6η Ιανουαρίου: Μια μαζική βάση για τον Φασισμό; Από το Crimethinc.

Και ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι διαλύονται, ένα νέο πολιτικό κέντρο, ακόμα πιο δεξιό, αναδύεται.

Ως συνέπεια της κατάληψης του Καπιτωλίου στην Ουάσινγκτον από οπαδούς του Ντόναλντ Τραμπ σε συνέχεια μιας συγκέντρωσης που προωθούσε τους αβάσιμους ισχυρισμούς του για εκλογική απάτη, το Ρεπουμπλικανικό κόμμα διαλύεται, προετοιμάζοντας το έδαφος για την ενοποίηση ενός νέου διμερούς πολιτικού κέντρου – αυτή τη φόρα, πολύ πιο δεξιού όμως. Ωστόσο, αυτό ανοίγει το δρόμο για μεγάλα κομμάτια της εκλογικής βάσης του Τραμπ να ξεφύγουν εντελώς από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, αγκαλιάζοντας μια ρητά φασιστική εναλλακτική. Τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου τους προσφέρουν μάρτυρες και μια ρεβανσιστική αφήγηση που θα τους εξυπηρετήσει για τα επόμενα χρόνια, παρέχοντας έναν εσωτερικό μύθο που θα βοηθήσει στην στρατολόγηση και στην δικαιολόγηση της βίας, όποτε την χρειαστούν.

6η Ιανουαρίου: Μια μαζική βάση για τον Φασισμό;

Πρόκειται για ένα πρόβλημα που ουσιαστικά ποτέ δεν υποχώρησε.

Τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου θα δυσφημίσουν τους υποστηρικτές του Τραμπ στα μάτια των κεντρώων και θα οδηγήσουν ορισμένους Ρεπουμπλικάνους στο να στρέψουν τις συμμαχίες τους προς το κέντρο, όμως θα ξεχειλώσουν και τα όρια του τι είναι αποδεκτό. Αυτό μπορεί να βοηθήσει στις στρατολογήσεις της ακροδεξιάς σε τοπικό επίπεδο αλλά και να κανονικοποιήσει παρόμοιες ενέργειες στο μέλλον.

Όμως αυτός δεν είναι ο μόνος κίνδυνος. Στο όνομα του πολέμου ενάντια στο εξτρεμισμό, οι κεντρώοι θα απαιτήσουν την διεύρυνση του κρατικού οπλοστασίου, του ίδιου οπλοστασίου που ο επόμενος Τραμπ θα χρησιμοποιήσει εναντίων μας. Αυτό ουσιαστικά συνέβη και στην Γερμανία της Βαϊμάρης, ανοίγοντας τον δρόμο για την άνοδο του Τρίτου Ράιχ. Παρομοίως, το βασικό όπλο του Τράμπ κατά την διάρκεια του 2020 ήταν το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, ιδρυμένο από τον Μπους ώς απάντηση στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και περαιτέρω κεντροποιημένο απο τον Ομπάμα. Οι κεντρώοι θα απαιτήσουν να πολεμηθεί το “χάος”, το οποίο θα κατεβάσει πολλούς από τους πρώην συμμάχους μας στον δρόμο, ενώ θα δικαιολογήσει νέες επιθέσεις από το κράτος, οι οποίες θα στοχοποιήσουν τόσο εμάς όσο και την ακροδεξιά.

Η κρατική καταστολή μετά από αυτό θα στοχεύσει ελευθερίες σε όλους τους τομείς και όλες τις μορφές πολιτικής διαφωνίας. Στην Τουρκία, όταν ο Ερντογάν κατέστειλε ένα δεξιό πραξικόπημα, αυτό του άνοιξε τον δρόμο στο να καταστείλει κάθε μορφή διαμαρτυρίας. H κρατική καταστολή εναντίον της ακροδεξιάς θα ακολουθήσει τις ίδιες μεθόδους που χρησιμοποιούν στα κινήματα μας – ενσωμάτωση ρεφορμιστικών στοιχείων, απομόνωση και καταστροφή “ακραίων” στοιχείων. Εάν η μόνη απειλή που νιώθει η κυβέρνηση είναι εκ της άκρας δεξιάς, το κράτος θα κάνει παραχωρήσεις προς αυτήν.

