζαπάτα συγκρότησε μια «ομάδα ταχείας επέμβασης» από 100 περίπου έφιππους άνδρες που ήταν σε θέση να κινητοποιηθούν άμεσα για να υποστηρίξουν δυναμικά τις νόμιμες αξιώσεις των πεόνων απέναντι στους χασιεντάδος και τους ρουράλες. Αυτό το επίλεκτο σώμα αποτέλεσε το πρόπλασμα της θρυλικής «Λεγεώνας του Θανάτου», της ισχυρότερης και ικανότερης μονάδας του ζαπατικού στρατού.

Την ίδια στιγμή ένα ανοργάνωτο αλλά ενθουσιώδες αντάρτικο έκανε την εμφάνιση του στις βουνοκορφές της Μορέλος και ξεκίνησε να διενεργεί σποραδικές επιθέσεις κατά των κυβερνητικών δυνάμεων που στάθμευαν στην περιοχή. Οι ομάδες των ενόπλων δεν ήταν ενταγμένες σε μια εννιαία στρατιωτική δομή. Η κάθε ομάδα είχε τον εκλεγμένο διοικητή της και εκπροσωπούσε το χωριό από το οποίο προερχόταν. Όμως τούτη η αυτονομία δεν εμπόδιζε τους οπλαρχηγούς από το να συντονίζουν τη δράση τους ενάντια στον κοινό εχθρό. Από την άλλη, το κύρος του νεαρού διοικητή Ζαπάτα ανάμεσα στους αρχηγούς ήταν αναμφισβήτητο. Σύντομα, μπόρεσε να συνενώσει κάποιες από τις διάσπαρτες ομάδες σε μια ισχυρή αντάρτικη δύναμη που διέθετε 3.000 έφιππους πολεμιστές. Ο αγροτικός αυτός στρατός είχε ως άτυπο αρχηγό τον δημοκράτη Τόρρες Μπούργκος, όμως ουσιαστικά διοικείτο από τη γενική συνέλευση των αρχηγών, όπου οι αποφάσεις παίρνονταν με δημοκρατικό τρόπο και ακόμη και ο Τόρρες Μπούργκος είχε μια ψήφο σαν όλους τους άλλους.

Μερικοί συγγραφείς ισχυρίζονται πως ήδη από εκείνη την πρώιμη περίοδο ο Ζαπάτα είχε συλλάβει ένα σχέδιο κατάκτησης της Μορέλος την οποία μετά θα χρησιμοποιούσε ως βάση για να εξαπολύσει επίθεση ενάντια στην πόλη του Μεξικού. Είναι γεγονός πως μέσα στη συνέλευση των αρχηγών υπήρχε μια μερίδα από θερμοκέφαλους διοικητές, όπως ο φλογερός Γκαμπριέλ Τεπέπα, που ζητούσαν επίμονα την εμπλοκή των ζαπατικών σε ανοιχτό πόλεμο με τον ομοσπονδιακό στρατό, όμως ο Ζαπάτα δεν ήταν ανάμεσα τους. Η έμφυτη κλίση του προς τα στρατιωτικά ζητήματα του επέτρεπε να αντιληφθεί πως οι άπειροι και φτωχά οπλισμένοι στρατιώτες του δεν θα είχαν καμία τύχη σε μια κατά μέτωπο σύγκρουση με τους κυβερνητικούς. Επιπλέον, βρισκόταν σε εξέλιξη η διπλωματική αποστολή του Τόρρες Μπούργκος, ο οποίος είχε μεταβεί στο Σαν Αντόνιο για να συναντήσει τους αντιπροσώπους του Μαδέρο και να τους αποσπάσει υποσχέσεις για παροχή στρατιωτικής και οικονομικής ενίσχυσης.

Παρ’ όλα αυτά, οι εντολές για την έναρξη προετοιμασιών για μια μαζική εξέγερση είχαν ήδη τεθεί σε ισχύ. Απεσταλμένοι των ανταρτών διέτρεχαν απ’ άκρη σ’ άκρη την πολιτεία, ξεσηκώνοντας τους πέονες και συγκεντρώνοντας εθελοντές από τα πουέμπλος. Μια πλημμυρίδα από νεοσυλλέκτους κατέφθανε καθημερινά στο ορεινό αρχηγείο των ανταρτών και ζητούσε να ενωθεί με τους επαναστάτες. Με θαυμαστή σύνεση, ο Ζαπάτα επέμενε οι εθελοντές να διαθέτουν τουλάχιστον δικό τους άλογο και μια ματσέτα, το κοφτερό μαχαίρι που χρησιμοποιούν οι ινδιάνοι, για οπλισμό.

Ο Αττίλας του Νότου

Ο Μπούργκος επέστρεψε από το Σαν Αντόνιο χωρίς να κομίζει την παραμικρή δέσμευση για βοήθεια από το στρατόπεδο των μαδερικών. Για τον Μαδέρο οι κρίσιμες μάχες του επαναστατικού πολέμου ήταν αυτές που έδιναν οι στρατηγοί του στο βορρά και δεν ήθελε να χαραμίσει χρήμα και πολεμικό υλικό για να ενισχύσει τους ρακένδυτους και αναξιόπιστους, ως προς τον βαθμό που μπορούσε να τους ελέγξει, επαναστάτες του νότου. Παρ’ όλα αυτά, όταν ο κυβερνήτης Εσκανδόν της Μορέλος ανακοίνωσε την πρόθεση του να αναδιοργανώσει το σώμα των rurales, οι αρχηγοί των ζαπατικών αποφάσισαν πως είχε έλθει η ώρα για μια γενική επίθεση. Η θερμόαιμη μερίδα της συνέλευσης των οπλαρχηγών με επικεφαλής τον γηραιό κοινοτάρχη Τεπέπα, ήταν υπέρ της διενέργειας μετωπικών επιθέσεων ενάντια στις οχυρωμένες πόλεις της Μορέλος. Μάλιστα ο Τεπέπα δεν δίστασε να οδηγήσει τους άνδρες του σε μια παράτολμη όσο και απερίσκεπτη επίθεση εναντίον της πρωτεύουσας της πολιτείας Κουερναβάκα, όπου όμως απωθήθηκε εύκολα από ένα τμήμα του Ένατου Συντάγματος που φρουρούσε την πόλη έχοντας πρώτα υποστεί αξιοσημείωτες απώλειες.

Από την άλλη, το σχέδιο δράσης του Ζαπάτα προϋπέθετε την εδραίωση της κυριαρχίας των ανταρτών στην περιφέρεια και τα πουέμπλος, μέσω της οποίας θα μπορούσαν να ελέγχουν αποτελεσματικά τις σιδηροδρομικές γραμμές, προτού οι αντάρτες αποκτήσουν μια ισχυρή βάση επιχειρήσεων μέσω της κατάληψης μιας από τις δευτερεύουσες πόλεις της πολιτείας. Ο στρατός των ανταρτών μεγάλωνε καθημερινά αφου κάθε μέρα νέοι αρχηγοί προσχωρούσαν στις επαναστατικές δυνάμεις και κάθε αρχηγός συνεισέφερε από 50 εώς 200 άνδρες. Παράλληλα, τον Μάρτη του 1911 άρχισαν να καταφθάνουν στην Μορέλος και οι πρώτοι συμπαθούντες διανοούμενοι από τις πόλεις. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν οπαδοί του Μαγόν και μέλη του πανίσχυρου αναρχικού συνδικάτου «Οίκος του Παγκόσμιου Εργάτη» (C.O.M.) και πρόσφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στο αγροτικό κίνημα, βοηθώντας στον τομέα της στρατιωτικής συγκρότησης του αντάρτικου και παρέχοντας στους αγρότες το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα απο το οποίο μπόρεσαν να εκφράσουν τις επαναστατικές φιλοδοξίες τους.

