Καθήκοντα και υποχρεώσεις των αναρχικών μπροστά στον νέο εργασιακό μεσαίωνα

Το άρθρο αυτό γράφεται επ’ αφορμής του καλέσματος σε “Ανοιχτό διάλογο για την εργασία και το εργατικό κίνημα”, στο οποίο προχωρήσαμε ως Alerta.gr, μετά την ψήφιση του νέου αντεργατικού νομοσχεδίου. Δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει τίποτε παραπάνω από μια πρώτη, ατομική τοποθέτηση επάνω στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που έχουμε ως αναρχικοί, αλλά και ως κομμάτι της εργατικής τάξης, απέναντι σε αυτή την νέα ζοφερή πραγματικότητα που Κράτος και Κεφάλαιο αποπειρώνται να επιβάλλουν στην εργατική τάξη.

Είδαμε πως το εργατικό κίνημα δεν κατάφερε να συσπειρωθεί επαρκώς απέναντι στην μεγαλύτερη απειλή που ορθώθηκε μπροστά του τις τελευταίες δεκαετίες, δηλαδή ένα νομοσχέδιο που ουσιαστικά κατάργησε κατακτήσεις ενός και πλέον αιώνα. Η τάξη καθ’ αυτή δεν κατάφερε να συνειδητοποιήσει τον θανάσιμο κίνδυνο που αυτό το νομοθέτημα της επιφυλάσσει, δεν μπόρεσε μπροστά σε αυτό το τερατούργημα να μετατραπεί έστω και στιγμιαία σε “τάξη δι’ εαυτή”, που λέει και ο μπαρμπα-Μαρξ, δηλαδή σε τάξη που κατανοεί πως τα συμφέροντά της είναι διαφορετικά από και εχθρικά με αυτά των αφεντικών, σε τάξη που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως ξεχωριστό (και εν δυνάμει επαναστατικό) κοινωνικό υπο-σύνολο και κατανοεί ποιος είναι ο ρόλος της και η σημασία της στην αναπαραγωγή αυτού του κόσμου γενικότερα. Και γι’ αυτό άλλωστε δεν πείστηκε επαρκώς ότι αυτό το νομοθέτημα δημιουργήθηκε σε βάρος της και εναντίον της από το πολιτικό προσωπικό του Κεφαλαίου, των αφεντικών, δηλαδή από την ακραία νεοφιλελεύθερη Κυβέρνηση της Ν.Δ. (ενώ ουσιαστικά κάποια κομμάτια του είχαν αρχίσει να νομοθετούνται, να ψηφίζονται και να εφαρμόζονται ήδη από την σοσιαλδημοκρατική αστική εφεδρεία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ).

Αλλά και το επαναστατικό και ριζοσπαστικό κίνημα, με τις μικρές του ακόμη δυνάμεις, δεν κατόρθωσε επαρκώς να παίξει τον ρόλο του “πυροδότη”, της “αιχμής” ή της “πρωτοπορίας” -ανάλογα με την ανάλυση καθενός κομματιού του ευρύτερου κινήματος- που θα επεξηγούσε επαρκώς τα παραπάνω στην τάξη μας και θα την βοηθούσε να οργανώσει την άμυνά της (και ίσως αργότερα την επίθεσή της). Και είναι κάτι το πολύ δυστυχές αυτό, αν σκεφτεί κανείς πως οι λεγόμενες “αντικειμενικές συνθήκες” για ένα επαναστατικό ξέσπασμα υπάρχουν εδώ και καιρό -δηλαδή η οικονομική κρίση, η φτωχοποίηση ενός όλο και μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας, η ανεργία που ολοένα και ανεβαίνει σε πραγματικά ποσοστά, ενώ ζήσαμε και την παντελώς ελλιπή και δολοφονική διαχείριση μιας παγκοσμίου κλίμακας πανδημίας, διαχείριση που έγινε με όρους σωτηρίας του κεφαλαίου και ευκαιρίας αναδιάρθρωσης οικονομικών, κοινωνικών και εργασιακών σχέσεων.

