Γιατί δεν πρέπει να μας εκπλήσσει η κίνηση Facebook – Zuckerberg

Στις 19/8 το Facebook, με μια σαφέστατη ανακοίνωσή του, έκανε ξεκάθαρο πως διέγραψε εκατοντάδες πολιτικές σελίδες (οι οποίες ανήκαν κυρίως στο ριζοσπαστικό και επαναστατικό κίνημα), ενώ ανέφερε και μια σειρά από άλλα μέτρα, με τα οποία πλέον αντιμετωπίζει τις ομάδες που “συνδέονται με την βία”. Η ειδικότερη αναφορά στις ομάδες που αυτοπροσδιορίζονται ως Antifa δείχνει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο πως η κίνηση αυτή ήταν ακόμη ένα γραμμάτιο που ο Zuckerberg ξεπληρώνει στον Ντόναλντ Τραμπ.

Σε αυτό το άρθρο δεν θα αναλύσουμε την κατάσταση σχετικά με τις διαγραφές σελίδων όπως αυτή του Crimethinc, του It’s going down και άλλων αναρχικών ομάδων, καθώς αυτό έχει ήδη γίνει εκτενέστατα σε άλλο άρθρο μας (διαβάστε εδώ) . Αντίθετα, θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η εκάστοτε πολιτική εξουσία ως προς την ελευθερία του λόγου και τους περιορισμούς της και το γιατί δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει η κίνηση του Facebook και του αφεντικού του.

Περιεκτικότητα και αποκλεισμός

Κάθε καινούρια αρχή/εξουσία, ιδιαίτερα οι “προοδευτικές” και η “φιλελεύθερες”, στην προσπάθειά της να εγκαθιδρυθεί και να σταθεροποιηθεί, είναι διατεθειμένη να κάνει παραχωρήσεις στους συμμάχους της αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία. Είτε για να κερδίσει την εύνοιά τους, είτε για να ξεπληρώσει γραμμάτια υποστήριξης (όπως καλή ώρα αυτά του Facebook), είτε για να παρουσιάσει ένα φιλελεύθερο και περιεκτικό προφίλ. Τέτοια παραχώρηση είναι και η ελευθερία του λόγου και του τύπου.

Αυτές οι παραχωρήσεις χρησιμοποιούνται κυρίως ως εργαλείο άμβλυνσης των κοινωνικών εκρήξεων και ως βόμβες καπνού, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι πρόκειται περί μιας αρχής “δημοκρατικής” και όχι απολυταρχικής, που στηρίζεται στις αρχές της ελευθερίας και της  βούλησης του κοινωνικού συνόλου, όπου η διαφωνία γίνεται ανεκτή ή και ενθαρρύνεται στα πλαίσια του γόνιμου διαλόγου και της σύνθεσης των απόψεων.

Γιατί φυσικά όταν μιλάμε για στέρηση των προαναφερθέντων δικαιωμάτων από μια δικτατορία, αυτό είναι κάτι που πρέπει να το περιμένει κανείς, καθώς ο ολοκληρωτισμός είναι μια εντελώς διαφορετική μορφή διαχείρισης της κοινωνίας από το κεφάλαιο.

Πίσω όμως στις “δημοκρατικά” καθεστώτα. Κάποια στιγμή στο εσωτερικό τους είναι αναπόφευκτο πως θα ξεπηδήσουν φωνές αντίστασης και επαναστατικές/ριζοσπαστικές απόψεις αμφισβήτησης. Οι διαχειριστές τους έχουν έναν πολύ έξυπνο τρόπο να αντιμετωπίζουν αυτές τις ενοχλητικές φωνές, να τις θέτουν εκτός του κοινωνικού συνόλου, να τις καθιστούν αόρατες. Με τον συνεχή πολιτικό και φυσικό πόλεμο απέναντί τους, με την λασπολογία ή ακόμη πιο συχνά με την εξαφάνιση των φωνών αυτών μέσα στον κυκεώνα των πληροφοριών, οι ριζοσπαστικές και επαναστατικές φωνές καθίστανται περιθωριακές, “εχθρικές προς το κοινωνικό σύνολο” ή πολύ απλά, όπως είπαμε, “αόρατες”.