Η πρώτη πόλη που κυρίευσαν η ζαπατικοί ήταν η ανοχύρωτη Χοχούτλα. Ο κυβερνήτης Εσκανδόν είχε ξεκινήσει από την Κουερναβάκα με ένα απόσπασμα του Ενάτου Συντάγματος και μερικούς rurales για να ενισχύσει την πόλη ενόψη της επίθεσης των ανταρτών. Δύο ημέρες αργότερα ο Τόρρες Μπούργκος πραγματοποίησε αντιπερισπασμό διεισδύοντας κάπου δέκα χιλιόμετρα μέσα στο Τλακιλτενάνγκο, απειλώντας την ίδια την Κουερναβάκα! Πανικόβλητος ο Εσκανδόν απέσυρε τα στρατεύματα του και γύρισε πίσω στην απροστάτευτη πρωτεύουσα. Την επόμενη ημέρα το ιππικό των επαναστατών περικύκλωσε την Χοχούτλα και την κατέλαβε πραγματοποιώντας μια ορμητική έφοδο. Όμως όταν οι αντάρτες εισήλθαν στην πόλη επιδόθηκαν σε εκτεταμένες λεηλασίες, γεγονός που συγκλόνισε τον Μπούργκος αφου το πλιάτσικο ήταν μια πρακτική αντίθετη προς τις επαναστατικές αρχές. Απογοητευμένος ο Μπούργκος παραιτήθηκε και αναχώρησε από την κατειλημμένη πόλη. Μια ημέρα αργότερα συνελήφθη σε ενέδρα από τους ομοσπονδιακούς και εκτελέστηκε.

Η συνέλευση των αρχηγών συνήλθε στην πόλη Πουέμπλα για να εκλέξει νέο ανώτατο ηγέτη. Η επιλογή ήταν προφανής. Ο Ζαπάτα αναγορεύθηκε στρατηγός από τους ομολόγους του και οι δυνάμεις των επαναστατών μετονομάστηκαν επίσημα σε «Απελευθερωτικό Στρατό του Νότου και του Κέντρου».

Ο νέος αρχηγός θέλησε να επωφεληθεί από την επιθετική ορμή του Απελευθερωτικού στρατού και κινήθηκε εναντίον της Γιαουτεπέκ και της Κουάουτλα. Την πολή υπεράσπιζε ο συνταγματάρχης Ρομίλο Γιάνες προσωπικός φίλος του προέδρου Ντίαζ, με ένα απόσπασμα 240 ομοσπονδιακών. Στον Γιάνες δόθηκε η ευκαιρία να παραδώσει ειρηνικά την πόλη, αλλά ο γηραιός συνταγματάρχης απάντησε απαξιωτικά στους αντάρτες. Όμως ο πληθυσμός της πόλης ήταν με το μέρος των ζαπατικών. Υποβοηθούμενοι από τους κατοίκους οι επαναστάτες ανατίναξαν ένα μέρος του στρατοπέδου με δυναμίτη και μέσα στη γενική σύγχυση που προκλήθηκε, εξαπέλυσαν αιφνιδιαστική επίθεση. Η πόλη καταλήφθηκε, ο Γιάνες εκτελέστηκε, ενώ στους στρατιώτες δόθηκε η επιλογή να προσχωρήσουν στους επαναστάτες ή να επιστρέψουν στα σπίτια τους σώοι, αφού πρώτα έδιναν όρκο ότι δεν θα ξαναπολεμούσαν εναντίον της επανάστασης.

Αντίθετα με την αιφνιδιαστική κατάληψη της Γιαουτεπέκ, η επιχείρηση για την κατάληψη της Κουάουτλα υπήρξε αιματηρή και διήρκεσε έξι ολόκληρες ημέρες. Ο Ζαπάτα επιτέθηκε με 4.000 άνδρες όμως τα κύματα των επιθέσεων του ιππικού των Ζαπατίστας έσπαγαν το ένα μετά το άλλο πάνω στα οδοφράγματα που είχαν στήσει οι 400 υπερασπιστές του «Χρυσού Πέμπτου Συντάγματος». Δυστυχώς γι’ αυτούς, το σχέδιο άμυνας της πόλης βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις ενισχύσεις που θα έστελνε η κυβέρνηση από την Κουερναβάκα, ενισχύσεις που δεν ήλθαν ποτέ, αφού μεγάλο μέρος των ομοσπονδιακών δυνάμεων είχε μεταφερθεί στον βορρά για να πολεμήσει εναντίον του Μαδέρο. Έπειτα από έξι ημέρες σκληρών μαχών σώμα με σώμα η πόλη κυριεύθηκε και ο Ζαπάτα είχε επιτέλους υπό την κατοχή του το μεγάλο αστικό κέντρο που χρειαζόταν, για να εξασφαλίσει την πολιτική και διπλωματική αναγνώριση του κινήματος του από τους επαναστάτες του βορρά.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή οι μαδερικοί συνήθιζαν να προσποιούνται πως η αγροτική επανάσταση του νότου δεν υπήρχε, ενώ οι αστικές εφημερίδες της πρωτεύουσας είχαν εξαπολύσει μια ανελέητη εκστρατεία δυσφήμισης ενάντια στον Ζαπάτα και του Απελευθερωτικού Στρατού του Νότου. Παρομοίαζαν τους έφιππους αντάρτες με τις ορδές των έφιππων Ούννων πολεμιστών που αιματοκύλησαν την Ευρώπη και αποκαλούσαν τον Ζαπάτα «Αττίλα του Νότου», υπονοώντας πως μοναδική φιλοδοξία του ήταν το πλιάτσικο και η καταστροφή.

Ζαπάτα Εναντίον Μαδέρο

Οι Ζαπατίστας δεν ήταν αναρχικοί με την ακαδημαϊκή έννοια του όρου. Πιθανότατα ο Ζαπάτα δεν είχε διαβάσει ποτέ του τα κείμενα του Προυντόν ή του Κροπότκιν, είχε όμως καταλήξει στα ίδια συμπεράσματα με αυτά που ασπαζόταν ο Μαγόν ακολουθώντας μια διαφορετική όδο. Η προσφυγή στα όπλα ήταν το έσαχτο μέσον που είχε απομείνει στους αγρότες της Μορέλος στην προσπάθεια τους να διασώσουν τον πυρήνα της ύπαρξης τους, δηλαδή την ελέυθερη πρόσβαση τους στη γη και τη διατήρηση του συστήματος συλλογικής ιδιοκτησίας των γαιών. Ακόμη και όταν στην ύστερη φάση του πολέμου, ο Απελευθερωτικός Στρατός δημιούργησε μια ομοσπονδία δημοτικών συνελεύσεων και την όρισε υπέρτατη μορφή διακυβέρνησης της πολιτείας, αυτό συνέβη διότι η άμεση δημοκρατία ήταν το μοναδικό πολίτευμα που ήταν απολύτως συμβατό με το γεωργικό σύστημα της κοινοκτημοσύνης. Μόνο αργότερα, μετά τον ερχομό των ελευθεριακών διανοουμένων από την πρωτεύουσα, πραγματοποιήθηκε η διασύνδεση ανάμεσα στον έμφυτο κοινοτισμό των αγροτών και τα υψηλά φιλοσοφικά νοήματα της αναρχίας, παρόλο που αναμφίβολα ανάμεσα στις δύο φιλοσοφίες υπήρχε μια φυσική συγγένεια. Ο αναρχισμός λοιπόν του Ζαπάτα ήταν βιωματικός και απέρρεε από τον τρόπο ζωής των αγροτών στην Μορέλος. Ο επαναστατικός πόλεμος των ζαπατικών ήταν ένας πόλεμος πρώτα και κύρια για τη γη και έπειτα από κάθε νίκη, κάθε κατάκτηση πόλεως οι επαναστάτες ηγέτες του νότου εξέδιδαν εκ νέου οδηγίες στα πουέμπλος να κατασχέσουν τα εδάφη των γαιοκτημόνων και να πάρουν πίσω ότι τους ανήκε. Η απαλλοτρίωση χωρίς αποζημίωση ήταν η μέθοδος που είχαν επιλέξει οι Ζαπατίστας για να φέρουν σε πέρας την κοινωνική επανάσταση στην ύπαιθρο.

