H «Καθημερινή» μας λέει τη γνώμη της για τις δίκες των χουντικών (10/1/21)

Το σημερινό κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας  «Καθημερινή» (10/1/21) ήταν αν μη τι άλλο…”απολαυστικό”. Διαβάζοντας απλά και μόνο τις 36 σελίδες του πολιτικού κομματιού της εφημερίδας μπορούμε να βρούμε μια πληθώρα από ενδιαφέρουσες απόψεις σχετικά με σημαντικά θέματα της επικαιρότητας, αλλά και μικρές-μικρές ειδήσεις που μας κεντρίζουν το ενδιαφέρον.

Έτσι, διαβάζουμε στην σημερινή «Καθημερινή» πως οι Αμερικανοί Antifa είναι το ίδιο με τους φασίστες του Τραμπ που μπούκαραν στο Καπιτώλιο, καθώς “ως πολιτικό όπλο έχουν αποκλειστικά την βία” και είναι και οι ίδιοι φασίστες αφού “μισούν την δημοκρατία”, σε ένα μικρό αρθράκι του Σάκη Μουμτζή, που ως δηλωμένο σκοπό μέσα στο κείμενο έχει την υπεράσπιση της θεωρίας των δυο άκρων, την οποία εισήγαγε λέει παλαιόθεν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με τον όρο “αριστεροχουντισμό”. Αυτό το συμπέρασμα λέει ότι έβγαλε ο κος Μουμτζής από την μπούκα των Τραμπικών κι εμείς θα τον αφήσουμε να ονειρεύεται Antifaδες να του χαλάνε τον ύπνο.

Αλλού έχουμε μια ελαφρώς και άσχημα κεκαλυμμένη άποψη υπέρ της αστυνομίας στα Πανεπιστήμια, δια χειρός ενός καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ονόματι Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος. Ο κύριος Σωτηρόπουλος μας λέει ότι οι μπάτσοι μέσα στα ΑΕΙ μπορούν να σώσουν τους καθηγητές και τους πρυτάνεις από βίαια περιστατικά από μεριάς “ομάδων” ή και φοιτητών, ενώ απαριθμεί μερικά “εντελώς ενδεικτικά” παραδείγματα, στα οποία φυσικά δεν εμπεριέχεται ο τραμπουκισμός που διέπραξε ο προσφάτως διορισμένος Υφυπουργός Ναυτιλίας Κ. Κατσαφάδος, σε βάρος του τότε πρύτανη του Πανεπιστημίου Πειραιώς Β. Μπένου, το 2003. Λέει επίσης πως παραβατικά στοιχεία αποτελούν απειλή για της φοιτήτριες και τις εργαζόμενες στα πανεπιστήμια, αλλά μάλλον (κάνει πως) δεν γνωρίζει πως η αστυνομία είναι αυτή που στέλνει τις ναρκομαφίες μέσα στα ΑΕΙ, ώστε να έχει αφορμή να εισβάλει και η ίδια, όπως κάνει σε κάθε χώρο που θέλει να ελέγξει (π.χ. πλατεία Εξαρχείων).

Τέλος, υπάρχει μια συνέντευξη – αγιογραφία του νέου Υφυπουργού Πολιτισμού Νικόλα Γιατρομανωλάκη, ένα αναμάσημα της κυβερνητικής πολιτικής για τον Covid-19, μια συνέντευξη του Δένδια για τα ελληνοτουρκικά και τους καλούς Αμερικανούς με τις βάσεις και η κλασική επίθεση στους “αιώνιους φοιτητές”, οι οποίοι πρέπει να μας αδειάζουν την γωνιά. Γενικά, η «Καθημερινή» έκανε για άλλη μια φορά πολύ καλή δουλειά στο να ανοίγει και να προεικονίζει την επικείμενη ατζέντα της Κυβέρνησης ή να διαστρεβλώνει αλήθειες αναλόγως των τρεχόντων πολιτικών συμφερόντων της Ν.Δ.

