Η πραγματική φύση του Σοβιετικού Σταχανοβισμού

Η θεοποίηση της εργασίας, η εργασιακή ηθική, ο “εθελοντισμός”, έχουν κατά καιρούς βρει ιδεολογικό πάτημα σε κάθε κοινωνικό και πολιτικό σύστημα. Είτε μιλάμε για την εξατομικευμένη προσήλωση στην εργασία και την καριέρα, με σκοπό την ατομική εξέλιξη και την αναρρίχηση στην καπιταλιστική πυραμίδα, μέσω του ανταγωνισμού και του δόγματος “dog eat dog”, είτε για το “αίσθημα της ευθύνης απέναντι στην κοινότητα (κράτος)”, που προωθήθηκε εντέχνως από τα κρατικοκαπιταλιστικά καθεστώτα την εποχή του “υπαρκτού σοσιαλισμού”, αλλά το συναντήσαμε γενικευμένα και σε περιπτώσεις πολέμου ή κρίσεων. Το τελευταίο σενάριο επιβιώνει και σήμερα, κάθε φορά που το κράτος επικαλείται την ευθύνη και το καθήκον των δημόσιων λειτουργών, των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα (ιδιαίτερα στην π.χ. υγεία, εν καιρό πανδημίας), ώστε να “βάλουν πλάτη” για να “καταφέρουμε από κοινού να ξεπεράσουμε την κρίση”.

Αν σε ένα καθεστώς καπιταλιστικής οικονομίας, κάτι τέτοιο φαίνεται ξεκάθαρα πως προωθεί συμφέροντα αλλότρια της κοινότητας,  είτε μιλάμε για τον φιλοτομαρισμό και τον καριερισμό, είτε για την ουσιαστική κάλυψη των αυξημένων αναγκών, των σφαλμάτων  και των ελλείψεων (ηθελημένων ή μη) του κράτους, αυτό ωστόσο δεν είναι εντελώς ευκρινές σε καθεστώτα τα οποία θεωρητικά λειτουργούν εξ ονόματος της εργατικής τάξης, τα αυτο-αποκαλούμενα “σοσιαλιστικά” (κρατικοκαπιταλιστικά), όπου το κύριο αφήγημα είναι πως το κράτος ουσιαστικά αποτελεί την ενσάρκωση της θέλησης των ίδιων των εργατών, πως δεν υπάρχει κάποιος που να εκμεταλλεύεται την εργασιακή τους δύναμη και, άρα, κάθε τι που είναι ωφέλιμο για το κράτος, είναι ταυτόχρονα ωφέλιμο και για τους εργάτες, για την κοινωνία.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως, σε πιθανές μελλοντικές κοινωνίες πλήρους κοινοκτημοσύνης, χωρίς καμία πολιτική ή οικονομική εξουσία από επάνω μας, κάτι τέτοιο θα ήταν ακριβές και πιθανό. Θα μπορούσε δηλαδή ο κάθε ένας από εμάς να μετατραπεί δυνητικά στον “πραγματικό σοσιαλιστικό άνθρωπο”, όπως τον όριζε μεταξύ άλλων ο Τε Γκεβάρα, αυτόν δηλαδή που καταβάλει κοινωνικό μόχθο, όχι επειδή επιθυμεί κάποια υλική ανταπόδοση, αλλά επειδή αισθάνεται καθήκον προς την κοινότητα και θέλει να τη βοηθήσει να ξεπεράσει τις όποιες δυσκολίες.

Το ιδεολόγημα αυτό, όπως είπαμε, εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο τα κρατικοκαπιταλιστικά καθεστώτα, ιδιαίτερα το πιο πρωτοπόρο ανάμεσά τους, η Ε.Σ.Σ.Δ., που μέσα από την προπαγάνδα του προς τους εργάτες, προσπαθούσε να τους “εξαπατήσει” πως η αύξηση της παραγωγικής τους ικανότητας θα ωφελούσε το σύνολο. Αυτό επιχειρήθηκε με ιδιαίτερο ζήλο κατά την εποχή των περίφημων 5ετών πλάνων του Ιωσήφ Στάλιν, ιδιαίτερα κατά τα δυο πρώτα εξ αυτών (1928-1932, 1933-1937), δηλαδή κατά την περίοδο της έντονης εκβιομηχάνισης της Σοβιετικής οικονομίας. Μια περίοδος κατά την οποία το καθεστώς κατέβαλε τις μάξιμουμ προσπάθειες, ώστε να φτάσει τα επίπεδα της οικονομίας των χωρών της Δύσης, να μην μείνει πίσω και καταρρεύσει υπό το βάρος του οικονομικού ιμπεριαλισμού και της υπεροχής των αντιπάλων του, με κάθε κόστος (κυρίως ανθρώπινο).