Η κατάληψη της Κουάουτλα από τον Απελευθερωτικό Στρατό σύνέπεσε με την υπογραφή του Συμφώνου της Θιουδάδ Χουαρές ανάμεσα σε Ντίαζ και Μαδέρο. Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης η «επανάσταση» είχε θριαμβεύεσει και ο Απελευθερωτικός Στρατός του Νότου όφειλε να αυτοδιαλυθεί και να αποστρατεύσει τα μέλη του. Όμως οι ζαπατικοί, όπως και οι οπαδοί του Μαγόν στην Μπάχα, ήταν καχύποπτοι. Την εποχή που ο Μαδέρο ήταν ακόμη στην αντιπολίτευση είχε συντάξει το Πρόγραμμα του Σαν Λουις Ποτοσί, ένα επαναστατικό μανιφέστο που μεταξύ άλλων φιλολαϊκών μέτρων προέβλεπε τον αναδασμό της γης στους αγρότες, χωρίς πάντως να υπόσχεται τη διατήρηση του συστήματος των κοινοτικών γαιών. Κάθε αναφορά στην αγροτική μεταρρύθμιση του Προγράμματος είχε απαλειφθεί από το κείμενο της Θιουδάδ Χουαρές, στοιχείο ενδεικτικό για τις ενδόμυχες προθέσεις του Μαδέρο αναφορικά με την πολιτική που σκόπευε να ακολουθήσει.

Πράγματι, έπειτα από την άνοδο του στην εξουσία ο Μαδέρο γρήγορα μετατράπηκε από φλογερός επαναστάτης σε υπερασπιστή του παλαιού καθεστώτος. Πρωταρχικό μέλημα του ήταν να καταπνίξει τις εργατικές και αγροτικές επαναστάσεις στις οποίες όφειλε την εξουσία του, αλλά που τώρα απειλούσαν να τον υπερφαλαγγίσουν. Για να το πετύχει αυτό, δεν είχε άλλη επιλογή απ’ το να προσεταιριστεί τα πιο συντηρητικά στοιχεία της μεξικανικής κοινωνίας, να διατηρήσει ανέπαφες τις δομές του πορφυρικού κράτους και να παραχωρήσει ελευθερία δράσης στον ομοσπονδιακό στρατό, που με το μανιφέστο του Σαν Λουίς είχε υποσχεθεί ότι θα καταργήσει. Η Μορέλος αποτελεί τυπικό παράδειγμα της πολιτικής του. Κυβερνήτης διορίστηκε ο ζάπλουτος τραπεζίτης Καρρεόν, ενώ ο Ζαπάτα διατάχτηκε να σταματήσει τις επιθέσεις στις χασιέντες και να συμβάλλει στην αποκατάσταση της «ηρεμίας» στην περιοχή. Θορυβημένος από αυτή την αλλαγή στάσης, ο Ζαπάτα ταξίδεψε στην πρωτεύουσα όπου συναντήθηκε με τον Μαδέρο και του εξέθεσε τα προβλήματα των αγροτών του νότου. Ο Μαδέρο υποσχέθηκε πως «θα εξετάσει το ζήτημα», όμως αντί για τη λήψη νομοθετικών πρωτοβουλιών ανακοίνωσε την αποστολή επιπλέον στρατευμάτων στην Μορέλος. Οι ζαπατικοί είχαν δει αρκετά.

Τον Νοέμβρη του 1911 ο ζαπατισμός διέκοψε και επίσημα τις σχέσεις του με το καθεστώς του Μαδέρο. Ο Ζαπάτα μαζί με τον πιστό σύντροφο του και πρώην δάσκαλο, Οτίλιο Μοντάνο, επεξεργάστηκαν το έγγραφο που αποτελεί την πολιτική διαθήκη του επαναστατικού ζαπατισμού και που έμεινε στην ιστορία ως το «Σχέδιο της Αγιάλα». Το Σχέδιο επικυρώθηκε με την ψήφο 35 οπλαρχηγών του Απελευθερωτικού Στρατού και κωδικοποίησε τις επιδιώξεις των επαναστατών αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της γης στην μεξικανική περιφέρεια. Το σημαντικότερο όμως σημείο του ήταν μια διακήρυξη αρχών, που αφού κατηγορούσε τον Μαδερο πως είχε προδώσει την επαναστασή κατέληγε: «Δεν είμαστε προσωπολάτρες, αγωνιζόμαστε για αρχές και όχι για ανθρώπους».

Παράλληλα, ενεργοποιήθηκε ξανά ο ζαπατικος στρατός που τυπικά είχε διαλυθεί, αλλά ουσιαστικά βρισκόταν στο απόγειο της δύναμης του. Ο αναρχικός συγγραφέας Νιούελ γράφει ότι στην καινούρια αυτή φάση, ο Απελευθερωτικός Στρατός αριθμούσε 12.000 άνδρες. Ήταν χωρισμένος σε μικρότερες αυτοσυντήρητες ομάδες που εφορμούσαν από τα χωριά για να διεξαγάγουν μεμονωμένες επιθέσεις ή να ενωθούν ταχύτατα σχηματίζοντας μεγαλύτερα σώματα στρατού. Όταν η επιχείρηση ολοκληρωνόταν, οι μαχητές εξανεμίζονταν ανάμεσα στον πληθυσμό, επέστρεφαν στις αγροτικές εργασίες τους, έχοντας όμως πάντα το όπλο παρά πόδα. Επιπλεόν, μια αξιοσημείωτη αλλαγή είχε επέλθει στο ζήτημα της τακτικής που ακολουθούσαν οι αντάρτες. Δεν στόχευαν πλέον στην κατάληψη και μακροχρόνια κατοχή πόλεων. Διεξήγαγαν έναν καθαρό και εξοντωτικό ανταρτοπόλεμο με τις δυνάμεις τους να βρίσκονται διαρκώς σε κίνηση, να χτυπούν και να εξαφανίζονται, αποδεκατίζοντας τα κυβερνητικά στρατεύματα όποτε αυτά αποτολμούσαν μια έξοδο από τις καλά οχυρωμένες πόλεις. Ο θυελλώδης διοικητής Χενοβέδο δελα Ο ήλεγχε ολόκληρο το βόρειο τμήμα της πολιτείας, ανατινάζοντας τα οπλιταγωγά τραίνα που έστελνε η κεντρική κυβέρνηση και αποκόπτοντας τον ομοσπονδιακό στρατό από την κύρια γραμμή ανεφοδιασμού του. Ένας τεράστιος βοηθητικός στρατός από άμαχους αγρότες εργαζόταν ακατάπαυστα για να εφοδιάζει διαρκώς τους μαχητές της Μορέλος με τρόφιμα, άλογα και πυρομαχικά, να συλλέγει πληροφορίες για τις κινήσεις των ομοσπονδιακών στρατευμάτων και να προειδοποιεί για τυχόν ενέδρες. Όλες οι συνεισφορές ήταν εθελοντικές, με τον κάθε χωρικό να προσφέρει στο μέτρο των δυνατοτήτων του.

Το 1912 κατέφτασε στην Μορέλος ο στρατηγός Βικτοριάνο Χουέρτα με την εντολή να καταστρέψει τους στασιαστές. Στην μικρή περίοδο που ο Μαδέρο βρισκόταν στο ύπατο αξίωμα της χώρας, ο Χουέρτα είχε παίξει με μεγάλη επιτυχία το ρόλο του «μαντρόσκυλου» του καθεστώτος.  Είχε ήδη καταστείλει τις εξεγέρσεις δύο περιθωριακών νοσταλγών του προφυρισμού στον βορρά, παρόλο που και ο ίδιος δεν ήταν δίχως αισθήματα για το παλαιό καθεστώς. Όμως γρήγορα ο Χουέρτα συνειδητοποίησε πως η εκστρατεία στην Μορέλος δεν έμοιαζε σε τίποτα με εκείνες ενάντια στα υπολείμματα της δικτατορίας. Οι Ζαπατίστας ήταν ένας ένοπλος λαός και ολόκληρος ο πληθυσμός βρισκόταν σε πόλεμο με τις κυβερνητικές δυνάμεις. Ο Χουέρτα πραγματοποίησε κάποιες απελπισμένες εξορμήσεις καταδιώκοντας έναν στρατό-φάντασμα που όταν νόμιζε πως βρισκόταν μπροστά του, αυτός εμφανιζόταν πίσω του για να πλήξει τα νώτα του, ή να επιτεθεί σε μια απροστάτευτη πόλη. Παρά τον φαινομενικό έλεγχο που είχαν πάνω στις πόλεις, οι ομοσπονδιακοί ήταν στην ουσία παγιδευμένοι σε εχθρικό έδαφος με την συντριπτική πλειοψήφία του πληθυσμού να μάχεται υπέρ του ζαπατισμού.