Μια «Καθημερινή» ανάλυση της δίκης των χουντικών

Αυτό όμως που τραβάει περισσότερο την προσοχή -και μετά από μια καλή και προσεκτική ανάγνωση προκαλεί την οργή- είναι ένα ολοσέλιδο άρθρο του κ. Ευάνθη Χατζηβασιλείου, με τίτλο “Οι πολύκροτες δίκες των χουντικών”. Σε αυτό το άρθρο ο εν λόγω καθηγητής Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών καταπιάνεται με το ζήτημα των Δικών των χουντικών, αλλά προσπαθεί να εισάγει και από το παράθυρο την άποψη ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έπραξε πολύ σωστά στο θέμα των περιορισμένων και μαλακών διώξεων κατά των δευτερευόντων στελεχών του καθεστώτος και των βασανιστών. Γενικά, το όλο κείμενο είναι μια ωδή στον Καραμανλισμό και το πως αποτέλεσε μια τομή στην διαχείριση του δικαστικού συστήματος.

Μικρή παρένθεση εδώ, πριν μπούμε στο ζουμί του άρθρου, για όσους δεν γνωρίζουν καλά το κλίμα της εποχής μετά την πτώση της χούντας: Ο ίδιος ο λαός απαιτούσε την παραδειγματική τιμωρία, όχι μόνο των συνταγματαρχών-ηγετών του καθεστώτος, αλλά και των άμεσων οργάνων του, των άλλων κατώτερων στρατιωτικών, των χουντικών μπάτσων και ιδιαίτερα των βασανιστών, στα χέρια των οποίων είχαν περάσει τα πάνδεινα -αλλά και είχαν ξεψυχήσει- πάρα πολλοί αντιδικτατορικοί αγωνιστές, αλλά και απλοί δημοκρατικοί πολίτες. Η απόφαση του Καραμανλικού καθεστώτος να μην κάνει μια γενική εκκαθάριση των σωμάτων ασφαλείας και του στρατού μετά την Χούντα και να μην δικάσει και καταδικάσει παρά μια χούφτα από δαύτους, είχε προξενήσει την οργή του απλού λαού.

Ωστόσο, για τον κύριο Ε.Χ. το μεγαλείο του Καραμανλή φάνηκε ακριβώς στο ότι δεν εισάκουσε την θέληση του λαού ή μάλλον του…”λαϊκισμού” (sic) και αποφάσισε να περιορίσει τις δίκες κατά πρώτο βαθμό για το πραξικόπημα μόνο στους «πρωταίτιους». Με ποιον τρόπο; Απλούστατα, οι εφέτες αποφάσισαν πως το έγκλημα του πραξικοπήματος ήταν «στιγμιαίο» το 1967 -και άρα γι’ αυτό μπορούσαν να κατηγορηθούν μόνο οι λεγόμενοι «πρωταίτιοι». Προσπερνάμε με θαυμασμό την ομολογία του κου Χατζηβασιλείου πως ουσιαστικά ο Καραμανλής μπορούσε να σχεδιάζει την γραμμή της “ανεξάρτητης” δικαστικής εξουσίας και πάμε παρακάτω, σε αυτό που πραγματικά ενθουσίασε τον συντάκτη του άρθρου: Ο Καραμανλής (φυσικά, ποιος άλλος, οι δικαστές;) αποφάσισε να δικάσει τους χουντικούς με την νομοθεσία που ίσχυε την εποχή που διέπρατταν τα εγκλήματά τους. Αυτό ήταν πολύ σπουδαίο κατά τον Ε.Χ., ο «σεβασμός της μη αναδρομικότητας των εγκλημάτων» δηλαδή, καθώς ήταν σύμφωνο με τα…ανθρώπινα δικαιώματα στην Δύση! Με λίγα λόγια, για τον κο Χατζηβασιλείου ήταν πολύ καλό που οι χουντικοί δικάστηκαν με νόμους που ίσχυαν επί Χούντας (κρατήστε το αυτό και θα το ξαναχρειαστούμε σε λίγο).

