Αλεξέι Τολστόι-Ο Δρόμος του Μαρτυρίου: Μια κριτική και πολιτική ανάγνωση

Dis-claimer:

Το κείμενο αυτό αποτελεί μια βιβλιοκριτική με πολιτικές προεκτάσεις του τρίτομου έργου “Ο Δρόμος του Μαρτυρίου”, του Ρώσου συγγραφέα Αλεξέι Τολστόι (Πρωτότυπος τίτλος στα Ρώσικα: “Хождение по мукам”, στα Αγγλικά: “The Road to Calvary”) . Δεν φιλοδοξεί σε καμία περίπτωση να αποτελέσει μια αντικειμενική ματιά, που να επικεντρώνει αποκλειστικά στην λογοτεχνική αξία του έργου. Αντίθετα, ο συντάκτης του κειμένου κατανοεί πολύ καλά την ιδιαίτερη σημασία της λογοτεχνίας σε σχέση με την πολιτική στράτευση, αλλά και εν γένει την πολιτική και καταβάλει προσπάθεια, πέρα από την ανάδειξη του έργου αυτού καθ’ αυτού, να συμβάλει και στην αποκρυπτογράφηση των ιδιαίτερων πολιτικών και κοινωνικών επιδιώξεων του συγγραφέα, όπως αυτές εκφράζονται μέσα από τις εκατοντάδες σελίδες του έργου του. Το έργο αυτό του Α.Τολστόι είναι ακόμη ένα τρανό παράδειγμα του πως η λογοτεχνία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πολιτική προπαγάνδα, ακόμη και όταν κατά τα φαινόμενα δεν είναι αυτός ο κύριος σκοπός της ή, ακόμη περισσότερο, πως η πολιτική προπαγάνδα (και η ιστορική διαστρέβλωση) μπορεί να ενδυθεί τον μανδύα της λογοτεχνίας.

Μικρή Εισαγωγή:

Έτυχε να κληρονομήσω από το οικογενειακό μου περιβάλλον μια σειρά έργων της ρωσικής λογοτεχνίας, η οποία περιλαμβάνει έργα των μεγαλύτερων δημιουργών της, όπως ο Φίοντορ Ντοστογιέφσκι, ο Μαξίμ Γκόρκι, ο Λέων Τολστόι. Τα βιβλία είναι από αυτές τις χαρακτηριστικές παλιές, μεγάλες, βαριές και όμορφες εκδόσεις του Γκοβόστη. Ξέρετε, εκείνες οι βαθυκόκκινες με τα σκαλιστά, χρυσαφένια γράμματα, που ομορφαίνουν κάθε βιβλιοθήκη.

Ανάμεσα στα υπόλοιπα βιβλία ξεχώρισα πολύ γρήγορα ένα τρίτομο έργο του Αλεξέι Τολστόι με τίτλο “Ο Δρόμος του Μαρτυρίου”, για το οποίο δεν είχα ξανά ακούσει τίποτε, ούτε και είχα διαβάσει κάτι σχετικά.

Ξεπερνώντας την αρχική παρεξήγηση και αφού κατάλαβα πως δεν επρόκειτο για πόνημα του μακρινού του συγγενή, Λέοντα, καταπιάστηκα να το διαβάσω ολόκληρο, κάτι που μου πήρε αρκετούς μήνες, πράγμα φυσιολογικό, δεδομένου του όγκου του.

Τα τρία βιβλία που απαρτίζουν την τριλογία είναι κατά σειρά, σύμφωνα με την απόδοση των εκδόσεων Γκοβόστη, τα εξής: “Οι αδελφές”, “1918”, “Το σκυθρωπό πρωινό”.

Το σύνολο του έργου γράφτηκε σε διάστημα 20 ετών, με τον Τολστόι να ξεκινάει την συγγραφή του πρώτου τόμου το 1921 και να τελειώνει τον τρίτο το 1941. Αυτή η λεπτομέρεια είναι πολύ σημαντική για την εξέλιξη του έργου, όπως θα δούμε και παρακάτω.

Ένα μικρό αλλά απαραίτητο βιογραφικό του συγγραφέα:

Για να κατανοήσουμε καλύτερα κάποιες πτυχές του έργου του Αλεξέι Τολστόι πρέπει να γνωρίζουμε κάποια βασικά βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα, καθώς η περίπτωσή του αποδεικνύει περίτρανα πως είναι πολύ δύσκολο να αποκόψει κανείς ένα έργο τέχνης από την εποχή στην οποία δημιουργήθηκε, τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν, τις ιδέες του δημιουργού και την εξέλιξή τους.