Στην περίοδο αυτή εφαρμόστηκε και η περίφημη “Σοσιαλιστική Άμιλλα” (που ονομάστηκε έτσι για να γίνει διακριτή από τον καπιταλιστικό ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ), όπου οι διάφορες επιχειρήσεις της ΕΣΣΔ “συναγωνίζονταν” μεταξύ τους για το ποια θα καλύψει -ή και υπερ-καλύψει- τους παραγωγικούς στόχους των 5ετών πλάνων. Φυσικά, όπως κάθε τι που αφορούσε το φάσμα της εργασίας στην Σοβιετική Ένωση,  αυτή η διαδικασία δεν ήταν “εθελοντική” (αν και έτσι παρουσιάστηκε) και δεν προωθούσε την “ευγενή άμιλλα” ανάμεσα στους εργαζόμενους, αλλά ήταν άνωθεν εξαναγκαστική (μέσω μάλιστα και της εμπλοκής των μυστικών υπηρεσιών και της ασφάλειας) και είχε ως αποτέλεσμα την υπερεργασία, την εντατικοποίηση, την υπερκόπωση και υπερ-εκμετάλλευση των εργατών. Όμως, ένα ουσιωδώς καπιταλιστικό σύστημα, έστω και της κρατικής μορφής διαχείρισης του κεφαλαίου,  δεν θα μπορούσε παρά να υποσχεθεί και να αποδώσει, έστω και “διακριτικά”, προνόμια στους πρόθυμους, αφού ούτε ο μονομερής εξαναγκασμός, ούτε και το “αίσθημα του καθήκοντος” θα μπορούσαν να παράξουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Ωστόσο, έπρεπε να προωθηθεί -ιδιαίτερα προς τα έξω- ως μια αυτοθυσία του ρωσικού λαού για το κοινό συμφέρον. Έτσι γεννήθηκε και το φαινόμενο του Σταχανοβισμού.

Κάπου εν μέσω του δεύτερου 5ετούς πλάνου, που δεν πήγαινε ακριβώς εντός σχεδίου, στα τέλη του Αυγούστου του 1935, “εμφανίστηκε”, κατά τα λεγόμενα της εποχής, “αυθόρμητα” μπροστά στους Κομισάριούς του ο ανθρακωρύχος Αλεξέι Γκριγκόριεβιτς Σταχάνοβ. Ο Σταχάνοβ, ήδη 30 ετών τότε, εργαζόταν στο ορυχείο Τσεντράλια-Ιρμίνο, στην περιοχή του σημερινού Ντονμπάς. Έφερε λοιπόν στους ανωτέρους του  ένα πολύ σημαντικό νέο: Είχε, λέει, εξορύξει 102 τόνους κάρβουνο μέσα σε 5 ώρες και 45 λεπτά, 14(!) φορές πάνω από την προβλεπόμενη παραγωγικότητά του, “μέσω ενός νέου τρόπου που ο ίδιος ανακάλυψε”! Μάλιστα, μέσα σε έναν μήνα είχε κατορθώσει, με την ίδια τακτική, να υπερδιπλασιάσει το ρεκόρ του, σε 227 τόνους σε μια βάρδια!

