Catharsis-Arsonist’s Prayer: Απόδοση ενός αναρχικού ποιήματος

Οι Catharsis είναι μια αμερικανική hardcore punk μπάντα από το Chapel Hill της Βόρειας Καρολίνα. Ιδρύθηκαν το 1994 από μέλη που δραστηριοποιούνταν στο diy punk και αναρχικό κίνημα των ΗΠΑ. Η μπάντα είναι συνδεδεμένη άρρηκτα με την αναρχική κολεκτίβα Crimethinc., της οποίας ιδρυτικό μέλος είναι και ο τραγουδιστής της, Brian D. Τα περισσότερα άλμπουμ των Catharsis μάλιστα έχουν εκδοθεί από τους Crimethinc.

Το τραγούδι Arsonist’s Prayer, πέρα από ένα μουσικό πειραματικό έπος των 9+ λεπτών, που συνδυάζει αρκετά διαφορετικά στυλ του “σκληρού” ήχου, στιχουργικά αποτελεί ένα αναρχικό ποίημα. Αναρχικό όχι τόσο με την έννοια του ότι προτάσσει τα οργανωτικά και πολιτικά πιστεύω μιας ελευθεριακής κοινωνίας, αλλά ότι ουσιαστικά αποτελεί μια κραυγή για την απελευθέρωση από τα δεσμά του φόβου, της ματαιότητας, της απραξίας, του λήθαργου. Εξουσιαστικά δεσμά που απλώνονται επάνω στους καταπιεσμένους σαν ιστός αράχνης, ο οποίος θέλει να κρατήσει παγιδευμένο τον κόσμο στην ακινησία και την υποταγή του σήμερα. Είναι ένας ύμνος στην αναρχική εξέγερση, ίσως το πιο πηγαίο αίσθημα του υποταγμένου ανθρώπου που δεν μπορεί πλέον να υπομένει την τρέχουσα κατάστασή του. Μια εκρηκτική έκκληση των Catharsis για το εσωτερικό ξεπέρασμα του κάθε ενός, για να γίνει το αποφασιστικό βήμα από την αδράνεια στην δράση.

Η απόδοση των στοίχων στα ελληνικά έγινε από τον γράφοντα

Catharsis – Arsonist’s Prayer

The horror that we may not live
We may not live
To see the walls fall from between us
Between us and the world for which these songs cry out

That the desire which still lives to contest,
A mark of shame upon certain foreheads
Will remain an offering unto the dead:
Illegible, irrelevant
And we will be shaped into priestly statues
In poses of defiance before our own masters
To softly, safely sing the praises of a disarmed war,
A lukewarm love
So let’s we fall out of lust for life,
Let us risk all we have to risk
For only a fool only a fool would cling
To this world as it is

If I could strike one blow to spite their force,
Though I might bear one hundred more,
I would wear the welts like rubies,
And the shackles for a crown.
And if I had one hundred hearts I would throw them
All before their bullets before I’d sell a single one
To wield their power.
So lest we fall out of love with life,
Let us give all we have to give.
For only, a fool would cling to this world:

Autumn the leaves fell
Then the trees
Became Fences and factories
Now winter is coming
Let’s put the heat on

…But no fire or ice, their absences suffice
The nights now will be long and cold,
With a silence like you’ve never known
And you’ll shake in it cry out at it,
But it will wrap you in its spider’s thread
Perhaps you’ll stare into that blankness
Until it peers back into you
And both of you see nothing
And it will wrap you in its spider’s thread:
That blessed are the wombs that are barren.
Blessed are the branches that bear no fruit.
Blessed are the rivers run dry.
For we have come to the end of the world
To die