Ήδη βλέπουμε τους πρώην συμμάχους μας να αποσύρονται από τον δρόμο μετά τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου. Οι φιλελεύθεροι προέτρεψαν τον κόσμο να μην πάει στην Ουάσινγκτον, περιμένοντας από την αστυνομία να αντιμετωπίσει τους οπαδούς του Τραμπ. Αυτό ήταν μια λανθασμένη εκτίμηση. Οι δυνάμεις ασφαλείας δεν είναι ιδιαίτερα πρόθυμοι να στέκονται απέναντι στο κοινωνικό κομμάτι με το οποίο ταυτίζονται πιο πολύ – και ακόμη και όταν επιλέγουν να το κάνουν, παραμένουν δέσμιοι στον βαθιά χαραγμένο θεσμικό κανόνα της ηπιότερης μεταχείρισης λευκών συντηρητικών σε σχέση με ανθρώπους διαφορετικού χρώματος, φτωχούς και αντικαπιταλιστές.

Εν ολίγοις, κανείς δεν έρχεται να μας σώσει. Πρέπει να προετοιμαστούμε για την πιθανότητα ένα ενθαρρυμένο φασιστικό κίνημα να συνεχίσει να πραγματοποιεί επιθέσεις σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ μια νεόφερτη κεντρώα συναίνεση στη κυβέρνηση θεσπίζει μέτρα που στοχεύουν τόσο αυτούς όσο και εμάς. Αν περιμένουμε τα κινήματα μας να επιβιώσουν, αυτό θα απαιτήσει μια νέα κλίμακα οργάνωσης και αλληλεγγύης που δεν έχουμε δει μέχρι τώρα.

Έχουμε ήδη σημάδια της δικομματικής τάσης καταστολής αναρχικών και αντιφασιστών. Για παράδειγμα, μετά την επανεκλογή του, ο δήμαρχος του Πόρτλαντ, Τεντ Γουίλερ – Δημοκρατικός – ανακοίνωσε νέες προσπάθειες προς την στοχοποίηση, δυσφήμιση και καταστολή αντιφασιστών και αναρχικών, χρησιμοποιώντας την ίδια γλώσσα με αυτή του Τραμπ. Το ίδιο έκαναν και οι New York Times πριν τρεις μήνες, παπαγαλίζοντας τον Τραμπ σχεδόν αυτολεξεί.

Ο ίδιος ο Τραμπ απείλησε τους αντιφασίστες πριν τις 6 Ιανουαρίου, λέγοντας τους να μην πλησιάσουν την Ουάσινγκτον, μην τυχόν και παρέμβουν στην παράσταση που ετοιμαζόταν να ανεβάσει. Η ακροδεξιά έχει αναδείξει την πολέμια στάση απέναντι στους “antifa” σε σχεδόν την πληρότητα της ατζέντας τους – όχι μόνο επειδή αρνητικά σημεία ενότητας ωφελούν σε καιρούς πολιτικής πόλωσης, αλλά και επειδή το αντιφασιστικό κίνημα έχει καταφέρει τόσες νίκες μέχρι τώρα, που έχει αναστείλει την πρόοδο τους. Στις 5 Ιανουαρίου ένα σημείωμα του Λευκού Οίκου, βγαλμένο εξολοκλήρου από κάποιο φασιστικό εγχειρίδιο, ανακοίνωσε ότι προσπαθούσαν να στηρίξουν το Νομοσχέδιο Αποκλεισμού Αναρχικών του 1903/1918, σε μια προσπάθεια να αποκλείσουν από τις ΗΠΑ ανθρώπους που εναντιώνονται στον φασισμό. Τέτοιες πολιτικές ξεκίνησαν από τον Τραμπ, θα μπορούσαν όμως να συνεχιστούν από τον Μπάιντεν εάν για παράδειγμα οι πρώην Ρεπουμπλικάνοι υποστηρικτές του στηρίξουν το πολιτικό κέντρο με την προϋπόθεση να υιοθετηθούν πολιτικά προγράμματα από την προϋπάρχουσα δικιά τους ατζέντα.