Ο Αλεξέι Νικολάγιεβιτς Τολστόι γεννήθηκε το 1883 στο Πουγκατσόφ, στην επαρχία της Σαμάρα κουβαλώντας στις πλάτες του μια σπάνια οικογενειακή λογοτεχνική κληρονομιά: Από την πλευρά του βιολογικού του πατέρα είναι φυσικά μακρινός απόγονος του Λέοντα Τολστόι, ιερού τέρατος της ρωσικής λογοτεχνίας. Από την μεριά της μητέρας του είναι μικρανηψιός του επίσης σπουδαίου συγγραφέα Ιβάν Τουργκένιεφ, δημιουργού του σπουδαιότατου και άκρως ριζοσπαστικού έργου “Πατέρες και Υιοί” (το οποίο συστήνω ανεπιφύλακτα σε όποιον ενδιαφέρεται να μελετήσει την ρωσική λογοτεχνία).

Ο νεαρός Αλεξέι, ωστόσο, λίγα γνώριζε για την λαμπρή καταγωγή του κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του, καθώς η μητέρα του ερωτεύθηκε έναν άλλον άντρα, ενώ ήταν ήδη έγκυος στο τέταρτο παιδί της (δηλαδή τον Αλεξέι) από τον Κόμη Νικολάι Τολστόι και εξοστρακίστηκε μαζί με τον Κόμη Μπόστρομ, τον νέο της αγαπητικό, στο Πουγκατσόφ. Εκεί γεννήθηκε και μεγάλωσε ο συγγραφέας μας, λαμβάνοντας άριστη παιδεία, αγνοώντας όμως μέχρι και την ηλικία των δεκατριών ετών ποιος ήταν ο βιολογικός του πατέρας. Ακόμη κι όταν το έμαθε όμως δεν φάνηκε να ενθουσιάζεται, καθώς δεν τον αναζήτησε ποτέ, ούτε και θέλησε να συναντήσει τα βιολογικά του αδέρφια. Ακόμη κι έτσι όμως, η κληρονομιά που του άφησε ο βιολογικός του πατέρας μετά θάνατον ήταν αυτή που του επέτρεψε να σπουδάσει στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Αγ. Πετρούπολης, στα 1902, και να γνωρίσει τις ριζοσπαστικές ιδέες της εποχής, δηλαδή αυτές των Μπολσεβίκων, των Μενσεβίκων και των Σοσιαλεπαναστατών, χωρίς όμως να στρατευθεί με κανέναν τους, όντας περισσότερο επηρεασμένος από τον αστικό φιλελευθερισμό.

Τα επόμενα χρόνια ξεκίνησε να γράφει, να ζει μια μεσοαστική, ηδονιστικού τύπου ζωή, ενώ γρήγορα κατάλαβε πως η υιοθέτηση του πατρικού του ονόματος και της κληρονομιάς (ήταν άλλωστε και Κόμης) τον βοηθούσε από άποψη στάτους και περιέβαλε το όνομά του με μια μυθική αύρα, κυρίως στους κύκλους του Παρισιού, όπου έζησε και εργάστηκε για κάποια χρόνια, αλλά και στους λογοτεχνικούς κύκλους της Ρωσίας, όπου είχε ξεκινήσει να φτιάχνει όνομα με την πένα του.

Φαστ Φόργουορντ στα 1917 και την Επανάσταση του Φλεβάρη. Ο Τολστόι υποστηρίζει την πρώτη επανάσταση αλλά σιχαίνεται τους Μπολσεβίκους και εν γένει τους Αριστερούς Επαναστάτες . Μάλιστα, μαρτυρίες αναφέρουν πως θέλει να “βγάλει τα μάτια του Λένιν και του Τρότσκι αν πέσουν στα χέρια του”. Αντιτίθεται στην Οκτωβριανή και κατατάσσεται στον εθελοντικό στρατό των Λευκών, αλλά μετά την αρχική ήττα του Στρατού του Βράγκελ και του Ντενίκιν, στα 1920, φεύγει εμιγκρές για το Παρίσι μαζί με την οικογένειά του. Εκεί είναι που ξεκινάει να γράφει τον “Δρόμο του Μαρτυρίου” και συγκεκριμένα τις “Αδελφές” (1921-22).

