Παράλογα “μέτρα προστασίας”, απαγόρευση κυκλοφορίας – Ποια πρέπει να είναι η απάντησή μας;

Το μέτρο απαγόρευσης της κυκλοφορίας 12.00-05.00, που έθεσε σε εφαρμογή η Κυβέρνηση πριν από λίγες ημέρες, φαντάζει παράλογο. Όχι γιατί δεν υπάρχει “συνωστισμός” και έλλειψη προστατευτικών μέτρων σε συγκεκριμένα μέρη των μητροπόλεων. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο ότι υπάρχει. Και με την Ελλάδα σχεδόν στην κορυφή των χωρών παγκοσμίως, των οποίων οι πολίτες πιστεύουν στις θεωρίες συνωμοσίας περί Covid-19, είναι επόμενο -και ο κάθε εχέφρων πολιτικός θα έπρεπε να το περιμένει- πως ο γενικευμένος σκεπτικισμός θα  είχε ως αποτέλεσμα και τα δυο: Και τον μερικό συνωστισμό σε δημόσιους χώρους, ειδικά μετά το πέρας του νέο κορονο-ωραρίου των καταστημάτων, μπαρ, καφέ κλπ (και ειδικότερα σε μέρες όπως το Σάββατο) αλλά και την ελλειπή αυτο-προστασία.

Όχι, το μέτρο δεν είναι παράλογο γι’ αυτόν τον λόγο. Παράλογο είναι μόνο αν ΔΕΝ το δει κανείς σε σύγκριση με όλα τα υπόλοιπα μέτρα και την πολιτική της Κυβέρνησης καθ’ όλο το διάστημα της πανδημίας: Καμία στήριξη στην υγεία, καμία ουσιαστική πρόληψη, εκπλήρωση των προσταγών του μεγάλου κεφαλαίου κάθε τομέα (π.χ. του τουρισμού,) όταν τα συμφέροντά του τελευταίου έρχονταν σε σύγκρουση με το γενικότερο συμφέρον και την προστασία της δημόσιας υγείας, συνέχιση χωρίς κανένα μέτρο της λειτουργίας των κλάδων που αποφέρουν μεγάλα κέρδη στην οικονομία, ενώ στοιβάζουν ανθρώπους σε κλειστούς χώρους, όπως π.χ, η βιομηχανία και το λιανεμπόριο. Και φυσικά, κλείνοντας τα μάτια σε καταστάσεις ξεκάθαρης άνωθεν ευθύνης, όπως ο πανικός στα αστικά λεωφορεία και τα ΜΜΜ, αφού η λειτουργία τους είναι απαραίτητη για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, ενώ η καλυτέρευση των συνθηκών σε αυτά στοιχίζει.  Ταυτόχρονα με όλα αυτά: στήριξη των μηχανισμών που θα προωθούσαν και θα εκπλήρωναν αυτές τις πολιτικές, δηλαδή των καθεστωτικών ΜΜΕ και των μπάτσων. Και φυσικά, η υπερ-προβολή των ψεκασμένων ακροδεξιών ως αυτών που αντιστέκονται στα μέτρα. Όχι βέβαια για όλους τους από πάνω λόγους, αλλά γιατί “δεν υπάρχει κορονοϊός και όλα είναι μια συνωμοσία” (φιλολογία στην οποία δυστυχώς δεν έμειναν μόνο οι ακροδεξιοί ψεκασμένοι, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία).

Όλα αυτά συνέβησαν ώστε, από την μια, να μην πληγεί ολοκληρωτικά το μεγάλο κεφάλαιο, από την άλλη δε, να δομηθεί το ιδεολόγημα της ατομικής-προσωπικής ευθύνης των πολιτών απέναντι στον εαυτό τους και τους γύρω τους. Όχι όμως με κάποιον τρόπο που θα ενστάλαζε στους πολίτες την λογική της υπευθυνότητας, της αγάπης για τον συνάνθρωπο, της κοινής προσπάθειας και της αλληλεγγύης. Αλλά με όρους εξαναγκασμού και τιμωρίας. Με όρους που είχαν ως στόχο να φύγει η ευθύνη από το κράτος και να αποδοθεί στους ίδιους τους πολίτες. Με όρους κοινωνικού κανιβαλισμού. Εξατομίκευσης. Γιατί το αντίθετο θα ήταν επικίνδυνο για το ίδιο το αστικό κράτος και την ιδεολογία του.

