Η κληρονομιά του Μάρεϊ Μπούκτσιν: Μια (αναρχο)συνδικαλιστική κριτική

(Μετάφραση από άρθρο του Tom Wetzel* στο ideas&action)


Η 14η Ιανουαρίου σηματοδοτεί την 100ή επέτειο από τη γέννηση του Μάρεϊ Μπούκτσιν. Ίσως αξίζει να δούμε τη συμβολή του στη ριζοσπαστική πολιτική.

Ο Μπούκτσιν ενεπλάκη με το νεολαιίστικο κομμουνιστικό κίνημα  τη δεκαετία του 1930. Εγκατέλειψε τελικά τις επίσημες μαρξιστικές οργανώσεις κάνοντας στροφή στον ελευθεριακό σοσιαλισμό. Ένα κεντρικό χαρακτηριστικό της πολιτικής σκέψης του Μάρεϊ Μπούκτσιν από τη δεκαετία του ’60 έως το τέλος της ζωής του ήταν η αντίθεσή του στον προσανατολισμό του κινήματος στον αγώνα των εργατών,  που ήταν κεντρικός για τον (αναρχο)συνδικαλισμό και πολλούς αναρχικούς – καθώς και μαρξιστές – στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα.

Μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι γενικές απεργίες και οι έντονες μάχες των εργαζομένων της δεκαετίας του ’30 ήταν μια ξεθωριασμένη μνήμη. Τα μεταπολεμικά χρόνια παρατηρήθηκε η παγίωση μιας συντηρητικής γραφειοκρατίας μέσα στα συνδικάτα. Η αμερικανική εργατική τάξη από τη δεκαετία του 1960 δεν είχε πλέον τη μεγάλη «μαχητική μειονότητα» ριζοσπαστικών εργατών που ήταν χαρακτηριστικό των αμερικανικών χώρων εργασίας από τις αρχές του 1900 έως τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό οδήγησε ορισμένους ριζοσπάστες να αναζητήσουν έναν νέο «υποκείμενο» της επαναστατικής αλλαγής. Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν ήταν ένα παράδειγμα αυτού του τρόπου σκέψης:

«Αντίθετα με τις προσδοκίες του Μαρξ, η βιομηχανική εργατική τάξη μειώνεται τώρα σε αριθμό και χάνει σταθερά την παραδοσιακή της ταυτότητα ως τάξη…. Η σημερινή κουλτούρα [και]… οι μέθοδοι παραγωγής… έχουν αναδιαμορφώσει τον προλετάριο σε ένα εν πολλοίς μικροαστικό στρώμα… . Ο προλετάριος… θα αντικατασταθεί εντελώς από αυτοματοποιημένα και ακόμη και μέσα παραγωγής σε σμίκρυνση…. Οι  ταξικές κατηγορίες συνδυάζονται τώρα με ιεραρχικές κατηγορίες με βάση τη φυλή, το φύλο, τη σεξουαλική προτίμηση και σίγουρα τις εθνικές ή περιφερειακές διαφορές