Δεν μιλάμε βέβαια εδώ για ένα απλό αστικό ή ποινικό δικαστήριο, το οποίο αποφασίζει την ποινή του κατηγορουμένου αναλόγως του νόμου που βρισκόταν σε ισχύ την εκάστοτε περίοδο τέλεσης του εγκλήματος, αλλά για μια εντελώς ειδική περίπτωση δίκης συνωμοτών, στασιαστών και πραξικοπηματιών, οι οποίοι ανέτρεψαν ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα (Αστική Κοινοβουλευτική Δημοκρατία) και ήταν υπεύθυνοι για τον βασανισμό εκατοντάδων ή και χιλιάδων ανθρώπων και φυσικά τον θάνατο πολλών αγωνιστών. Οι αστικές δημοκρατίες διεθνώς έχουν αποδείξει ότι για τις περιπτώσεις αυτές επιφυλάσσουν ειδικά δικαστήρια -ή όταν μιλάμε για στρατιωτικούς, «έκτακτα στρατοδικεία». Αντίθετα, ο Καραμανλής προτίμησε ένα τακτικό δικαστήριο και δεν ήθελε να γίνει ένα «κυνήγι μαγισσών» εναντίον των κατώτερων στελεχών της χούντας. Ακόμη κι αν η ίδια η Βουλή, στις 14/1/1975, είχε αποφανθεί πως «η Δημοκρατία δικαίω ουδέποτε κατελήθη».

(Αναρωτιόμαστε τι γνώμη έχει άραγε ο κύριος Ε.Χ. σχετικά με την ειδική μεταχείριση που επιφύλαξε κάποια χρόνια πριν και συνεχίζει να επιφυλάσσει ακόμη και σήμερα σήμερα η Αστική Δικαιοσύνη για ανθρώπους που, ακόμη και με κριτήριο τους νόμους του Αστικού Κράτους, έχουν διαπράξει πολύ μικρότερης κλίμακας ποινικά αδικήματα -και σίγουρα δεν έχουν προκαλέσει “αλλαγή πολιτεύματος”, όπως ο Δημήτρης Κουφοντίνας. Ισχύει άραγε σήμερα η προσήλωση στα «ανθρώπινα δικαιώματα στην Δύση» -για των οποίων την καταπάτηση έχει πολλάκις καταδικαστεί και στηλιτευθεί η Ελλάδα από διεθνείς φορείς- και ο «σεβασμός της μη αναδρομικότητας των εγκλημάτων»;)

Μάλιστα, ο Ε.Χ. αναφέρει και ένα περιστατικό το οποίο θεωρεί πως αναδεικνύει την πολιτική μαεστρία του Καραμανλή απέναντι στο στράτευμα: Ήταν λέει παρών ο Εθνάρχης σε μια άσκηση του στρατού στην Δράμα και για να “φοβίσει” προφανώς τους εναπομείναντες (πολλούς μάλλον, αν λάβουμε υπόψιν όλα τα παραπάνω) χουντικούς θύλακες στις τάξεις των αξιωματικών, τους είπε πως, μπορεί να μετατράπηκαν σε ισόβια οι αρχικές ποινές θανάτου στους «πρωταίτιους», αλλά ότι «όταν λέμε ισόβια εννοούμε ισόβια». Δηλαδή, για να καταλάβουμε καλά τι είναι αυτό που επαινεί ο συντάκτης: Το Καραμανλικό καθεστώς άφησε άθικτη την ραχοκοκαλιά των χουντικών στο στράτευμα, αλλά η λύση που σκέφτηκε για να τους αδρανοποιήσει ήταν να τους “φοβερίσει” με ισόβια. Μιλάμε ίσως για μια σπάνια (τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον) ωμή ομολογία από έναν δεξιό αρθρογράφο-ιστορικό σχετικά με την ασυλία που δόθηκε  από τον Καραμανλή σε μεγάλο μέρος του μηχανισμού της Χούντας, ώστε αυτή να “κάτσει φρόνημα” και να υποταχθεί στις θελήσεις του Εθνάρχη. Το κράτος έχει συνέχεια, ακόμη και στην μετάβασή του από μια δικτατορία σε μια (κουτσή) αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Ο συντάκτης του άρθρου εγκωμιάζει επίσης τον Καραμανλή ως τον άνθρωπο που σταμάτησε τις εκτελέσεις κομμουνιστών, ενώ εξισώνει τα στρατοδικεία που έλαβαν χώρα κατά τον Εμφύλιο (δεν διευκρινίζει από ποιους και ενάντια σε ποιους και γιατί) με αυτά που οργάνωσε το κράτος της Δεξιάς (δεν αναφέρεται πουθενά ως τέτοιο στο άρθρο) στα μετεμφυλιακά χρόνια. Αναφέρει τις εκτελέσεις Μπελογιάννη (1952) και Πλουμπίδη (1954), αλλά και την τελευταία του Χ. Καρανταή το 1955, ως κακό παράδειγμα ποινικής μεταχείρισης, το οποία ο Καραμανλής ήθελε να αλλάξει. Ξεχνάει βέβαια να αναφέρει ο κος Χατζηβασιλείου πως ο Καραμανλής ήταν στέλεχος και υπουργός της Κυβέρνησης του Ελληνικού Συναγερμού του Παπάγου, που πραγματοποίησε αυτές τις εκτελέσεις. Ξεχνάει επίσης να μας πει πως ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο δικτάτορας, ήταν στρατοδίκης στην δίκη του Πλουμπίδη και είχε εξαιρετικές σχέσεις συνεργασίας με την τότε Κυβέρνηση, την εποχή που ο Καραμανλής είχε αρχίσει να γίνεται ένα από τα μεγάλα ονόματα του Ελληνικού Συναγερμού, λίγο πριν ιδρύσει το δικό του κόμμα και αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας.