Ο Χουέρτα ανακλήθηκε από την κυβέρνηση αφου αποδείχτηκε ότι δεν μπορούσε να φέρει σε πέρας την αποστολή που του είχε ανατεθεί. Λίγες ημέρες πριν από την ανάκληση του, οι ιππείς του Απελευθερωτικού Στρατού έκαναν την εμφάνιση τους στα περίχωρα της πόλης του Μεξικού και πραγματοποίησαν παράτολμη επιδρομή που είχε σαν αποτέλεσμα την πρόκληση κυβερνητικής κρίσης στο τρομαγμένο υπουργικό συμβούλιο του Μαδέρο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο «επαναστάτης» Μαδέρο εγκατέλειψε τα προσχήματα. Ο ζαπατισμός έπρεπε να εξαλειφθεί. Αν ολόκληρος ο λαός της Μορέλος είχε «μολυνθεί» από αυτή την επικίνδυνη ιδεολογία, τότε η κυβέρνηση δεν είχε άλλη επιλογή από το να εξοντώσει ολόκληρο τον πληθυσμό και να ερημώσει τη χώρα. Ο στρατηγός Χουβένσιο Ρόμπλες, ένας «ειδήμων» της γενοκτονίας που είχε λάβει μέρος στους πολέμους κατά των ινδιάνων του βορρά και είχε επιδείξει ξεχωριστή ικανότητα στο να σφάζει τους ιθαγενείς, επιλέχθηκε για να ηγηθεί της εκστρατείας.

Ο Ρόμπλες απελευθέρωσε πάνω στην Μορέλος ολοκληρή την καταστροφική δύναμη ενός στρατού κατοχής. Ο πληθυσμός μεταφέρθηκε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα χωριά των πεόνων πυρπολήθηκαν. Πολλοί χωρικοί δολοφονήθηκαν ενώ όσοι τύχαινε να έχουν κάποια συγγένεια με επιφανείς ζαπατικούς ηγέτες, απήχθησαν από τους κυβενρητικούς και κρατήθηκαν όμηροι. Μπροστά σε αυτή τη λαίλαπα οι ζαπατικοί ανέστειλαν προσωρινά τις επιχειρήσεις τους αφου ο πληθυσμός υπέφερε από τα συλλογικά αντίποινα που εφάρμοζε ο Ρόμπλες και ο κοινωνικός ιστός του ζαπατσιμού κινδύνευε να καταστραφεί εντελώς. Μια δραματική ανατροπή στα πολιτικά πράγματα της πρωτεύουσας ήταν αυτή που έβαλε προς στιγμήν φρένο στα δολοφονικά σχέδια της κυβέρνησης κι επέτρεψε στον Απελευθερωτικό Στρατό να αποσυρθεί στην πολιτεία Γκουερέρο προκειμένου να ανασυνταχθεί.

Στις 09/02/1913 δύο φάλαγγες του ομοσπονιδακού στρατού με 3.000 άνδρες, 6 κανόνια και 14 μυδραλιοβόλα, βάδισαν κατά του Εθνικού Μεγάρου στο Μέξικο Σίτυ. Είχε ερθεί η ώρα για να πληρώσει ο Μαδέρο το τίμημα για την ανίερη συμμαχία που είχε συνάψει με τις δυνάμεις της αντίδρασης. Έχοντας απωλέσει τη λαϊκή υποστήριξη, η προεδρική εξουσία ήταν αναγκασμένη να επαφίεται όλο και περισσότερο στην ωμή βία ως μέσον εφαρμογής της πολιτικής της. Όλο και περισσότερο, η πολιτική εξουσία υποχωρούσε και μεταβίβαζε αρμοδιότητες στον στρατό προκειμένου να επιβιώσει απέναντι στην κοινωνική κατακραυγή. Ο στρατός υπό τον αρχηγό του γενικού επιτελείου Χούερτα έτεινε να γίνει η πραγματική αρχή διακυβέρνησης της χώρας, ενώ ο Μαδέρο είχε μετατραπεί σε περιττό βάρος, μια συνταγματική περιπλοκή από την οποία ο Χουέρτα όφειλε να απαλλαγεί για να μπορεί να ασκήσει ελεύθερα την πραγματική εξουσία. Του λόγου το αληθές αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ενώ οι επιτελείς του είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως τον Μαδέρο για τα σκοτεινά σχέδια που εξύφαινε ο Χουέρτα σε βάρος του, αυτός αρνήθηκε να κάνει οτιδήποτε ελπίζοντας μέχρι τελευταία στιγμή ότι ο στρατηγός παρέμενε αφοσιωμένος σε αυτόν. Άλλωστε τί μπορούσε να κάνει; Ο Χουέρτα ήταν η τελευταία του ελπίδα.

Στις 18/02 ο Μαδέρο συνελήφθη και δολοφονήθηκε με δύο σφαίρες στο πίσω μέρος της κεφαλής. Ο Βικτοριάνο Χουέρτα αυτοανακηρύχθηκε δικτάτορας του Μεξικού.

Οι Αγρότες Κατακτούν το Μέξικο Σίτυ

Η παλιννόρθωση της δικτατορίας υπό τον Χουέρτα δεν διήρκεσε πολύ. Μπορεί ο Μαδέρο να είχε απογοητεύσει πολλούς οπαδούς του, όμως η δολοφονία του στα χέρια ενός στρατηγού του ομοσπονδιακού στρατού αποκατέστησε μετά θάνατον το δημοκρατικό κύρος του και τον μετέτρεψε σε μάρτυρα της επανάστασης. Εξαρχής ο κυβερνήτης της πολιτείας Σονόρα στο βόρειο Μεξικό Βενουστιάνο Καρράνσα, αρνήθηκε να αναγνωρίσει την εξουσία του σφετεριστή και σχημάτισε μια επαναστατική στρατιωτική δύναμη, τον Συνταγματικό Στρατό τον οποίο χώρισε σε τρία εκστρατευτικά σώματα με προκαθορισμένους τομείς δράσης. Ο Αλβάρο Ομπρεγόν, ένας εύπορος αγρότης που οι συνθήκες μετέτρεψαν σε ικανότατο στρατηγό και ακόμη ευφυέστερο πολιτικό, ανέλαβε την αρχηγία της Βορειοδυτικής Στρατιάς με τομέα ευθύνης τις πολιτείες της δυτικής ακτής του Μεξικού. Ο ίδιος ο Καρράνσα έχρισε εαυτόν Ανώτατο Αρχηγό του Συνταγματικού Στρατού και ανέλαβε την Βορειοανατολική Στρατιά, ενώ το κέντρο ηταν ο τομέας ευθύνης του θρυλικού στρατηγού Πάντσο Βίγια και της τρομερής Μεραρχίας του Βορρά, που έμελλε να σηκώσει το κύριο βάρος των πολεμικών επιχειρήσεων ενάντια στον ομοσπονδιακό στρατό πετυχαίνοντας περίλαμπρες όσο και καθοριστικές νίκες.

Στην πτώση της δικτατορίας του Χουέρτα συνέβαλε επίσης καθοριστικά η εχθρική στάση που κράτησαν απέναντι στο καθεστώς του οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ΗΠΑ χρηματοδότησαν τη στάση του Καρράνσα στον βορρά και παραβίασαν κάθε έννοια ουδετερότητας χρησιμοποιώντας το ναυτικό τους για να αποκλείσουν το λιμάνι της Βερα Κρους απ’ όπου διακινείτο ο κύριος όγκος του πολεμικού υλικού που προοριζόταν για τις κυβερνητικές δυνάμεις. Πολλοί ιστορικοί έχουν ισχυριστεί πως η παρεμβατική αυτή πολιτική έχει τις ρίζες της στον δημοκρατικό ιδεαλισμό του προέδρου Γούντροου Ουίλσον που επιθυμούσε ένθερμα να δει στο γειτονικό Μεξικό μια «αδελφή δημοκρατία». Στην πραγματικότητα, ο Χουέρτα ήταν όργανο του Αγγλικού ιμπεριαλισμού με τον οποίο είχε συνάψει εμπορικές συμφωνίες. Υποστηρίζοντας τον Καρράνσα οι ΗΠΑ δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να επιλέξουν μια επιθετική πολιτική υπεράσπισης των συμφερόντων τους.

