Κάποιες σκέψεις για την υπόθεση Ασάνζ, του Δήμου Βοσινάκη

Η χτεσινή μέρα σημαδεύτηκε από την είδηση για τη μη έκδοση του ιδρυτή του WikiLeaks, Τζούλιαν Ασάνζ, στις ΗΠΑ. Η Βρετανίδα δικαστής αποφάσισε ότι ο Ασάνζ δεν πρέπει να εκδοθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες για να αντιμετωπίσει εκεί τις ποινικές κατηγορίες που τον αφορούν, και περιλαμβάνουν παραβίαση του νόμου περί κατασκοπείας, επειδή, σύμφωνα με την απόφασή της, υπάρχει κίνδυνος να αυτοκτονήσει εξαιτίας των προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει.

Ο ιστότοπος του WikiLeaks έγινε πασίγνωστος τον Απρίλιο του 2010 όταν κυκλοφόρησε ένα βίντεο 39 λεπτών από ένα αμερικανικό στρατιωτικό ελικόπτερο Apache που πυροβόλησε και σκότωσε περισσότερους από δώδεκα Ιρακινούς, συμπεριλαμβανομένων δύο δημοσιογράφων του Reuters.Το υλικό που διέρρευσε από τον πρώην στρατιωτικό των ΗΠΑ Τσέλσι Μάνινγκ οδήγησε σε παγκόσμια οργή, ξεκινώντας από την αρχή μια συζήτηση για την κατοχή των ΗΠΑ στο Ιράκ και την ευρύτερη παρουσία τους στη Μέση Ανατολή.

Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, το WikiLeaks, μαζί με διάφορα μέσα ενημέρωσης, όπως οι New York Times, δημοσίευσε περισσότερα από 90.000 στρατιωτικά έγγραφα των ΗΠΑ σχετικά με τον πόλεμο στο Αφγανιστάν. Αυτά περιελάμβαναν ανατριχιαστικές λεπτομέρειες σχετικά με θανάτους αμάχων, θύματα φιλικών πυρών, αεροπορικές επιδρομές των ΗΠΑ, τον ρόλο της Αλ Κάιντα στη χώρα και διάφορα έθνη που παρέχουν υποστήριξη σε αφγανικούς ηγέτες και τους Ταλιμπάν. Ο Ασάνζ, ένας κορυφαίος χάκερ που έμαθε από μικρός να ψαρεύει μυστικές πληροφορίες στο ίντερνετ, έβγαλε τα άπλυτα της αυτοκρατορίας στη φόρα. Και αυτό δεν γίνεται να μείνει ασυγχώρητο από την υπερδύναμη του πλανήτη και τις στρατιωτικές υπηρεσίες της.

Ο Ασάνζ δεν είναι ούτε ήρωας, ούτε υπεράνθρωπος. Πιθανότατα, υπερεκτίμησε τις δυνατότητες που του προσφέρουν οι ωκεανοί πληροφορίας που ρέουν κάθε δευτερόλεπτο στο ίντερνετ και θέλησε να ηγηθεί μιας νέας σταυροφορίας αποκαλύψεων για όσα οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να κρατήσουν στο σκοτάδι. Βέβαια, δεν είναι και ο τυπικός προγραμματιστής υπολογιστών που γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1971 στην Αυστραλία και βολεύτηκε σε μία καλοπληρωμένη δουλειά. Συμμετείχε στην ανάπτυξη του PostgreSQL ενώ βοήθησε τεχνικά τον Σούλετ Ντρέιφους στο βιβλίο Underground: Tales of Hacking, Madness and Obsession on the Electronic Frontier. Το 1997, ήταν ανάμεσα σε αυτούς που δημιούργησαν την Rubberhose deniable encryption για το Linux κατά της κρυπτανάλυσης Rubber-hose και το 1999 καταχώρησε το domain leaks.org.

Τα προβλήματα για τον Ασάνζ ξεκίνησαν μαζί με τις αποκαλύψεις του το 2010: Κατηγορήθηκε από δύο Σουηδέζες ότι τις βίασε. Δεν έχω άποψη για την υπόθεση, δηλαδή αν είναι αληθινό το εγκληματικό περιστατικό του βιασμού ή αν κατασκευάστηκε για να ρίξει λάσπη στο έργο του Ασάνζ. Το σίγουρο είναι ότι οι ΗΠΑ ποτέ δεν κατηγόρησαν τον Ασάνζ για βιασμό που αρνήθηκε επανειλημμένα τις κατηγορίες. Στη συνέχεια, σουηδικό δικαστήριο εξέδωσε διεθνές ένταλμα για τη σύλληψή του το 2010, ώστε να εκδοθεί πίσω στη σκανδιναβική χώρα. Αφού αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Άσανζ βρήκε άσυλο στην πρεσβεία του Ισημερινού τον Ιούνιο του 2012, από τον τότε πρόεδρο Ραφαέλ Κορέα, όπου διέμενε για σχεδόν επτά χρόνια. Στις 19 Νοεμβρίου 2019, έπεσαν όλες οι κατηγορίες βιασμού εναντίον του.

Ο πρώην στρατιωτικός των ΗΠΑ Τσέλσι Μάνινγκ κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 35 ετών το 2013 για παραβίαση του νόμου περί κατασκοπείας του 1917 και άλλων αδικημάτων. Ο νόμος κατασκοπείας ψηφίστηκε για να αποτρέψει οποιαδήποτε παρέμβαση στις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ και να αποτρέψει άτομα και ομάδες από την υποστήριξη εχθρών των Ηνωμένων Πολιτειών. Με αφορμή την απόφαση του δικαστηρίου, ο Έντουαρντ Σνόουντεν, αμερικανός μάρτυρας δημόσιου συμφέροντος που συνεργάσθηκε με το WikiLeaks, δήλωσε: «Ευχαριστώ όλους όσους έκαναν εκστρατεία εναντίον μιας από τις πιο επικίνδυνες απειλές για την ελευθερία του τύπου εδώ και δεκαετίες.. Ας είναι αυτό το τέλος της».