Αναφέραμε παραπάνω τον ενθουσιασμό του συντάκτη του άρθρου σχετικά με την χρήση των επί Χούντας ισχυόντων νόμων στις δίκες των ίδιων των Χουντικών, με την πρόφαση του «σεβασμού της μη αναδρομικότητας των εγκλημάτων» και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» όπως ίσχυαν στην Δύση. Το ίδιο ακριβώς σύστημα ίσχυσε και στην περίπτωση της δίκης και καταδίκης των βασανιστών της χούντας, τον Σεπτέμβρη του 1975. Σε μια μικρή παραγραφούλα ο Ε.Χ. μας αναφέρει μια “ασήμαντη” λεπτομέρεια, ως δευτερεύον ζήτημα για αποσαφήνιση της παραπάνω διαδικασίας: Το αδίκημα των βασανιστηρίων δεν προβλεπόταν ως ειδικό έγκλημα από τον Ποινικό Κώδικα επί Χούντας, πόσο μάλλον ως κακούργημα. Τι έκπληξη! Οι βασανιστές λοιπόν δικάστηκαν και καταδικάστηκαν (όσοι από αυτούς δηλαδή εν τέλει) με πλημμελήματα(!!) που αφορούσαν τις πράξεις τους κατά την ώρα των βασανιστηρίων (!!!), δηλαδή σωματικές βλάβες κλπ, ενώ πολύ λίγοι από αυτούς έλαβαν παραειγματικά μεγάλες ποινές. Μάλιστα οι περισσότεροι εκ των πραγματικών βασανιστών, στρατονόμοι , ασφαλίτες κλπ, την σκαπούλαραν με ελαφριές ποινές ή και χωρίς καθόλου διώξεις, καθώς ο Καραμανλής φρόντισε να στενέψει πολύ το χρονικό περιθώριο κατά το οποίο ένας πολίτης μπορούσε να καταγγείλει τον βασανιστή του.

Όλα αυτά μας τα αναφέρει εντελώς δευτερευόντως ο Ε.Χ., σε δυο τρεις μικρές παραγράφους, σε μερικές δεκάδες λέξεις, μέσα σε ένα άρθρο που αφορά ακριβώς αυτό το θέμα: τις δίκες των Χουντικών. Και αναφέρονται μάλιστα με ένα ύφος που υποδηλώνει ότι όλα αυτά είναι υπερβολές του λαϊκισμού για να πλήξουν τον Καραμανλή. Ένα άρθρο που κατά το 90% του σώματός του επαινεί την πολιτική του Εθνάρχη για τις δίκες, αφήνει μια γωνίτσα στο τέλος για να μας πει ότι εντάξει, τελικά ρε παιδιά οι 37 όλοι κι όλοι που κρίθηκαν ένοχοι ως βασανιστές έφαγαν κάτι ελαφριές ποινές.