Έτσι λοιπόν, το μέτρο των 12.00-05.00 μπορεί να φαντάζει σε εμάς παράλογο. Μπορεί να είναι όντως παράλογο σε μια κοινωνία στην οποία όλοι οι από πάνω παράγοντες δεν θα υπήρχαν -ή τουλάχιστον δεν θα ήταν τόσο έντονοι και εξόφθαλμοι. Στην πραγματικότητα όμως, δεν πρόκειται παρά για την συνέχιση της ίδιας πολιτικής της ατομικής ευθύνης: “Ποιοι φταίνε για τον ιό; Μα οι ανεύθυνοι πολίτες, ειδικά οι νεολαίοι που συμβιβάζονται και πιο δύσκολα, που κυκλοφορούν. Άρα, τι πρέπει να γίνει με δαύτους; Να τους μαντρώσουμε. Άρα, ξύλο στους νεολαίους στις πλατείες. Αυτοί (πρέπει να) φταίνε”.

Το μήνυμα είναι σαφές: Ξεχάστε ότι ξέρατε, το κράτος υπάρχει απλά για να καταστέλλει. Όχι για να προλαμβάνει, να χτίζει δομές προστασίας, να ρυθμίζει, να οργανώνει.

Για εμάς τους αναρχικούς, η συνειδητοποίηση αυτού του μηνύματος από την κοινωνία θα ήταν ένα δώρο εξ ουρανού. ΑΝ φυσικά δεν μιλούσαμε για μια κοινωνία στην οποία υπάρχει ολοκληρωτική ηγεμονία των αστικών και μικροαστικών ιδεολογημάτων και ΑΝ αυτή η συνειδητοποίηση δεν ερχόταν με το βαρύ τίμημα των εκατοντάδων χιλιάδων νεκρών παγκοσμίως. Υπό αυτές όμως τις συνθήκες, μόνο σκεπτικοί μπορούμε να είμαστε ως προς την “εμπέδωση” του μηνύματος της εξουσίας από τους καταπιεσμένους, αλλά και ως προς την απάντηση που εμείς θα θέλαμε να δώσουμε, από κοινού με τους ανθρώπους της τάξης μας, σε αυτό το μήνυμα.

Ενστικτώδεις απαντήσεις επιχειρήθηκαν να δοθούν από κομμάτια του κινήματος, τόσο εγχώρια όσο και διεθνώς, με διαφορετικούς όρους κάθε φορά και μάλιστα κάποιες εξ αυτών με πολύ δομημένο πολιτικό λόγο, μετά την επιβολή μέτρων όπως η απαγόρευση κυκλοφορίας 12.00-05.00. Όσον αφορά πάντως το εσωτερικό, θα άξιζε ίσως στο σημείο αυτό να εξετάσουμε καλύτερα τα αντανακλαστικά του εκάστοτε κομματιού του κινήματος, στο εκάστοτε παράλογο μέτρο του Κράτους, την εποχή της καραντίνας. Αντανακλαστικά τα οποία θα μας έδιναν μια καλή εικόνα σε σχέση με την ταξική και κοινωνική προέλευση και σύσταση του κόσμου που απαρτίζει το κάθε ένα κομμάτι του κινήματος, αλλά και με τις προτεραιότητες της ανάλυσής του, αναλόγως με το που επικεντρώθηκε το βάρος  της αντίδρασής του: Ποια η αντίδραση (και ποια η έντασή της) του εκάστοτε κομματιού του κινήματος στον εξαναγκασμό της συνέχισης της λειτουργίας τομέων της οικονομίας, όπου στοιβάζονται εργαζόμενοι (λιανεμπόριο, εργοστάσια) και ποια στην απαγόρευση της κυκλοφορίας 12.00-05.00; Ας μην προχωρήσουμε όμως εδώ σε μια τέτοιου είδους κριτική και ανάλυση ει βάθος, γιατί δεν είναι ακριβώς το ζητούμενο αυτού του άρθρου.