Αυτό το απόσπασμα προέρχεται από το τελευταίο βιβλίο του Bookchin, «The Next Revolution: Popular Assemblies and the Promise of Direct Democracy» (σ.τ.μ: Στα ελληνικά ως «Η Επόμενη Επανάσταση. Λαϊκές Συνελεύσεις και η προοπτική της Άμεσης Δημοκρατίας», εκδόσεις Ευτοπία). Αυτό δείχνει μια ορισμένη έλλειψη κατανόησης σχετικά με το πώς οι συνδικαλιστές – και άλλοι σοσιαλιστές – βλέπουν την εργατική τάξη. Η βάση για την επαναστατική δυναμική της εργατικής τάξης βρίσκεται τόσο στη θέση της ως  η πλειοψηφία του πληθυσμού όσο και στην αντικειμενικά καταπιεσμένη και εκμεταλλευόμενη κατάστασή της. Οι εργαζόμενοι δεν έχουν τα δικά τους μέσα για να αποκτήσουν τα προς το ζην. Έτσι αναγκαζόμαστε να αναζητήσουμε δουλειές από εργοδότες, για να λάβουμε τους μισθούς που χρειαζόμαστε για να ζήσουμε. Και αυτή η διάρθρωση αναγκάζει τους εργαζόμενους να υποταχθούν σε αυταρχικά διευθυντικά καθεστώτα, όπου οι εργαζόμενοι στερούνται του ελέγχου των αποφάσεων που τους επηρεάζουν άμεσα και καθημερινά στην εργασιακή διαδικασία και τη λειτουργία των χώρων εργασίας. Οι εργοδότες κατέχουν τα προϊόντα της εργασίας μας και χρησιμοποιούν αυτή την συνθήκη για να απορροφήσουν κέρδη – μια εγγενώς εκμεταλλευτική κατάσταση.

Η εργατική τάξη είναι ετερογενής και έχει διάφορα στρώματα. Ο πυρήνας της εργατικής τάξης είναι οι χειρώνακτες εργαζόμενοι που υπόκεινται στον διαχειριστικό έλεγχο στην εργασία και δεν είναι οι ίδιοι μέρος του διαχειριστικού ελέγχου του συστήματος επί των εργαζομένων. Σύμφωνα με το «Τhe Working Class Majority» του Michael Zweig, αυτοί αποτελούν το 60 τοις εκατό του πληθυσμού (αν συμπεριλάβουμε τα εξαρτώμενα άτομα και τα άτομα που έχουν συνταξιοδοτηθεί από θέσεις εργασίας της εργατικής τάξης). Επιπλέον, ένα άλλο 15 τοις εκατό του εργατικού δυναμικού απασχολείται ως κατώτερης κλίμακας «επαγγελματικοί» υπάλληλοι με παρόμοια υπαγωγή στη διοίκηση – καθηγητές και δάσκαλοι, γραφιάδες, βιβλιοθηκάριοι, προγραμματιστές κ.ο.κ. Αυτό το στρώμα έχει πτυχία κολεγίων (ή πανεπιστημίων) και πληρώνεται συχνά καλύτερα από τους χειρώνακτες, αλλά συχνά σχηματίζει σωματεία και είναι ένα πιθανό στοιχείο σε έναν συνασπισμό εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη δεν μειώνεται, αλλά είναι η πλειοψηφία του πληθυσμού.

Το «βιομηχανικό προλεταριάτο» αποτελείται από εργαζόμενους στις «βασικές βιομηχανίες» – όχι μόνο στα εργοστάσια μεταποίησης αλλά και τις μεταφορές, τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, τις κατασκευές και τις εξορυκτικές βιομηχανίες (λατομεία, πετρέλαιο και φυσικό αερίου, υλοτομία). Οι εργαζόμενοι στην ιδιαίτερα βιομηχανοποιημένη γεωργία της Αμερικής θα πρέπει να συμπεριληφθούν επίσης εδώ, καθώς πρόκειται για παραγωγή βασικών αγαθών. Οι εργαζόμενοι σε αυτούς τους διάφορους τομείς αποτελούν περίπου το 25% του εργατικού δυναμικού στις ΗΠΑ. Η μείωση των θέσεων εργασίας στη μεταποίηση οφείλεται κυρίως στον τρόπο που οι καπιταλιστές αναζητούν συνεχώς νέες τεχνολογίες και αλλαγές στην εργασία, για να μειώσουν τον αριθμό των ωρών εργασίας ανά μονάδα παραγωγής. Αυτό δεν είναι νέο, αλλά συμβαίνει τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1920. Τα σχέδια εντατικοποίησης της εργασίας στο πλαίσιο της «λιτής παραγωγής» τα τελευταία 40 χρόνια – μια μορφή επιτάχυνσης – είναι η τελευταία αλλαγή. Ωστόσο, οι ΗΠΑ παράγουν περίπου το 17% της παγκόσμιας παραγωγής, παρόλο που μόνο το 12% του εργατικού δυναμικού εργάζεται σε αυτόν τον τομέα. Ωστόσο, οι θέσεις εργασίας σε άλλες «βασικές βιομηχανίες» όπως οι μεταφορές και οι κατασκευές δεν έχουν μειωθεί στον ίδιο βαθμό. Και η βασική βιομηχανία εξακολουθεί να είναι πολύ κεντρική για την αμερικανική οικονομία – αντιπροσωπεύοντας περίπου το ήμισυ του ΑΕΠ της χώρας. Έτσι, η ανάπτυξη ενός μαχητικού εργατικού κινήματος σε αυτόν τον τομέα της οικονομίας θα είχε σημαντική κοινωνική επιρροή.