Πρωτοσέλιδο της εποχής

Είναι χαρακτηριστικό της προσπάθειας να υπερτονιστεί η προσωπικότητα και η ικανότητα του Καραμανλή απέναντι στον “λαϊκισμό” που στο τέλος-τέλος του κειμένου αφιερώνεται ίσος χώρος με αυτόν που κατέλαβαν οι αιτιολογήσεις του Ε.Χ. περί των ελαφριών διώξεων τω βασανιστών, για να καταλήξει το όλο αυτό θέμα σε ένα παιδικού τύπου επιχείρημα: Όλοι αυτοί που έκραζαν τον Καραμανλή για την επιεική μεταχείριση των βασανιστών δεν είπαν τίποτε για το πως μεταχειρίστηκαν τα ανατολικοευρωπαϊκά καθεστώτα ανάλογες περιπτώσεις. Εδώ ο κος Χατζηβασιλείου ουσιαστικά υπονοεί, ίσως μάλιστα και χωρίς να το καταλαβαίνει καν, πως όλοι όσοι αισθάνθηκαν αδικημένοι από την ελαφριά τιμωρία των βασανιστών της Χούντας ήταν ταυτόχρονα υποστηρικτές της ΕΣΣΔ και του Ανατολικού μπλοκ, κάτι που θεωρεί αντίφαση.

Πέρα από το γεγονός ότι αυτό αποτελεί μεγάλο λογικό άλμα, καθώς η τιμωρία των βασανιστών της χούντας αποτελούσε παλλαϊκό αίτημα στην μετα-χουντική περίοδο και όχι κάποια “ακροαριστερή” ή κομμουνιστική “εμμονή”, εδώ ο Ε.Χ. πάει να συγκρίνει τα πορτοκάλια με τα μήλα: Από την μια έχουμε μια δικτατορία που συνέβη στην χώρα αυτή και την έζησαν στο πετσί τους οι πολίτες, ενώ από την άλλη, έχουμε ένα καθεστώς (υπαρκτός σοσιαλισμός) για το οποίο σαφή άποψη για τις ανακριτικές κλπ μεθόδους και πρώτο λόγο στη καταγγελία τους δεν θα μπορούσαν να έχουν παρά μονάχα όσοι είχαν ίδια εμπειρία της κατάστασης. Είναι λογικό δηλαδή ο βασανισμένος από την χούντα να λέει πως “Εντάξει, αφού ο τάδε πράκτορας της Στάζι ή της KGB δεν λογοδότησε, άρα και ο δικός μου βασανιστής δεν χρειάζεται να πάθει τίποτα σοβαρό, ας κυκλοφορεί ανάμεσά μας”;

Και εν τέλει, είναι τρόπος να κλείνει ένα άρθρο σχετικό με τις δίκες τις Χούντας με επίθεση στην ευρύτερη Αριστερά, την παράταξη δηλαδή της οποίας οι αγωνιστές υπέφεραν τα περισσότερα κατά την περίοδο της Χούντας, ενός καθεστώς που ουσιαστικά η ίδια του η ύπαρξη και η εξέλιξη ήταν μια κατεπείγουσα άρνηση και αποτροπή διεκδικήσεων και ιδεών του σοσιαλιστικού και αριστερού κινήματος; Η υπόθεση βρωμάει από παντού επιχείρηση παραχάραξης και αναθεώρησης της ιστορίας, με έναν τρόπο που θα βολεύει το κυρίαρχο αφήγημα της Δεξιάς: Και η Δεξιά αντιστάθηκε στους Ναζί, στην Χούντα, η Δεξιά έβαλε τους Νεο-Ναζί στην φυλακή κλπ. Μόνο που, δυστυχώς για τον κύριο Ευάνθη Χατζηβασιλείου και την «Καθημερινή», πάντα θα υπάρχουν αυτοί που θα θυμούνται την αλήθεια και θα καταφέρνουν να διαβάζουν ανάμεσα από τις γραμμές.