Αυτές που λείπουν δηλαδή είναι οι “υποκειμενικές συνθήκες”, η κατάσταση των ριζοσπαστικών και επαναστατικών κομματιών της τάξης μας -μέσα σε αυτούς και οι αναρχικοί- και η δυνατότητά τους να παρέμβουν στην τάξη, να προωθήσουν επαναστατικές ιδέες και να την βοηθήσουν ακριβώς να φτάσει στην φάση “δι’ εαυτή” που αναλύσαμε παραπάνω. Και φυσικά, ο δείκτης της κατάστασης, του μεγέθους και της αποτελεσματικότητας του επαναστατικού κινήματος είναι και δείκτης του επαναστατικού φρονήματος της ίδιας της τάξης, σχεδόν πάντοτε. Και πρέπει καταρχήν να ξεκινήσουμε από το να αναλύσουμε γιατί είμαστε αναποτελεσματικοί ως επαναστατικό-αναρχικό κίνημα, αφήνοντας στην άκρη φυσικά το κομμάτι που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, δηλαδή τον πόλεμο που το ίδιο το Κεφάλαιο και το Κράτος διεξάγουν ενάντια στους επαναστάτες. Να κοιτάξουμε καταρχήν “μέσα στο σπίτι μας”, σχετικά με το αν εμείς εκπληρώνουμε τα επαναστατικά μας καθήκοντα με σωστό τρόπο.


Νηπιακά βήματα και μια συνειδητοποίηση

Μερικές φορές μιλάμε ως αναρχικοί και ως επαναστάτες, ως ριζοσπάστες κ.λπ, με όρους και έννοιες τις οποίες εμείς και οι κοντινοί μας σύντροφοι, οι ” μυημένοι “,  μπορεί να κατανοούμε, αλλά μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης πιθανότατα να αγνοεί. Όχι απαραίτητα λόγω ελλιπούς παιδείας ή κάτι παρόμοιο. Άλλωστε δεν ζούμε πια στον 19ο αιώνα. Το μεγαλύτερο κομμάτι της εργατικής τάξης, έστω στον δυτικό καπιταλιστικό κόσμο στον οποίο εμείς ζούμε και αγωνιζόμαστε, έχει την δυνατότητα να μορφωθεί ως έναν βαθμό, να κατανοήσει βασικές κοινωνικές και πολιτικές ιδέες. Δυνατότητα, φυσικά, που την κέρδισε το ίδιο, με αγώνες και θυσίες.

Αντίθετα, συχνότερα, το παραπάνω συμβαίνει ίσως επειδή, από την μια, ο εξειδικευμένος ριζοσπαστικός πολιτικός λόγος ακούγεται ξύλινος στα αυτιά των πολλών, όταν δεν επεξηγείται επαρκώς -και άρα παραβλέπεται επιδεικτικά ως ενόχληση, ως “θόρυβος” προερχόμενος από μειοψηφίες- από την άλλη δε, η εξουσία έχει φροντίσει με διάφορους τρόπους ώστε ο λόγος αυτός να καταστεί γραφικός  στα αυτιά της εργατικής τάξης, ένας απόηχος του παρελθόντος, λαϊκισμός χωρίς νόημα κ.ο.κ. Όποια κι αν είναι η αιτία, η αλήθεια είναι πως υπάρχει μια σαφής έλλειψη σύνδεσης του πομπού με τον δέκτη, αλλά και αλληλοτροφοδότησή τους. Δηλαδή του πολιτικού λόγου των αναρχικών και λοιπών ριζοσπαστών με τις κατώτερες τάξεις. Και σε επίπεδο κατανόησης ακόμη μιλώντας, δηλαδή.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται σημαντικά ένα από τα πιο δυνατά μας όπλα, ώστε να προπαγανδίσουμε τις θέσεις μας: ο ίδιος ο πολιτικός μας λόγος, η έκφρασή μας. Απόπειρες να “εκλαϊκευτεί” αυτός ο λόγος έχουν σίγουρα γίνει στο παρελθόν, τόσο από την αριστερά, όσο και από το αναρχικό κίνημα, αλλά με κάποιον τρόπο σχεδόν πάντα καταλήγουν σε ένα αποτέλεσμα το οποίο έχει να κάνει με μια καρικατούρα “λαϊκότητας”, με το πως οι ίδιοι οι πολιτικοποιημένοι άνθρωποι δηλαδή αντιλαμβάνονται ότι μιλάει και σκέφτεται η υπόλοιπη εργατική τάξη, σε αντιδιαστολή με την πραγματική της γλώσσα και σκέψη, στην δεδομένη εποχή, στην δεδομένη χρονική περίοδο.