Η Σοβιετική Κυβέρνηση, “έκπληκτη” από το κατόρθωμά του, τον επαίνεσε, τον βράβευσε με διάφορα μετάλλια και τον κατέστησε σύμβολο του σοσιαλισμού και “ήρωα της εργασίας”. Ο ξένος τύπος “βάρεσε κόκκινο”, ο Σταχάνοβ έγινε μέχρι και πρωτοσέλιδο στο αμερικανικό περιοδικό Time και πολύ σύντομα ένα κύμα εργατών, λιγότερο ή περισσότερο “αυθόρμητα”, έσπευσε να επαναλάβει τα κατορθώματα του, ξεπερνώντας τα μάλιστα πολύ σύντομα και με μεγάλη διαφορά. Αυτό ήταν πάνω κάτω το κίνημα του Σταχανοβισμού, που ξέσπασε στην Σοβιετική Ένωση και θεωρήθηκε υπεύθυνο για την κατακόρυφη άνοδο της παραγωγικότητας της βιομηχανικής εργασίας, κατά 82%. Το “αυθόρμητο” αυτό κίνημα άντεξε, ονομαστικά, μέχρι και τον θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν, στα 1953, όταν και αντικαταστάθηκε από το πρόγραμμα “Ταξιαρχίες Κοινωνικής Εργασίας”. Μάλιστα, οι υπέρμαχοι του Σταχανοβισμού θεωρείται ότι έπαιξαν κομβικό ρόλο στην Σοβιετική οικονομία, κατά τα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Φυσικά, στην “εθελοντική” αυτή εντατικοποίηση της εργασίας υπήρξαν πάμπολλες αντιδράσεις από εργάτες, κυρίως όχι οργανωμένα, λόγω της επιτήρησης, οι οποίοι ήδη υπέφεραν από τον φόρτο και την εξάντληση. Ταυτόχρονα, η ανταπόδοση του Κράτους στους Σταχανοβίτες δεν ήταν απλά ηθική, αλλά και υλική, με τους επικεφαλής του κινήματος να δρέπουν προνόμια και να δημιουργείται έτσι μια εργατική “αριστοκρατία”, με πολύ έντονο κομματικό πρόσημο. Αυτοί οι ηγέτες του Σταχανοβισμού πολύ συχνά κατέληξαν μέχρι και δολοφονημένοι από τους συναδέλφους τους, που τους θεωρούσαν υπεύθυνους του επιπλέον φόρτου εργασίας που τους επιβαλλόταν, ώστε να είναι συνεπείς με το πνεύμα της εποχής. Εκτός αυτού, εκτεταμένο σαμποτάζ έλαβε χώρα, το οποίο φυσικά αντιμετωπίστηκε με γενικευμένη καταστολή.

Αυτά και άλλα πολλά ενδιαφέροντα σε σχέση με την πραγματική φύση του κινήματος Σταχανοβισμού, μας αναφέρει και ο αναρχικός Βσέβολοντ Μιχάηλοβιτς Άιχενμπαουμ, ευρύτερα γνωστός ως Βολίν, σε υποσημείωση του, στον δεύτερο βιβλίο του τρίτομου έργου του,  “Η Άγνωστη Επανάσταση”:

«Η ουσία του Σταχανοβισμού δεν είναι γνωστή έξω από την Ρωσία. Ο όρος προέρχεται από τ’ όνομα ενός εργάτη ορυχείων, του Σταχάνοβ, που τον διάλεξε το κόμμα και οι αρχές εν όψει μιας καμπάνιας για την αύξηση της αποδοτικότητας των εργατών. Έπρεπε, κατά τους μεγιστάνες του “σοβιετικού” νεοκαπιταλισμού, να εφαρμόσουν στην Ε.Σ.Σ.Δ. τις αρχές του συστήματος Τέυλορ (σ.σ. Τεϋλορισμός), χωρίς βέβαια να χρησιμοποιήσουν την ίδια ονομασία και, ιδιαίτερα, χωρίς να φανεί η επέμβαση της κυβέρνησης.

Μια μέρα ο Σταχάνοβ κάνει στους επικεφαλής του -“αυθόρμητα” που λένε!- μια εντυπωσιακή δήλωση, βεβαιώνοντας ότι είχε ανακαλύψει ένα νέο τρόπο οργάνωσης της εργασίας για την εξόρυξη του κάρβουνου, που θα επέτρεπε να πολλαπλασιαστεί η παραγωγικότητα. Η κυβέρνηση δείχνει “ενδιαφέρον” για την ανακάλυψη. Τη βρίσκει χρήσιμη, γίνεται ντόρος, το πράγμα διαδίδεται, οπότε αναλαμβάνεται μια τεράστια καμπάνια για την γενίκευση της νέας μεθόδου.