Το ζήτημα είναι ότι το περιεχόμενο των απαντήσεων στο μέτρο 12.00-05.00, δηλαδή η μαζική αψήφιση του μέτρου, έρχεται ως αντίδραση σε αυτή την συγκεκριμένη συνθήκη. Απαντούν δηλαδή στο ότι το μέτρο αυτό είναι όντως παράλογο και πρέπει να το καταργήσουμε. Ασχέτως αν δόθηκαν με όρους υπεύθυνους ή ανεύθυνους, μαχητικούς ή εναλλακτικούς, δηλαδή με πρόσκληση σε ανθρώπους να συνωστισθούν σε πλατείες ως απάντηση, χωρίς να αναπτύσσεται ένα πολιτικό σκεπτικό από πίσω, που θα μιλάει για την υπευθυνότητα και την αλληλεγγύη. Χωρίς να μπαίνει ένα συνολικό σχέδιο, έστω και μερικής, εξεγερτικής μορφής, που θα στέλνει το μήνυμα ότι τα μέτρα ήταν συνολικά ένα σχέδιο της Κυβέρνησης, του Κράτους, ώστε να ευνοήσει το κεφάλαιο και-γιατί όχι;- να προχωρήσει σε έναν γενικευμένο κοινωνικό έλεγχο, πέραν και των οικονομικών παραγόντων.

Πριν προχωρήσουμε σε μια εκτίμηση του ΠΩΣ συνολικά ως χώρος και κίνημα θα μπορούσαμε να αντισταθούμε σε αυτό το μέτρο, με την αντίληψη όμως ότι είναι κομμάτι ενός συνολικού σχεδίου, ας πούμε κι αυτό:

Ως αναρχικοί, ως αντιεξουσιαστές, ριζοσπάστες, προοδευτικοί γενικότερα άνθρωποι, δεν απεμπολούμε σε καμία περίπτωση το κομμάτι της προσωπικής ευθύνης. Αντίθετα, το κομμάτι αυτό είναι βασικό σε εμάς για την γείωση των ιδεών μας στην πραγματικότητα: Προσωπική ευθύνη ενός αναρχικού είναι η αλληλεγγύη με τον συνάνθρωπο, προσωπική ευθύνη είναι να μην γίνεται βάρος στον πλανήτη, στην τάξη του, στους δίπλα του. Να προσπαθεί να προστατεύει, στο μέτρο που του αναλογεί ατομικά, τα πιο αδύναμα και ευαίσθητα μέλη της κοινότητας και της τάξης του. Μια προσωπική ευθύνη που απορρέει από την προσωπική αυτο-συνείδηση του να είσαι αναρχικός, αντιεξουσιαστής κλπ. Ότι δηλαδή δεν πρέπει να περιμένουμε τίποτα από το κράτος και την θεσπισμένη εξουσία, ότι παλεύουμε για έναν κόσμο αυτοδιάθεσης, χειραφέτησης, αλληλεγγύης.Και παλεύουμε για να συλλογικοποιήσουμε αυτά τα προτάγματα. Το ατομικό, το προσωπικό, δεν φεύγουν ποτέ από τις αξίες μας και αποτελούν τους πυλώνες δόμησης του συλλογικού. Και ταυτόχρονα, μέσα από την συλλογικοποίηση και τον αγώνα, μαθαίνουμε να βαθαίνουμε αυτά τα ατομικά χαρακτηριστικά και τις αξίες της αναρχίας και της αντιεξουσίας, όλοι μαζί.