Εκείνη την εποχή όμως καταλαβαίνει τελικά κατά που γέρνει ο εμφύλιος πόλεμος στην Ρωσία, μετακομίζει στο Βερολίνο και κάνει επική ιδεολογική κωλοτούμπα, ξεκινώντας να συνεργάζεται με τον Μαξίμ Γκόρκι στον φιλο-μπολσεβίκικο τύπο των Ρώσων εμιγκρέδων της Γερμανίας. Επισκέπτεται αναγνωριστικά την νεαρή ΕΣΣΔ στα 1923, όπου τον υποδέχονται με τιμές ήρωα, καθώς η κριτική που ασκεί πλέον στην Λευκή ρωσική διασπορά ταιριάζει γάντι με τους σκοπούς των Μπολσεβίκων. Αποφασίζει έτσι να γυρίσει άμεσα, μια για πάντα στην Ρωσία. Από εκείνη την στιγμή η ζωή του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το καθεστώς, καθώς γίνεται ο μεγαλύτερος υποστηρικτής, όχι απλά του Κόμματος, αλλά και του ίδιου του Ιωσήφ Στάλιν, που είχε αναλάβει ως Γ.Γ. από το 1922. Ο Στάλιν τον τιμάει με διάφορα στρατιωτικά αξιώματα και ο Τολστόι καταλήγει αυλοκόλακάς του. Αποκτάει μάλιστα το προσωνύμιο “Σύντροφος Κόμης”.

Παράλληλη με την πορεία της ζωής του ήταν και η πορεία του δημιουργήματός του “Ο Δρόμος του Μαρτυρίου”, αλλά και του συνολικότερου λογοτεχνικού του έργου. Μάλιστα, ο “Δρόμος” ως τριλογία, θα βραβευτεί με το Βραβείο Στάλιν το 1943 και θα μεταφερθεί δυο φορές στην οθόνη της ΕΣΣΔ, μια ως τριλογία ταινιών στα 1957-59 και μια δεύτερη ως τηλεοπτική μίνι-σειρά στα 1977. Μια τρίτη εναλλακτική της γυρίστηκε στην Ρωσία πριν μερικά χρόνια, το 2017, με σημαντική επιτυχία.

Μικρή περίληψη της πλοκής της Τριλογίας:

Όπως είπαμε και προηγουμένως, ο “Δρόμος του Μαρτυρίου” αποτελείται από τρία βιβλία: “Οι αδελφές”, “1918”, “Το σκυθρωπό πρωινό”. Το πρώτο γράφτηκε ανάμεσα στα 1921-1922, το δεύτερο στα 1927-1928 και το τρίτο αρκετά χρόνια μετά, την διετία 1940-1941.

Η εξέλιξη του έργου διαδραματίζεται χονδρικά στα χρόνια 1914-1920, δηλαδή από την αρχή του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι και την πρώτη ιστορική καμπή του Ρωσικού εμφυλίου, με την αρχική ήττα των Λευκών του Βράγκελ και του Ντενίκιν.

Η υπόθεση του έργου περιστρέφεται γύρω από τα πρόσωπα των βασικών πρωταγωνιστών: Στο πρώτο βιβλίο, δυο αδελφές, η Ντάσα και η Κάτια Μπουλάβινα, κόρες γνωστού γιατρού και μέλη της ανώτερης μεσαίας τάξης, ζουν στην Αγία Πετρούπολη. Η Κάτια, η μεγαλύτερη, είναι παντρεμένη με γνωστό δικηγόρο και η Ντάσα, η μικρότερη, σπουδάζει νομικά μένοντας μαζί με το ζευγάρι. Η αναταραχή της έναρξης του πολέμου και οι διάφορες προσωπικές ιστορίες των δυο κοριτσιών θα τις οδηγήσουν σε μια ριζική αλλαγή ζωής. Σταδιακά η Ντάσα θα ερωτευθεί τον προοδευτικό διανοούμενο και πρώτο μηχανικό εργοστασίου, Ιβάν Ιλίτς Τελέγκιν, ενώ η Κάτια, αφού βγαίνει χήρα από έναν δυστυχισμένο γάμο, θα ερωτευθεί τον συντηρητικό στρατιωτικό Βαντίμ Ρόστσιν. Οι δυο νέοι αγαπητικοί των κοριτσιών θα πάρουν αντίθετες πλευρές στον επερχόμενο εμφύλιο, με τον Τελέγκιν να κατατάσσεται στον Κόκκινο Στρατό ενώ τον Ρόστσιν να πηγαίνει με τους Λευκούς.