Συνεπακόλουθο των παραπάνω είναι πως, σε μεγάλο βαθμό, δεν μπορούμε καν να επεξηγήσουμε στους ανθρώπους της τάξη μας τους λόγους για τους οποίους αντιτασσόμαστε στην εκάστοτε κοινωνική και ταξική αδικία -για παράδειγμα στο αντεργατικό νομοσχέδιο- αλλά και το τι ακριβώς κρύβεται πίσω από τις καμουφλαρισμένες εξαγγελίες, τους νόμους και τα ψιλά τους γράμματα.

Φυσικά δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε τους εργαζόμενους και τους προλετάριους ως “χαζούς” ή ανίκανους να αντιληφθούν από μόνοι τους, έστω και ενστικτωδώς και πρωτόλεια, την αδικία που συμβαίνει απέναντί τους. Αλλά πρέπει να κατανοούμε πως, ανά πάσα στιγμή, Κράτος και Κεφάλαιο, κατέχοντας την πολιτική και πολιτισμική ηγεμονία, το μονοπώλιο των ΜΜΕ και λοιπών θεσμών προπαγάνδας (και το οποίο δεν μπορούν και δεν πρόκειται ποτέ να απολέσουν παρά σε μια επαναστατική περίοδο), μπορούν να αντιστρέψουν την πραγματικότητα, να κρύψουν την αλήθεια, να παρουσιάσουν το άσπρο για μαύρο. Και έτσι να περιθωριοποιήσουν τις επαναστατικές ιδέες, ανάμεσά τους και τις αναρχικές, και να ασελγήσουν επάνω τους.

Ο έλεγχος του Κεφαλαίου, μέσω και του Κράτους, σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας, από την εργασία μέχρι την διασκέδαση, τα κοινωνικά δίκτυα και τον δημόσιο διάλογο, έχει αντικαταστήσει σε μεγάλο βαθμό την ανάγκη για άμεση και βίαιη καταστολή. Εννοείται πως και αυτή πάντα υπάρχει στο καθημερινό πρόγραμμα, αλλά σε μεγάλο βαθμό έχει περιοριστεί, μέσω της παραπάνω διαδικασίας, η κλίμακα της καταστολής, εννοώντας πάντα τη δεξαμενή των ανθρώπων ενάντια στους οποίους θα ασκηθεί η φυσική βία λόγω ανατρεπτικών προθέσεων, σε σχέση με περασμένους αιώνες και επαναστατικές περιόδους, όπου οι κοινωνικές αδικίες ήταν πιο ευδιάκριτες (τουλάχιστον). Φυσικά, να μην ξεχνάμε πως, αν όλοι μας, κεφάλαιο και εργαζόμενοι, εξουσία και επαναστάτες, είχαμε την δυνατότητα να εκθέσουμε τα επιχειρήματά μας επί ίσοις όροις, ανεμπόδιστα και στην ίδια κλίμακα, τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο εύκολα στον δρόμο για την κοινωνική επανάσταση. Αλλά δεν είναι έτσι. Και άρα, μοιραία, θα πρέπει να ξεκινήσουμε να εξηγούμε κάποια ζητήματα από την πολλή αρχή, είτε πρόκειται για τις θέσεις μας ως αναρχικοί, είτε για αυτά που μαγειρεύουν οι αφέντες ενάντια στους υπηκόους τους.