Η αντίθεσή μας στην “προσωπική ευθύνη” που προωθεί το κράτος, έχει να κάνει με το ότι ζούμε σε έναν κόσμο που συστηματικά καταστέλλει όλες τις παραπάνω αξίες, δομώντας σχέσεις εξάρτησης και εξουσίας. Έναν κόσμο που προωθεί την εξατομίκευση και τον φιλοτομαρισμό. Που η ιδεολογία του και η ουσία είναι η εκχώρηση των ελευθεριών μας ως αντάλλαγμα για την “ασφάλειά” μας. Σε έναν τέτοιο κόσμο λοιπόν, είναι πραγματικά εγκληματικό το να προωθείται ξαφνικά το άνωθεν ιδεολόγημα της ατομικής ευθύνης, ως το κυριότερο μέσω προστασίας, για να καλυφθεί η ανικανότητα ή η έλλειψη θέλησης του κράτους να πάρει μέτρα. Τα όσα ζητάμε, απαιτούμε, διεκδικούμε εν μέσω πανδημίας δεν είναι απόρροια της θέλησής μας για ένα καλύτερο, κοινωνικό κράτος, ως μεσσία και τελική λύση, αλλά πατάνε ακριβώς στην αντίθεση αυτή και στην ανάδειξή της.

Και ποια πρέπει να είναι εν τέλει η απάντησή μας στην απαγόρευση κυκλοφορίας;

Όπως είπαμε, η απαγόρευση κυκλοφορίας 12.00-ο5.00 δεν είναι ένα ξεκομμένο μέτρο. Είναι κομμάτι του συνόλου της εγκληματικής και μεροληπτικής -υπέρ του κεφαλαίου- αντιμετώπισης της πανδημίας από το Κράτος και την Κυβέρνηση. Και ως τέτοιο θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε και να το εντάξουμε την στρατηγική μας.

Ξεκινώντας από τα βασικά, δηλαδή από όλα όσα λέγαμε και αναδεικνύαμε τόσον καιρό: Ποιες είναι οι πραγματικές αιτίες-εστίες υπερ-μετάδοσης του ιού;

Α. Τα νοσοκομεία με το ελλιπές προσωπικό και τα προβληματικά μέσα αυτο-προστασίας προσωπικού και αρρώστων, με τις κουτσές υποδομές.

Λοιπόν, η απάντηση σε αυτό έχει ήδη δοθεί στο χαρτί και δυστυχώς περιορισμένα στον δρόμο: Διεκδίκηση μέχρις εσχάτων των μέτρων αυτών που θα καλύψουν τα κενά αυτά: Προσλήψεις, αγορά υλικού και εξοπλισμού. Ο τρόπος; Κινητοποιήσεις γιατρών, νοσηλευτών κλπ, αλλά και συμπόρευση όλων μας μαζί τους, ως εν δυνάμει ασθενείς. Διεύρυνση του δικαιώματος στην δωρεάν  δημόσια υγεία σε κάθε άνθρωπο που την έχει ανάγκη.

Β. Οι εργασιακοί χώροι που χτυπιούνται περισσότερο από την πανδημία,όπως το λιανεμπόριο και τα εργοστάσια, ο τουρισμός.

Εκτεταμένη προπαγάνδιση των θέσεών μας και έκθεση της αλήθειας σχετικά με την πολιτική του κράτους απέναντί τους, στους ίδιους τους εργαζόμενους. Ταυτόχρονα, μια ευρεία ενημερωτική καμπάνια στους από τα κάτω, σχετικά με την φύση του προβλήματος, ώστε να κερδηθεί η κοινωνική συναίνεση απέναντι σε διεκδικήσεις αυτών των κλάδων που μπορεί (και πρέπει) να προκαλέσουν  αναταραχή στην ίδια την οικονομία, στην παραγωγή και τον διαμοιρασμό των αγαθών και την παροχή των υπηρεσιών.Ώστε να είναι πραγματικά απειλητικές.