Τα άλλα δυο βιβλία μας περιγράφουν τις περιπέτειες των τεσσάρων ηρώων κατά τα έτη 1918-1920 εν μέσω εμφυλίου. Η Κάτια, η Ντάσα, ο Τελέγκιν και ο Ρόστσιν διασκορπίζονται στα τέσσερα σημεία της Ρωσικής επικράτειας, περνούν περιόδους εσωτερικής αλλαγής και ζύμωσης, αντιμετωπίζουν τον θάνατο, συναναστρέφονται Λευκούς, Κόκκινους, Αναρχικούς (εμφανίζεται και ο Νέστορ Μαχνό) και τυχοδιώκτες ληστές, αλλά στο τέλος, μετά από απανωτά παιχνίδια της μοίρας έχοντας επανενωθεί και ξαναχωριστεί άπειρες φορές, καταφέρνουν να βρεθούν όλοι μαζί στην Μόσχα, στο ίδιο πολιτικό στρατόπεδο -φυσικά στους Μπολσεβίκους, αφού μέχρι και ο πρώην Λευκός Ρόστσιν περνάει υπαρξιακά στην μέση της τριλογίας και αλλάζει πλευρά- και να ατενίσουν το μέλλον της επανάστασης με αισιοδοξία.

Η τελευταία σκηνή του τρίτου Βιβλίου βρίσκει τους ήρωές μας στην Σοβιετική Πρωτεύουσα Μόσχα, σε συνέδριο του Κόμματος -πραγματικό γεγονός- όπου, με την παρουσία του Λένιν και φυσικά του Στάλιν (ο Τρότσκι κάπου χάθηκε στην πορεία της συγγραφής, καθώς δεν εμφανίζεται πουθενά), παρουσιάζεται το περίφημο σχέδιο για την ηλεκτροδότηση της Ρωσίας από τον επιστήμονα Γκλεμπ Κρζιζανόβσκι, ο οποίος έχει και τον τελευταίο λόγο στο έργο, προτρέποντας άπαντες να συνεχίσουν τον αγώνα “Μια και καλή, για να τελειώσει η εκμετάλλευση του ανθρώπου απ’ τον άνθρωπο”.

Τα θετικά στοιχεία του έργου:

Ο Αλεξέι Τολστόι είναι πραγματικά άξιος του σπουδαίου ονόματος που κουβαλάει, και ένας αληθινός συνεχιστής της καλύτερης παράδοσης της ρωσικής λογοτεχνίας, όσον αφορά το αισθητικό και καλλιτεχνικό κομμάτι. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως ο ίδιος ο Μαξίμ Γκόρκι είχε διακρίνει το ταλέντο του από πολύ μικρή ηλικία, πριν ακόμη ο Τολστόι μεταπηδήσει στην πλευρά των Μπολσεβίκων, λέγοντας πως “Πρέπει να δώσουμε σημαία σε αυτόν τον σπουδαίο συγγραφέα που είναι ο πραγματικός κληρονόμος του Λέοντος Τολστόι”.

Ο συγγραφέας αυτός έχει μια αληθινά μοναδική ικανότητα να περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια, για παραγράφους επί παραγράφων, αλλά και με τον πιο γλαφυρό τρόπο, το κάθε τι. Από αντικείμενα, χώρους, τοπία, μέχρι συναισθήματα και χαρακτήρες. Έτσι, βλέπουμε να δίνεται η ίδια σχεδόν προσοχή από την μια στην αποτύπωση π.χ. του δωματίου της νεαρής Ντάσας Μπουλάβινα, με τα έπιπλα, τα παραθυρόφυλλα, τα μικροαντικείμενα, και από την άλλη στα εφήμερα ερωτικά συναισθήματά της για τον παρακμιακό ποιητή Μπεσόνοβ ή την αγάπη της για τον μελλοντικό άνδρα της, Ιβάν Ιλίτς Τελέγκιν.

Η ικανότητα αυτή του Τολστόι μας βοηθάει στο έπακρο στο να δημιουργήσουμε στο μυαλό μας μια σαφή εικόνα για το περιβάλλον των ηρώων, να αντιληφθούμε συγκριτικά τις ταξικές και κοινωνικές ιεραρχίες, όπως αποτυπώνονται στα ρούχα, στους τρόπους, στα σπίτια των ανθρώπων, αλλά και τον απότομο ξεπεσμό μιας μεγάλης μερίδας αυτών, ιδιαίτερα της μπουρζουαζίας και των διανοούμενων, μετά τα πρώτα χρόνια του 1ου Π.Π και ιδιαίτερα κατά την διάρκεια του εμφυλίου. Αυτές οι εικόνες δίνονται με εμφατικό τρόπο στο πρώτο από τα τρία βιβλία, τις “Αδελφές”. Ένα βιβλίο γραμμένο όπως είπαμε τα έτη 1921-22, την εποχή κατά την οποία ο Τολστόι δε έχει ακόμη αλλαξοπιστήσει ολοκληρωτικά, ενώ έχει ακόμη πολύ φρέσκες αυτές τις εικόνες του δικού του μεσοαστικού ή μικροαστικού ξεπεσμού. Ο συγγραφέας ήταν μέλος αυτής της τάξης που περιγράφει με τόση γλαφυρότητα και η ψυχοσύνθεση των ηρώων του βιβλίου, οι διαρκής μεταβολές και το εύπλαστο του χαρακτήρα τους, σίγουρα απεικονίζουν την δική του ψυχολογική κατάσταση τον καιρό εκείνο.