Οπότε, λοιπόν, αν συμφωνήσουμε πως ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα των αναρχικών σήμερα είναι να καταφέρουν να πείσουν την εργατική τάξη σχετικά με τα ξεχωριστά της συμφέροντα απέναντι στα αφεντικά, το πρώτο βήμα, η εισαγωγή σε αυτό το κεφάλαιο, είναι να αποκωδικοποιήσουμε τις θέσεις μας και τον λόγο μας με τρόπο που να γίνεται κατανοητός από αυτήν. Όχι άλλος βερμπαλισμός, όχι άλλες δυσνόητες λέξεις, επεξήγηση με απλό τρόπο βασικών εννοιών (π.χ. η υπεραξία, η αντίθεση κεφαλαίου εργασίας, η ίδια η έννοια της εργατικής τάξης στο σήμερα) αλλά και βασικών επαναστατικών προταγμάτων: Τι είναι ο αναρχισμός και τι θέλει; Τι είναι η κοινωνική επανάσταση; Η αυτο-οργάνωση; Ο συνδικαλισμός είναι όντως αυτό που μας παρουσιάζουν τα κανάλια; Ποια η αξία της γενικής απεργίας και γιατί την φοβούνται τα αφεντικά και την σαμποτάρουν οι εργατοπατέρες; Γιατί το Κράτος και η αστυνομία δεν είναι ουδέτεροι θεσμοί αλλά εργαλεία του Κεφαλαίου και άλλα τέτοια βασικά.

Μια προϋπόθεση και μια δέσμευση

Έχοντας πει όλα τα παραπάνω, θα πρέπει να τονίσουμε και να επιμείνουμε στο εξής: Συμφωνούμε εν τέλει πως ένα από τα πιο σημαντικά μας καθήκοντα ως αναρχικοί είναι η παρέμβαση στην τάξη μας -την εργατική τάξη- και η προπαγάνδιση των ιδεών μας σε αυτήν; Κατανοούμε πως οποιαδήποτε προοπτική κοινωνικής χειραφέτησης, επανάστασης κ.λπ. περνάει μέσα από την εργατική τάξη, η οποία, ως η πολυπληθέστερη και η περισσότερο εκμεταλλευόμενη από όλες τις τάξεις, έχει και το συμφέρον και την δυνατότητα να ανατρέψει τον καπιταλισμό; Ότι εκ των πραγμάτων, η τάξη μας δεν έχει καμία άλλη, κατώτερη και μεγαλύτερη αριθμητικά τάξη για να εκμεταλλευτεί, μετά την νίκη μας επί των αστών, και έτσι δεν μπορεί να γίνει εξουσία, αλλά να καταργήσει κάθε οικονομική ανισότητα; Και τέλος, μέσα από την κατάργηση κάθε τάξης, να καταργήσει και τον ίδιο της τον εαυτό φυσικά.

Αν το κατανοήσουμε και αν το συμφωνήσουμε αυτό, θα δούμε και ότι εκείνο που προέχει είναι η δέσμευση για τον αγώνα στο εσωτερικό της τάξης μας. Ένας διμέτωπος αγώνας, από την μια, πρωτευόντως,  για να βοηθήσουμε την εργατική τάξη να συνειδητοποιήσει τον εαυτό της, (η “τάξη δι’ εαυτή” όπως το εξηγήσαμε παραπάνω) και να γίνει κάποια στιγμή επαναστατικό υποκείμενο, να διαλύσει αφεντικά και κράτη. Και από την άλλη, δευτερευόντως, για να εξουδετερώσουμε κατά την διάρκεια του αγώνα αυτού τις δυνάμεις εκείνες που θέλουν να ηγεμονεύσουν επάνω στη τάξη, να δημιουργήσουν πολιτικές πρωτοπορίες και κάθετες ηγεσίες, οι οποίες εν τέλει θα επιβληθούν και με φυσικό τρόπο επάνω στην τάξη μας, δομώντας νέες ιεραρχίες -και άρα νέες κοινωνικές τάξεις με αντικρουόμενα συμφέροντα (που αργά ή γρήγορα, ξεκινώντας από το πολιτικό, θα αναχθούν και στο υλικό), μια νέα ταξική διαστρωμάτωση, μια νέα εξουσιαστική κοινωνία. Να σπρώξουμε προς το καινούριο, αποφεύγοντας κάθε δοκιμασμένη και αποτυχημένη εκδοχή του παλιού.