Γ. Οι μεταφορές, τα λεωφορεία, τα ΜΜΜ, στα οποία γίνεται πανζουρλισμός.

Οι καταπιεσμένοι, οι εκμεταλλευόμενοι, τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα, όσοι δηλαδή κατά κόρον και εξ ανάγκης χρησιμοποιούν τα μέσα αυτά, έχουν ήδη εξοργιστεί με την κατάσταση. Πρέπει όμως εμείς από την μεριά μας, ως κίνημα, να προσπαθήσουμε να τους δώσουμε να καταλάβουν το που πραγματικά θα πρέπει να στρέψουν την αγανάκτησή τους, δηλαδή όχι ο ένας απέναντι στον άλλο ή απέναντι στους εργαζόμενους σε αυτά. Αλλά στο κράτος και τις πολιτικές του επάνω στο ζήτημα. Και ταυτόχρονα, να απευθυνθούμε στους ίδιους τους εργαζόμενους στα ΜΜΜ, ώστε να καταπολεμήσουμε και σε αυτούς, που καθημερινά έρχονται σε επαφή με χιλιάδες κόσμου, τις όποιες αυταπάτες περί αποκλειστικά ατομικής ευθύνης των επιβατών. Να τους ωθήσουμε στο να ξεκινήσουν κινητοποιήσεις, που θα μπλοκάρουν την πολιτική της κυβέρνησης, που θα απαιτήσουν καλύτερα, περισσότερα και δημόσια ΜΜΜ. Αν κάνουμε σωστά την δουλειά μας στην απεύθυνση προς το επιβατικό κοινό, τότε οι αντιδράσεις απέναντι στην όποια δυσκολία μπορεί να δημιουργήσουν τέτοιου είδους εργασιακές κινητοποιήσεις, θα ελαχιστοποιηθούν

Δ. Τα σχολεία (και τα πανεπιστήμια)

Το ζήτημα των σχολικών καταλήψεων έχει αναλυθεί εκτενώς σε πολλά άρθρα και σε αυτό το site, οπότε απλά θα αναφέρουμε πως, εμείς από την μεριά μας πρέπει να στηρίξουμε και να εμπνεύσουμε τις όποιες νέες μαθητικές κινητοποιήσεις, με αιτήματα όπως η μείωση των μαθητών ανά τάξη, οι προσλήψεις καθηγητών και τα καλύτερα μέτρα προστασίας. Να δομηθεί ένα ενιαίο μπλοκ του εκπαιδευτικού χώρου, από κοινού με τους καθηγητές και τους δασκάλους, να καταπολεμηθεί η ρουφιανιά που προσπαθεί να επιβάλλει η Υπουργός Κεραμέως. Το Υπουργείο Παιδείας να βρεθεί σε τόσο δύσκολη θέση, ώστε να μην μπορεί να εφαρμόσει τα μέτρα πειθάρχησης, όπως οι απουσίες και οι αποβολές. Αυτό φυσικά θα το προξενήσει κυρίως η συμπόρευση αυτού του μπλοκ με τα παραπάνω μπλοκ των εργαζομένων και των εκμεταλλευόμενων.

Τώρα, πως θα συμβούν επί του πρακτέου όλα τα παραπάνω, ώστε να αποτελέσουν πραγματικά μια απειλή ως προς την κυβέρνηση και το κράτος; Αυτό είναι ένα ζητούμενο το οποίο συζητάμε χρόνια τώρα, αλλά δεν παύει ποτέ να αποτελεί κτήμα της αναρχικής θεωρίας και πρακτικής:

Πέρα και έξω από κομματικές και συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, από την βάση, με προπαγάνδιση στο σύνολο των εργαζομένων: Γενική απεργία διαρκείας. Και όχι με ημίμετρα ή με αναδιπλώσεις μετά από φαμφαροειδείς υποσχέσεις ή συμφωνίες κορυφής μεταξύ εργατοπατέρων και πολιτικών. Να αποβάλλουμε από το εσωτερικό κάθε κινήματος, κάθε ταξικής διεκδίκησης, τις ρεφορμιστικές και υποχωρητικές εκείνες  δυνάμεις που έχουν προσωπική κομματική ατζέντα ή δρουν διαλυτικά και συντεχνιακά.