Το πιο σημαντικό όμως στοιχείο που μπορούμε να αποκομίσουμε από την άκρως περιγραφική πένα του Τολστόι είναι η αποτύπωση των στιγμών του πολέμου, κυρίως του εμφυλίου. Η καθημερινή ζωή στο στράτευμα, στα χαρακώματα, στα νοσοκομεία. Η πείνα, η ψώρα, ο φόβος και η αγωνία, αλλά και η ανδρεία και η θέληση για ζωή είναι καταστάσεις που ο συγγραφέας αντλεί μέσα από τις δικές του εμπειρίες αλλά και των γύρω του, κατά την διάρκεια της στράτευσής του -με την μεριά των Λευκών- κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.

Αυτές οι εικόνες, αυτές οι πληροφορίες, δημιουργούν στον αναγνώστη μια ρεαλιστικότατη αποτύπωση της φύσης του πολέμου, όπου, πέρα από τις ρομαντικοποιημένες εκδοχές του, βλέπουμε από την μεριά του συγγραφέα μια άρνηση της κατάστασης αυτής, μια αίσθηση ματαιότητας για το νόημα του. Η ωμή απεικόνιση της βίας και της σκληρής καθημερινότητας, βοηθάει να αναπλάσουμε στο μυαλό μας την ρεαλιστική καθημερινότητα του πολέμου και κυρίως να κατανοήσουμε την ιδιαίτερη φύση ενός εμφυλίου σε σχέση με έναν διακρατικό: Την συνέχιση των καθημερινών δραστηριοτήτων των αμάχων ανθρώπων ή μάλλον την προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα, τις συνεχείς μεταβολές της ζωής στην ύπαιθρο και στην πόλη, την ώρα που αυτές άλλαζαν συνεχώς χέρια ανάμεσα στα αντιμαχόμενα στρατόπεδα και η κάθε καινούρια εξουσία προσπαθούσε να καθιερωθεί, έστω και για μερικές ημέρες.

Ο εμφύλιος πόλεμος δεν είναι ένας πόλεμος χαρακωμάτων, όπου δυο αντιμαχόμενες πλευρές προσπαθούν να επικρατήσουν, ώσπου η μια να υποχωρήσει από τις θέσεις της και η άλλη να καταλάβει την εξουσία. Αντίθετα, ο εμφύλιος πόλεμος είναι μια εγκάρσια τομή στο σώμα μιας κοινωνίας, που μπορεί να χωρίσει οικογένειες, ζευγάρια, να διχάσει ακόμη και τον ίδιο τον άνθρωπο στο εσωτερικό του (όπως βλέπουμε στο παράδειγμα του Ρόστσιν). Είναι ένας πόλεμος που διεξάγεται συνεχώς και παντού, σε κάθε έκφραση της κοινωνικής ζωής, στο μέτωπο, αλλά και στα μετόπισθεν της κάθε παράταξης. Και αυτό είναι που ο Τολστόι μας κάνει να κατανοήσουμε πλήρως με την ογκώδη τριλογία του. Αυτός ο όγκος πληροφοριών σε κάθε επίπεδο του συνειδητού και του υποσυνείδητου είναι που κατά την γνώμη μου αποτελεί την μεγαλύτερη θετική παρακαταθήκη αυτού του έργου.

Τα αρνητικά του έργου:

Όπως είπαμε και στο βιογραφικό κομμάτι του άρθρου μας, το συγγραφικό έργο του Τολστόι ακολουθεί σχεδόν ευλαβικά την πορεία της ζωής του. Από την στιγμή λοιπόν του ο “Σύντροφος Κόμης” αποφασίζει να πάρει το μέρος των Μπολσεβίκων και να επιστρέψει με τιμές στην ΕΣΣΔ, η πένα του τίθεται, σχεδόν άνευ όρων, στην υπηρεσία του καθεστώτος. Το οποίο καθεστώς φυσικά και είχε αναγνωρίσει την συγγραφική του αξία και την βαρύτητα της πένας του και του ονόματος που τον συνόδευε.