Πρώτα απ’όλα όμως πρέπει να συμφωνήσουμε στην παραπάνω προτεραιότητα σχετικά με τα καθήκοντα μας. Πρέπει μια και καλή να αφήσουμε πίσω μας αντι-κοινωνικές λογικές που είχαν εισβάλει στο παρελθόν στο εσωτερικό του αναρχικού κινήματος, διαταξικές -ή ακόμη και “αντι-ταξικές”- αναλύσεις, ατομικές προσεγγίσεις και αστικές επιρροές (που υπάρχουν σε κάθε επαναστατικό κίνημα φυσικά, όχι μόνο στο αναρχικό, δείτε που κατέληξε η Σοσιαλδημοκρατία από την εποχή του Μαρξ μέχρι και σήμερα). Να δομήσουμε μια όσο το δυνατόν πιο περιεκτική κοινή ανάλυση και μια όσο το δυνατόν πιο ενιαία στρατηγική. Η δε έννοια του “συλλογικού” πρέπει να διευρυνθεί περαιτέρω από τα πολιτικά πλαίσια στα οποία την εντάσσουμε σήμερα. Δηλαδή από το “η ομάδα μας”, “η οργάνωσή μας”, “η συλλογικότητά μας”, “η κοινότητα αγώνα”, να φτάσει στο “η τάξη μας”.

Χωρίς φυσικά να εννοούμε ότι έχουμε τα ίδια κοινά οράματα και τις ίδιες επιθυμίες στο σήμερα με όλη την εργατική τάξη, σε σχέση με αυτά που έχουμε με τους συντρόφους μας. Αλίμονο, η τάξη μας σήμερα έχει και ρατσιστές και φασίστες και γυναικοκτόνους, βιαστές, ρουφιάνους και wannabe αφεντικά. Αυτό που θέλω να πω είναι πως πρέπει να ρίξουμε το βάρος στα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε ως κομμάτι της εργατικής τάξης και να θέσουμε στον ορίζοντα το να φέρουμε το “μεγάλο συλλογικό σώμα”, δηλαδή την εργατική τάξη, κοντά στις δικές μας επιθυμίες και πιστεύω. Τα οποία προφανώς θεωρούμε πως αποτελούν το συμφέρον της ίδιας της τάξης μας, αλλιώς δεν θα τα πιστεύαμε καθόλου ούτε θα τα υποστηρίζαμε.

Κάποιες ιδέες προς κατάθεση

Αντιλαμβανόμενος ότι οι ατομικές τοποθετήσεις και αναλύσεις δεν έχουν το ίδιο βάρος με τις συλλογικές, τις επεξεργασμένες από ομάδες ανθρώπων -στην περίπτωσή μας συλλογικοτήτων, οργανώσεων, αλλά κυρίως οριζόντιων ταξικών σχημάτων (σωματεία βάσης, εργατικές ομάδες κλπ)- θα πω πολύ λιγότερα σε σχέση με το πως θεωρώ ότι θα έπρεπε να κινηθούν οι αναρχικοί σε σχέση με τα παραπάνω καθήκοντα. Ωστόσο, επειδή και η πιο μικρή ιδέα, η πιο ταπεινή άποψη, θα πρέπει να κατατίθεται, καθώς ποτέ δεν ξέρουμε πως και ποιους μπορεί να εμπνεύσει, αυτά τα πολύ λιγότερα θα τα καταθέσω.

