Δεν υπάρχει τίποτα “φυσικό” σε ένα εργατικό ατύχημα.
Κείμενο της Πρωτοβουλίας Αλβανών Μεταναστών & Αλληλέγγυων.
Αυτό τον μήνα μέσα σε λίγες μέρες τρεις συμπολίτες μας έχουν χάσει την ζωή τους σε εργατικά ατυχήματα. Ένας 47χρονος οδηγός ταξί που εμβολίστηκε από μεθυσμένη οδηγό, ένας 70χρονος στην οικοδομή και ένας 75χρονος επίσης στην οικοδομή από ηλεκτροπληξία. Αρχικά θα θέλαμε να απευθύνουμε τα συλλυπητήριά μας στις οικογένειες τους. Πρωτίστως όμως θα θέλαμε να ανοίξει με αφορμή αυτά τα περιστατικά και τα δεκάδες εργατικά ατυχήματα που γίνονται κάθε χρόνο μια αναγκαία συζήτηση για τις συνθήκες εργασίας εκατοντάδων χιλιάδων εργαζόμενων στις κατασκευές, τα χωράφια, τις ταχυμεταφορές και λοιπές χειρωνακτικές εργασίες. Εργαζόμενοι-ες εργάζονται σε καθεστώς έλλειψης συνθηκών ασφαλείας και διακινδυνεύουν καθημερινά τις ζωές τους. Αυτό το τεράστιο κομμάτι είναι συνήθως κακοπληρωμένο, βρίσκεται σε καθεστώς συνεχούς επισφάλειας και συχνά πολλαπλής, καθώς μεγάλο κομμάτι του είναι μεταναστευτικής καταγωγής.
Τα εργασιακά ατυχήματα προσεγγίζονται στη δημόσια σφαίρα με μια φυσικότητα ενώ δεν θα έπρεπε. Το να πεθαίνεις εν ώρα εργασίας δεν είναι φυσικό, είναι παράλογο και απάνθρωπο. Στην συντριπτική πλειονότητα τα δυστυχήματα αυτά γίνονται για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή οι εργοδότες έχουν επιλέξει να εξοικονομήσουν χρήματα σε υλικοτεχνικό εξοπλισμό προστασίας ή/και δεύτερον επειδή οι εργαζόμενοι-ες εξοντώνονται σε υπερωρίες ή πολλαπλές δουλειές με αποτέλεσμα να αυξάνεται η πιθανότητα ατυχήματος.
Αυτό όμως που μας σόκαρε περισσότερο από όλα στις δύο τελευταίες περιπτώσεις είναι η ηλικία των δύο αδικοχαμένων συνανθρώπων μας οικοδόμων. Γιατί άραγε δούλευαν 70+ χρονών άνθρωποι και μάλιστα σε ένα τόσο βαρύ επάγγελμα όπως η οικοδομή; Γιατί δούλευαν ακόμα άνθρωποι άνω των 70 χρονών σε ένα επάγγελμα που λόγω βαρέων και ανθυγιεινών θα έπρεπε να είχαν συνταξιοδοτηθεί από τα 60 τους και να απολαμβάνουν μια άνετη και αξιοπρεπή ζωή; Επειδή προφανώς δεν είχαν άλλη επιλογή για να εξασφαλίσουν τον βιοπορισμό τους.
Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εξαναγκάζονται να δουλεύουν μέχρι τελικής πτώσεως σε βαριά επαγγέλματα, γιατί η σύνταξη δεν εξασφαλίζει την διαβίωση, σε μια εποχή που τα ενοίκια και ο πληθωρισμός έχουν ανέβει. Επίσης, πολλά άτομα εργάζονται και μετά την ηλικία συνταξιοδότησης για να μπορέσουν να συμπληρώνουν τα ένσημα, καθώς η μαύρη και αδήλωτη εργασία είναι πολύ διευρυμένη και δεν υπάρχει απαραίτητος έλεγχος και προστασία των εργαζόμενων.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα δυστυχώς οι άνθρωποι που έχουν εργαστεί στα πιο δύσκολα επαγγέλματα να εγκλωβίζονται στην επισφαλή αγορά εργασίας έως ότου να πεθάνουν, χωρίς να μπορούν να αποσυρθούν από αυτήν και να απολαύσουν την συνταξιοδοτημένη ζωή που τους αξίζει.
Αυτή η ζοφερή συνθήκη είναι κάτι που μας εξοργίζει και μας πληγώνει σε καθημερινή βάση, καθώς οι γονείς μας ως μετανάστες και μετανάστριες μετά από 30 και χρόνια δουλειάς δεν σκέφτονται το ενδεχόμενο συνταξιοδότησης με προσμονή, αλλά με φόβο για το αν θα μαζέψουν τα ένσημα και το πως θα ζήσουν με τις πετσκομένες τους συντάξεις. Οι γονείς μας δεν σκέφτονται πως θα αποσυρθούν στα εξοχικά τους για να απολαύσουν την σύνταξη τους, αλλά εύχονται να τους κρατάει το σώμα τους μέχρι τα 70 για να μπορούν να εργάζονται ως οικοδόμοι, ως καθαρίστριες, ως ταξιτζήδες κλπ.
Η ανισότητα δυστυχώς εκτείνεται από την γέννηση μέχρι τον θάνατο και αν μας έχει μάθει κάτι η συζήτηση για τα Τέμπη είναι ότι δεν υπάρχουν ατυχήματα, μόνο προσχεδιασμένες δολοφονίες για να μπορέσουν να εξοικονομηθούν χρήματα για εργοδότες και επιχειρήσεις.
Τα εργατικά ατυχήματα θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται ακριβώς με την ίδια λογική ως αποτρόπαιες δολοφονίες και όχι ως μια πραγματικότητα με την οποία έχουμε συμβιβαστεί ως κοινωνία.
Πρωτοβουλία Αλβανών Μεταναστών & Αλληλέγγυων