«Καθημερινή» η…δημοκρατική!

Και μιας και είπαμε ότι πρέπει πάντα να θυμόμαστε την αλήθεια, ας κάνουμε μια μικρή επανάληψη σχετικά με το ποια είναι στην πραγματικότητα η «Καθημερινή», η οποία επί δεκαετίες πλασάρεται ως η “αντικειμενική” φωνή της αστικής δημοσιογραφίας, αυτή με το περισσότερο κύρος. Θα πάμε πέρα όμως από την αναπαραγωγή της εκάστοτε γραμμής της Νέας Δημοκρατίας και ειδικά στις περιόδους που αυτή αποτελεί Κυβέρνηση. Δεν θα πούμε πολλά, θα αναφέρουμε μόνο δυο πολύ χαρακτηριστικά στιγμιότυπα της ιστορίας αυτής της Εφημερίδας, ένα στο μακρινό παρελθόν (με την σφραγίδα ωστόσο του ιστορικού της ιδρυτή Γ. Βλάχου) και ένα στο πιο κοντινό μέλλον.

Στο φύλλο της 8ης Μαρτίου 1941, εν μέσω δηλαδή του Β’ Π.Π. και ενώ ήδη η Ελλάδα είναι σε πόλεμο με τους Ιταλούς στην Αλβανία και τους έχει αποκρούσει δυο φορές, η «Καθημερινή» φιλοξενεί μια “σπαραξικάρδια” επιστολή του Γεωργίου Βλάχου στο πρωτοσέλιδό της προς το Αδόλφο Χίτλερ (!) τον οποίο αποκαλεί «Η αυτού Εξοχότης» (!!) και ουσιαστικά τον παρακαλεί να μην επιτεθεί στην Ελλάδα, γιατί οι Έλληνες «δεν θέλουν πόλεμο», ενώ κάνει και κάποιες άκρως ντροπιαστικές “αποκαλύψεις” στην προσπάθειά του να αποδείξει του λόγου το αληθές, όπως το ότι η Ελληνική Κυβέρνηση (δλδ ο Μεταξάς) προσπάθησε αρχικά να κρύψει τα θραύσματα των τορπιλών που χτύπησαν στο λιμάνι της Τήνου την ‘”Ελλη”.

Λέει επίσης ότι οι Ιταλοί «ξεγέλασαν» τους Γερμανούς για να μπουν οι τελευταίοι στον πόλεμο, ότι οι Έλληνες στράφηκαν για προστασία στον ίδιο τον Χίτλερ μετά την κήρυξη πολέμου από την Ιταλία, ενώ στο αποκορύφωμα ίσως της δουλοπρέπειας του κειμένου, αναφέρει τα εξής: «Κι Εσείς; Εσείς, – κατά τα λεγόμενα πάντοτε- θα επιχειρήσετε να εισβάλετε στην Ελλάδα. Κι εμείς, λαός αφελής ακόμα, δεν το πιστεύουμε. Δεν πιστεύουμε ότι στρατός με ιστορία και παράδοση -αυτό και οι εχθροί του δεν το αρνούνται- θα θελήσει να κηλιδωθεί με μια πράξη πανάθλια. Δεν πιστεύουμε ότι ένα κράτος πάνοπλο, 85 εκατομμυρίων ανθρώπων που μάχεται να δημιουργήσει στον κόσμο μια νέα τάξη πραγμάτων – τάξη, υποθέτουμε, αρετής- θα ζητήσει να πλευροκοπήσει ένα έθνος μικρό που αγωνίζεται υπέρ της ελευθερίας του, μαχόμενο απέναντι σε μια αυτοκρατορία 45 εκατομμυρίων».

«Δεν θα θελήσει να κηλιδωθεί» ο ένδοξος ναζιστικός στρατός του Άουζβιτς και του Ολοκαυτώματος των Εβραίων, από μια πράξη πανάθλια, όπως…η επίθεση ενάντια σε μια εχθρική χώρα. Εντάξει, το πράγμα παραέγινε λίγο περίεργο εδώ έτσι; Τι να πει βέβαια κανείς και για την…νέα τάξη αρετής που υποθέτει ο κος Βλάχος ότι θέλουν να εγκαταστήσουν στον κόσμο οι Ναζί.