Θεωρώ πως οι αναρχικοί θα πρέπει να επικεντρώσουν σε ένα μοντέλο οργάνωσης το οποίο θα προσεγγίζει την τάξη όχι εξωτερικά και παρεμβατικά, αλλά εσωτερικά και οργανικά. Όχι δηλαδή δρώντας ως πρωτοπορία που προέρχεται “από έξω” από την τάξη, αλλά ως ένα ριζοσπαστικό και επαναστατικό κομμάτι “από τα μέσα” της τάξης. Χρειάζεται δηλαδή ένα μοντέλο οργάνωσης που θα λειτουργεί στο μέρος στο οποίο συντελείται ο καθοριστικός παράγοντας που διαμορφώνει την τάξη, δηλαδή η εκμετάλλευση της εργασιακής μας δύναμης  και η άντληση της υπεραξίας από τα αφεντικά. Και φυσικά αυτό το μέρος είναι οι εργασιακοί χώροι: Εργοστάσια ή γραφεία εταιριών, τσιμεντουπόλεις ή χωράφια, δημόσιος ή ιδιωτικός τομέας, παραγωγή ή υπηρεσίες. Στο σήμερα, αυτό σημαίνει μια ριζική μετάβαση από το κομμάτι της “πολιτικής συλλογικότητας” σε αυτό της ταξικής οργάνωσης και των επαναστατικών σωματείων βάσης και στον συνδικαλισμό. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα σχετικά με το τελευταίο, όπου εργαζόμενοι οργανώνονται αντι-ιεραρχικά, ωθούμενοι από ελευθεριακές και ριζοσπαστικές ταξικές πεποιθήσεις. Τα σωματεία βάσης γνώρισαν μια μεγάλη άνθηση κατά την προηγούμενη δεκαετία και είναι πολύ σημαντικό να ενισχυθούν. Ενώ δεν είναι και τα μοναδικά παραδείγματα ταξικής οργάνωσης των αναρχικών και ελευθεριακών, με τις αναρχοσυνδικαλιστικές οργανώσεις να έχουν παρουσία σε αρκετούς κλάδους.

Σε σχέση με τα παραπάνω παραδείγματα, θεωρώ ότι οι αναρχικοί θα πρέπει μεν να επικεντρώσουν στον επαναστατικό συνδικαλισμό, αλλά αυτό δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να γίνει με όρους από-πολιτικοποίησης και αποδόμησης των ελευθεριακών προταγμάτων σε ένα οριζόντιο οργανωτικό μοντέλο, με την υιοθέτηση αποκλειστικά οικονομικών αιτημάτων. Θεωρώ πως οι αναρχικοί θα πρέπει να βγαίνουν μπροστά στους χώρους δουλειάς τόσο με γνώμονα την ταξική τους θέση, όσο και με την πολιτική-κοινωνική. Δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να θέτουμε στο παρασκήνιο το γεγονός ότι είμαστε αναρχικοί, όταν προσεγγίζουμε τους συναδέλφους και την εργατική τάξη γενικά. Αντίθετα, θα πρέπει να αγωνιζόμαστε να κάνουμε κατανοητά τα πραγματικά νοήματα του αναρχισμού, με τον τρόπο που ανέφερα πιο πάνω στο κείμενο, ώστε η εργατική τάξη να μην μας “φοβάται” και να μην είναι επιφυλακτική απέναντί μας. Να διεκδικήσουμε και τα ανακτήσουμε τον ζωτικό μας χώρο ως το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι της εργατικής τάξης, σε αντιδιαστολή με την εικόνα του “edgy” νεολαίου – “επαναστάτη χωρίς αιτία” και “πλουσιόπαιδου” που θέλουν να μας αποδώσουν οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί για να μας αποξενώσουν από τους εργαζόμενους.