“Η παράδοση των καταπιεσμένων μας διδάσκει ότι η ‘κατάσταση εκτάκτης ανάγκης’ στην οποία ζούμε είναι ο κανόνας. Πρέπει να ερμηνεύσουμε την ιστορία βάσει αυτού. Τότε θα γίνει ξεκάθαρο ότι αυτό που χρειάζεται είναι να φέρουμε μια πραγματική κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, και έτσι η θέση μας στον αγώνα εναντίων του φασισμού θα βελτιωθεί.”

– Βάλτερ Μπένγιαμιν, On the Concept of History

Τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου: ένα πρόχειρο χρονοδιάγραμμα

Για χάρη των επομένων, συντάξαμε τεκμηριώσεις κάποιων εκ των σημαντικών σκηνών που εκτυλίχθηκαν χθες. Στο μέλλον, όταν αυτή η αφήγηση αμφισβητηθεί, ίσως να είναι χρήσιμο να υπάρχουν όλα αυτά σε ένα μέρος.

Το υλικό δείχνει την αρχή της επιδρομής. Σύμφωνα με πληροφορίες, πολλοί στην πρώτη γραμμή είναι χρόνιοι φασίστες.

Κάποιοι υπερέβαλαν για το πόσο οικειοθελώς η αστυνομία άνοιξε τις πύλες για τους οπαδούς του Τραμπ. Ορίστε μια άλλη γωνία των αρχικών συγκρούσεων.

Μπερδεμένες σκηνές ακολούθησαν καθώς κάποιο οπαδοί του Τραμπ προσπάθησαν να προστατεύσουν αστυνομικούς από άλλους οπαδούς τους Τραμπ, ενώ συνέχιζαν να σπρώχνουν την αστυνομία.

Οι εναέριες λήψεις δείχνουν μια γραμμή αστυνομικών να προσπαθεί και να αποτυγχάνει να συγκρατήσει έναν μεγάλο αριθμό οπαδών του Τραμπ.

Οι οπαδοί του Τραμπ κατακλύζουν την Βόρεια πλευρά του Καπιτωλίου.

Μπήκαν στο κτήριο από τον πρώτο όροφο και συνέχισαν μέχρι και έξω από την αίθουσα του Καπιτωλίου.

Εδώ τους βλέπουμε να φτάνουν στην Ροτόντα. Όπως σημείωσαν πολλοί, αυτά τα βελούδινα σχοινιά του συγκράτησαν πιο αποδοτικά από την αστυνομία.

Οπαδοί του Τραμπ άνοιξαν έναν πυροσβεστήρα μέσα στο κτήριο του Καπιτωλίου και προχώρησαν στο να συγκρουστούν με την αστυνομία.

Αστυνομικοί τράβηξαν τα όπλα τους για να προστατεύσουν τον χώρο της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Οι οπαδοί του Τραμπ που μπήκαν στην άδεια βουλή βρήκαν ένα κενό στο επίκεντρο της εξουσίας. Μπήκαν στον ναό, για να βρούνε ότι ο Θεός έλειπε. Η εξουσία δεν βρίσκεται σε φετιχιστικές φυσικές τοποθεσίες αλλά αποτελείται από όλους τους τρόπους που συνηθίζουμε να υπακούμε, τις αμέτρητες ασυναίσθητες κινήσεις με τις οποίες παραχωρούμε δύναμη στις αρχές κάθε ώρα, κάθε μέρα.

Εν τω μεταξύ, οι New York Times μετέδιδαν ότι είχαν βρεθεί εκρηκτικοί μηχανισμοί στα γραφεία των Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων.