So die
Die and become perish,
Let go and be done with all the tangled threads
That keep you tied to husks of false hopes, fossilized
If these years still wait for those
Who will be more merciless than history
Tto burn the chaff and make an end,
To make the fields fertile once again
Then break
Break the skin,
Open
Open, and reach in
And draw the nerves out taught to play a song
Upon those tight strings
Such as this world has never heard
Let it be dirge, hymn, or dance, vomit or tears,
Absolving snowfall or acid rain
Summer that sets fire to the harvest,
Or ice age that, thawing,
Blossoms crimson pain pleasure or death,
Splendour or rust,
Flash flood or drought that turns jungles to crust
Those tender caresses for which the skin aches
Or tear gas to breathe and plate glass to break
The uproar of riot, the hush of nightfall,
Or sirens announcing the doom of us all
The triumph of failures who fought at all costs,
Or despair of derelict dreamers who lost
Silence and space
Hungers to be momentary eternities
The furrows of ash left by passion and wrath
The faithless fixed stars over our wandering paths
As the moon moves the sea we could move these mountains
As comets drop to earth, so might empires end
As old suns explode rather than fall to dust
Let us steal fire and pay with our lives if we must
For if all this world is God’s,
And man a mere plaything of laws and things
Then why not raze it all,
And in destroying at least set sail on borrowed wing?
Anything other than what we have known
Strike the match, take a breath now: the hour has come
To dance the resistance, teach tied tongues to sing:
This is the end of the calendar, the Last Loosening!
Around and inside you,
The violence you fear for or against it, it’s already here
It forged the cord that bound you to the ground it built these walls
Let’s Burn Them Down

**************

Απόδοση στα ελληνικά:

 

Catharsis – Η προσευχή του εμπρηστή

Ο τρόμος ότι μπορεί να μην ζήσουμε

Μπορεί να μην ζήσουμε

Για να δούμε τα τείχη ανάμεσά μας να πέφτουν

Ανάμεσα σε εμάς και τον κόσμο για τον οποίο φωνάζουν αυτά τα τραγούδια

Ότι η επιθυμία που ακόμη ζει για να διεκδικήσει,

Ένα σημάδι ντροπής σε ορισμένα μέτωπα

Θα παραμείνει μια προσφορά στους νεκρούς:

Δυσανάγνωστη, παρωχημένη

Και εμείς θα μετατραπούμε σε ιερά αγάλματα

Σε στάσεις περιφρόνησης ενώπιον των αφεντάδων μας

Για να τραγουδήσουμε απαλά, με ασφάλεια, τους επαίνους ενός αφοπλισμένου πολέμου,

Μια χλιαρή αγάπη

Ας μην αφήσουμε λοιπόν ποτέ τη λαχτάρα για ζωή,

Ας διακινδυνεύσουμε όσα έχουμε

Γιατί μόνο ένας ανόητος θα γαντζωνόταν

Σε αυτόν τον κόσμο όπως είναι

Αν μπορούσα να δώσω ένα χτύπημα για να καταστρέψω τη δύναμή τους,

Ακόμη κι αν θα έπρεπε να υπομείνω άλλα εκατό,

Θα φορούσα τις ουλές μου σαν ρουμπίνια,

Και τα δεσμά σαν στέμμα.

Και αν ακόμη είχα εκατό καρδιές, θα τις έριχνα όλες μπροστά στις σφαίρες τους

πριν πουλήσω έστω την μια

Ώστε να μπορώ να ασκώ τη δύναμή τους.

Λοιπόν, να μην σταματήσουμε ποτέ να είμαστε ερωτευμένοι με τη ζωή,

Ας δώσουμε όλα όσα έχουμε.

Γιατί μόνο ένας ανόητος θα γαντζωνόταν σε αυτόν τον κόσμο

Ήρθε το φθινόπωρο, έπεσαν τα φύλλα

Έπειτα τα δέντρα έγιναν φράκτες και εργοστάσια

Τώρα έρχεται ο χειμώνας

Ας ανάψουμε την φωτιά

… Αλλά δεν υπάρχει πια φωτιά ή πάγος, οι απουσίες τους αρκούν

Οι νύχτες τώρα θα είναι μεγάλες και κρύες,

Με μια σιωπή που όμοιά της δεν γνώρισες ποτέ

Και θα τραντάζεσαι μέσα της, θα της φωνάζεις,

Αλλά θα σε τυλίξει στον ιστό της σαν αράχνη

Ίσως να κοιτάζεις μέσα σε αυτό το κενό

Μέχρι να σε κοιτάξει και το ίδιο

Ενώ και οι δυο σας δεν θα βλέπετε τίποτα

Και θα σε τυλίξει στον ιστό του σαν αράχνη:

Οι ευλογημένες είναι οι μήτρες που είναι άγονες.

