Προπαγάνδα: Ζωτικής σημασίας εργαλείο στα χέρια της κυβέρνησης των Μπολσεβίκων

(Συνεχίζουμε την σειρά άρθρων βασισμένων σε αποσπάσματα του τρίτομου έργου “Η Άγνωστη Επανάσταση”, του αναρχικού Βσέβολοντ Μιχάιλοβιτς Άιχενμπάουμ, γνωστού και ως Βολίν. Άλλα κείμενα που περιέχουν αποσπάσματα από το έργο αυτό μπορείτε να βρείτε εδώ)

*******

Πολύ συχνά συζητάμε για την Σοβιετική Ένωση και τα επιτεύγματά της στο υλικό κομμάτι της ζωής του προλεταριάτου. Άλλοτε με θέρμη και άλλοτε με δυσπιστία, υποστηρικτές και πολέμιοι επιδίδονται σε φιλοσοφικές συζητήσεις ή φασαριόζικους καυγάδες, σε σχέση με την κατάσταση της καθημερινής διαβίωσης του Σοβιετικού Λαού. Και αν για τα τελευταία 50 περίπου χρόνια του καθεστώτος υπάρχουν αρκετά στοιχεία, που μπορούν να φωτίσουν και τις πιο σκιώδεις πλευρές του θέματος, καθώς, εκτός των άλλων, έχουμε ακόμη ζωντανούς μάρτυρες της εποχής για να μας τα περιγράψουν, δεν ισχύει το ίδιο για την πρώτη περίοδο της διαμόρφωσης του Σοβιετικού Κράτους των Μπολσεβίκων, από την Οκτωβριανή Επανάσταση και μέχρι τη περίοδο πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τα διάφορα επίσημα αρχεία της εποχής, τα Σοβιετικά διηγήματα και η λογοτεχνία, μας περνούν μια αίσθηση συνεχούς βελτίωσης της ζωής της Σοβιετικής εργατικής τάξης, ιδίως από το τέλος του Ρωσικού εμφυλίου και μετά,  αίσθηση που κορυφώνεται στον γραπτό λόγο και τον τύπο της χώρας, καθώς περνάμε στην εποχή της παντοκρατορίας του Ιωσήφ Στάλιν, από το 1924 και μετά. Είναι την εποχή αυτή που πρωτο-διαμορφώνεται το αφήγημα της υλικής αφθονίας της εργατικής τάξης, το οποίο κυριαρχεί μέχρι και σήμερα στις κουβέντες που προαναφέραμε: “Στην ΕΣΣΔ μπορεί να μην υπήρχε ακριβώς «ελευθερία» με την «αστική» έννοια της «ατομικής ελευθερίας», όμως κάθε εργάτης είχε δωρεάν υγεία, δωρεάν παιδεία, σπίτι, δουλειά κλπ“.

Μέχρι εκεί το αφήγημα εμπεριέχει μεγάλη δόση αλήθειας, κάτι που φυσικά μπορούν να μας επαληθεύσουν και οι ζωντανοί μάρτυρες της περιόδου. Από εκεί και πέρα όμως;