Ο (αναρχο)συνδικαλισμός** προσβλέπει στην εμφάνιση ενός  ελεγχόμενου από τους εργάτες συνδικαλισμού που έχει ανατρεπτική δυναμική – κάτι που αποδεικνύεται σε απεργίες που κλείνουν τη ροή των κερδών προς την ιδιοκτήτρια τάξη. Με ένα όλο και πιο παγκοσμιοποιημένο και εξαπλωμένο σύστημα παραγωγής, τα συστήματα logistics ή μεταφοράς και αποθήκευσης καθίστανται όλο και πιο σημαντικά. Έτσι, οι εργαζόμενοι σε μεγάλους χώρους εργασίας – μεταποίησης, υπηρεσιών κοινής ωφέλειας  και μεταφορών – έχουν όντως μια πιθανή δυναμική που μπορεί να χρησιμεύσει για την προώθηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης, με την ανάπτυξη ενός υψηλότερου επιπέδου αλληλεγγύης σε ολόκληρη την τάξη. Επιπλέον, το εργατικό δυναμικό έχει δυνητικά τη δύναμη να εκδιώξει τους καπιταλιστές από τον έλεγχο του συστήματος της κοινωνικής παραγωγής- αναλαμβάνοντας τους χώρους εργασίας και αναδιοργανώνοντας την παραγωγή στην βάση της αυτοδιαχείρισης των βιομηχανιών από τους εργαζόμενους. Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν αγνοεί εντελώς αυτόν τον λόγο που οι (αναρχο)συνδικαλιστές δίνουν έμφαση στον εργατικό αγώνα και την αυτοοργάνωση στον κόσμο της εργασίας. Εάν η εργατική τάξη πρόκειται να αναλάβει τη συλλογική διαχείριση της παραγωγής, πρέπει να υπάρχει ένα κίνημα εργαζομένων σε αυτές τις βιομηχανίες ώστε να το πραγματοποιήσει. Πώς αλλιώς θα απελευθερωθούν από την καταπίεση του καπιταλιστικού εργασιακού καθεστώτος;

Παρόλο που οι (αναρχο)συνδικαλιστές αναγνωρίζουν τη σημασία της «βασικής βιομηχανίας» για τους λόγους που ανέφερα εδώ, οι (αναρχο)συνδικαλιστές δεν περιορίζουν την έννοια της εργατικής τάξης  στο «βιομηχανικό προλεταριάτο», αλλά συχνά ασχολούνται με την οργάνωση σε άλλες βιομηχανίες όπως το λιανεμπόριο, η υγειονομική περίθαλψη και άλλες υπηρεσίες. Ο στόχος του (αναρχο)συνδικαλισμού είναι η αναδιοργάνωση ολόκληρης της οικονομίας υπό εργατική αυτοδιαχείριση.

Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν υποστηρίζει ότι το χαμηλότερο σημερινό επίπεδο της εργατικής πάλης σε σχέση με πριν τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο οφείλεται στο γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν έχουν πλέον ζωντανή μνήμη της προ-καπιταλιστικής εποχής, όταν οι μικροί αγρότες διατηρούσαν τη δική τους φάρμα ή οι τεχνίτες είχαν το δικό τους εργαστήριο. Η θεωρία (του Μπούκτσιν) εδώ είναι ότι η φιλοδοξία για «εργατικό έλεγχο» βασίστηκε στην εξοικείωση με μια προηγούμενη εποχή, όταν οι παραγωγοί όντως ήλεγχαν την εργασία τους. Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν υποστηρίζει ότι οι ριζοσπάστες εργάτες στην εποχή των μεγάλων συνδικαλιστικών ενώσεων…

«Ήταν πολύ συχνά τεχνίτες για τους οποίους το εργοστασιακό σύστημα ήταν ένα πολιτισμικά νέο φαινόμενο. Ακόμη, πολλοί άλλοι είχαν άμεσο αγροτικό υπόβαθρο βρίσκονταν μόνο μια ή δυο γενιές μακριά από τον αγροτικό τρόπο ζωής. Μεταξύ αυτών των «προλετάριων», η βιομηχανική πειθαρχία, καθώς και ο περιορισμός τους μέσα στα εργοστάσια παραγωγής, παρήγαγαν πολύ ανησυχητικές πολιτιστικές και ψυχολογικές εντάσεις. Ζούσαν σε ένα δυναμικό πεδίο ανάμεσα, αφενός, σε έναν προ-βιομηχανικό, εποχιακά καθορισμένο, σε μεγάλο βαθμό χαλαρό βιοτεχνικό ή αγροτικό τρόπο ζωής, και αφετέρου, στο εργοστασιακό ή εργαστηριακό σύστημα που τόνιζε τη μέγιστη, εξαιρετικά εξορθολογισμένη εκμετάλλευση, τους απάνθρωπους ρυθμούς των μηχανημάτων, τον όμοιο με στρατώνα κόσμο τω πολυσύχναστων πόλεων, και των εξαιρετικά βάναυσων συνθηκών εργασίας. Ως εκ τούτου, δεν προκαλεί καθόλου έκπληξη το γεγονός ότι αυτό το είδος εργατικής τάξης ήταν εξαιρετικά εκρηκτικό και ότι οι ταραχές της μπορούσαν εύκολα να εκτροχιαστούν σχεδόν σε εξεγέρσεις. »

Αυτή η θεωρία, καταρχάς, είναι μια αδικαιολόγητη μορφή οικονομικού ντετερμινισμού – σαν η οικονομική δομή να “αναγκάζει” άμεσα τους ανθρώπους να πιστεύουν  ορισμένα πράγματα. Δεύτερον, η ίδια η υπόθεση της θεωρίας δεν είναι αληθινή. Τη δεκαετία του 1930 πολλοί ριζοσπάστες εργάτες δεν είχαν ιστορικό στη ήδη μακρινή προ-καπιταλιστική εποχή των αυτοαπασχολούμενων τεχνιτών και αγροτών. Συχνά οι γονείς και οι παππούδες τους ήταν εργάτες. Επιπλέον, οι αγώνες για τον έλεγχο (σ.τ.μ. των μέσων της παραγωγής, της ίδιας της παραγωγής κτλ) εξακολουθούν να αποτελούν μέρος του εργατικού αγώνα σήμερα. Όταν οι νοσοκόμες αγωνίζονται για να υπερασπιστούν τα νούμερα των υπαλλήλων του προσωπικού, αυτή είναι μια πάλη για τον έλεγχο. Μόλις πρόσφατα, εργαζόμενοι σε διυλιστήρια πραγματοποίησαν πανεθνική απεργία για το δικαίωμα τους να τερματίζουν τις εργασίες συντήρησης που θεωρούν μη ασφαλείς. Αυτός είναι ένας αγώνας για τον έλεγχο. Όταν οι δάσκαλοι αγωνίζονται για μικρότερο αριθμό μαθητών στις τάξεις και για τους πόρους που χρειάζονται οι μαθητές τους, αυτό είναι μια προσπάθεια ελέγχου.