Ουσιαστικά αυτή η επιστολή γράφτηκε από τον Γεώργιο Βλάχο ως μια ύστατη παράκληση προς τον Χίτλερ, αλλά και ως δικαιολόγηση-απολογία του ότι η Ελλάδα, τι να κάνει η καημένη, έπρεπε να αμυνθεί, ενώ δεν ήθελε να πολεμήσει τους Γερμανούς.

Άλλωστε, η ίδια εφημερίδα, δυόμιση μήνες περίπου μετά (29/5/1941) λίγο μετά την εγκαθίδρυση της Ναζιστικής Κατοχής στην ενδοχώρα, έγραφε το εξής αμίμητο σε κύριο άρθρο της, και ενώ βρισκόταν στο αποκορύφωμά της η Μάχη της Κρήτης: «Ημείς εδώ ζώμεν καλώς, ως φίλοι, ως συνεργάται, ως αδελφοί με τους Γερμανούς. Καλούμεν τους Κρήτας να μετανοήσουν εμπράκτως».

Κατά τα μελλοντικά χρόνια η οικογένεια Βλάχου προσπάθησε να ισχυριστεί ότι δεν είχε καμία σχέση με την εφημερίδα μετά την εισβολή και κατά την Γερμανική Κατοχή, αλλά τα ίδια τα χειρόγραφα της κόρης του Γ.Β., Ελένης, αποδεικνύουν πως η οικογένεια είχε μερικό ή πλήρη έλεγχο της  εφημερίδας, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 1942:

«Το βράδυ» της 28ης Νοεμβρίου 1942 εστάλη στην “Καθημερινή” από την Ιταλική λογοκρισία ένα άρθρο δριμύτατο και εξαιρετικά κακογραμμένο κατά των Ελλήνων ανταρτών. Και άρχισε το παζάρι. Πρώτα ζητήσαμε να μην το βάλουν καθόλου. “Αδύνατο!” μας απάντησαν. “Καλά, να το βάλουμε, αλλά να το δημοσιεύσουν και οι άλλες εφημερίδες…” “Όχι!” “Τότε να μας το υπογράψετε, με ελληνικό όνομα ή ξένο…” Ούτε και αυτό έγινε δεκτό, και μας εστάλη “τελεσίγραφο”: ή να μπει το άρθρο ή να διακοπεί η έκδοση της εφημερίδας.»

(Άλλα “κατορθώματα” της εφημερίδας «Καθημερινή» αλλά και άλλων αστικών “δημοκρατικών” εφημερίδων την εποχή εκείνη μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ)

Αυτά τα παρακάλια του εθνικόφρονα Βλάχου προς τον Αδόλφο Χίτλερ,  τον οποίο προφανέστατα και αποδεδειγμένα θαυμάζει, αλλά και η μετέπειτα στάση της Εφημερίδας κατά το πρώτο διάστημα της Κατοχής, συνοψίζουν καλύτερα από κάθε άλλο κείμενο και τα ίδια τα επιχειρήματα των σημερινών νεο-ναζί σε σχέση με το “λάθος” που έκανε η Ελλάδα να συνταχθεί με τους συμμάχους και να πολεμήσει τους Ναζί.

Η θέση όμως που καταλαμβάνει αυτή η επιστολή στην ιστορία του Αστικού Τύπου, όχι ως μια ντροπιαστική παράκληση – δικαιολόγηση, αλλά ως “αριστούργημα της δημοσιογραφίας” μαρτυρούν και την ίδια την ψυχοσύνθεση των Δεξιών Αστών σχετικά με την φύση του Β’ Π.Π. και των νοημάτων του. Αποτελεί μια ένδειξη της αιτίας που η σύγχρονη Δεξιά αποφεύγει σαν το διάολο το λιβάνι να αναφερθεί για τον Β’ Π.Π. ως έναν πόλεμο ενάντια στον Φασισμό και τον Ναζισμό. Και η «Καθημερινή», ως το πιο γνήσιο ιδεολογικο-πολιτικό όργανο αυτής της Δεξιάς, δεν θα μπορούσε παρά διαχρονικά να της προσφέρει τα μέσα γα να το πράξει.