Παρ’ όλα αυτά, ο Συνταγματικός Στρατός ήταν ένα θνησιγενές κατασκεύασμα που μαστιζόταν από εσωτερικές αντιθέσεις. Ενώ ο Καρράνσα και ο Ομπρεγόν μάχονταν υπέρ της συνταγματικής νομιμότητας, ο Βίγια μαχόταν στο όνομα της επανάστασης, έστω και με τρόπο ετερόκλητο και συγκεχυμένο. Η Μεραρχία ήταν ένας «πληβειακός» στρατός, με την έννοια ότι η κοινωνική του σύνθεση διέφερε αισθητά πό αυτήν των δύο έτερων σωμάτων των συνταγματικών. Από αυτή την άποψη, είχε περισσότερα κοινά με τους μαχόμενους αγρότες του νότου, παρά με τους αστικούς στρατούς που εκστράτευαν παράλληλα με αυτήν σε ανατολή και δύση. Επιπλέον, στα τέλη Σεπτεμβρίου η Μεραρχία χτύπησε και απέσπασε την πόλη Τορρεόν από τους ομοσπονδιακούς. Σύμφωνα με τον Νιούελ, τα «αποθέματα όπλων και πυρομαχικών που πήρε από τον ομοσπονδιακό στρατό ήταν τεράστια. Περιελάμβαναν ακόμη και ένα ολόκληρο νοσοκομειακό τραίνο, μαζί με τους 60 ιατρούς του».

Η κατάκτηση της Τορρεόν κατέστησε την αγροτική στρατιά του Βίγια πανίσχυρη και έκανε επιτακτική την ανάγκη για την επιβολή κάποιου είδους πολιτικού ελέγχου εκ μέρους της αστικής ηγεσίας των συνταγματικών που θα μετρίαζε τα αποτελέσματα της ιλιγγιώδους καθόδου της Μεραρχίας προς το Νότο. Μόλις το καθεστώς του Χουέρτα έδειξε τα πρώτα σημάδια κατάρρευσης έπειτα από τις συντριπτικές νίκες του Βίγια σε Τορρεόν και Ζακατέκας, ξεκίνησε η πάλη εξουσίας στο εσωτερικό των συνταγματικών. Αυτή εκφράστηκε με μια σειρά κατασταλτικών διοικητικών μέτρων που πάρθηκαν εναντίον της Μεραρχίας από το ίδιο το στρατηγείο των συνταγματικών και κορυφώθηκε με τη διαταγή του Καρράνσα για εκτροπή της εκστρατείας του Βίγια μακριά από τον φυσικό της προορισμό, το Μεξικο Σίτυ, για να επιτεθεί στο ασήμαντο στρατηγικά Σαλτίγιο. Την ίδια στιγμή δόθηκε η εντολή στον Ομπρεγόν για ταχεία προέλαση προς την πρωτεύουσα.

Ο Βίγια δεν ήταν διατεθειμένος να δεχτεί αδιαμαρτύρητα αυτή την απροκάλυπτη απόπειρα υποβάθμισης του πολιτικού ρόλου του. Αποτρέποντας τη θριαμβευτική είσοδο του στην πόλη του Μεξικού, ο Βίγια σίγουρα αισθάνθηκε ότι του στερούσαν έναν θρίαβο που δικαιωματικά του ανήκε, αφού η Μεραρχία του Βορρά ήταν η δύναμη που σήκωσε το κύριο βάρος της αντιπαράθεσης με τους ομοσπονδιακούς. Επιπλέον, ο «βιγισμός» δεν διέθετε την ιδεολογική καθαρότητα του ζαπατικού κινήματος, ούτε είχε μπορέσει να αναπτύξει ένα αντίστοιχο επαναστατικό πολιτικό πρόγραμμα. Η Μεραρχία ήταν κατά βάση μία ένοπλη μάζα απόκληρων του βορρά. Αυτό που την κρατούσε ενωμένη ήταν μια αφηρημένη ελπίδα των εξεγερμένων για «καλύτερες μέρες» και η ακατάβλητη επιθυμία τους να «φτάσουν έως το Μέξικο Σίτυ». Ο Βίγια ήταν ικανότατος στρατηγός και γνώριζε τις καταστρεπτικές συνέπειες που θα είχε η ανατροπή αυτής της προσδοκίας για το ηθικό των ανδρών του.

Μετά την πτώση του Χουέρτα διοργανώθηκε στην πόλη Αγκουασκαλιέντες Συνέλευση όλων των αντιδικτατορικών δυνάμεων με πρωτοβουλία του Ομπρεγόν, προκειμένου να βρεθεί συμβιβαστική λύση στη διένεξη που είχε ξεσπάσει ανάμεσα στον Καρράνσα και τον Βίγια, με τη συμμετοχή και ζαπατικών αντιπροσώπων. Ο Βίγια αξιίωσε από το βήμα του Συνεδρίου την παραίτηση του Καρράνσα ο οποίος απάντησε από το Μέξικο Σίτυ όπου βρισκόταν, πως θα αποχωρούσε εφόσον ο Βίγια παραιτείτο από την αρχηγία της Μεραρχίας του Βορρά και ο Ζαπάτα δεχόταν να εγκαταλείψει οικειοθελώς τη χώρα. Ο Βίγια εξουσιοδότησε τους αντιπροσώπους του στη Συνέλευση να αποδεχτούν τους όρους και παραιτήθηκε από το αξίωμα του στρατηγού. Όταν όμως ο Καρράνσα έμαθε για την παραίτηση αρνήθηκε κατηγορηματικά να εκπληρώσει τους όρους που ο ίδιος είχε θέσει και κατηγόρησε τον Βίγια για πολιτικό ελιγμό! Η ρήξη ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα ήταν πλέον ολοκληρωτική. Ταυτόχρονα τέθηκε σε κίνηση η διπλωματική προσέγγιση με το φυσικό σύμμαχο τους, τους Ζαπατίστας του νότου. Με τη στήριξη του βιγικού μπλοκ των αντιπροσώπων, η Συνέλευση υιοθέτησε με ψήφισμα τις θέσεις του Σχεδίου της Αγιάλα ως επίσημη πολιτική της ως προς το αγροτικό ζήτημα, ικανοποιώντας έτσι τον πάγιο όρο των ζαπατικών για τη σύναψη οποιασδήποτε πολιτικής συμμαχίας. Στρατιωτικά, ο Απελευθερωτικός Στρατός ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος του νότιου τμήματος της χώρας. Διέθετε άφθονα πυρομαχικά (πάνω από 2.000.000 φυσίγγια), μυδραλιοβόλα, πυροβόλα μάουζερ και κάπου 30.000 ετοιμοπόλεμους μαχητές. Είχε εκδιώξει τον ομοσπονδιακό στρατό από τα εδάφη του και ήλεγχε την πρωτεύουσα της Μορέλος, Κουερναβάκα.

Η πολιτική και στρατιωτική ένωση του με την μεραρχία του Βορρά σήμαινε πως για πρώτη φορά, οι αγρότες ήταν αρκετά ισχυροί ώστε να υπαγορεύσουν τις εξελίξεις σε εθνικό επίπεδο. Έχοντας επίγνωση της δυσμενούς θέσης στην οποία είχαν περιέλθει, οι Καρράνσα και Ομπρεγόν έσπευσαν να αναδιπλωθούν. Απέσυραν τις υποδεέστερες δυνάμεις τους από την πρωτεύουσα και οχυρώθηκαν σε Πουέμπλα και Βερα Κρους αντίστοιχα. Στις 06/12/1914 30.000 Ζαπατίστας, ζωσμένοι με φυσεκλίκια και κουβαλώντας ντουφέκια, και 40.000 άνδρες της Μεραρχίας του Βορρά, ντυμένοι με τις παλαιές, φθαρμένες στολές του ομοσπονδιακού στρατού, εισήλθαν θριαμβευτικά σε παράταξη στην πόλη του Μεξικού. Ήταν η πιο ήπια και λιγότερο αιματηρή κατοχή που εγκαθιδρύθηκε ποτέ στην πρωτεύουσα της χώρας.