Για να κατανοήσουμε το σχετικά χαμηλό επίπεδο της εργατικής πάλης τις τελευταίες δεκαετίες, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο η εξέγερση της εργατικής τάξης αναδύεται και αναπτύσσεται, με έναν σποραδικό τρόπο – σε περιόδους απεργιακών κυμάτων και εκτεταμένων αγώνων. Περίοδοι αυτού του είδους ακολουθούν μια παρατεταμένη περίοδο οργάνωσης, προσπάθειες για λαϊκή εκπαίδευση, άντληση μαθημάτων από προηγούμενους αποτυχημένους αγώνες – και με έναν ολοένα αυξανόμενο αριθμό ενεργών εργαζομένων να ριζοσπαστικοποιούνται και να αποκτούν οργανωτικές δεξιότητες και ούτω καθεξής. Έτσι, ένα υψηλό επίπεδο εργατικής πάλης και η ανάπτυξη της «αλληλέγγυας συνείδησης» δεν είναι απλώς ένα «αυτόματο» προϊόν της κατάστασης της εργατικής τάξης.

Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν δεν βρήκε ποτέ εν τέλει ένα νέο «επαναστατικό υποκείμενο»… στις ΗΠΑ. Και η στρατηγική του, που βασίζεται στην τοπική εκλογική πολιτική – ο «ελευθεριακός δημοτικισμός» – δεν βγάζει πολύ νόημα και δεν βρήκε ποτέ μεγάλη ανταπόκριση. Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν επηρέασε το ριζοσπαστικό κουρδικό κίνημα στην Τουρκία και τη βόρεια Συρία, ώστε να υιοθετήσει αμεσο-δημοκρατικές ιδέες για τη διακυβέρνηση. Αλλά οι Κούρδοι είχαν μια διαφορετική στρατηγική. Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν δεν έκανε λάθος όταν τόνιζε το δυναμικό των συνελεύσεων γειτονιάς ως μέρος της ελευθεριακής σοσιαλιστικής διακυβέρνησης – ως μέρος της κοινοτικής αυτοδιαχείρισης. Και συνελεύσεις κατοίκων έχουν κάποιες φορές πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, κατά τη διάρκεια διαφόρων αγώνων. Συμπερασματικά, οι συνελεύσεις των κατοίκων της πόλης έχουν όντως έναν ρόλο να παίξουν. Ωστόσο, ως στρατηγική για την κοινωνική αλλαγή, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη σημασία των μαζικών οργανώσεων και των αγώνων στον τομέα της παραγωγής, όπου οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν άμεσα την καταπιεστική δύναμη του κεφαλαίου.

Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν είχε δίκιο στο ότι οι αγώνες γύρω από τις «τεκτονικές πλάκες» της φυλής και του φύλου και η οικολογική καταστροφή ήρθαν όλο και περισσότερο στο προσκήνιο ως κεντρικές θεματικές, την δεκαετία του 1960 και του ’70. Οι αγώνες του κινήματος της μαύρης απελευθέρωσης για να σπάσει τους διαχωρισμούς και να επιτεθεί σε άλλες πτυχές της φυλετικής ανισότητας – και το κίνημα των γυναικών και το κίνημα των ομοφυλόφιλων και λεσβιών εκείνη την εποχή – επηρέασαν ολόκληρη την Αριστερά ώστε να κατανοήσει βαθύτερα τις μη ταξικές πτυχές της κοινωνικής δομής που καταπατούν την ελευθερία. Και αυτό επηρέασε επίσης τους ελευθεριακούς συνδικαλιστές ακτιβιστές και τις οργανώσεις τους. Επιπλέον, η σκέψη μας γύρω από τη στρατηγική πρέπει να εξετάσει τους τρόπους με τους οποίους το σύστημα αλλάζει με την πάροδο του χρόνου – πώς εμφανίζονται νέα ζητήματα, νέα τμήματα του πληθυσμού έχουν κινητοποιηθεί και αναδύονται νέα κοινωνικά κινήματα. Η στρατηγική μας σκέψη πρέπει να λάβει υπόψη αυτά τα πράγματα. Αλλά το καπιταλιστικό καθεστώς είχε πάντα φυλετικό και έμφυλο χαρακτήρα  στις ΗΠΑ, και αυτές οι πτυχές της καταπίεσης υπάρχουν στους χώρους εργασίας και στον τρόπο λειτουργίας των θεσμών του συστήματος. Οι διάφορες πτυχές της καταπίεσης λειτουργούν άμεσα σε διάφορα τμήματα του πολύμορφου πληθυσμού της εργατικής τάξης. Η ταξική αλληλεγγύη εμπερικλείεται στο σλόγκαν, «Ο τραυματισμός ενός από εμάς είναι τραυματισμός όλων μας». Εάν μια υποομάδα της τάξης υπόκειται ένα συγκεκριμένο τραυματισμό – όπως φυλετικές διακρίσεις, σεξουαλική παρενόχληση, ρατσιστικές δολοφονίες από την αστυνομία ή επιθέσεις εναντίον μεταναστών – είναι άρνηση της αλληλεγγύης το να μην αναπτύσσουμε πρακτικές υποστήριξης στους αγώνες αυτών των ομάδων γύρω από τις αδικίες που υπόκεινται.

Η εργατική τάξη δεν μπορεί να απελευθερώσει τον εαυτό της εκτός κι εάν καταφέρει να «διαμορφωθεί» σε ένα κίνημα που στοχεύει στη γενική κοινωνική απελευθέρωση – αντιμετωπίζοντας ζητήματα όπως ο καταπιεστικός χαρακτήρας του κράτους, τα πρότυπα φυλετικής και έμφυλης ανισότητας και ο οικολογικά καταστροφικός χαρακτήρας της καπιταλιστικής δυναμικής. Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να επιτύχουν στον αγώνα τους ενάντια στις κυρίαρχες τάξεις χωρίς να συνενώσουν διαφορετικές ομάδες ανθρώπων και να δημιουργήσουν αυξημένα επίπεδα αλληλοϋποστήριξης στους αγώνες ο ένας του άλλου.


Υποσημειώσεις:

*Ο Tom Wetzel είναι ελευθεριακός στοχαστής, ακτιβιστής και συνδικαλιστής, με τάση προς τον αναρχοσυνδικαλισμό. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου Overcoming Capitalism, που πρόκειται να εκδοθεί από τις ελευθεριακές εκδόσεις AK Press.

**Ο όρος syndicalism και syndicalists, που χρησιμοποιείται συχνά στο πρωτότυπο κείμενο, εννοεί τον αναρχοσυνδικαλισμό ή ελευθεριακό συνδικαλισμό. Ο ίδιος ο όρος χρησιμοποιούταν κατά το παρελθόν χωρίς την πρόθεση “αναρχο-“, σημαίνοντας από μόνος του το ίδιο και το αυτό πράγμα, μέχρι να χρησιμοποιηθεί ευρύτερα από το εργατικό κίνημα, από μαρξιστικές και λενινιστικές οργανώσεις, αλλά και ρεφορμιστές. Από την εποχή εκείνη και έπειτα, για να διαχωριστεί η σημασία του από τον συμβατικό συνδικαλισμό, χρησιμοποιείται κυρίως ο όρος “αναρχοσυνδικαλισμός”, “ελευθεριακός συνδικαλισμός” ή και “επαναστατικός συνδικαλισμός”, ο οποίος όμως δεν ταυτίζεται με τις άλλες δυο έννοιες. Στην μετάφραση προτιμήθηκε να προστεθεί το “αναρχό-”  μέσα σε παρένθεση, για να γίνει περισσότερο κατανοητό το νόημα του κειμένου στην ελληνική πραγματικότητα και την οικεία ορολογία.


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