Μια “πηγή κοντά στον Λευκό Οίκο” η οποία είχε επαφή με τους οπαδούς του Τραμπ που εισέβαλαν στο κτήριο διέδωσε ότι οι συμμετέχοντες σκόπευαν να παραμείνουν στο Καπιτώλιο κατά την διάρκεια της νύχτας. Ωστόσο, οι συγκρούσεις με την αστυνομία κλιμακώθηκαν περισσότερο απ’ όσο περίμεναν και αυτό κατέστη αδύνατο. Φαίνεται πως οι συμμετέχοντες είχαν προχωρήσει πιο βαθιά απ’ όσο περίμεναν και καθώς εξεπλάγησαν από την αρχική τους επιτυχία, δεν μπόρεσαν κρατήσουν το έδαφος που είχαν κατακτήσει.

Πράκτορες της μυστικής υπηρεσίας είχαν φράξει μια πόρτα και όταν οπαδοί του Τραμπ προσπάθησαν να την σπάσουν, ένας από αυτούς πυροβόλησε μια εξ αυτών – την Άσλι Μπάμπιτ, πρώην αστυνομικό – σκοτώνοντας την. Αστυνομία υπήρχε επίσης στην άλλη πλευρά της πόρτας, ακριβώς πίσω από την Μπάμπιτ. Αυτό το ενοχλητικό βίντεο δείχνει την στιγμή που ο αστυνομικός την πυροβόλησε.

Ακόμα μια γωνία του πυροβολισμού.

Εδώ μια συνέντευξη με υποστηρικτή του Τραμπ ο οποίος στεκόταν δίπλα στην Μπάμπιτ

όταν πυροβολήθηκε.

Παρακολουθώντας αυτή την συνέντευξη, είναι δύσκολο να καταλάβουμε πόσο πρόκειται περί αφέλειας και πόσο περί τεχνάσματος. Μοιάζει με νευρική προπαγάνδα αλλά την ίδια στιγμή περίεργα αφελής.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η αστυνομία χρησιμοποίησε δακρυγόνα.

Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν καθώς η αστυνομία προσπαθούσε να ανακαταλάβει την Ροτόντα.

Εδώ, ένας μεγάλος αριθμός υποστηρικτών του Τραμπ αποχωρούν από το Καπιτωλίο με τα πρόσωπα τους εκτεθειμένα.

Την ίδια στιγμή, παρόμοιες σκηνές εκτυλίσσονταν σε άλλες πρωτεύουσες της χώρας.

Ο αντιπρόεδρος Μάικ Πένς ενέκρινε την εντολή να αναπτυχθεί η εθνοφυλακή, όχι ο Τράμπ. Αυτό φαίνεται να ενισχύει την υπόθεση ότι ο Τραμπ ή υποστηρικτές του μπορεί να είχαν κανονίσει η ασφάλεια να είναι μην είναι σε ετοιμότητα ή με κάποιο άλλο τρόπο να είχαν καθυστερήσει την απάντησή της. Σε περιπτώσεις στο Μεξικό, λέγεται ότι εάν η αστυνομία ή ο στρατός περιέργως απουσιάζουν, είναι επειδή οι παραστρατιωτικοί είναι καθ’ οδόν για να κάνουν την βρωμοδουλειά για αυτούς. Αυτό παραμένει μια υπόθεση, όμως είναι βέβαιο ότι ο Τραμπ κανόνισε την αφαίρεση μακροχρόνιων αξιωματούχων από το Υπουργείο Αμύνης και άλλες υπηρεσίες τον προηγούμενο Νοέμβρη, αντικαθιστώντας τους με ακόλουθους του, μόλις επιβεβαιώθηκε η ήττα του από τον Μπάιντεν. Επίσης αναδιαμόρφωσε την ιεραρχία έτσι ώστε να συγκεντρώσει την δύναμη στα χέρια του. Διατρέχοντας το ρίσκο να διαδίδουμε θεωρίες συνωμοσίας, ανατρέχουμε στις δηλώσεις του γραμματέα άμυνας Κρίστοφερ Μίλερ στο Φόρτ Μπράγκ στις 18 Νοεμβρίου, όταν ενώ ανακοίνωνε ότι από εδώ και στο εξής οι ειδικές δυνάμεις θα δίνουν αναφορά σε αυτόν άμεσα, διέκοψε και σχολίασε “Αυτό είναι οιωνός”.