Η Κομούνα της Μορέλος

Το σημαντικότερο επίτευγμα του επαναστατικού ζαπατισμού δεν ήταν οι στρατιωτικές νίκες επί των αντιπάλων του, αλλά η δημιουργία μιας αναρχικής κομούνας στα επαναστατημένα εδάφη της Μορέλος, μεταξύ 1915 και 1917.

Η κομούνα ήταν ένα καθεστώς που στηριζόταν στην άμεση δημοκρατία και τη συλλογική ιδιοκτησία της γης. Αποτέλεσε τη φυσική εξέλιξη του ένοπλου ζαπατισμού που από τα πρώτα βήματα του είχε ως ύψιστη προτεραιότητα τη διάλυση των λατιφούντιων και την επιστροφή των γαιών στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, τις κοινότητες. Το 1915, ο ζαπατικός Υπουργός Γεωργίας της Κυβέρνησης της Συνέλευσης Μανουέλ Παλαφόξ συνέταξε με τη βοήθεια των αναρχικών διανοουμένων που είχαν ενταχθεί στο κίνημα (Σότο υ Γκάμα, Μαγκάνια, Πέρες-Ταίυλορ και ο βετεράνος της κομούνας των Παρισίων του 1871 Οκτάβιο Γιάν), τον Αγροτικό Νόμο που έθεσε τις βάσεις για την αγροτική μεταρρύθμιση στην Μορέλος. Συστάθηκαν γεωργικές επιτροπές από εθελοντές αγρονόμους που ανέλαβαν το έργο της οροθέτησης των γεωγραφικών συνόρων των χωριών, της καταγραφής των γεωργικών εκτάσεων και του επιμερισμού της χρήσης των δασών και των υδάτινων πόρων ανάμεσα στις κοινότητες.

Ο ρόλος των επιτροπών ήταν κυρίως υποστηρικτικός και τον πραγματικό έλεγχο της διαδικασίας είχαν τα ίδια τα χωριά που γνωμοδότησαν επί της οροθέτησης των γαιών και συμφώνησαν μέσω διαβουλεύσεων για την κατανομή των διαφιλονικούμενων γαιών. Με εντολή του Ζαπάτα τα πορίσματα στα οποία κατέληγαν οι κοινότητες ήταν δεσμευτικά και καθόρισαν το τελικό περιεχόμενο της εργασίας των επιτροπών. Δικαίως καμία αποζημίωση δεν καταβλήθηκε στους γαιοκτήμονες, αφού ο αναδασμός αφορούσε εδάφη που εξαρχής είχαν προσαρτηθεί στα λατιφούντια διά της βίας.

Το 1916, ψηφίστηκε ο δεύτερος βασικός νόμος της κομούνας, ο Γενικός Νόμος περί των Δημοτικών Ελευθεριών, εμπνευστής του οποίου ήταν ο Αντόνιο Ντίαζ Σότο υ Γκάμα. Ο νόμος κατήργησε τη δικαιοδοσία της κεντρικής κυβέρνησης στην Μορέλος και παραχώρησε πλήρη ελευθερία στις δημοτικές συνελεύσεις να ρυθμίζουν τις υποθέσεις τους. Παράλληλα, δημιουργήθηκε μια ομοσπονδία συνελεύσεων (συνέλευση χωριού→συνέλευση κεφαλοχωρίου→περιφερειακή συνέλευση) που επιφορτίστηκε με ζητήματα διακυβέρνησης ολόκληρης της πολιτείας.

Ο νόμος δεν έμεινε νεκρό γράμμα. Στις συνελεύσεις ανατέθηκε η συλλογή των φόρων και η διάθεση τους ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού. Αυτό σήμαινε πως οι κοινότητες είχαν τα οικονομικά μέσα στη διάθεση τους με τα οποία μπορούσαν να κυβερνήσουν πραγματικά και να παράγουν έργο. Η εξουσία των συνελέυσεων ήταν απαραβίαστη και ο Ζαπάτα είχε δώσει το δικαίωμα στις πολιτοφυλακές των χωριών να συλλαμβάνουν ακόμη και μέλη του Απελευθερωτικού Στρατού, εάν αυτά ενεργούσαν καθ’ υπέρβαση των εντολών τους για να παρασιτίσουν σε βάρος των κοινοτήτων.

Τους πρώτους μήνες του 1916, ο πληθυσμός της Μορέλος ζούσε πραγματικά ελεύθερος για πρώτη φορά και ευημερούσε. Η ελευθερία του όμως καταπατήθηκε άγρια κάτω από τις μπότες του κυβερνητικού στρατού που εισέβαλλε στην πολιτεία την ίδια χρονιά. Ο στρατός του Καρράνσα κατέστρεψε τα πάντα και να σβήσει όλα τα ίχνη της κομούνας, εκτός από την ανάμνηση μιας πραγματικής ισότητας και ελευθερίας που κάποτε επικράτησε στην αγροτική αυτή πολιτεία του νότιου Μεξικού.

Η Αρχή του Τέλους

Η κατάληψη της πόλης του Μεξικού από τους αγροτικούς στρατούς αποτέλεσε το αποκορύφωμα αλλά και την αρχή του τέλους της αγροτικής επανάστασης. Αυτό οφειλόταν σε δύο παράγοντες: πρώτον, στα έμφυτα πολιτικά όρια της αγροτικής επανάστασης, και δεύτερον, στην αποστασία του προλεταριάτου των πόλεων που την πιο κρίσιμη ώρα συντάχτηκε με τις αστικές δυνάμεις της επανάστασης.

Πράγματι, παρόλο που ήταν οι απόλυτοι κύριοι της στρατιωτικής κατάστασης στο Μεξικό, οι αγρότες δεν δημιούργησαν καμία οργανωμένη μορφή πολιτικής εξουσίας που θα αναλάμβανε τη διακυβέρνηση της χώρας. Οι διαθέσεις των ζαπατικών απέναντι στην προοπτική άσκησης της εξουσίας φάνηκαν καθαρά από το γεγονός ότι τη στιγμή που ο Βίγια με τον Ομπρεγόν έδιναν αγώνα δρόμου για το ποιός θα φτάσει πρωτος στην πρωτεύουσα, οι Ζαπατίστας απείχαν μόλις μερικά χιλιόμετρα από το Μέξικο Σίτυ. Παρ’ όλα αυτά, δεν κατέλαβαν την πόλη. Οι περισσότεροι αποστρατεύτηκαν θεωρώντας πως μετά την απελεύθερωση της Μορέλος από τον Χουέρτα, ο στόχος τους είχε επιτευχθεί! Ο Ζαπατισμός ήταν ένα λαϊκό αμυντικό κίνημα και οι Ζαπατίστας ήταν πρώτα και κύρια ένας στρατός υπεράσπισης της Μορέλος δεμένος με τη γη του.

Αλλά και σε προσωπικό επίπεδο ο Ζαπάτα αισθανόταν μια απέχθεια για κάθε αξίωμα που μπορούσε να διαφθείερει την ανθρώπινη φύση. Το παρακάτω επεισόδιο είναι χαρακτηριστικό. Την ημέρα που οι αγρότες εισήλθαν στην πρωτεύουσα, ο Βίγια με τον Ζαπάτα επισκέφθηκαν το Εθνικό Μέγαρο. Όταν ο Βίγια προσκάλεσε τον Ζαπάτα να καθήσει στον προεδρικό θρόνο, ο Ζαπάτα αρνήθηκε ευγενικά και απάντησε: «Θα ήταν καλύτερα να τον καίγαμε, γιατί απ’ότι έχω δει όλοι όσοι έχουν καθήσει σε αυτή την καρέκλα έγιναν εχθροί του λαού».