Η Σοβιετική αφήγηση έκανε μεγάλες προσπάθειες για να πείσει πως, κάθε ένα από τα “μεγάλα επιτεύγματα του σοσιαλιστικού κράτους” ήταν στην διάθεση του συνόλου των εργατών. Πως κάθε πολίτης της ΕΣΣΔ μπορούσε να χαίρεται των ίδιων υλικών συνθηκών, των ίδιων ανέσεων. Φυσικά, αυτή η αφήγηση ήταν ενσωματωμένη σε μια άλλη, μεγαλύτερη: Αυτή της ισότητας των πάντων μέσα στο “Μεγάλο Εργατικό Κράτος”, όπου οι στρατιωτικοί τίτλοι και οι βαθμοί ιεραρχίας δεν σήμαιναν (σχεδόν) τίποτα στο υλικό πεδίο. Με λίγα λόγια, πως από τον πιο ταπεινό εργάτη μέχρι και τον Γ.Γ. του Κ.Κ. της Σ.Ε., όλοι ήταν σύντροφοι, όλοι ήταν ίσοι. Και αν κάτι τέτοιο φαντάζει γελοίο να αναπαράγεται όταν μιλάμε για εποχές πιο κοντινές στο σήμερα -όπου οι εικόνες των Σοβιετικών ηγετών να περιφέρονται με τις λιμουζίνες και να γιορτάζουν σε μεγάλες φωταγωγημένες αίθουσες, ως αντίθεση με την φτωχή μπάμπουσκα που, ντυμένη με κουρέλια, σέρνει το καροτσάκι της στον δρόμο ή τον εργάτη με την τραγιάσκα, που γυρνάει στο σπίτι και να ζεσταίνει το σαμοβάρι για το τσάι, είναι ακόμη νωπές- δεν ισχύει κάτι το ολότελα διαφορετικό για την πρώτη περίοδο του Σοβιετικού Κράτους. Με λίγα λόγια, δεν υπήρξαν ποτέ αυτά τα “αγνά χρόνια” της ισότητας, που “αλλοιώθηκαν από αυτούς που καταχράστηκαν την εξουσία τους”.

Ο Βολίν, στον δεύτερο τόμο της “Άγνωστης Επανάστασης”, επιχειρεί να μας παρουσιάσει αρχικά μια ανατομία της ταξικής διαστρωμάτωσης του  πληθυσμού της Σοβιετικής ‘Ενωσης, κατά τα πρώτα αυτά χρόνια μετά την Οκτωβριανή. Αφού λοιπόν πρώτα μας παρουσιάζει την διαδικασία “ανέλιξης” στην εργατική πυραμίδα, μέσω των υλικών κινήτρων και του “Σταχανοβισμού”, η οποία διαμορφώνει από πολύ νωρίς μια προνομιούχα κάστα εργατών, μας  περιγράφει λίγο καλύτερα στην συνέχεια και την “νέα μπουρζουαζία”, όπως την ονομάζει, την Γραφειοκρατική Τάξη, η οποία αριθμούσε πάνω από 2 εκατ. ανθρώπους -όλοι τους μέλη του κόμματος- σε σύνολο 170 εκατ. Σοβιετικών. Η τάξη αυτή αποτελούνταν, εκτός από διοικητικούς υπαλλήλους, και από ανώτερους αξιωματικούς των στρατιωτικών σωμάτων, στελέχη της αστυνομίας κλπ. Η Κυβέρνηση χρησιμοποίησε για την δημιουργία αυτής της νέας Τάξης τα πιο πιστά μέλη του κόμματος και ιδιαίτερα τα μέλη της νεολαίας των Μπολσεβίκων.

Νωρίτερα στο ίδιο βιβλίο, ο Βολίν έχει κάνει μια πρώτη σχηματοποίηση της ταξικής διαστρωμάτωσης αυτής. Σε σύνολο, λοιπόν, πληθυσμού 170 εκατ. ανθρώπων έχουμε:

  • 1,5 εκατομμύρια προνομιούχους εργάτες (Σταχανοβίτες, προϊστάμενους κλπ) στα 18 εκατομμύρια του συνόλου των εργατών
  • 2 εκατομμύρια προνομιούχους υπαλλήλους (Γραφειοκρατία κλπ) σε σύνολο 10 εκατομμυρίων υπαλλήλων σε γραφεία, υπηρεσίες κλπ
  • 4 εκατομμύρια εύπορους αγρότες (Κουλάκοι, με τους οποίους οι Μπολσεβίκοι δεν είχαν ακόμη ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς τους, αλλά τους έδωσαν και το φιλί της ζωής με την ΝΕΠ-Νέα Οικονομική Πολιτική) σε σύνολο 142 εκατομμυρίων αγροτών

Δηλαδή, έχουμε χονδρικά 10 εκατομμύρια ανθρώπους (εργάτες, αγρότες, υπαλλήλους, κομματικούς), οι οποίοι ζουν σε πολύ ανώτερο επίπεδο από τα υπόλοιπα 160 εκατομμύρια των φτωχών, ένα 6% του πληθυσμού. Φυσικά ανάμεσα και στο ίδιο αυτό ποσοστό υπάρχουν τεράστιες οικονομικές διαφορές και διαβαθμίσεις στην υλική διαβίωση.