Την μετάλλαξη αυτή του Τολστόι και του έργου του μπορούμε να δούμε πιο ξεκάθαρα από οπουδήποτε αλλού στον “Δρόμο του Μαρτυρίου”. Ενώ το πρώτο βιβλίο είναι γραμμένο όπως είπαμε από έναν Λευκό Ρώσο Εμιγκρέ, ο οποίος περνάει ένα στάδιο αμφισβήτησης αλλά δεν έχει ακόμη αλλαξοπιστήσει πλήρως, τα άλλα δυο μέρη της τριλογίας (“1918” και “Το Σκυθρωπό Πρωινό”) γράφονται από έναν άνθρωπο του σοβιετικού καθεστώτος, ουσιαστικά μια πληρωμένη γραφίδα. Όχι φυσικά ότι προτιμούμε την Τσαρική ρωσική διασπορά από τους Μπολσεβίκους, το κάθε άλλο. Όμως, η μετάλλαξη του Τολστόι και συνεπώς του ύφους του έργου του είναι τόσο κάθετη, που καταντάει ενοχλητική, αν βεβαίως έχεις συνείδηση από τα πριν του τι συνέβη ακριβώς στην ζωή του συγγραφέα και μπορείς να ανιχνεύσεις σε κάθε λέξη, σε κάθε παράγραφο, την άρνηση της πρότερης ύπαρξής του.

Έτσι, στα δυο επόμενα βιβλία ο Τολστόι, αν και συνεχίζει με τον ίδιο γλαφυρό και περιγραφικό τρόπο γραφής να μας δίνει πολύτιμες εικόνες και πληροφορίες για την καθημερινότητα της εποχής, το κάνει πλέον φορώντας κόκκινα γυαλιά.

Οι Μπολσεβίκοι παρουσιάζονται ως η συνετή δύναμη, η οποία παρόλα τα λάθη της ήταν η μοναδική συνεπής επαναστατική παράταξη με σχέδιο. Επιπλέον, καλλιεργείται με λανθάνοντα τρόπο και τόσο όσο να μην ξενίσει τον αναγνώστη, η αφήγηση που θέλει τον Κόκκινο Στρατό να καταφέρνει να κερδίζει, μέσω της αγωνιστικότητας των μαχητών του, ακόμη και τις μάχες στις οποίες υστερεί αριθμητικά, Το αλάθητο των Σοβιετικών Στρατηγών τονίζεται και πάλι με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο: Τα λάθη που γίνονται στο μέτωπο και οι αλλοπρόσαλλες οδηγίες που δέχονται πολύ συχνά τα στρατεύματα, προβληματίζουν τους κατώτερους αξιωματικούς (όπως ο π.χ. ο ήρωάς μας Τελέγκιν), αλλά μετά από “ώριμη σκέψη και διάλογο” οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί προδοσίας και όχι περί άγνοιας ή ανικανότητας των ανωτέρων. Ενώ ταυτόχρονα, σκιαγραφούνται τα διάφορα πορτρέτα των μη-Μπολσεβίκων στρατηγών του Κόκκινου Στρατού, δηλαδή των πρώην Τσαρικών αξιωματούχων που κυρίως ο Τρότσκι επέλεξε να χρησιμοποιήσει, ως παρανοϊκοί μέθυσοι και υποψήφιοι δικτατορίσκοι. Μην ξεχνάμε άλλωστε πως το δεύτερο βιβλίο γράφεται ακριβώς την εποχή που ο Στάλιν ατσαλώνει την μονοκρατορία της δύναμής του στην ηγεσία της ΕΣΣΔ (1927-1928) και προετοιμάζει το έδαφος των εσωτερικών εκκαθαρίσεων, ενώ το τρίτο γράφεται μερικά χρόνια μετά τις δίκες της Μόσχας (1941) και ενώ ο Γ.Γ. ξεκαθάριζε το εσωτερικό μέτωπο για να μπει ανεμπόδιστος στον Β’ Π.Π, καθώς η Ναζιστική Γερμανία πρόδιδε το σύμφωνο μη επίθεσης.