Μοιραία λοιπόν ο σχηματισμός κυβέρνησης ανατέθηκε στους μικροαστούς οπαδούς του Βίγια, οι οποίοι ουδόλως συμμερίζονταν τον ριζοσπαστισμό των αγροτών. Οι ζαπατικοί ικανοποιήθηκαν με την ανάθεση του Υπουργείου Γεωργίας στον γραμματέα του Ζαπάτα, Μανουέλ Παλαφόξ ο οποίος αμέσως άρχισε να καταστρώνει σχέδια για την εφαρμογή μιας επαναστατικής αγροτικής μεταρρύθμισης στην Μορέλος και στη χώρα. Τα υπόλοιπα υπουργεία όμως δόθηκαν σε μετριοπαθείς βιγικούς, με πρόεδρο τον Εουλάλιο Γκουτιέρες. Οι ένοπλοι αγρότες ανέλαβαν να «επιτηρούν» το πολιτικό έργο της νεοσύστατης κυβέρνησης και να την επαναφέρουν στον «ορθό δρόμο» όποτε οι περιστάσεις το απαιτούσαν. Η Κυβέρνηση της Συνέλευσης, όπως ονομάστηκε, ήταν ουσιαστικά μια διορισμένη κυβέρνηση αστών, όμηρος στα χέρια των αγροτών. Συνέπεια αυτού του ανορθόδοξου διακανονισμού ήταν ότι η κυβέρνηση του Γκουτιέρες απέφυγε να ψηφίσει έστω έναν επαναστατικό νόμο, ενώ εργάστηκε σιωπηρά για να διασπάσει το ενωμένο στρατιωτικό μέτωπο των αγροτών, μέχρι την οριστική της αυτομόληση στις γραμμές του εχθρού τρεις μήνες αργότερα.

Ο δεύτερος παράγων της αποτυχίας των αγροτών συνιστά και ένα από τα ποιό τραγικά επεισόδια της Μεξικανικής Επανάστασης. Μιλούμε για το σύμφωνο που υπογράφτηκε στις 17/02/1915 στην πόλη Βέρα Κρους, ανάμεσα στον στρατηγό Αλβάρο Ομπρεγόν και την ηγεσία του αναρχικού συνδικάτου «Οίκος του Παγκόσμιου Εργάτη». Με αυτό το σύμφωνο η κυβέρνηση του Καρράνσα υποσχόταν στον Οίκο πλήρη ελευθερία δράσης στα έδαφη που ήλεγχαν οι συνταγματικοί καθώς και την παραχώρηση χρημάτων, χώρων συγκέντρωσης και τυπογραφείων στους αναρχικούς με αντάλλαγμα την οργάνωση «Ερυθρών Ταγμάτων» για την κατάταξη των εργατών στον Συνταγματικό Στρατό. Το 1915 ο Οίκος ήταν η μεγαλύτερη εργατική οργάνωση της χώρας και αριθμούσε 200.000 από όλους τους επαγγελματικούς κλάδους της μεξικανικής οικονομίας. Η συμφωνία απέφερε στους συνταγματικούς τέσσερα τάγματα από βιομηχανικούς εργάτες, οικοδόμους, υφαντουργούς, κλπ. συνολικής δύναμης 9.000 ανδρών και η επίτευξη της οφείλεται σε μεγάλο μέρος στην πολιτική ευφυία του Αλβάρο Ομπρεγόν.

Ο πανέξυπνος στρατηγός έβλεπε τους εργάτες ως δεξαμενή στρατολόγησης πολεμιστών για τον Συνταγματικό Στρατό αλλά και ως πολύτιμο ιδεολογικό σύμμαχο για να εξουδετερωθεί η έλξη που ασκούσε στις μάζες η αγροτική επαναστατική ιδεολογία. Τα κίνητρα του ήταν ιδιοτελή, όπως φάνηκε και από την μετέπειτα στάση του, όταν συναίνεσε στη συντριβή της Γενικής Απεργίας που προκήρυξαν οι αναρχικοί το 1916. όμως, γιατί οι επαναστάτες ηγέτες του Οίκου υπέγραψαν συτό το σύμφωνο σωτηρίας της αστικής τάξης; Γιατί δεν συμπαρατάχθηκαν με το φυσικό ταξικό σύμμαχο τους, τους εξεγερμένους αγρότες και επέλεξαν να προσχωρήσουν στους συνταγματικούς; Ο βασικός λόγος είναι πως υπήρχε πλήρης απουσία πολιτικής επικοινωνίας ανάμεσα στους αγρότες και τους εργάτες. Όπως είδαμε η μερίδα των ηγετών του Οίκου που τασσόταν υπέρ της συνεργασίας με τους ζαπατικούς είχε ήδη αποχωρήσει σύσσωμη από την οργάνωση για να ενταχθεί επίσημα στον Απελευθερωτικό Στρατό. Όταν έγινε η γενική συνέλευση του Οίκου για να αποφασίσει αν θα επικυρώσει το Σύμφωνο, η «ζαπατική» παράταξη των συνδικαλιστών δεν εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία. Επιπλέον, ο Ομπρεγόν υποσχέθηκε χειροπιαστά ανταλλάγματα για την εργατική τάξη (αύξηση αποδοχών, μείωση ωραρίου, κλπ.), πράγμα που επικαλέστηκαν οι υπέρμαχοι του Συμφώνου. Μυστηριωδώς, η φιλεργατική προπαγάνδα του Ομπρεγόν έμεινε χωρίς απάντηση από του ζαπατικούς και την προδοτική κυβέρνηση της Συνέλευσης, που δεν πήρε ούτε ένα νομοθετικό μέτρο υπέρ των εργατών κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην εξουσία.

Διάσπαση, Υποχώρηση, Καταστροφή

Έπειτα από μερικές εβδομάδες παραμονής στο Μέξικο Σίτυ, οι αγροτικοί στρατοί ετοιμάστηκαν να εκκενώσουν την πρωτεύουσα για να συναντήσουν τις υποδεέστερες αλλά αναδιοργανωμένες δυνάμεις των συνταγματικών που είχαν καταφύγει την περιφέρεια. Στα απομνημονεύματα του ο καρρανσιστής στρατηγός Χουάν Μπαρραγάν παραδέχεται πως, «οι δυνάμεις των συνταγματικών βρίσκονταν στη χειρότερη δυνατή στρατιωτική κατάσταση». Διασκορπισμένοι και αντιμετωπίζοντας εξαιρετικές δυσχέρειες στον εφοδιασμό, οι συνταγματικοί κατείχαν μόνο το λιμάνι της Βέρα Κρους στα νοτιοανατολικά χάρη στο οποίο μπορούσαν ακόμη να παραλαμβάνουν προμήθειες για τα στρατεύματα τους. Από την άλλη, οι συνασπισμένες δυνάμεις των αγροτών ήταν πανίσχυρες. Διέθεταν άνδρες, άλογα, καθώς και βαρύ πυροβολικό, κανόνια και μυδραλιοβόλα. Επιπλέον, ο Βίγια είχε υπό τον έλεγχο του τις σιδηροδρομικές γραμμές που σήμαινε πως οι αγρότες είχαν τη δυνατότητα να μεταφέρουν ταχύτατα τα στρατεύματα τους σε όποιο μέρος έπρεπε να επιτεθούν ή να υπερασπίσουν.