Έτσι, σε συνδυασμό με μια φαινομενική αύξηση των ελευθεριών των “υπάκουων” πολιτών, με τον υποτιθέμενο αστικό “πλουραλισμό” να θέτει νέα όρια στο “ορατό” αλλά και στο “αποδεκτό” φάσμα των απόψεων και με τις τελευταίες να κατακλύζουν την κοινωνική ζωή (και τα ΜΜΕ και τα Social Media), το καθεστώς πετυχαίνει τον σκοπό του. Οι ελεγχόμενες γνώμες αναπαράγονται συνεχώς και αδιάκοπα, ακριβώς για να δημιουργήσουν και την ψευδαίσθηση του πλουραλισμού, που όμως δεν είναι παρά χιλιάδες παρόμοιες απόψεις που κινούνται μέσα σε αυτά τα “ορατά” και “αποδεκτά” πλαίσια.

Το αποτέλεσμα είναι πως, την κατάλληλη στιγμή, η εξουσία μπορεί να επιτεθεί σε αυτές τις μη ελεγχόμενες, “αόρατες” και “μη αποδεκτές” γνώμες, αυτές δηλαδή που κινούνται εκτός του “ανεκτού” πλαισίου και πλέον αποτελούν το “περιθώριο” . Μπορεί με την επίθεσή της αυτή να καταστρατηγήσει ή να “προσαρμόσει” την ίδια την αρχή της ελευθερίας του λόγου που η ίδια έχει θεσπίσει. Μπορεί πολύ απλά να “κόψει τα περιθώρια”, όπως γίνεται σε μια κόλλα χαρτί. Και, ταυτόχρονα, κάνοντας το παραπάνω, να αναδιαμορφώσει και τα ίδια τα όρια του “ανεκτού” και του “ορατού”, με την ίδια ακριβώς διαδικασία, προσέχοντας πάντα να μην το παρακάνει.

Και όλα τα παραπάνω, τις περισσότερες φορές, χωρίς η κοινωνία να το πάρει χαμπάρι. Πολύ απλά γιατί, όπως είπαμε, ο όγκος της πληροφορίας, ο χαλκευμένος πλουραλισμός και οι πληρωμένες απόψεις, κρύβουν την επίθεση στην ελεύθερη έκφραση. Μαθημένος να μπορεί να γράφει και να λέει ότι θέλει, αφού είναι ακίνδυνος για την εξουσία, ο “υπάκουος” πολίτης δεν μπορεί να βάλει τον εαυτό του στην  θέση αυτών που καταστέλλονται.  Είτε γιατί δεν τους βλέπει καν -επειδή είναι “αόρατοι”- είτε επειδή βλέποντας τόσες χιλιάδες παρόμοιες μεταξύ τους απόψεις να μην “κόβονται”, φτάνει να πιστεύει πως “δεν μπορεί, για να στοχοποιούν αυτούς τους λίγους κάτι θα κάνανε, κάτι θα είπανε άσχημο. Εδώ γράφει ο καθένας ότι θέλει και δεν του λέει κανείς τίποτα, δημοκρατία έχουμε”.

Φυσικά, η εξουσία κάνει και τερτίπια, έχει μια στρατηγική. Μπορεί, παραδείγματος χάριν, να ανέχεται για μεγάλο χρονικό διάστημα αποκλίνουσες απόψεις χωρίς να παρεμβαίνει. Αυτό κυρίως το πράττει με τις απόψεις αυτές που είναι μια πιο “ακραία” και “ριζοσπαστική” έκφραση των δικών της εξουσιαστικών θέσεων (φασίστες ψεκασμένοι κλπ), ώστε, από την μια, να ενισχύσει την ψευδαίσθηση του πλουραλισμού, από την άλλη δε, να τις αφήσει να κάνουν την δουλειά τους για συγκεκριμένο χρόνο, συντηρητικοποιώντας την κοινωνία, μέχρι το σημείο που αυτή επιθυμεί. Μπορεί μάλιστα, με διάφορους μηχανισμούς, να τις προωθεί, ενώ επίσημα να φαίνεται πως τις αποδοκιμάζει. Στο τέλος όμως θα φτάσει να τις καταστείλει και αυτές, όχι τόσο επειδή ξεφεύγουν από τον σχεδιασμό της, αλλά για έναν άλλο, σημαντικότερο λόγο:

Αν η εξουσία επιτιθόταν μόνο στους πραγματικούς της εχθρούς, δηλαδή τους αναρχικούς, τους επαναστάτες, τους ριζοσπάστες κλπ, από την μια θα τους έκανε πιο “ορατούς” στην κοινωνία από όσο θα επιθυμούσε, από την άλλη θα κινούσε και τις υποψίες περί των πραγματικών της κινήτρων. Έτσι, τσουβαλιάζοντας τους μαζί με ακροδεξιούς και ψεκασμένους, ως τα “δυο άκρα” που πρέπει να περιοριστούν, απο-νομιμοποιεί τους επαναστάτες, χωρίς να φαίνεται ταυτόχρονα πως χτυπάει την ίδια την ελευθερία του λόγου. Γιατί “οι ακραίοι κάθε είδους καλό είναι να μην ακούγονται”.

Το Facebook, ως χρησιμότατο εργαλείο της εξουσίας και πλέον ως πιόνι του Τραμπ, έκανε κάτι τέτοιο λοιπόν. Μετά τον υποτιθέμενο περιορισμό του ακροδεξιού λόγου, επιτίθεται τώρα ξεκάθαρα και ονομαστικά στους Antifa και τους αναρχικούς.

Αλλά το Facebook δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου μέσα στον μεγα-χρόνο της ιστορίας: Από την Γαλλική Επανάσταση, που χρησιμοποίησε τους ριζοσπάστες και στην συνέχεια τους εξαφάνισε, στην Οκτωβριανή και τους Μπολσεβίκους, που σταδιακά φίμωσαν κάθε αντιπολιτευόμενη δύναμη και τον τύπο της, ακόμη και των πρώην συμμάχων τους, των Αναρχικών και των Αριστερών Σοσιαλεπαναστατών. Και φυσικά αυτό συνεχίζεται στην ιστορία, σε κάθε κοινωνική αλλαγή την οποία στηρίζουν οι επαναστάτες και στην συνέχεια γίνονται θύματά της.

Μήπως και στην Ελλάδα δεν το είδαμε; Ο αγώνας για ελευθεροτυπία και ελευθερία του λόγου κατά την διάρκεια της δικτατορίας δεν κατέληξε στους νόμους ενάντια στους ραδιοπειρατές και την ελεύθερη ραδιοφωνία στην Μεταπολίτευση; Και φυσικά πάντα υπό την σκέπη των κανόνων της Δημοσιογραφικής Ηθικής και Δεοντολογίας, των κανονισμών περί πλουραλισμού και δημοκρατικότητας, δεν χαρίστηκαν όλες οι άδειες για κανάλια και σταθμούς στους καπιταλιστές;

Σε ένα πιο νομικό κομμάτι, που όμως αφορά άμεσα την ελευθερία του λόγου, δεν θεσπίστηκε ως παράνομος ο επαναστατικός και αναρχικός λόγος, υπό την πρόφαση της “προτροπής σε βία”, με την επέκταση του Τρομονόμου επί των τελευταίων μηνών της κυβέρνησης Σαμαρά ;

Και ένα πιο κοντινό παράδειγμα, που ίσως πονέσει λίγο παραπάνω τους ευρύτερους “κινηματικούς”: Ο αγώνας της Ελεύθερης ΕΡΤ, που έκλεισε ο Σαμαράς και κράτησαν ανοιχτή μια χούφτα εργαζόμενοι με την αμέριστη στήριξη όλου του κινήματος αλληλεγγύης, δεν κατέληξε στην, 100% ελεγχόμενη από τον ΣΥΡΙΖΑ, ΕΡΤ, η οποία όχι απλά έκλεισε τις πόρτες της στο κίνημα επί κυβερνήσεως Τσίπρα, αλλά ξεκίνησε να κόβει και τις “ενοχλητικές” εκπομπές που παρήγαγαν ριζοσπαστικό λόγο, όπως η Zona Rossa της ΕΡΤ3; Και όλα αυτά με τον μανδύα της πολυφωνίας και της περιεκτικότητας; Ξέροντας ότι σχεδόν κανείς δεν θα νοιαστεί ούτε για τις απόψεις των “αόρατων” και “μη ανεκτών” από το σύστημα αναρχικών και ακροαριστερών, ούτε φυσικά για τα κοινωνικά κινήματα που έγιναν “ντεμοντέ” και “ξεπερασμένα” μετά την νίκη των Συριζαίων.