Τα πραγματικά γεγονότα και οι πληροφορίες που δίνονται είναι επίσης φιλτραρισμένα από την σκοπιά της μπολσεβίκικης ανάγνωσης της ιστορίας και της ύστερης σοβιετικής προπαγάνδας, της σταλινικής της εκδοχής. Τα ιστορικά πρόσωπα αξιολογούνται και παρουσιάζονται με βάση την ιεράρχησή τους στην σταλινική εκτίμηση και αποδοχή. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ ο Τολστόι αφιερώνει εκατοντάδες σελίδες σε μάχες και νίκες των στρατευμάτων του Κόκκινου Στρατού, στον οποίο ανήκουν πλέον οι ήρωές του, το όνομα του δημιουργού του, του Λέοντα Τρότσκι, δεν αναφέρεται σχεδόν ποτέ, αφού ο τελευταίος ήταν ο μεγαλύτερος εσωκομματικός εχθρός του Στάλιν και η προσπάθεια εξαφάνισής του από την ιστορία ήταν καθολική και περνούσε από κάθε έκφανση της σοβιετικής ζωής, όπως ήταν και η λογοτεχνία. Φυσικά, το ίδιο θα γίνει και με τις περιπτώσεις άλλων ιστορικών επαναστατών των Κόκκινων, μετέπειτα στην ιστορία. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα το γεγονός ότι η αρχική νίκη των Μπολσεβίκων επί του Βράγκελ, του Κόλτσακ και του Ντενίκιν αποδίδεται σε διάφορες περιπτώσεις μέσα στο τρίτο βιβλίο στον ίδιο τον Στάλιν και τις ικανότητές του, όπως πχ στις τελευταίες σελίδες της τριλογίας, όπου ο Βαντίμ Ρόστσιν πολύ χαρακτηριστικά λέει στην αγαπημένη του Κάτια, μέσα στο Συνέδριο των Μπολσεβίκων: “…στην άκρη (σ.σ. Δίπλα στον Λένιν), κείνος με τα μαύρα μουστάκια, ο αδύνατος, είναι ο Στάλιν, αυτός που τσάκισε τον Ντενίκιν…”. Μικρή λεπτομέρεια: την εποχή εκείνη ο Στάλιν ήταν κυρίως απασχολημένος με το Πολωνικό Μέτωπο ή με την Κεντρική Επιτροπή, σε εντελώς άλλο σημείο του πολεμικού μετώπου και είχε μάλιστα δεχτεί επιπλήξεις για τον χειρισμό του σε διάφορα στρατιωτικά ζητήματα!

Αν όμως κρίνουμε ότι ο Τολστόι απλά αναπλάθει κάποιες λεπτομέρειες στα εσωτερικά των Μπολσεβίκων προς όφελος του χτισίματος της εικόνας του Στάλιν, τότε στα σημεία που αφορούν τις μη Μπολσεβικικές επαναστατικές δυνάμεις βλέπουμε μια ξεκάθαρη παραχάραξη της ιστορίας!

Ο Αναρχικός Μαύρος Στρατός του Νέστορ Μαχνό παρουσιάζεται ως μπουλούκι ληστών, μέθυσων και Κουλάκων (δλδ πλούσιων αγροτών), που πλιατσικολογούν επάνω στους φτωχούς αγρότες και στις πόλεις που κατακτούν οι επαναστάτες, ενώ ο λαός τους μισεί. Ο ίδιος ο Μαχνό μετατρέπεται σε καρικατούρα, κάτι ανάμεσα σε ιδεολόγο μηδενιστή, απολυταρχικό ηγετίσκο και αμόρφωτο Κουλάκο ή Κοζάκο, που άγεται και φέρεται από τους γύρω του και ιδίως από τους Αναρχικούς Διανοούμενους, οι οποίοι πλέον παρουσιάζονται είτε ως ηδονιστές μικροαστοί καλλιτέχνες στις πόλεις, είτε ως ανίκανοι, που παρασιτούν, αμπελοφιλοσοφούν και γλεντοκοπάν πάνω στο σώμα του στρατού. Το δεξί χέρι του Μαχνό, Λιόβκα Ζαντόφ, υπαρκτό πρόσωπο και υπεύθυνος της αναρχικής αντικατασκοπίας, μετατρέπεται εδώ σε έναν άξεστο χοντροκομμένο παλιάτσο, που εφαρμόζει μεθόδους χειρότερες της Τσεκά των Μπολσεβίκων, η οποία βέβαια δεν πολυεμφανίζεται στην τριλογία και οι μαζικές και αδιακρίτως εκτελέσεις της, όχι μόνο λευκών και αντεπαναστατών, αλλά και καθενός που είναι αντίθετος με τους Μπολσεβίκους, παραβλέπονται διακριτικά. Η ειρωνεία είναι πως στην πραγματικότητα ο Ζαντόβ, μετά την ήττα του Μαχνό κατατάχθηκε όντως στην Τσεκά και εφάρμοζε τις μεθόδους αυτές.

Γενικότερα, η αναρχική ιδεολογία παρουσιάζεται αναλυτικά μόνο στην πιο αντικοινωνική, ατομικιστική εκδοχή της -και αυτή πάλι ως φάρσα- περισσότερο στο πρόσωπο του φιλοσόφου Λεβ Τσόρνι, που εκφράζει μηδενιστικές και αντικοινωνικές απόψεις μετα-αποκαλυπτικού περιεχομένου και μοιραία χάνει την εύνοια του Μαχνό, ή στον ηδονιστή ηθοποιό Μάμοντ Ντάλσκυ, που στην πραγματικότητα δεν έπαιξε κανέναν σοβαρό ρόλο στις τάξεις των αναρχικών.