Ωστόσο, οι πολιτική διάλυση που επικρατούσε στο στρατόπεδο των αγροτών υπερίσχυσε των ευνοϊκών στρατιωτικών συσχετισμών και καταδίκασε την εκστρατεία τους σε αποτυχία. Η αδυναμία των αγροτών ηγετών να καταλάβουν την εξουσία είχε μετριάσει τον επαναστατικό ενθουσιασμό και την ορμή των στρατευμάτων τους. Για πρώτη φορά φώλιαζε στις καρδιές τους η αμφιβολία. Παράλληλα, ο Υπουργός Πολέμου Μάρτιν Λουίς Γκουσμάν έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να σαμποτάρει την εκστρατεία κατά του Καρράνσα. Ειδικά οι ζαπατικοί υπέφεραν από την άρνηση του να διαθέσει πολεμοφόδια και τραίνα για την ταχεία μεταφορά στρατευμάτων στο μέτωπο της Πουέμπλα. Την προδοσία του Γκουσμάν ενάντια στον Απελευθερωτικό Στρατό διευκόλυνε η εσφαλμένη στρατηγική που ακολούθησαν οι αγρότες διασπώντας τις δυνάμεις τους και κατανέμοντας τα στρατεύματα τους σε δύο ξεχωριστά θέατρα επιχειρήσεων, στα βόρεια και βορειοδυτικά υπό τον Βίγια, και στα νότια υπό τον Ζαπάτα. Δεν αναπτύχθηκε μια ενιαία στρατιωτική διοίκηση που θα κατέστρωνε ένα σχέδιο εκστρατείας με προοπτική την επικράτηση των αγροτών σε εθνική κλίμακα. Αντί να μετατραπούν σε έναν στρατό ικανό να επικρατήσει σε ολόκληρη τη χώρα, οι αγρότες παρέμειναν προσκολλημένοι στις μορφές στρατιωτικής οργάνωσης που είχαν πριν την κατάληψη της πόλης του Μεξικού. Τη στιγμή που είχαν στην κατοχή τους την πρωτεύουσα, ο Βίγια και ο Ζαπάτα εξακολουθούσαν να σκέπτονται σαν ηγέτες ενός αντάρτικου της υπαίθρου. Ο Βίγια θεωρούσε πως η βάση επιχιρήσεων του βρισκόταν στην Τσιουάουα, πολιτεία του βόρειου Μεξικού όπου είχε γεννηθεί, διαθέτοντας ένα μεγάλο μέρος των δυνάμεων του για να περιφρουρήσει τις εκτεταμένες γραμμές ανεφοδιασμού του, ενώ ο Ζαπάτα συνέχιζε να θεωρεί πως ο Νότος ήταν η αποκλειστική περιοχή δικαιοδοσίας του.

Στο διάστημα μεταξύ 06/04/1915 και 11/07/1915 ο Βίγια γνώρισε τέσσερις βαρειές ήττες από τις πειθαρχημένες λεγεώνες του Ομπρεγόν στη Σελάγια και στο Αγκουασκαλιέντες. Οι μανιασμένες επιθέσεις του πεζικού και του ιππικού της Μεραρχίας έσπαγαν η μία μετά την άλλη πάνω στις αμυντικές γραμμές των Ερυθρών Ταγμάτων. Όταν η κούραση και οι απώλειες από τις πολύωρες επιθέσεις εξαντλούσαν τους άνδρες της Μεραρχίας, οι συνταγματικοί αντεπιτίθονταν με φρέσκειες εφεδρίες και πετσόκοβαν τους βιγικούς. Τέσσερις φορές επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό. Η τέταρτη ήττα στο Αγκουασκαλιέντες υπήρξε και η καθοριστικότερη. Μετά τις 11/07 η Μεραρχία ως οργανωμένη στρατιωτική δύναμη έπαψε να υπάρχει.

Στο μεταξύ, ο Ζαπάτα αηδιασμένος από την προδοσία του Γκουσμαν αλλα και από την ενέργεια του Βίγια να συλλάβει και να εκτελέσει στο Μέξικο Σίτυ το μέλος του επιτελείου του Μαρτίνες επειδή είχε προσβάλλει σε ένα άρθρο του την μνήμη του «μάρτυρα» Μαδέρο, απέσυρε τις δυνάμεις του από το μέτωπο της Πουέμπλα και αναδιπλώθηκε στην Μορέλος. Το αγροτικό μέτωπο είχε διαρραγεί και ο δρόμος για το Μέξικο Σίτυ ήταν πλέον ανοιχτός για τους συνταγματικούς. Υπακούοντας στο περιφερειακό κριτήριο του αντάρτη-στρατηγού, ο Ζαπάτα θεώρησε πως οι πολιτείες του Νότου μπορούσαν να του προσφέρουν ασφάλεια. Εκεί θα μπορούσε να αμυνθεί αποτελεσματικά και να προστατεύσει την αγροτική κομούνα που λειτουργούσε στην Μορέλος από το 1915, προσφεύγοντας για μια ακόμη φορά στην παρενόχληση και τον ανταρτοπόλεμο. Όμως, τούτη τη φορά οι υψηλές βουνοκορφές της Μορέλος δεν θα έσωζαν τον Εμιλιάνο και τους άνδρες του.

Ο Ομπρεγόν εγκαταστάθηκε στο Μέξικο Σίτυ και οργάνωσε τις δυνάμεις του υπό την μορφή τακτικού στρατού. Το 1916 μια πανίσχυρη φάλαγγα 40.000 κυβερνητικών στρατιωτών υπό την ηγεσία του αδίστακτου στρατηγού Πάμπλο Γκονζάλες, εισέβαλε στην Μορέλος και άρχισε να καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμα της, εξοντώνοντας συστηματικά τον άμαχο πληθυσμό και λεηλατώντας τα υπάρχοντα του. Παράλληλα, ο Καρράνασα εξέδωσε προεδρικό διάταγμα με το οποίο χορηγούσε αμνηστεία σε όσους οπλαρχηγούς συμφωνούσαν να καταθέσουν τα όπλα και να δηλώσουν υπακοή στην νέα κυβέρνηση. Δυστυχώς για τους αγρότες, πολλοί επαναστάτες διοικητές από τις γειτονικές πολιτείες του νότου (Γκουερέρο, Οαχάκα, Πουέμπλα) αποδέχτηκαν την αμνηστεία και αποστράτευσαν τους άνδρες τους. Έτσι το ζαπατικό αντάρτικο απογυμνώθηκε από τη στρατηγική περιφέρεια του και απομονώθηκε στην Μορέλος. Ο Ζαπάτα και οι παλαιότεροι στρατηγοί του όπως ο Χενοβέδο δελα Ο, συνέχισαν να μάχονται για την επιβίωση της κομούνας, απορρίπτοντας τις κυβερνητικές προσφορές για αμνηστεία και παραχώρηση τίτλων και γης. Εξέφραζαν έτσι ως γνήσιος λαϊκός στρατός τις διαθέσεις των αγροτών της Μορέλος που για πρώτη φορά είχαν αποκτήσει το δικαίωμα να διευθύνουν οι ίδιοι τις υποθέσεις τους μέσω των δημοτικών συνελεύσεων, να δουλεύουν από κοινού τα χωράφια και να κατανέμουν τους πόρους τους ανάλογα με τις δικές τους ανάγκες. Συνεπώς, δεν έδειχναν καμία διάθεση να παραδοθούν.

Παραταύτα, η εκστρατεία γενοκτονίας που διεξήγαγαν οι κυβερνητικές δυνάμεις άρχισε σταδιακά να οδηγεί σε ερήμωση της χώρας και στην καταστροφή της ίδιας της φυσικής ύπαρξης της κομούνας. Οι Ζαπατίστας ήταν τόσο απομονωμένοι και απελπισμένοι για συμμάχους που ο Ζαπάτα για πρώτη φορά αγνόησε την έμφυτη καχυποψία του και κατέβηκε από τα βουνά για να συναντήσει εναν σκιώδη συνταγματάρχη των κυβερνητικών δυνάμεων ονόματι Γκουαχάρδο που είχε ειδοποιήσει μυστικά πως ήθελε να αυτομολήσει με τους άνδρες στην πλευρά των ανταρτών. Ως τόπος συνάντησης είχε οριστεί η χασιέντα Τσιναμέκα. Στις 10 Απριλίου του 1919 ο Εμιλιάνο ξεκίνησε με 10 συνοδούς για τη συνάντηση . Μόλις ο Ζαπάτα και η συνοδεία του φάνηκαν στην είσοδο της χασιέντας ο Γκουαχάρδο ύψωσε το σπαθί του και ήχησε «τιμητικό σάλπισμα». Οι στρατιώτες έκαναν ότι παρουσίαζαν όπλα αλλά την επομενη στιγμή έστρεψαν τα ντουφέκια τους κατά της μικρής έφιππης ομάδας και πυροβόλησαν εξ επαφής. Ο θρυλικός Εμιλιάνο Ζαπάτα έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες. Όμως ο θρύλος του θα ζούσε για πάντα.

Αναρχισμός και Μεξικανική Επανάσταση – Μέρος Α’