Σε κάθε περίπτωση, τη νύχτα της 6ης Ιανουαρίου ένας μεγάλος αριθμός δυνάμεων τελικά αναπτύχθηκε.

Την νύχτα, η αστυνομία κυνήγησε μερικούς υποστηρικτές του Τραμπ με κάτι που παρομοιάζει περισσότερο την βία του συνηθίζουν να χρησιμοποιούν εναντίων διαδηλώσεων του Black Lives Matter.

Το πεδίο μάχης των Social Media

Από την πλευρά του, ο Τραμπ συγχάρηκε τους συμμετέχοντες, προσέχοντας να μην εκφράσει υποστήριξη για την εισβολή, έτσι ώστε να διατηρήσει μια εύλογη δυνατότητα άρνησης: “Αυτά είναι τα πράγματα και τα γεγονότα που συμβαίνουν όταν μια ιερή [sic] σαρωτική εκλογική νίκη απομακρύνεται τόσο ανεπίσημα και βίαια από τους σπουδαίους πατριώτες που έχουν υποστεί τόσο κακή και άδικη μεταχείριση τόσο καιρό.” Πρόσθεσε ένα μήνυμα όπου αναγνώριζε το συμβάν ως ένα θεμελιώδες βήμα στην ανάδειξη ενός νέου πολιτικού κύματος: “Να θυμάστε αυτήν την μέρα για πάντα!”

Σε απάντηση, το Twitter και το Facebook επέβαλαν επιτέλους εμπάργκο στους λογαριασμούς του Τραμπ. Ο διαχειριστής ενός διαδικτυακού τόπου οργάνωσης επίσης αντιμετώπισε πίεση.

Το Facebook ήδη μπάναρε πολλούς αναρχικούς πριν μερικούς μήνες και, παρόλο που από ατυχία αυτό που συνέβη στον Τραμπ είναι ένα καλοδεχούμενο εμπόδιο στις ολοκληρωτικές προσπάθειες του, είναι αναπόφευκτο ότι αυτή η κατάσταση θα οδηγήσει σε περισσότερη λογοκρισία αναρχικών και άλλων συμμετεχόντων σε κοινωνικά κινήματα. Αυτό το καθιστά όλο και πιο επείγον να καθιερώσουμε και να προωθήσουμε εναλλακτικές τώρα.

Θα διασπαστούν οι Ρεπουμπλικάνοι;

Ως αποτέλεσμα αυτού του κόλπου, οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν ήδη διαχωριστεί σε δύο στρατόπεδα, το Τραμπικό και το “κεντρώο”, το οποίο αναγκάστηκε να αποστασιοποιηθεί από τον Τραμπ, παρόλο που ωφελούντουσαν από τις πράξεις του τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Ένα από τα πιο δυσοίωνα κατορθώματα του Τραμπ σε σχέση με την προώθηση του αντιδραστικού λόγου είναι ότι, σήμερα οι Ρεπουμπλικάνοι που έχουν μετατοπιστεί προς τα δεξιά ως αποτέλεσμα της επιρροής του μπορούν να θεωρηθούν ήρωες της δημοκρατίες από μια δικομματική βάση απλά και μόνο επειδή δεν επέλεξαν να υποστηρίξουν τον Τραμπ σε μια ξεκάθαρα αντιδημοκρατική απόπειρα πραξικοπήματος. Και ενώ οι Δημοκράτες και Ρεπουμπλικάνοι που αποσύρουν την στήριξη τους στον Τραμπ εδραιώνουν ένα νέο δικομματικό πολιτικό κέντρο, το επίκεντρο αυτού του κέντρου θα θεωρούταν άκρα δεξιά πριν μερικά χρόνια. Ο αντίπαλος του Ομπάμα στις εκλογές του 2008, ο Τζον ΜακΚέιν, είναι σήμερα μισητός από την βάση του Τραμπ, ενώ θεωρείται ήρωας από πολλούς Δημοκράτες.