Η απεργία βέβαια δεν θα πρέπει να συμπυκνώνεται σε μια Χ προ-ανακοινωμένη ημέρα, κατά την οποία θα γίνει μια Ψ πορεία και την επόμενη όλα θα επιστρέψουν στην κανονικότητα.  Ως αναρχικό και αντιεξουσιαστικό κίνημα θα πρέπει να παλέψουμε μέσα στους χώρους εργασίας, ώστε να προωθηθεί μια γενικευμένη απεργία ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ, τουλάχιστον στους από πάνω κλάδους (και όσους έχουν σχέση με την εξάπλωση του κορονοϊού και ίσως ξεχάσαμε, όπως π.χ. ο τουρισμός και ο επισιτισμός), που θα σημαίνει αποχή από τις παραγωγικές διαδικασίες, αποχή από τις υπηρεσίες, μπλοκάρισμα της οικονομίας.

Αυτή μπορεί να φαντάζει μια “γενική και αόριστη” ιδέα για το πως μπορεί να έρθει κάποια στιγμή και μια ταξική-εργατική εξέγερση που θα οδηγήσει σε μια κοινωνική επανάσταση, και ως τέτοια να απορριφθεί. Αλλά ας μην την αντιληφθούμε έτσι! Ας μείνουμε στον στόχο μας προς στιγμήν, που δεν είναι ακόμη τόσο δύσκολος όσο το να πείσουμε τους προλετάριους για τα ευρύτερα συμφέροντά τους. Αλλά είναι ο συγκεκριμένος στόχος του πως απαντάμε σε τέτοια παράλογα και αντικοινωνικά μέτρα, πως θα αναγκάσουμε την κυβέρνηση και το κράτος να αλλάξει άρδην στάση σε σχέση με την πολιτική αντιμετώπισης της πανδημίας, πως θα παρθεί πίσω κακήν κακώς το ιδεολόγημα της ατομικής-προσωπικής ευθύνης. Πως το κράτος θα αναγνωρίσει τις δικές του ευθύνες και θα εξαναγκαστεί να πάρει μέτρα. Πως, στο κάτω κάτω, θα προφυλάξουμε την τάξη μας από τον θάνατο! Και αυτό είναι ένα ζήτημα που είναι πολύ πιο εύκολο να το επικοινωνήσουμε στους εργαζόμενους από αυτό της γενικής κοινωνικής και ταξικής χειραφέτησης. Είναι είναι ένα ζήτημα πιο άμεσο, που ο καθένας μπορεί να αισθανθεί ότι τον αφορά.

Και αν θεωρούμε αυτά όλα τα από πάνω ως μια “ρεφορμιστική” πολιτική, ας αναλογιστούμε τις σπασμωδικές κινήσεις που κάνουμε ως τώρα για την αντιμετώπιση του ζητήματος. Τα ξεκομμένα καλέσματα σε πάρκα και πλατείες, ως αντίδραση της στιγμής, αλλά χωρίς ξεκάθαρο στόχο, πέρα από την “πολιτική ανυπακοή”. Τις πολύ σημαντικές, αλλά ασυντόνιστες και αποκομμένες δράσεις αλληλεγγύης στους εργαζόμενους που τρώνε την πίκρα και το βάρος της εργασίας σε μαζικούς χώρους εν μέσω πανδημίας. Την ελλειπή μας συμμετοχή στον αγώνα των μαθητών.