Το ίδιο όμως συμβαίνει και με το υπόλοιπο 94%: Σύμφωνα με τον Ρώσο αναρχικό, το κράτος των Μπολσεβίκων “…Πέτυχε ακόμη να διαιρέσει τον πληθυσμό του «σοσιαλιστικού» κράτους σε πολλές κατηγορίες -το λιγότερο 20- μισθωτών. Φτάσαμε έτσι σε μια ανισότητα κοινωνικών συνθηκών που ποτέ δεν είχαν πλησιάσει τα κράτη του ιδιωτικού καπιταλισμού. Οι πιο χαμηλές κατηγορίες παίρνουν 100 έως 150 ρούβλια τον μήνα. Οι ανώτερες κατηγορίες κερδίζουν 3.000 ρούβλια και άνω”. (σ.σ. μιλάμε για την εποχή 1936-1938)

(Τα στοιχεία αυτά μάλιστα δεν είναι εκτιμήσεις του ίδιου του Βολίν, αλλά τα δανείζεται από γραπτά ιστορικών της εποχής όπως ο Π. Μιλιούκωφ και ο Ε. Γιουριέφσκυ)

Αυτοί οι εκατομμύρια άνθρωποι, κυρίως τα στελέχη της Γραφειοκρατίας των Μπολσεβίκων και οι Σταχανοβίτες, αλλά και αρκετά ακόμη εκατομμύρια γύρω τους, οι οποίοι αποτελούσαν μεσαία ή κατώτερα στελέχη του Κόμματος των Μπολσεβίκων, δεν έχαναν ευκαιρία με ομιλίες τους, να παροτρύνουν τους φτωχούς εργάτες να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους, ώστε να ανταμειφθούν -όπως οι ίδιοι- με παραπάνω ανέσεις, “μια όμορφη και ζεστή φωλίτσα, χαριτωμένα έπιπλα, ένα πιανάκι, γραμμόφωνο, κλπ“.

Φυσικά, όπως καταλαβαίνουμε, σε ένα ταξικό σύστημα της μορφής που περιγράψαμε παραπάνω, οι “ανέσεις” δεν είναι ποτέ ίδιες για όλους. Ακόμη λοιπόν κι αν η ΕΣΣΔ έφτασε κάποια στιγμή στο σημείο να μπορεί να προσφέρει τα βασικά και τα απαραίτητα της διαβίωσης σε όλους (κάτι που επίσης αμφισβητείται, αν μπουν στο παιχνίδι τα ανεπιβεβαίωτα σενάρια περί τεχνιτών λοιμών, το Γολοντομόρ, κλπ), αυτό δεν σημαίνει πως “απολάμβαναν όλοι τα πάντα εξίσου”, ούτε φυσικά σημαίνει πως “απολάμβανε ο καθένας ανάλογα με την προσφορά του και την εργασία του”, όταν μιλάμε πως οι Γραφειοκράτες του Κόμματος μπορεί να απολάμβαναν έως και 20 φορές μεγαλύτερους μισθούς από έναν ανθρακωρύχο π.χ. ή έναν εργάτη σε εργοστάσιο. Και φυσικά, είχαν την δυνατότητα να απολαμβάνουν πρώτοι όποια νέα άνεση, όποιο νέο επίτευγμα κατάφερνε να κατακτήσει το Σοβιετικό Κράτος, μέσω του κόπου των εργατών του. Και δεν θα αναφερθούμε καν στα ανώτερα κλιμάκια της κομματικής ιεραρχίας και τα προνόμιά τους. Με λίγα λόγια, Σοσιαλισμός νιετ.