Κατά την γνώμη μου, όλο το παραπάνω σχήμα θα χρειαστεί μια ειδική ταξική και ταυτόχρονα αναρχική πολιτική οργάνωση, που θα δρα και στο συνδικαλιστικό αλλά και στο κοινωνικό πεδίο, θα μάχεται για τα εργατικά συμφέροντα, θα πυροδοτεί άγριες απεργίες, θα δομεί απεργιακά ταμεία, αλλά ταυτόχρονα θα διατηρεί και κοινωνικά κέντρα και ριζοσπαστικές βιβλιοθήκες, προσβάσιμες στο σύνολο της εργατικής τάξης, θα οργανώνει εκδηλώσεις αυτομόρφωσης και δομές αλληλεγγύης και θα επιδιώξει να επανα-σχηματίσει μια χαμένη προλεταριακή/ταξική κουλτούρα. Θα συντηρεί τον δικό της επαναστατικό ταξικό Τύπο και θα πολεμάει το μονοπώλιο του Κεφαλαίου στον δημόσιο λόγο. Από τους χώρους δουλειάς στις γειτονιές, να προωθηθεί το νόημα και το περιεχόμενο της κοινωνικής και ταξικής επανάστασης, του αναρχισμού.

Ιστορικά παραδείγματα μπορούν να αντληθούν περί αυτού μέσα από τις πιο χρυσές σελίδες του αναρχικού κινήματος, όπως π.χ. η Ισπανική Επανάσταση, η CNT-FAI, τα συνδικάτα και τα κοινωνικά της κέντρα. Φυσικά, ζούμε σχεδόν έναν αιώνα μετά και η καθημερινή οργάνωση της εργασίας -αλλά και η μορφή της σε κάποιες περιπτώσεις- έχει ριζοσπαστικά αλλάξει. Ιδέες και παραδείγματα όμως που δόμησαν αυτή την ελευθεριακή, επαναστατική κουλτούρα μέσα στην εργατική τάξη και στην κοινωνική της αναπαραγωγή αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη για τους αγωνιστές του παρόντος και του μέλλοντος.

Τα παραπάνω τα γράφω, το ξαναλέω, με την απόλυτη κατανόηση ότι όλο αυτό αποτελεί απλά μια ατομική πρόταση, πλημμελώς δομημένη μάλιστα στο παρόν άρθρο. Άλλωστε ένα άρθρο δεν μπορεί να παίξει τον ρόλο ενός θεωρητικού έργου, το περισσότερο που μπορεί είναι  να αποτελέσει ένα προεικόνισμα και μια περίληψη μιας πιο ευρείας οργανωτικής και πολιτικής ιδέας. Επίσης, είναι απολύτως κατανοητό κάθε αντεπιχείρημα που θα πει πως “τέτοιου είδους οργάνωση δεν μπορεί να δομηθεί από την μια μέρα στην άλλη”. Ας σκεφτούμε όμως και πάλι τα καθήκοντα μας: Πόσο δρόμο έχουμε μέχρι να φτάσουμε από το σημερινό σημείο σε εκείνο της πλήρους αυτο-συνειδητοποίησης της τάξης μας και της αφομοίωσης των πραγματικών της συμφερόντων (που κατ’ εμάς προϋποθέτουν και το ελευθεριακό/αναρχικό πρόταγμα;). Μπορεί αυτό να συμβεί χωρίς η εργατική τάξη να έρθει σε επαφή μαζικά και οργανωμένα με τις αναρχικές ιδέες; Αν όχι, τότε ποιος ο τρόπος και ποιος ο χώρος ώστε κάτι τέτοιο να ευδοκιμήσει;

Αν λοιπόν όντως μια τέτοιου είδους οργάνωση δεν δημιουργείται από την μια μέρα στην άλλη, μήπως πρέπει να ξεκινήσουμε εν τέλει, αύριο κιόλας, από την πρώτη μέρα ενός τέτοιου σχεδίου;


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