Αν το κάνουμε αυτό, ίσως να αντιληφθούμε πως η δυναμική που θα δημιουργήσει ένα τέτοιο μαζικό κίνημα στον δρόμο, με ένα συγκεκριμένο πλάνο και για μια συγκεκριμένη θεματική ατζέντα, έστω και “ρεφορμιστικού τύπου”, αν καταφέρει να νικήσει, δεν θα μείνει στο κομμάτι αυτό, αλλά θα αντιληφθεί την δυναμική της μαζικής αδιαμεσολάβητης δράσης και διεκδίκησης, θα απαιτεί όλο και παραπάνω, ώσπου τα όσα απαιτεί, αλλά κυρίως ο τρόπος που τα απαιτεί, θα έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με την ίδια την φύση του καπιταλιστικού συστήματος, του κράτους και του κεφαλαίου. Η ριζοσπαστικοποίηση και η γέννηση της επαναστατικής συνείδησης θα έρθει στον δρόμο.

Εν μέσω αυτού του σχεδίου, και χωρίς απαραίτητα αυτό να έχει κορυφωθεί, με την προπαγάνδισή του εκτεταμένη και τις θέσεις μας κατανοητές και ξεκάθαρες από ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, θα μπορέσουμε να χωρέσουμε και δράσεις πιο “πολιτικές”, όπως τέτοιου είδους καλέσματα πολιτικής ανυπακοής και αντίστασης (δηλαδή μαζέματα σε πλατείες, με ασφαλή όμως τρόπο και υπαρκτά μέσα αυτοπροστασίας), τα οποία θα έχουν ως στόχο να σπάσουν στην πράξη τα πιο παράλογα εκ των μέτρων της Κυβέρνησης. Με αυτό τον τρόπο οι δράσεις αυτές και θα αποκτήσουν γείωση και κοινωνική νομιμοποίηση αλλά και νόημα και σύνδεση με ένα συνολικότερο σχέδιο. Δεν θα γίνονται αντιληπτές ως “ανεύθυνα κορονο-μαζώματα”, ενώ θα είναι απολύτως υπερασπίσιμες, τόσο από άποψη περιεχομένου, όσο και από άποψη δυναμικής του κόσμου που θα τις πλαισιώσει.

Ταυτόχρονα με την οργάνωση και την προπαγάνδιση του σχεδίου μας αυτού, θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε την άνοδο του ακροδεξιού εσμού των ψεκασμένων και των συνωμοσιολόγων. Η στάση μας λοιπόν, αλλά και η μορφή των δράσεών μας, θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε και να μην ταυτιστούμε μαζί τους στα μάτια των ανθρώπων στους οποίους θέλουμε να απευθυνθούμε (των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων), αλλά και να τους αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά ως αυτό που είναι: Εχθροί της ζωής και σύμμαχοι του κράτους και του κεφαλαίου.

Έτοιμα σχέδια δεν υπάρχουν. Κάθε μας κίνηση όμως θα πρέπει πάντα να εκπορεύεται από την δική μας ανάγνωση της φύσης ενός προβλήματος, με στόχο πάντα την εξάλειψη της αιτίας που το προκαλεί. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να μάθουμε να μην δρούμε ως πεφωτισμένες πρωτοπορίες και μειοψηφίες, αλλά να προσπαθούμε να διαχαίουμε τις πολιτικές μας θέσεις και τα πιστεύω μας στους από τα κάτω, πράττοντας μαζί τους και όχι για αυτούς. Να δίνουμε, ως αναρχικοί και αντιεξουσιαστές, πρώτοι το παράδειγμα στους αγώνες, με την υπεύθυνη στάση μας, την οργάνωσή μας και το πείσμα μας. Και τέλος, να αντιλαμβανόμαστε πάντα τις ιδιαιτερότητες του κοινωνικού πεδίου, χωρικού και χρονικού, στο οποίο δρούμε.

Η δράση μας να είναι φωτεινό άστρο μέσα στην μαύρη νύχτα και όχι φωτοβολίδα που θα σβήσει μόλις κορυφώσει, μόλις ολοκληρώσει την αυτο-πραγμάτωσή της.