Μα καλά“, θα αναρωτηθεί κάποιος, “πως δεν υπήρξαν αντιδράσεις στο εσωτερικό, αλλά και στο εξωτερικό της ΕΣΣΔ, ώστε να γίνουν όλα αυτά γνωστά και να πάψει η διαμόρφωση του Σοβιετικού αφηγήματος της υλικής αφθονίας, της ισότητας και της ευχάριστης διαβίωσης των εργατών“;

Φυσικά και υπήρχαν αντιδράσεις. Καταρχήν, στο εσωτερικό. Από τις απαρχές της διαμόρφωσης του Σοβιετικού Κράτους, τόσο οι αναρχικοί, με τις λιγοστές τους δυνάμεις, όσο και διάφορες άλλες ομάδες και κόμματα της αριστεράς, είχαν προβλέψει το που θα καταλήξει η Μπολσεβίκικη διακυβέρνηση πολύ σύντομα. Όπως είδαμε όμως και σε άλλα άρθρα της ίδιας σειράς (εδώ κι εδώ), η Κυβέρνηση των Μπολσεβίκων ξεμπέρδεψε πολύ γρήγορα με το ζήτημα της εξ αριστερών αντιπολίτευσης και το “πρόβλημα” της ελευθερίας του τύπου.

Στο εξωτερικό τώρα, τα πράγματα ήταν πιο περίπλοκα. Τα κλειστά σύνορα της Ρωσίας μετά την Οκτωβριανή – ιδιαίτερα μετά την διαμόρφωση της ΕΣΣΔ- και οι ειδικές άδειες που χρειαζόταν ο οποιοσδήποτε ξένος αντιπρόσωπος ή ιδιώτης για να μπει στην χώρα (και που δεν ήταν εύκολο να τις αποκτήσει ο καθένας) δυσκόλευαν το έργο της “ιδίοις όμμασι” μαρτυρίας. Ακόμη όμως και αν κάποιοι ξένοι ανταποκριτές, που δεν ήταν εντελώς φιλικά προσκείμενοι στο καθεστώς (όπως ήταν ο άτυπος “κανόνας εισόδου”), κατάφερναν να αποκτήσουν μια τέτοια ειδική άδεια, και πάλι η Κυβέρνηση των Μπολσεβίκων ήταν έτοιμη για όλα, ώστε να μην εκτεθεί το πραγματικό πρόσωπο του καθεστώτος στο εξωτερικό και αρχίσουν οι αμφισβητήσεις από τα εκατομμύρια των κομμουνιστών εργατών, οι οποίοι προσέβλεπαν στην ΕΣΣΔ ως την πραγματική τους πατρίδα. Άλλωστε, πέρα από τους αγνούς κομμουνιστές εργάτες και τους ιδεολόγους, υπήρχε και ένας ολόκληρος “στρατός” ανθρώπων με ιδιαίτερα ιδιωτικά συμφέροντα από την ίδια την ύπαρξη της ΕΣΣΔ.

Την διαδικασία που ακολουθούσαν λοιπόν οι Σοβιετικές Αρχές με τους ξένους απεσταλμένους, αλλά και γενικότερα την κατάσταση σε σχέση με την κάλυψη της πραγματικής καθημερινότητας των Σοβιετικών εργατών, μας περιγράφει ο Βολίν στο υποκεφάλαιο του δεύτερου τόμου της “Άγνωστης Επανάστασης” με τίτλο “Η Προπαγάνδα”:

 

“…Υπάρχει πριν απ’ όλα ένας τομέας όπου η «σοβιετική» εξουσία έχει καταρρίψει όλα τα ρεκόρ: ο τομέας της προπαγάνδας. Συγκεκριμένα, ο τομέας του ψέματος, της εξαπάτησης και της μπλόφας.

Σ’ αυτό τον τομέα οι μπολσεβίκοι αποδείχθηκαν ασυναγώνιστοι.

Έχοντας στα χέρια τους όλα τα μέσα πληροφόρησης, διαφήμισης κλπ, περικύκλωσαν, αφενός, τη χώρα μ’ ένα προστατευτικό τείχος απ’ το οποίο αφήνουν μόνο να περνάει ό,τι αντιστοιχεί με τα σχέδιά τους. Κι αφετέρου χρησιμοποιούν όλα τα μέσα για ν’ αρχίσουν και να διατηρήσουν μια απίστευτα εντατική επιχείριση κοροϊδίας, εξαπάτησης, σκηνοθεσιών και μαγείας.