Συμπεράσματα

Όλα τα παραπάνω είναι απλά μικρά παραδείγματα και πολύ επιγραμματικές αναφορές σχετικά με το πως η εξουσία επιτρέπει, προσαρμόζει ή καταργεί κατά το δοκούν την ελευθερία του λόγου, του τύπου κλπ, επίσημα ή άτυπα μέσω νόμων ή εργαλείων της, όπως το Facebook.

Έχοντας όλα α παραπάνω υπόψιν, πραγματικά δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει η κίνηση του Zuckeberg να διαγράψει εκατοντάδες προφίλ και σελίδες αναρχικού και αντιφασιστικού λόγου. Αντίθετα, όλο αυτό πρέπει να το αντιμετωπίσουμε ως μια διαδικασία που αργά ή γρήγορα θα έβρισκε τον δρόμο της ολοκλήρωσής της.

Αυτό ίσως που δεν έχουν λογαριάσει ο Zuckerberg, οι υπεύθυνοι του Facebook και των κάθε είδους Social Media είναι πως η εποχή που διανύουμε, ιδιαίτερα στην καρδιά του καπιταλιστικού τέρατος -δηλαδή στις ΗΠΑ- δεν είναι μια εποχή νηνεμίας και κοινωνικής αποδοχής των υπαρχόντων καθεστώτων. Δεν είναι δηλαδή μια περίοδος άκρως ευνοϊκή για τέτοιου είδους  ριζοσπαστικές κινήσεις, την στιγμή μάλιστα που το εν λόγω μέσο κοινωνικής δικτύωσης κατακλύζεται από χρήστες και ομάδες με παρόμοια χαρακτηριστικά, που το χρησιμοποιούν (ίσως και λανθασμένα κατά την γνώμη του γράφοντα) ως εργαλείο αγώνα και δικτύωσης. Έτσι, μένει να δούμε ποια θα είναι η αντίδραση όλου αυτού του κόσμου όταν η εν λόγω ενέργεια γίνει ευρέως αντιληπτή ή/και επεκταθεί και σε άλλους εχθρού του καθεστώτος.

Γιατί πέρα από τσιράκι του Τραμπ, ο Zuckerberg είναι και καπιταλιστής, είναι και επιχειρηματίας. Και πάντα θα ζυγίζει τις αποφάσεις του με γνώμονα τα δολάρια που θα κερδίζει ή θα χάνει από αυτές. Από την άλλη, έχοντας ως σύμμαχο μια απύθμενη πηγή κεφαλαίων, δηλαδή την κυβέρνηση των ΗΠΑ, δεν είναι απίθανο να ζητήσει ακόμη μεγαλύτερη προστασία για το Facebook, ακόμη και οικονομικού τύπου, απέναντι στις συνέπειες αυτής του της υποτακτικής στάσης. Αλλά και πάλι, μια ενδεχόμενη τέτοια κίνηση, από την στιγμή που θα δημοσιευτεί,ίσως να κλονίσει και κομμάτι αυτών των “υπάκουων”, μη πολιτικοποιημένων πολιτών, που μέχρι τώρα ζουν με την ψευδαίσθηση πως χρησιμοποιούν ένα ανεξάρτητο μέσο.

Όπως και να’χει, είναι στα χέρια των καταπιεσμένων και ιδιαίτερα των ριζοσπαστών και των αναρχικών να βρουν τρόπους να ανακινήσου και να αναδείξουν το θέμα, να βρουν τρόπους να αντιμετωπίσουν την καταστολή αυτή ή, ακόμη καλύτερα (αλλά και πιο δύσκολα), να ξεπεράσουν εντελώς την εξάρτηση από αυτό το μέσο και να χρησιμοποιήσουν ή να δημιουργήσουν κάτι νέο, εξίσου λειτουργικό, αλλά και επιθετικό ως προς τις υπάρχουσες δομές.

Άλλωστε τις συνθήκες δεν τις περιμένουμε απλά να ωριμάσουν, βοηθάμε κιόλας να το καταφέρουν.