Στην πραγματικότητα ο Σταχάνοβ, δασκαλεμένος και ωθούμενος από το κόμμα, δεν ανακάλυψε παρά την Αμερική: η “νέα” του μέθοδος ήταν μια παλιά ιδέα που είχε ήδη κάνει το υπερατλαντικό της ντεμπούτο. Για την ακρίβεια, ήταν η εργασία στην αλυσίδα προσαρμοσμένη στις ρώσικες συνθήκες . Μα η σκηνοθεσία και η ειδική διαφήμιση ήταν ένα μοναδικό και μεγαλοφυές εύρημα. Οι ηλίθιοι και οι μυγοχάφτες στο εξωτερικό το πήρανε στα σοβαρά.

Η “ανακάλυψη” εξυπηρετούσε άριστα την υπόθεση του κράτους-αφεντικού: κατ’ αρχήν του έδινε το δικαίωμα να ελπίζει σε αύξηση της παραγωγικότητας των εργατών. Μετά επέτρεπε τον γρήγορο σχηματισμό ενός προνομιούχου στρώματος μεταξύ των εργατών, πράγμα πολύ χρήσιμο, γιατί αυτά τα προνόμια αποδίδονται εν γένει για να κάνουν πιο εύκολη τη χειραγώγηση και την εκμετάλλευση της μάζας των εργατών. Τέλος, θα ανύψωνε, σε ορισμένους χώρους, το γόητρο της κυβέρνησης-αφεντικού.

Η “υπόθεση” εξαπολύθηκε λοιπόν, μέσω μιας τεράστιας διαφήμισης από τον τύπο, με αφίσες, με συγκεντρώσεις κλπ. Ο Σταχάνοβ ανακηρύχθηκε ως “ήρωας της εργασίας”, ανταμείφθηκε, παρασημοφορήθηκε…Το σύστημά του εφαρμόστηκε σ’ άλλους κλάδους της παραγωγής. Παντού, οι φιλόδοξοι -σε έξαρση “σοσιαλιστικής άμιλλας”- βάλθηκαν να τον μιμηθούν ή και να τον ξεπεράσουν. Όλ’ αυτά τα άτομα ελπίζανε να διακριθούν, να ξεφύγουν απ΄τη πεπατημένη, να “δημιουργηθούν”, φυσικά εις βάρος του συνόλου των εργατών, που ήταν υποχρεωμένοι να υφίστανται τους νέους ρυθμούς της εργασίας, μ’ άλλα λόγια μια ογκούμενη εκμετάλλευση, κάτω από την επιτήρηση όλων αυτών των “ηρώων”. Αυτοί οι τελευταίοι έκαναν την καριέρα τους πάνω στις πλάτες των άλλων. Είχανε πλεονεκτήματα και προνόμια στο μέτρο που καταφέρνανε να εφαρμόσουν το σύστημα και να παρασύρουν τις μάζες. Η “άμιλλα” των Σταχανοβιτών μεταξύ τους δημιούργησε τον “υπέρ-σταχανοβισμό”.

Η μάζα των εργατών κατάλαβε γρήγορα το πραγματικό νόημα της καινοτομίας. Αδύναμη για να αντισταθεί σ’ αυτή την “υπερ-εκμετάλλευση” μ’ένα γενικό κίνημα, εκδήλωσε τη δυσαρέσκιά της με άπειρες πράξεις σαμποτάζ κι εκδίκησης, φτάνοντας, σε μερικές περιπτώσεις, μέχρι και την δολοφονία των πιο πρόθυμων Σταχανοβιτών. Χρειάστηκε να παρθούν εξαιρετικά αυστηρά μέτρα για να κατασταλεί το αντισταχανοβιτικό κίνημα. Άλλωστε η όλη επιχείρηση τέλειωσε, σε λίγο, απότομα. Όταν η μπλόφα φάνηκε, απόμεινε ένα είδος εργατικού αριβισμού, που παίζει πολύ περιορισμένο ρόλο στην παραγωγή»