Αυτή η, ανά τον κόσμο, επιχείρηση εξαπάτησης έχει μια έκταση και ένταση χωρίς προηγούμενο. Θυσιάζονται γι’ αυτήν τεράστια ποσά Ένα από τα πρωταρχικά καθήκοντα του κράτους των μπολσεβίκων είναι να ρίχνει στάχτη στα μάτια. Εφημερίδες, επιθεωρήσεις, μπροσούρες, βιβλία, φωτογραφίες, σινεμά, TSF, εκθέσεις, αποδείξεις, «μαρτυρίες», κλπ, όλα αυτά τα μέσα, το ένα περισσότερο απατηλό από το άλλο, χρησιμοποιούνται.

Αναμφισβήτητα, η σοβιετική κυβέρνηση κάνει μεγάλη χρήση των άμεσων ή έμμεσων προσφορών προς το εξωτερικό. Ανάμεσα στους «Φίλους της ΕΣΣΔ» για παράδειγμα, υπάρχουν συγγραφείς που είναι «φίλοι» κυρίως επειδή αυτός ο τίτλος τους επιτρέπει να διοχετεύουν τη φιλολογική τους παραγωγή στην ΕΣΣΔ ή να καρπούνται άλλα πλεονεκτήματα, λόγω αυτής τους της «φιλίας».

Επειδή η προπαγάνδα με τα λόγια δεν αρκούσε, η κυβέρνηση των μπολσεβίκων οργάνωσε έντεχνα μια κοροϊδία με γεγονότα.

Κανείς δεν μπορεί να μπει στην ΕΣΣΔ χωρίς μια ειδική άδεια που την παίρνει πολύ δύσκολα, εκτός αν προσφέρει κάποια εγγύηση συμπάθειας για το καθεστώς. Κανείς δεν μπορεί να διασχίσει ελεύθερα τη χώρα ούτε να εξετάσει ανενόχλητος ό,τι τον ενδιαφέρει. Παράλληλα η κυβέρνηση έφτιαξε υπομονετικά και λεπτομερώς μια πομπώδη πρόσοψη. Εκτέλεσε ένα «μοντάζ» επιτευγμάτων που θα εξέθετε στον έκπληκτο κόσμο. Επιδεικνύει αυτά τα κατασκευάσματα σε κάθε ευκαιρία. Τις «εργατικές αντιπροσωπείες», εξουσιοδοτημένες από καιρό σε καιρό να περάσουν μερικές εβδομάδες στην Ρωσία, αφού τις κοροϊδεύουν απαίσια (αν τα μέλη τους είναι ειλικρινή), τις χρησιμοποιούν κατάλληλα. Τα ίδια και στην τεράστια πλειοψηφία των «τουριστών» και των μεμονωμένων επισκεπτών που πηγαίνουν στη χώρα κάτω από το άγρυπνο μάτι των χαφιέδων, χωρίς να μπορέσουν να καταλάβουν οτιδήποτε απ’ ό,τι πραγματικά συμβαίνει γύρω τους.

Εργοστάσια, αγροτικές κοινότητες, σχολεία, μουσεία, καντίνες, χώροι για σπορ, παιγνίδια, ανάπαυση κλπ, όλα είναι από πριν προετοιμασμένα, σε προκαθορισμένους τόπους και παραποιημένα με τέτοιον τρόπο ώστε ο φτωχός ταξιδιώτης να μένει κατάπληκτος και να μην του περνάει από το μυαλό η κοροϊδία.

Κι όταν δει κάτι αληθινά καλό και όμορφο, δεν υποψιάζεται ότι αυτό αφορά αποκλειστικά τα 10 εκατομμύρια των προνομιούχων και καθόλου τα 160 εκατομμύρια των εκμεταλλευομένων προλεταρίων.

Αν η μπουρζουαζία των άλλων χωρών ανατρέχει σε μια «πλύση εγκεφάλου», ο μπολσεβικισμός καταφεύγει στην «υπερπλύση», έτσι που, στις μέρες μας, ακόμα και παρά τις τόσες αξιόπιστες μαρτυρίες, εκατομμύρια εργάτες σ’ όλο τον κόσμο να μην γνωρίζουν την πραγματικότητα για την ΕΣΣΔ…”