Το κοινωνικό και αναδιανεμητικό πρόγραμμα της Μαχνοβτσίνα μεταφέρεται πολύ πρόχειρα, περίπου σαν μοίρασμα λαφύρων στους φτωχούς, που βρίσκονται υπό μια άτυπη κηδεμονία-ομηρία στα χωριά που ελέγχει ο Μαχνό και όχι ως ο αγροτικός κολεκτιβισμός που ήταν στην πραγματικότητα. Επίσης τα οργανωτικά θέματα μεταφέρονται ως αστείες συζητήσεις και λεπτομέρειες με στις οποίες αναλώνονται οι αναρχικοί εν μέσω πολέμου (π.χ. δίνεται ως παράδειγμα ο τρόπος λειτουργίας των σιδηροδρόμων στο Εκατερίνοσλαβ, η τιμή του εισιτηρίου που θα καθορίζεται από τους εργαζόμενους κλπ, ενώ την ίδια ώρα πλησιάζουν την πόλη οι Λευκοί).Η προσφορά των Μαχνοβιτών στις πιο σημαντικές μάχες στο Νότιο Μέτωπο υποβαθμίζεται εμφατικά.

Το γενικότερο κλίμα που αφήνεται στο έργο του Τολστόι για τους αναρχικούς είναι αυτό της ανοργανωσιάς, του τυχοδιωκτισμού, του αντικοινωνισμού, του ατομικισμού και του πλιατσικολογήματος. Ακριβώς δηλαδή η εικόνα που ήθελε να προβάλει η σταλινική ιστοριογραφία και λογοτεχνία για το ρωσικό αναρχικό κίνημα.

Δεν θα αναλωθούμε καν να περιγράψουμε το πως παρουσιάζονται οι Σοσιαλεπαναστάτες ή οι Λευκοί, όχι μόνο γιατί πολιτικά μας νοιάζει πολύ λιγότερο έως καθόλου, αλλά γιατί θα πρέπει να γράψουμε άλλες δέκα σελίδες.

Σύνοψη-Επίλογος:

Το έργο του Αλεξέι Τολστόι “Ο Δρόμος του Μαρτυρίου” έχει πολλά θετικά στοιχεία όσον αφορά το λογοτεχνικό κομμάτι, αλλά και τις πληροφορίες που μπορούμε να αντλήσουμε για την καθημερινότητα εν μέσω ενός πολέμου, τις στιγμές ανάμεσα στις μάχες, τις διεργασίες στα μετόπισθεν, την ζωή που συνεχίζεται και προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα. Αν ο αναγνώστης το διαβάσει με αθώο μάτι και χωρίς την γενικότερη γνώση του ιστορικο-πολιτικού περιεχομένου της εποχής, δηλαδή ως ξεκάθαρα λογοτεχνικό δημιούργημα φαντασίας, σίγουρα θα το απολαύσει. Ειδικά αν είναι φαν της ρωσικής σχολής, ίσως και να το λατρέψει.

Αν όμως ο αναγνώστης είναι γνώστης των ιστορικών γεγονότων και ιδιαίτερα αν δεν είναι τυφλός υποστηρικτής του λενινισμού ή του σταλινισμού και της δικής τους εκδοχής της ιστορίας, τότε σίγουρα θα του φανεί πολύ δύσκολο να καταπιεί κάποιες χοντροκομμένες μεταστροφές και αναπλάσεις της πραγματικότητας, ιδιαίτερα όσο πλησιάζουμε προς το τέλος της τριλογίας, και ίσως αποφασίσει να το παρατήσει στην μέση, λόγω και του όγκου του.

Ωστόσο, δική μου πεποίθηση, καταφέρνοντας εν τέλει να το τελειώσω, είναι πως ο συνδυασμός όλων των παραπάνω, δηλαδή η λογοτεχνική του αξία ΚΑΙ η διαστροφή της πραγματικότητας, το καθιστούν ένα ανάγνωσμα άξιο αναφοράς για όλους αυτούς τους αντιτιθέμενους μεταξύ τους λόγους. Αρκεί ο αναγνώστης να είναι ανά πάσα στιγμή υποψιασμένος για την αλήθεια του περιεχομένου όσων διαβάζει και να ξέρει τι μπορεί αυτό το βιβλίο να του προσφέρει και που προσπαθεί να τον ξεγελάσει.

Δρόμος

Δρόμος