Ευλογημένα τα κλαδιά που δεν φέρουν καρπούς.

Ευλογημένα τα ποτάμια που στέρεψαν

Γιατί έχουμε φτάσει στο τέλος του κόσμου

Για να πεθάνουμε

Πέθανε λοιπόν, πέθανε και γίνε θρήνος, χάσου και αφέσου

Μαζί με όλα τα μπλεγμένα νήματα

που σε κρατάνε δεμένο σε κελύφη φρούδων ελπίδων

απολιθωμένο

Αν αυτά τα χρόνια περιμένουν ακόμα

Αυτούς που θα είναι πιο ανελέητοι από την ιστορία

Ώστε να κάψουν τον φλοιό και να τελειώσουν,

Ώστε να γίνουν γόνιμα τα χωράφια

Τότε ξέσκησε το δέρμα,

Ανοιξε, άνοιξε και φτάσε βαθιά μέσα

Και τράβηξε έξω τα νεύρα που είναι κουρδισμένα για να παίξουν ένα τραγούδι

Σε αυτές τις σφιχτές χορδές

Που όμοιό του ο κόσμος δεν έχει ακούσει ποτέ

Ας είναι μοιρολόι, ύμνος ή χορός, εμετός ή δάκρυα,

Η απόλυτη χιονόπτωση ή η όξινη βροχή

Καλοκαίρι που βάζει φωτιά στο θέρος,

Ή εποχή των παγετώνων που, ξεπαγώνοντας, ανθίζει

Πορφυρός πόνος, απόλαυση ή θάνατος

Λάμψη ή σκουριά,

Πλημμύρα ή ξηρασία που μετατρέπει τις ζούγκλες σε ξέρα

Αυτά τα τρυφερά χάδια τα οποία λαχταρά το δέρμα

Ή δακρυγόνα για να αναπνεύσεις και τζαμαρία για να σπάσει

Ο βρυχηθμός των ταραχών, η σιωπή του σούρουπου,

Ή σειρήνες που ανακοινώνουν την καταστροφή όλων μας

Ο θρίαμβος των αποτυχημένων που πολέμησαν με κάθε κόστος,

Ή απόγνωση απελπισμένων ονειροπόλων που έχασαν

Σιωπή και χώρος, μέλλουσες πείνες, στιγμιαίες αιωνιότητες

Τα αυλάκια της στάχτης που χαράχτηκαν με πάθος και οργή

Τα άπιστα απλανή αστέρια πάνω από τα μονοπάτια των περιπλανήσεών μας

Όπως το φεγγάρι μετακινεί τη θάλασσα, θα μπορούσαμε κι εμείς να μετακινήσουμε αυτά τα βουνά

Όπως οι κομήτες πέφτουν στη γη, έτσι τελειώνουν και οι αυτοκρατορίες

Όπως οι αρχαίοι ήλιοι εκρήγνυνται αντί να χάνονται στη σκόνη

Ας κλέψουμε τη φωτιά και ας πληρώσουμε με τη ζωή μας εάν χρειαστεί

Διότι αν αυτός ο κόσμος είναι του Θεού,

Και ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα απλό παιχνίδι νόμων και πραγμάτων

Τότε γιατί να μην τα εξαλείψουμε όλα,

Και καταστρέφοντας, να μπαρκάρουμε τουλάχιστον με δανεικά φτερά;

Οτιδήποτε άλλο από αυτό που γνωρίζουμε

Άναψε το σπίρτο, πάρε μια ανάσα τώρα: έφτασε η ώρα

Να χορέψουμε την αντίσταση, να μάθουμε στις δεμένες γλώσσες να τραγουδούν:

Αυτό είναι το τέλος του ημερολογίου, το τελευταίο κόλπο!

Γύρω και μέσα σου, η βία που φοβάσαι

Μαζί της ή εναντίον της, είναι ήδη εδώ

Αυτή σφυρηλάτησε τα δεσμά που σε κρατούν δεμένο στο έδαφος

Αυτή είναι που έχτισε αυτούς τους τοίχους

Ας τα κάψουμε