«Καθημερινή»

Το δεύτερο παράδειγμα που μας δείχνει το πραγματικό ιδεολογικό στίγμα της εφημερίδας «Καθημερινή» είναι το πως αντιλαμβάνεται το ίδιο το καθεστώς που προσπάθησε με μανία να αποφύγει την σύγκρουση με τους ιδεολογικούς του συγγενείς, αυτό δηλαδή της 4ης Αυγούστου του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά.

Όπως διαβάζουμε και σε παλαιότερο άρθρο του Νίκου Μπογιόπουλου για το site AlfaVita, η «Καθημερινή» ήταν από τις αστικές εφημερίδες που διαχρονικά έχτισε το μοντέλο του “πατριώτη” (και όχι φασίστα) Μεταξά, ο οποίος, αν και δικτάτορας (έλα μωρέ σιγά) ήταν λέει…φιλολαϊκός.

Μερικά ακόμη άρθρα από την «Καθημερινή» που αποτυπώνουν χαρακτηριστικά την θέση της για το θέμα Μεταξάς-ΟΧΙ, η οποία συνοψίζεται στην θέση περί “πάταξης της Αριστερής ηγεμονίας επάνω στην ιστορία” μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ και ΕΔΩ.

‘Οσον αφορά τώρα τον ίδιο τον συντάκτη του σημερινού άρθρου, τον Ευάνθη Χατζηβασιλείου, πρόκειται περί μιας στρατευμένης πέννας της Δεξιάς, μέλος της Νέας Δημοκρατίας ενώ είχε οριστεί και υπεύθυνος του Τομέα Πολιτισμού του κόμματος το 2016. Η σχέση του με τον Καραμανλισμό είναι τόσο βαθιά, όσο θα δικαιολογούσε ακριβώς μια τέτοια “αντικειμενική” παρουσίαση της πολιτικής του “Εθνάρχη” σχετικά με τις Δίκες της Χούντας: Ο Ε.Χ. αποτελεί  μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του Ινστιτούτου Δημοκρατίας «Κωνσταντίνος Καραμανλής». Μάλιστα, πρόκειται για έναν από τους δυο σύγχρονους Ιστορικούς που αποτελούν ένθερμους αμφισβητίες της εμπλοκής του δικτάτορα Παπαδόπουλου στα Τάγματα Ασφαλείας.

Η «Καθημερινή» αστική προπαγάνδα και η δεξιά αναθεώρηση της ιστορίας θα μας βρουν απέναντί τους

Είναι καθήκον κάθε ριζοσπαστικού μέσου πληροφόρησης και ενημέρωσης να πασχίζει να ανακαλύψει την αλήθεια ανάμεσα στον ορυμαγδό τον fake news του καθεστωτικού τύπου, το μονοπώλιο της “ενημέρωσης” από τα αστικά ΜΜΕ και της έντεχνης αποσιώπησης κάθε αντιπολιτευόμενης, μη καθεστωτικής και μη ρεφορμιστικής φωνής. Όσο στενεύουν τα περιθώρια στην ελευθερία της έκφρασης και την ανεξαρτησία του Τύπου, τόσο θα πρέπει να προσπαθούμε να δυναμώνουμε τις φωνές αυτές. Η αναθεώρηση της ιστορίας προς όφελος των αφεντικών και του πολιτικού τους προσωπικού δεν θα μείνει αναπάντητη.

Η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους νικητές, όπως θέλουν να μας πείσουν, αλλά και από το αίμα των αγωνιστών που έδωσαν την ζωή τους για την ελευθερία, την οποία ακόμη δεν έχουμε καταφέρει να κατακτήσουμε. Και τις θυσίες αυτές θα τις υπερασπιστούμε από την ομίχλη της λήθης, με κάθε μέσο και από κάθε μετερίζι.