Κατ’ αυτή την έννοια, η έξοδος του Τραμπ από το επίκεντρο του Ρεπουμπλικανικού κόμματος ενισχύει την ακροδεξιά σε όλους τους τομείς, απαλλάσσοντας τους από οποιαδήποτε συσχετισμό με τον πολιτικό του χαρακτήρα. Αν η ακροδεξιά πλέον αντιπροσωπεύεται από λυσσασμένους νεοναζί με μπλουζάκια “Camp Auschwitz” οι οποίοι πραγματοποιούν κανονική ένοπλη ανταρσία, θα είναι ακόμα πιο εύκολο για καπιταλιστές που θέλουν να απελάσουν εκατομμύρια ανθρώπων και να πραγματοποιήσουν εξώσεις σε δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους να παρουσιάζονται ως κατεξοχήν λογικοί υποστηρικτές των απόψεων την κυρίαρχης ρητορικής. Το χθεσινό χάος στην Ουάσινγκτον ήδη επέτρεψε σε ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη και να παρουσιαστούν ως απογοητευμένοι υπερασπιστές της δημοκρατίας.

Είναι απολύτως εφικτό τα γεγονότα της 6 Ιανουαρίου να αποτελέσουν εγερτήριο για κάποιους οπαδούς του Τραμπ. Ωστόσο αυτή η αλλαγή είναι απίθανο να είναι θετική. Κάποιοι θα αποφασίσουν ότι πιστεύουν στην κρατική δημοκρατία και το κράτος δικαίου στην οποία περίπτωση θα μετατοπίσουν τις συμμαχίες τους στην Λίντσεϊ Γκράχαμ και ομοίους της, και, στην καλύτερη, θα στηρίξουν επιθέσεις στους αναμφισβήτητους φασίστες καθώς και στους αντιφασίστες. Άλλοι, έχοντας επιτέλους δει πώς είναι να είσαι αυτός που δέχεται την αστυνομική καταστολή, θα συμπεράνουν ότι μισούν την δημοκρατία και τους μπάτσους, όμως για τους εντελώς αντίθετους λόγους απ’ αυτούς των αναρχικών, και θα συμμετάσχουν σε φασιστικές ομάδες.

Αυτή η ρήξη με τους άλλους Ρεπουμπλικάνους θα φέρει τους οπαδούς του Τραμπ σε δύσκολη θέση, καθώς τους διαχωρίζει από μεγάλο μέρος της δύναμης και εικονικής τους νομιμότητας. Είναι όμως ένα απαραίτητο βήμα για αυτούς που επιδιώκουν να εγκαθιδρύσουν μια μαζική βάση για τον φασισμό. Έχουν πλέον εγκαθιδρύσει έναν φασιστικό πόλο στην Αμερικάνικη πολιτική, πλήρες με μάρτυρες και ένα ρεβανιστικό αφήγημα, το οποίο θα τους εξυπηρετήσει για χρόνια, αποτελώντας έναν εσωτερικό μύθο για την στρατολόγηση και την δικαιολόγηση της, όποτε αυτοί την χρειάζονται. Όπως είπαμε όταν ο Τραμπ πήρε την εξουσία, αν το κράτος δεν είναι ικανό να λύσει τα καθημερινά προβλήματα των ανθρώπων, θα μπορούσε να είναι στρατηγικά λογικό για αυτούς να αυτοπροσδιοριστούν ως εχθροί μιας υπάρχουσας κυβέρνησης έτσι ώστε να στρατολογήσουν απελπισμένους και αποξενωμένους λευκούς, των οποίων το φυλετικό προτέρημα τους οδήγησε στο να πιστεύουν ότι δεν έπρεπε να είναι αυτοί τους οποίους το κράτος αφήνει πίσω και εκμεταλλεύεται η οικονομία.

Και όπως έχουμε πει και αλλού, ως απάντηση στην εξέγερση του George Floyd, ο Τραμπ και οι υποστηρικτές του αποσύρθηκαν από το κοινωνικό συμβόλαιο, ουσιαστικά λέγοντας “Αν δεν μπορούμε να κρατήσουμε τα προτερήματα μας, τότε έχουμε εμφύλιο.”

6η Ιανουαρίου: Μια μαζική βάση για τον Φασισμό;

Με το Ένα Πόδι στην Εξουσία

Παράλληλα, όπως είπαμε πριν έναν μήνα, παρόλο που οι ακροδεξιές πολιτοφυλακές περιγράφουν τους εαυτούς τους ως αντάρτες ενάντια στο σύστημα, είναι λάθος να τους βλέπουμε ως εχθρούς του κράτους καθαυτού. Αντίθετα – παράδοξα, οι συμμετέχοντες στο κίνημα γύρω από τον Τραμπ έχουν προσπαθήσει να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους και ως εχθρούς του “βαθέως κράτους” αλλά και ως υποστηρικτές της κρατικής δύναμης. Ως αποτέλεσμα, απολαμβάνουν στήριξη από το κράτος ακόμα και αν προσποιούνται ότι το αντιτίθενται.

Εφτά γερουσιαστές και 121 Ρεπουμπλικάνοι της βουλής – περισσότεροι από τους μισούς Ρεπουμπλικάνους και πολύ παραπάνω από το ένα τέταρτο της Βουλής των Αντιπροσώπων – υποστήριξαν την πρόκληση για την πιστοποίηση των εκλογών, ακόμα και μετά την χθεσινή έφοδο – ενώ είχε γίνει ξεκάθαρο ότι, πράττοντας έτσι, παρείχαν αφηγηματική κάλυψη για κάτι που ήταν είτε μια τρομερά αδέξια απόπειρα πραξικοπήματος, είτε η ίδρυση ενός νέου φασιστικού κόμματος. Τουλάχιστον ένας εκλεγμένος πολιτικός, μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων της Δυτικής Βιρτζίνια, συμμετείχε στην έφοδο στο Καπιτώλιο. Όλα αυτά είναι απόδειξη ότι το κίνημα γύρω από τον Τραμπ δεν θα εξαφανιστεί σύντομα και θα είναι πολύ δύσκολο για τις αρχές να ασκήσουν την δύναμη που θα απαιτούταν για να σταματήσουν την ορμή του.

Υιοθετώντας μια από τις τακτικές του Τραμπ, ο Αντιπρόσωπος Ματ Γκάετζ και άλλοι Ρεπουμπλικάνοι έχουν διαδώσει την παράλογη θεωρία συνωμοσίας ότι η άτακτη δραστηριότητα στο Καπιτώλιο ήταν με κάποιον τρόπο αποτέλεσμα πρακτόρων της “αντίφα”. Υπάρχουν φυσικά πολλά αποδεικτικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι η εισβολή αποτελούταν από ορκισμένους οπαδούς του Τραμπ. Αναπαράγοντας εμφανή ψέματα, ο Γκάετζ και η κλίκα του χτίζουν μια βάση που οικειοθελώς πιστεύει και διαδίδει ψέματα ως έναν τρόπο να επιδείξουν την αφοσίωση τους και να φτύσουν στα μάτια των παλιομοδίτικων πολιτικών και δημοσιογράφων που εξακολουθούν ναι παίρνουν την έννοια της αξιοπιστίας σοβαρά. Σκοπεύουν να επισπεύσουν την άφιξη μιας μέρας όπου το τι πιστεύουν οι άνθρωποι να είναι αλήθεια θα είναι μονάχα ένας παράγοντας της πολιτικής τους πεποίθησης, και όχι αντίστροφα.

Δυστυχώς, ο Γκάετζ είναι μόνο ένας από έναν μεγάλο αριθμό ατόμων από διάφορες θέσεις στο πολιτικό πεδίο που προσπαθούν να θολώσουν τα νερά όσον αφορά την πολιτική ταυτότητα των υποστηρικτών του Τραμπ που εισέβαλαν στο Καπιτώλιο. Οι “ειδικοί” Έρικ Μπουρνέτ και Ντάνα Μπας μαζί το Fox News και Vanity Fair και τους πολιτικούς Μάρκο Ρούμπι και Ελέην Λόρια περιέγραψαν του υποστηρικτές του Τραμπ ως “αναρχικούς” επιδιώκοντας να υπονοήσουν ότι και οι “δυο πλευρές”, φασίστες και αντιφασίστες, είναι ισάξια υπεύθυνοι για τα προβλήματα που βασανίζουν τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Και οι Αναρχικοί;

Κουβαλώντας μαθήματα από τις δύο συγκεντρώσεις οπαδών του Τραμπ στην Ουάσινγκτον, αναρχικοί και αντιφασίστες που περιπολούσαν το κέντρο της πόλης σε ομάδες συγγένειας κατάφεραν να αποτρέψουν επιθέσεις σε ακτιβιστές, ανθρώπους διαφορετικού χρώματος και άλλους που είχαν το ρίσκο να στοχοποιηθούν τυχαία από οπαδούς τους Τραμπ. Ελάχιστα όμως ήταν τα καλά νέα αυτή την θλιβερή μέρα.

Οι αναρχικοί αντιμετωπίζουν μια διπλή υποχρέωση στην απάντηση τους για τις 6 Ιανουαρίου. Δεν βγάζει νόημα να ρισκάρουμε τις ζωές μας για να υπερασπιστούμε τα ιδρύματα όπου προεδρεύει η κρατική καταστολή, ούτε να δώσουμε στους φασίστες εύκολες ευκαιρίες να μας σκοτώσουν ή να μας βλάψουν. Την ίδια στιγμή, αν παραδώσουμε το τερέν της σύγκρουσης σε ακροδεξιούς στασιακούς και κατασταλτικούς αστυνόμους, όση ζημιά και να προκαλέσουν ο ένας στο άλλον, ο πολιτικός ορίζοντας θα μικρύνει. Θα πρέπει τουλάχιστον να οριοθετήσουμε μια αντιεξουσιαστική εναλλακτική και δύο αυτών δυνάμεων, εγκαθιδρύοντας νέα μοντέλα δράσης και βρίσκοντας σημεία παρέμβασης που ελαχιστοποιούν την τρωτότητα μας.

Μάλλον δεν είναι εφικτό για τους οπαδούς του Τραμπ να κάνουν το ίδιο δεύτερη φορά. Στις 20 Ιανουαρίου, όταν ο Τζο Μπάιντεν ορκιστεί ως πρόεδρος, αναμένουμε τεράστιες αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις στην Ουάσινγκτον. Από την άλλη, υποστηρικτές του Τραμπ μπορεί να επιχειρήσουν να αναπαράγουν ότι έκαναν στην Ουάσινγκτον σε άλλα κρατικά Καπιτώλια στην χώρα. Όσοι αντιστέκονται στον φασισμό και την κρατική καταστολή ίσως θα πρέπει να ερευνήσουν σοβαρά για τους πιο στρατηγικά ωφέλιμους στόχους σε αυτό το σενάριο.

Ένα σφάλμα που δεν πρέπει να κάνουμε είναι να υποθέσουμε ότι όλα τα κομμάτια είναι ήδη στο τραπέζι. Αυτό δεν είναι αλήθεια – υπάρχουν ακόμα τεράστια κομμάτια της κοινωνίας που δεν έχουν ρίξει την ψήφο τους με την μία ή την άλλη μεριά. Η βιασύνη να κλιμακώσουμε προς έναν εμφύλιο πόλεμο αυξάνει τις πιθανότητες να φτάσουμε εκεί προτού είμαστε έτοιμοι. Ίσως ο εμφύλιος να είναι αναπόφευκτος, όμως εάν είναι, τόσο περισσότεροι λόγοι να χτίσουμε δίκτυα και να απευθυνθούμε σε αυτούς που ακόμα δεν έχουν διαλέξει πλευρά, όσο υπάρχει ακόμα καιρός.